Αντικαπνιστικός νόμος και το κυνήγι της ευτυχίας

0
376
Αντικαπνιστικός

ο αντικαπνιστικός νόμος είναι ένας κακός ηθικά νόμος. Δεν λύνει τίποτα στην ουσία και δημιουργεί νέα προβλήματα, σε φιλοσοφικό και κοινωνικό επίπεδο. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η θέση μας εδώ δεν είναι ούτε υπέρ του καπνιστή, αλλά ούτε και υπέρ του μη καπνιστή. Είμαστε υπέρ του ιδιοκτήτη να αποφασίζει ο ίδιος για τους κανόνες όσον αφορά το κάπνισμα στο μαγαζί του

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Αντικαπνιστικός, ξανά. Είναι ένα θέμα που πηγαίνει και έρχεται στην παρέα μου, καθώς συχνάζουμε σε μαγαζιά που, σε διαφορετικό βαθμό, επιτρέπουν (παρανόμως πλέον) το κάπνισμα. Επειδή συχνά έρχονται αντιμέτωποι με την δικαιωματιστική μου θέαση των πραγμάτων (ο καθένας είναι άρχων της ιδιοκτησίας του και το κράτος, πόσο μάλλον εμείς, δεν έχει το δικαίωμα να ορίσει τι θα γίνεται εντός της ιδιοκτησίας αυτής), θα δώσω μερικά λιγότερο φιλοσοφικά επιχειρήματα. Αν θέλετε να διαβάσετε μία πιο ενδελεχή αποδόμηση του αντικαπνιστικού νόμου δείτε εδώ.

Αντικαπνιστικός και κυνηγώντας την ευτυχία

Έχει κάθε άνθρωπος το δικαίωμα να κυνηγήσει την ευτυχία του, ήτοι να χρησιμοποιήσει τα μέσα εκείνα για να επιτύχει τους σκοπούς εκείνους που, κατά την υποκειμενική του κρίση, θα του φέρουν μεγαλύτερη ευτυχία, και όλα αυτά χωρίς να παραβιάζει το δικαίωμα των άλλων να κάνουν το ίδιο; Οι περισσότεροι θα απαντούσαν εμφατικά «ναι», και εδώ ακριβώς στηρίζεται ένα από τα σημαντικότερα «απλά» επιχειρήματά μου έναντι του αντικαπνιστικού. Ο ιδιοκτήτης του εκάστοτε μαγαζιού, επιθυμεί την ευτυχία του. Έχει στήσει ένα μαγαζί στο οποίο επιτρέπει την παράλληλη συνύπαρξη καπνιστών και μη. Έτσι λοιπόν, μία νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει το κάπνισμα στον χώρο αυτού του ιδιοκτήτη «μπλοκάρει», παραβιάζει την προσπάθειά του να ευτυχίσει με το να έχει το μαγαζί να λειτουργεί υπό τους δικούς του όρους, ειδικά εφόσον δεν εξαναγκάζει κανέναν να συμμεριστεί τους όρους με τους οποίους αυτός κυνηγάει την ευτυχία.

Τώρα, θα ισχυριστεί κάποιος, οι πελάτες του μαγαζιού, ειδικά οι μη καπνιστές, δεν έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν και αυτή την ευτυχία τους με το να μην υποφέρουν τον καπνό των καπνιστών; Σαφώς, και οι καπνιστές έχουν το ίδιο δικαίωμα: να ευτυχίσουν καταστρέφοντας την υγεία τους καπνίζοντας χωρίς την γκρίνια των αντι-καπνιστών στα αυτιά τους. Παρατηρούμε όμως ότι υπάρχουν δύο απόψεις εδώ που δεν συμβιβάζονται. Ο καπνιστής δεν θέλει τον αντικαπνιστή και το αντίστροφο. Εδώ υπάρχουν τρεις λύσεις: α) ο ένας και άλλος συμφωνούν στο ότι διαφωνούν και δεν συχνάζουν μαζί στον ίδιο χώρο, β) ο ένας επιτίθεται στον άλλον για να επιβάλλει την αισθητική του άποψη και γ) να συμβιβαστούν με κάποιον τρόπο στο να συνυπάρξουν.

H δεύτερη επιλογή είναι η βίαιη επιλογή. Κάποιος χρησιμοποιεί βία αμέσως ή εμμέσως (μέσω του κράτους) για να εμποδίζει τη μία ομάδα να ασκήσει την επιλογή της. Ο αντικαπνιστικός νόμος είναι παράδειγμα αυτής της μεθόδου. Το κράτος λαμβάνει το μέρος του μη καπνιστή και παραβιάζει το δικαίωμα στον καπνιστή να κυνηγήσει την ευτυχία του, έστω και με αυτήν την ανθυγιεινή συνήθεια. Αυτό δημιουργεί προστριβές και το επιχείρημα της «καλής γειτονίας» είναι άτοπο εδώ. Οι καλές γειτονικές σχέσεις σχηματίζονται με αμοιβαία παραχώρηση δικαιωμάτων και όχι με την επιβολή αυτών μέσω της βίας. Δηλαδή, οι καλοί λογαριασμοί και τα καλά συμβόλαια κάνουν τους καλούς φίλους και όχι η βία και κρατικός νόμος. Οι καλές σχέσεις δεν είναι προϊόν νομοθετημάτων: είναι προϊόν εθελοντισμού και αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαιωμάτων και των σφαιρών επιρροής του καθενός.

Η πρώτη και η τρίτη λύση, δεν μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η δράση προς συμφωνία ή προς αμοιβαία αποχώρηση από αυτή τη μη συμβατή σχέση θα τοποθετηθεί. Αν δεν υπάρχει διαμεσολαβητής για να αποφασίσει τους όρους του συμβιβασμού ή τους όρους αποχώρησης, τότε θα επιστρέψουμε στην βίαιη λύση, την δεύτερη. Η λύση που προτείνει ο φιλελεύθερος είναι η ιδιοκτησία. Για την πρώτη και τρίτη λύση λοιπόν, διαμεσολαβητής είναι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή ο άρχων της σφαίρας επιρροή που εκτείνεται στα όρια της ιδιοκτησίας του. Αυτός μπορεί, αν θέλει να απορρίψει κάποιον από τους δύο ή να περιορίσει τη δράση και των δύο, ούτως ώστε να υπάρξει αρμονική συμβίωση μεταξύ τους.

Δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερα πολύπλοκος λόγος για τον οποίο ο φιλελεύθερος εκδηλώνει τέτοια εμμονή, θα λέγαμε, για την ιδιοκτησία. Απλά θέλει να αποφύγει τις κοινωνικές συγκρούσεις. Έχοντας το δικαίωμα δύο πλευρές να απευθυνθούν σε έναν τρίτο για να λύσει τη διαφορά τους ή να μην εμπλακούν καθόλου η μία με την άλλη, αποφεύγουμε πολλά παρελκόμενα που έχουν να κάνουν με την εμπλοκή του κράτους στις καθημερινές επιλογές των πολιτών. Ο καθένας μπορεί να διεκδικήσει την ευτυχία του, όπως επιθυμεί. Αλλά το ίδιο μπορούν και οι υπόλοιποι. Ή θα προσπαθήσουν να τα βρουν μεταξύ τους ή απλά θα πρέπει να πάρει ο καθένας τον δρόμο του και να αναζητήσει άλλους τρόπους να ευτυχήσει: ακόμα και αν πρόκειται απλά για έναν καφέ ή ένα ποτό.

Ο μύθος της δημόσιας υγείας

Είναι παραπλανητική η χρήση του επιθέτου «δημόσιος» μπροστά από οποιαδήποτε λέξη. Στην περίπτωση της υγείας, είναι σαν κάποιος να υπονοεί ότι όλοι μας μοιραζόμαστε κοινούς πνεύμονες, καρδιά, χέρια, πόδια κ.ο.κ. Κάτι τέτοιο αποτελεί εννοιολογική σύγχυση. Δεν υπάρχει «δημόσια υγεία», όπως δεν υπάρχει «δημόσια ιδιοκτησία». Έτσι όπως κάτι δεν μπορεί να ανήκει σε όλους, στην ουσία καταστρατηγώντας την έννοια της ιδιοκτησίας, δηλαδή τη δυνατότητα αποκλειστικής χρήσης ενός πόρου, η δημόσια υγεία είναι ένα φάντασμα. Το μόνο που υπάρχει είναι η υγεία του Μιχάλη, του Γιάννη και της Ελένης. Έτσι λοιπόν, ο αντικαπνιστικός νόμος δεν προστατεύει καμία δημόσια υγεία, εφόσον αυτή δεν υπάρχει. Αν η υγεία είναι υπόθεση του καθενός μας, ένα νομοθέτημα είναι αχρείαστο για να την προστατέψει. Το κάνουμε και μόνοι μας: δε συχνάζουμε σε μαγαζιά με πολύ καπνό. Τελεία και παύλα.

Κάποιος εδώ μπορεί να διαφωνήσει λέγοντας ότι η δημόσια υγεία αφορά το σύστημα δημόσιας υγείας, που επιβαρύνεται με περισσότερους καρκινοπαθείς και με αναπνευστικά προβλήματα ασθενείς λόγω του τσιγάρου. Πέραν του γεγονότος ότι το τσιγάρο είναι αυτό που ονομάζουμε προσεγγιστικός παράγοντας πρόκλησης καρκίνου (συντελεί αλλά δεν αποτελεί και αιτία κατ’ ανάγκη), το πρόβλημα δεν είναι στο ότι κάποιοι καπνίζουν. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι υπόλοιποι είμαστε αναγκασμένοι να επιδοτούμε δια της φορολογίας τις κακές συνήθειες του καπνιστή ή του ατόμου που συχνάζει με επιλογή του στους κατά τόπους «τεκέδες», που λέμε.

Σε μία ιδιωτική αγορά υγείας, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα έπρεπε να πληρώσουν επιπλέον ασφάλιστρα καθώς αποτελούν ομάδες μεγαλύτερου κινδύνου. Έτσι λοιπόν, και δεν θα επιβαρυνόμασταν εμείς με το κόστος που επιβάλλουν δια του δημοσίου σε όλους μας, και θα είχαν κίνητρα να αλλάξουν συνήθειες βλέποντας τα υψηλά κόστη που θα βίωναν. Άρα το πρόβλημα δεν είναι το κάπνισμα εξ αρχής: είναι η κρατική πρόνοια υγείας.

Και που θα πηγαίναμε να πιούμε καφέ, αν παντού κάπνιζαν;

Αυτό είναι το κλασικό παράπονο των μη καπνιστών. Όπως είπαμε προηγουμένως όμως, αν αυτοί θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να περάσουν καλά, το ίδιο δικαίωμα έχει και ο ιδιοκτήτης, να ευτυχήσει επιτρέποντας το τσιγάρο στο μαγαζί του. Το να αναγνωρίζεις το δικαίωμα στον εαυτό σου, αλλά όχι στους άλλους, σε κάνει ασυνεπή και υποκριτή. Αλλά ακόμα και έτσι, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς ποτέ δεν λαμβάνονται τα λογικά του άκρα υπόψη. Και γιατί να λάβουμε τα άκρα του υπόψη, δεν είμαστε ακραίοι. Θα εξηγήσω γιατί.

Το λογικό άκρο στο οποίο θα έπρεπε να υποχωρήσουν οι μη καπνιστές με αυτό τους το επιχείρημα είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. Αν υποθέταμε ότι όλες οι καφετέριες έκλειναν, πάλι δεν θα είχαν που να πιουν καφέ. Εάν αυτό είναι το πρόβλημα, ότι δεν θα βρίσκουν ένα μέρος να περάσουν την ώρα τους, τότε, γιατί να μην εξαναγκάζαμε μερικούς επιχειρηματίες να ανοίξουν καφετέριες απλά και μόνο για να μην παραπονιούνται οι μη καπνιστές. Οι καπνιστές πάλι, μπορούν να ισχυριστούν και αυτοί το ίδιο: που θα πηγαίναμε για καφέ, αν πουθενά δεν μας άφηναν να καπνίζουμε; Η απάντηση του «βγείτε να καπνίσετε έξω», μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τους καπνιστές με μία απλή αλλαγή «αν σας ενοχλεί ο καπνός, βγείτε έξω». Βλέπετε, η επιχειρηματολογία κάθε πλευράς είναι σαθρή. Το ένα επιχείρημα της μίας πλευράς μπορεί να το χρησιμοποιήσει η άλλη εναντίον της.

Φυσικά, δίνοντας στο κράτος τη δυνατότητα και την αφορμή να καταπατά τη σφαίρα επιρροή των ατόμων, δηλαδή την ιδιοκτησία τους, στην ουσία ανοίγει μία κερκόπορτα παρεμβατισμού. Αρχίζοντας με το τσιγάρο, θα φτάσουμε και στη δυσοσμία από τις μασχάλες, ακόμα και στα…αέρια από τις απόκρυφες περιοχές μας. Δώσε θάρρος στον χωριάτη (το κράτος) και θα σου ανέβει στο κρεβάτι, και όχι αδίκως.

Έτσι όμως δεν λύνονται τα ζητήματα. Ή η μία πλευρά θα καταπατήσει το δικαίωμα της άλλης να ευτυχίσει, ή θα πρέπει να βρεθεί μία λύση μέσω ενός μεσάζοντα, όπως αναφέραμε παραπάνω. Έτσι λοιπόν, ο αντικαπνιστικός νόμος είναι ένας κακός ηθικά νόμος. Δεν λύνει τίποτα στην ουσία και δημιουργεί νέα προβλήματα, σε φιλοσοφικό και κοινωνικό επίπεδο. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η θέση μας εδώ δεν είναι ούτε υπέρ του καπνιστή, αλλά ούτε και υπέρ του μη καπνιστή. Είμαστε υπέρ του ιδιοκτήτη να αποφασίζει ο ίδιος για τους κανόνες όσον αφορά το κάπνισμα στο μαγαζί του. Αν δεν μας αρέσουν, μπορούμε πάντα να φύγουμε. Και μην ακούσω πάλι το επιχείρημα ότι «έτσι χαλάνε παρέες». Αυτό περιμένανε δηλαδή κάποιοι; Τον κρατικό νόμο για να φτιάξουν τις σχέσεις τους με τους άλλους;

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: