«Αόρατα χέρια της αγοράς», Μαρξιστική θρησκευτικότητα και λοιπές ασυναρτησίες

0
751
Αόρατο Χέρι
Το "αόρατο χέρι" του Άνταμ Σμιθ τελικά είναι ορατό σε κάθε μας συναλλαγή. Αν ποτέ προτιμήσετε ένα φτηνότερο προϊόν από ένα ακριβότερο...μάλλον σας άγγιξε για τα καλά.

Το «αόρατο χέρι» δεν περιγράφει τίποτα παραπάνω από το άθροισμα του αποτελέσματος δι-ατομικών δράσεων μέσα στα πλαίσια μίας αγοράς. Ως εκ τούτου, θα λέγαμε ότι είναι μάλλον ατυχής ο χαρακτηρισμός του ως «αόρατο» καθώς η δράση των ατόμων μπορεί να παρατηρηθεί.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στα οικονομικά και ειδικά από φιλελεύθερες φωνές χρησιμοποιείται ο όρος «αόρατο χέρι» για να περιγράψει βασικές λειτουργίες της αγοράς. Ο όρος συναντά περιπαικτική αντιμετώπιση από κρατιστές, αριστερούς και λοιπούς αντιφιλελεύθερους. Της αποδίδεται «μεταφυσικό» ή «θρησκευτικό» περιεχόμενο, το οποίο χρησιμοποιείται ipso facto ως επιχείρημα για την απόρριψη του όρου και συνάμα την απόρριψη του καπιταλιστικού συστήματος οικονομικής οργάνωσης. Σε αυτό το άρθρο θα ξεδιαλύνουμε το τι σημαίνει ο όρος παρουσιάζοντας εναλλακτικές ερμηνείες του. Σε δεύτερη φάση θα δείξουμε ότι όχι μόνο δεν περιέχει τίποτα το μεταφυσικό αλλά ότι οι επικριτές του είναι εκείνοι που θα έπρεπε να κατευθύνουν αυτήν την κριτική προς τους εαυτούς τους.

Άνταμ Σμιθ και «Ο πλούτος των Εθνών»

Αν και Άνταμ Σμιθ φαίνεται να πρωτοχρησιμοποίησε τον όρο στη διατριβή του «The theory of Moral Sentiments» (1756), θα λέγαμε ότι η πιο γνωστή και δημοφιλής χρήση του έγινε στο κλασικό πλέον «Ο πλούτος των Εθνών» (The Wealth of Nations) του 1776. Το χωρίο στο οποίο ο Σμιθ χρησιμοποίησε το «αόρατο χέρι» βρίσκεται στο τέταρτο τόμο, κεφάλαιο δύο, παράγραφο ένατη:

«Αλλά τα ετήσια έσοδα κάθε κοινωνίας είναι πάντα ακριβώς ίσα με την ανταλλάξιμη αξία ολόκληρου του ετήσιου προϊόντος της βιομηχανίας της, ή μάλλον είναι ακριβώς τα ίδια με αυτή την ανταλλάξιμη αξία. Καθώς κάθε άτομο προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιό του για την υποστήριξη της εγχώριας βιομηχανίας και έτσι να καθοδηγήσει τη βιομηχανία ώστε τα προϊόντα της να μπορούν να έχουν τη μεγαλύτερη αξία, κάθε εργαζόμενος προσπαθεί αναγκαστικά να αποφέρει όσα ετήσια έσοδα στην κοινωνία μπορεί. Ούτε καν προτίθεται να προωθήσει το δημόσιο συμφέρον, ούτε ξέρει πόσο το προάγει. Προτιμώντας την υποστήριξη της εγχώριας σε εκείνη της ξένης βιομηχανίας, προτίθεται μόνο τη δική του ασφάλεια[…]και κατευθύνοντας αυτή τη βιομηχανία με τέτοιο τρόπο ώστε τα προϊόντα της να έχουν τη μεγαλύτερη αξία, σκοπεύει μόνο το δικό του κέρδος, και προς αυτό, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, οδηγείται από ένα αόρατο χέρι για να προωθήσει ένα τέλος που δεν ήταν μέρος της πρόθεσής του. […] Επιδιώκοντας το δικό του ενδιαφέρον, προωθεί συχνά αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά από ότι πραγματικά προτίθεται να το προωθήσει.»

 

Φημισμένο το παράδειγμα με τον κρεοπώλη ως απεικόνιση της λειτουργίας του «αόρατου χεριού»: Ο κρεοπώλης δεν έχει σαν σκοπό την ευδαιμονία των νοικοκυριών που θα βάλουν το κρέας του στο τραπέζι τους. Έχει σαν σκοπό το δικό του κέρδος. Παράλληλα όμως, η οικογένεια που θα βάλει το κρέας αυτό στο τραπέζι της έχει και αυτή κερδίσει άθελά του.

Στην ουσία ο Σμιθ πρότεινε ότι η επιθυμία παραγωγών για κέρδος έχει κάποιες θετικές «εξωτερικότητες». Για παράδειγμα η επιθυμία για κέρδος του Bill Gates μας προμήθευσε με λογισμικό και τεχνολογία που απογείωσε την ποιότητα ζωής μας. Η επιθυμία για κέρδος του Henry Ford έκανε τα αυτοκίνητα προσβάσιμα ακόμα και στην εργατική τάξη (το περίφημο Τ-model).

Άλλες χρήσεις

Ο Ludwig von Mises, στο «Human Action« χρησιμοποιεί την έκφραση «το αόρατο χέρι της οικονομίας», αναφερόμενος στην εποχή του Μαρξ, για να περιγράψει την εξελικτική βελτιοδοξία (δηλαδή την εξελικτική πορεία του ανθρώπου με σκοπό τη βελτίωση της ζωής του). Δεν το εννοούσε αυτό ως κριτική, αφού έκρινε ότι η κοσμική συλλογιστική οδηγεί σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο Μίλτον Φρίντμαν, βραβευμένος με το βραβείο Νόμπελ οικονομικών, όρισε το «αόρατο χέρι» του Σμιθ ως «τη δυνατότητα συνεργασίας χωρίς εξαναγκασμό».

Ο ορισμός του Φρίντμαν θα λέγαμε ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος. Σε μία διάλεξή του μάλιστα χρησιμοποίησε το παράδειγμα της κατασκευής μολυβιών για να περιγράψει πως, από τον σχεδιασμό, την μεταφορά των υλικών, την συναρμολόγηση κ.ο.κ. έχουμε χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπους, από δεκάδες διαφορετικά μέρη να συνεργάζονται μέσω του συστήματος τιμών της αγοράς χωρίς κάποιος να τους εξαναγκάζει.

Άλλοι οικονομολόγοι όπως ο David Ricardo ερμήνευσαν αλλιώς το «αόρατο χέρι του Σμιθ». Θεώρησαν πως εννοούσε την προτίμηση των ατόμων για εμπόριο στα σύνορα της χώρας τους παρά εκτός αυτής. Αυτό διότι θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο προήγαγε το εθνικό συμφέρον και την εθνική οικονομία. Γενικά, αν και η πιο διάσημη φράση στα οικονομικά, θα λέγαμε ότι κατά κανόνα χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και είναι, ως φράση, ιδιαίτερα παρεξηγήσιμη. Χρησιμοποιείται και τυγχάνει ανάλυσης από άσχετους με τον οικονομικό χώρο διανοούμενους όπως ο Noam Chomsky, του οποίου οι οικονομικές απόψεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αφελείς και αβάσιμες.

Όπως και να χει, οι περισσότερες χρήσεις του αφορούν είτε τη συνεργασία πολλών ατόμων προς έναν κοινό στόχο μέσω της αγοράς, ή τις θετικές εξωτερικότητες, ή ωφέλεια που εισπράττουν όσοι αποκτούν τα αγαθά εκείνων που τα παρήγαγαν για δικό τους κέρδος.

Το αόρατο χέρι ως «αυτορύθμιση» της αγοράς

Η αυτορύθμιση της αγοράς είναι ένας ακόμα όρος που το «αόρατο χέρι» προσπαθεί να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική έκφραση. Η αυτορύθμιση γενικά δεν αφορά τίποτα παραπάνω από την τάση της αγοράς να τείνει προς τιμές εξισορρόπησης και εκκαθάρισης της, δηλαδή την έξοδο των οριακών παραγωγών και καταναλωτών από την αγορά. Στην ουσία αυτό, σε γενικότερο πλαίσιο, αφορά την ικανοποίηση της ζήτησης μέσω της προσφοράς και την αντιμετώπιση ελλείψεων σε αγαθά και υπηρεσίες. Θα παρατηρείτε γενικώς ότι στην αγορά δεν υπάρχουν ελλείψεις προϊόντων. Πάντα θα βρείτε γάλα στα ράφια των σουπερμάρκετ, καύσιμα κ.ο.κ. αρκεί οι κρατικές παρεμβάσεις να αφήνουν κάποια σχετική ελευθερία στις αγορές.

Γενικά η «αυτορύθμιση» δεν έχει κάτι «εντυπωσιακό» όσον αφορά το περιεχόμενό της. Είναι αυτό που είναι δηλαδή, η ικανοποίηση της ζήτησης μέσω της προσφοράς. Ως εκ τούτου, θεωρώ υπερβολικές τις αντιδράσεις όταν επικρίνεται ο συγκεκριμένος όρος από κρατιστές και αριστερούς. Αυτό γίνεται διότι δεν προσπαθούν καθόλου να απαλλάξουν την σκέψη τους από συναισθηματισμούς. Έχουν τεράστιες και αδικαιολόγητες απαιτήσεις από τις «αγορές», προβάλλοντας τες σε όρους όπως το «αόρατο χέρι» και «αυτορύθμιση». Τα πράγματα όμως είναι απείρως πιο απλά όπως δείξαμε και οι ενστάσεις γενικά φαιδρές και ανυπόστατες.

Το «αόρατο χέρι» δεν είναι τόσο…αόρατο

Ας ασκήσουμε και τη δική μας κριτική στον όρο. Θεωρούμε ότι ο όρος είναι πλέον κενός νοήματος και γενικότερα άχρηστος στο να περιγράφει λειτουργίες της αγοράς ακόμα αν χρησιμοποιείται μεταφορικά όπως και επινοήθηκε. Αυτό διότι περιγράφει διαδικασίες και φαινόμενα τα οποία είναι πολύ παρατηρήσιμα. Για παράδειγμα, όπου υπάρχει ζήτηση θα υπάρξει και προσφορά. Εάν ένα σύνολο καταναλωτών εκφράσουν επιθυμία για την κάλυψη μίας ανάγκης, θα εμφανιστεί κάποιος να το κάνει εάν το περιθώριο κέρδους του βρίσκεται μέσα στην κλίμακα προτιμήσεών του. Ανεβάζοντας τον βασικό μισθό θα αυξηθεί η ανεργία σε εργαζόμενους χαμηλής παραγωγικότητας. Βάζοντας πλαφόν τιμών κάτω από το επίπεδο της αγοράς, θα υπάρξουν ελλείψεις. Πάνω από το επίπεδο και θα υπάρξουν αδιάθετα προϊόντα στην αγορά.

Αυτές είναι διαδικασίες και φαινόμενα που εύκολα θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν υπό της «αόρατης χειρός», παρόλο που ως φαινόμενα καθεαυτά είναι εντελώς παρατηρήσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που και ο ίδιος ο Murray Rothbard αντιπαθούσε τον όρο αυτόν για τον ίδιο λόγο: περιέγραφε κάτι που όχι μόνο δεν ήταν αόρατο αλλά και προβλέψιμο σε μεγάλο βαθμό.

Το «αόρατο χέρι» δεν περιγράφει τίποτα παραπάνω από το άθροισμα του αποτελέσματος δι-ατομικών δράσεων μέσα στα πλαίσια μίας αγοράς. Ως εκ τούτου, θα λέγαμε ότι είναι μάλλον ατυχής ο χαρακτηρισμός του ως «αόρατο» καθώς η δράση των ατόμων μπορεί να παρατηρηθεί. Επίσης, μέσω της δράσης των ατόμων μπορούμε να εξάγουμε προτιμήσεις, αξιακές κλίμακες και χρονικές προτιμήσεις χρησιμοποιώντας την πραξεολογική μας μέθοδο. Για οικονομικός όρος, αχρείαστα κατά τη γνώμη μας, αγγίζει τα όρια του «μεταφυσικού» έστω και σε σημασιολογικό επίπεδο. Όπως είδαμε σε πρακτικό επίπεδο, κάθε άλλο παρά υπερ-φυσικά είναι τα φαινόμενα που περιγράφει.

Μαρξιστές, αριστεροί και κρατιστές εναντίον του «αόρατου χεριού»

Οι Μαρξιστές, διάφοροι αριστεροί και ιδιαιτέρως οι κρατιστές βλέπουν το «αόρατο χέρι» ως μία δεισιδαιμονία των φιλελεύθερων, ελευθεραγοριτών και αναρχοκαπιταλιστών. Στην ουσία αυτό που κάνουν είναι να παρακάμπτουν την ανάλυση που προηγήθηκε σε αυτό το άρθρο και να μην αναγνωρίζουν στην έννοια τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε: είναι απλά και μόνο μία μεταφορά, κακή μεν αλλά μεταφορά δε.

Πολλές φορές μάλιστα θα προβάλουν ως αρετή την αθεΐα (η οποία συνήθως τους διακατέχει) και θα επιτεθούν και σε άθεους φιλελεύθερους με την εξής κατηγορία: απαιτείται θρησκευτική πίστη σε «αόρατα χέρια» για να είναι κάποιος φιλελεύθερος ή λιμπερταριανός και γενικά υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Αν και η αθεΐα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως αρετή, καθώς από μόνη της δε συνεπάγεται τίποτα παραπάνω πέραν της έλλειψης πίστη σε θεό, θα ήταν ενδιαφέρον να παίξουμε αυτό το παιχνίδι εναντίον τους. Εάν λοιπόν ο κανόνας του παιχνιδιού διατυπώνεται κάπως έτσι: «όσο πιο μεγάλη θρησκευτική πίστη χρειάζεται η ιδεολογία σου, τόσο πιο αβάσιμη είναι», ας δούμε αν και οι ίδιοι πληρούν τα ίδια στάνταρντς που βάζουν τους αντιπάλους τους:

  • Δίκιο είναι το δίκιο του εργάτη:

    Προφανώς εδώ δεν μπαίνουν οι Μαρξιστές στον κόπο να εξηγήσουν γιατί η δικαιοσύνη είναι πάντα με τον εργάτη. Αν το καλοσκεφτεί κανείς θα έλεγε ότι το προλεταριάτο έχει μία…θεϊκή υπόσταση που αυτομάτως του δίνει όλο το δίκιο του κόσμου. Όπως η δικαιοσύνη ταυτίζεται με το λόγο του θεού…έτσι και ο προλετάριος ταυτίζει το δίκιο με τον εαυτό του.

  • Υπεραξία και εργασιακή θεωρία της αξίας:

    Ακόμα μία αναπόδεικτη πεποίθηση των Μαρξιστών. Θεωρούν ότι de facto το κέρδος του εργοδότη, του μπουρζουά, αποτελεί και κλεμμένη υπεραξία από τον εργάτη. Αυτή η πίστη τους βασίζεται στην άκυρη για κοντά δύο αιώνες τώρα θεωρία περί αξίας τους. Θεωρούν ότι το ποσό κοινωνικά ωφέλιμων εργατοωρών ορίζει και αντικειμενικά την αξία των αγαθών. Αυτή τους η πεποίθηση μοιάζει κάπως με την αντίστοιχη των οπαδών της επίπεδης γης. Δεν μπορούν να την εφαρμόσουν πουθενά και δεν εξηγεί σε καμία περίπτωση πως προκύπτουν οι τιμές της αγοράς. Επιμένουν όμως. Το ιερό ευαγγέλιο που φέρει το όνομα «Das Kapital» (Το Κεφάλαιο) είναι η βίβλος στην οποία προσφεύγουν πάντα όταν η πραγματικότητα είναι πολύ οδυνηρή γι’αυτούς.

  • Οι παραγωγικές δυνάμεις καθορίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων:

    Δηλαδή, αν έχω εγώ ένα εργοστάσιο, κοινωνικά, το ίδιο το εργοστάσιο κατά κάποιον τρόπο αλλάζει και την θέση μου στην κοινωνία. Με άλλα λόγια, το εργοστάσιο έχει μεταφυσικές κοινωνικές ιδιότητες καθώς και την βούληση να επηρεάσει το πως άλλοι άνθρωποι με βλέπουν. Το εργοστάσιο. Πάντα νόμιζα ότι το πως μας βλέπουν οι άλλοι γύρω μας έχει να κάνει περισσότερο με τις πράξεις και τα έργα μας. Αν κάποιος κατάφερε να πλουτίσει μέσω ενός εργοστασίου, αυτός ο ίδιος είναι υπεύθυνος για την όποια αλλαγή στην κοινωνική του θέση προέκυψε εκ των υστέρων. Όχι ένα άψυχο υλικό σώμα.

  • Η ταξική συνείδηση:

    Κατά κάποιον μαγικό τρόπο οι προλετάριοι, όταν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες εμφανιστούν (ότι και να σημαίνει αυτό), θα δημιουργήσουν μία ενιαία ιδέα στα μυαλά των εργατικών τάξεων. Έτσι, η εργατική τάξη θα εξεγερθεί και θα ανατρέψει τη μπουρζουαζία που της πίνει διακαώς το αίμα. Οι εργάτες κατά κάποιον τρόπο έχουν κοινό εγκέφαλο, συνδεδεμένο σε κάποιον κεντρικό υπολογιστή. Μόλις όλοι συνδεθούν μέσω των θυρών USB σε αυτόν, θα «κάμνομεν επανάσταση». Οι εργάτες είναι ο περιούσιος λαός, η ομάδα εκείνη του πληθυσμού, οι εκλεκτοί της προφητείας που απλά τυχαίνει σήμερα να είναι απροσανατολισμένοι. Τα…φούμαρα του Χέγκελ περί κατακερματισμένου Νου, μεταφερμένα στην «κατακερματισμένη» εργατική τάξη.

  • Το «κακό» κεφάλαιο:

    Ο μισητός αντίπαλος κατ’ αναλογία του Σατανά για τον Χριστιανισμό, των Τιτάνων για τους Δώδεκα θεούς του Ολύμπου, του Παναθηναϊκού για τον Ολυμπιακό. Ποιοι είναι αυτοί που αποτελούν «το κεφάλαιο» άραγε; Κάποιου μέσα στο μυαλό του θολωμένου Μαρξιστή θα υπάρχει η απάντηση.

  • Το αόρατο χέρι του κράτους:

    Δεν έχει μόνο η αγορά αόρατα χέρια. Έχει και το κράτος. Με τη διαφορά όμως για τους κρατιστές αλλά και Μαρξιστές ότι το κράτος είναι εγγενώς καλό (αν το έχουν αυτοί υπό τον έλεγχο τους προφανώς). Μάλλον έχουν αναζητήσει τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ που κατοικούν στους ουρανούς και τα έχουν προσλάβει ως διοικητικούς υπαλλήλους. Διαφορετικά, η αγορά είναι ανήθικη εν γένει αλλά οι άνθρωποι που προέρχονται από όλους αυτούς που μετέχουν στην αγορά, μόλις πάρουν κρατική καρέκλα, θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους επί γης. Ούτε τη Γένεση να γράφανε.

  • Πτώση του καπιταλισμού:

    Το σημαντικότερο απ’ όλα, το υγρό όνειρο κάθε Μαρξιστή και αριστερού. Η πτώση του καπιταλισμού. Πότε ακριβώς; Όταν οι συνθήκες ωριμάσουν. Πόσες προβλέψεις έχουν γίνει ως τώρα άραγε. Σίγουρα η μία αφορούσε το κραχ του ’29. Η άλλη την άνοδο των Λενινιστών στην Τσαρική Ρωσία το 1917. Σίγουρα ακόμα μία θα έγινε και με την κρίση του 2007 που ξέσπασε στην Αμερική. Με άλλα λόγια, οι Μαρξιστές χορεύουν τον χορό της βροχής (ή μάλλον της πτώσης του καπιταλισμού) αλλά βροχή δεν έρχεται. Θυμίζουν αρκετά και τους μάρτυρες του Ιεχωβά με τις απανωτές προβλέψεις τους για δευτέρα παρουσία. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα, η πτώση του καπιταλισμού είναι ακριβώς αυτό. Η Δευτέρα Παρουσία των Μαρξιστών.

Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου η θρησκευτικότητα των κρατιστών και Μαρξιστών γίνεται εμφανής, αλλά αυτές μας αρκούν. Αν λοιπόν έτσι θέλουν να παίξουν το παιχνίδι της μάχης των ιδεολογιών, μάλλον θα έπρεπε να το σκεφτούν καλύτερα. Βέβαια, σίγουρα εδώ θα χρησιμοποιήσουν τα δύο μέτρα και σταθμά τους αλλά και αυτό είναι σημάδι θρησκευτικότητας κατά την άποψή μου.

Κλείνοντας

Το «αόρατο χέρι» περιγράφει κάτι πολύ ορατό. Την δράση των ατόμων που βλέπουν τις τιμές της αγοράς και πράττουν αναλόγως. Την ικανοποίηση της ζήτησης μέσω της προσφοράς, την αλλαγή γραμμών παραγωγής προς αγαθά που είναι πιο πολύτιμα για τους καταναλωτές. Εντούτοις, θεωρούμε ότι ο όρος έχει κάνει περισσότερο κακό παρά καλό στους φιλελεύθερους και κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να αποφεύγεται. Ας αντικατασταθεί λοιπόν με όρους όπως «διαδικασίες της αγοράς» ή «προσαρμογή της αγοράς». Παρόλα αυτά δικαίωμα του καθενός είναι να τον χρησιμοποιεί.

Τέλος, η κριτική ή η χρήση του όρου από Μαρξιστές, κρατιστές και αριστερούς με χλευαστικό σκοπό φανερώνει τρία πράγματα. Πρώτον, το πόσο διανοητικά ανέντιμοι τείνουν να γίνονται στον δημόσιο λόγο τους. Αυτό διότι το γεγονός ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά τους είναι γνωστός αλλά αρνούνται να το παραδεχτούν. Δεύτερον, δείχνει οικονομικό αναλφαβητισμό ακριβώς διότι τα φαινόμενα που περιγράφονται είναι παρατηρήσιμα. Δε γνωρίζουν πως λειτουργεί μια οικονομία, ούτε τους θεμελιώδεις νόμους της. Τρίτον και τελευταίο, δείχνουν ότι δεν έχουν διάθεση να μάθουν πως ο αντίπαλός τους (ο ελευθεραγορίτης, ο Λιμπερταριανός, ο φιλελεύθερος) χρησιμοποιεί τον όρο. Τον έχουν λοιπόν προσαρμόσει στα δικά τους πρότυπα, οπότε και επιτίθενται σε καθαρά φαντασιακές κατασκευές δικής τους κοπής. Αυτό αποτελεί στην καλύτερη δείγμα ένδειας επιχειρημάτων, στη χειρότερη γενική ανικανότητα επιχειρηματολογίας.

***

Διαβάστε περισσότερα: