Η απάτη του συστήματος κλασματικών αποθεματικών

0
801
Σύστημα Κλασματικών αποθεματικών

Ο λόγος για τον οποίο το σύστημα κλασματικών αποθεματικών υπάρχει εδώ και αρκετό καιρό οφείλεται στο κρατικό δίκαιο, το οποίο, φυσικά, πρέπει να διακρίνεται από το φυσικό δίκαιο των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το σύστημα των κλασματικών αποθεματικών είναι αντικείμενο πολλών συζητήσεων ακόμα και ανάμεσα σε Λιμπερταριανούς και Αυστριακούς. Υπάρχουν εκείνοι που το καταδικάζουν ως απάτη και παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Εκείνοι που το υπερασπίζονται, βασίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένες αναλογίες με τις οποίες προσπαθούν να παραλληλίσουν το σύστημα των κλασματικών αποθεματικών με διάφορες άλλες πρακτικές της ελεύθερης αγοράς. Σε αυτό το άρθρο θα δείξουμε ότι όλες οι αναλογίες είναι άτοπες και ότι το σύστημα κλασματικών αποθεματικών δεν μπορεί να είναι συμβατό με τα Λιμπερταριανά ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Το χρήμα ως τωρινό αγαθό

Το χρήμα όπως έχουμε δει και σε παλιότερα άρθρα, αποτελεί και αυτό ένα αγαθό, το οποίο όμως έχει το ρόλο του ανταλλακτικού μέσου. Δεδομένης της φύσης του, δηλαδή της συναλλακτικής του ιδιότητας, το χρήμα ως αγαθό αποτελεί πάντα και ένα τωρινό αγαθό, δηλαδή χρησιμοποιείται πάντα στο παρόν. Τα αγαθά μπορούν πάντα μέσω του χρήματος όμως να αποκτηθούν στο παρόν αλλά και στο μέλλον. Το χρήμα στην ουσία αποτελεί και μεταβιβαστή τίτλου ιδιοκτησίας για άλλα αγαθά, τωρινά ή μελλοντικά.

Ας το δούμε με μία δική μας αναλογία. Το χρήμα στην ουσία αποτελεί και ένα εισιτήριο με το οποίο εξαγοράζεται ένα αγαθό στο τώρα, ή στο μέλλον. Αν κάποιος δώσει χρήμα για ένα αγαθό και δεν το παραλάβει είτε τώρα, είτε κάποια προκαθορισμένη στιγμή στο μέλλον, όπως ορίζει το συμβόλαιο 1, τότε θα λέγαμε ότι έχει εξαπατηθεί. Αντάλλαξε το χρήμα του, που προήλθε μέσω της πώλησης τίτλων ιδιοκτησίας του ή υπηρεσιών του, χωρίς να λάβει ποτέ τίποτα. Με άλλα λόγια αντάλλαξε κάτι (αγαθά που είχε παράξει νωρίτερα λαμβάνοντας χρήμα στη θέση τους) με το τίποτα. Ας δούμε τις αναλογίες λοιπόν που χρησιμοποιούν οι υπερασπιστές του συστήματος κλασματικών αποθεματικών

Κλασματικά αποθεματικά και overbooking

Πολλοί παρομοιάζουν το σύστημα κλασματικών αποθεματικών με την πρακτική που ασκούν πολλές εταιρίες ενοικίασης. Πιο συγκεκριμένα, πολλές εταιρίες που νοικιάζουν για παράδειγμα δωμάτια, θέσεις πάρκινγκ ή θέσεις σε αεροπλάνο, κάνουν το λεγόμενο «overbooking» δηλαδή εκδίδουν παραπάνω εισιτήρια από τις θέσεις που έχουν. Αυτό αποτελεί και ένα είδος κλασματικού συστήματος ενοικίασης. Η ουσιαστική διαφορά είναι η εξής: αν ο πελάτης με το παραπανίσιο εισιτήριο έρθει και ζητήσει εξαργύρωση του εισιτηρίου του αλλά δεν υπάρχει η θέση, τότε η εταιρία έχει διαπράξει και απάτη εις βάρος του. Έχει πληρώσει κάτι αλλά δεν λαμβάνει τον τίτλο ιδιοκτησίας που του αρμόζει. Η εταιρία έχει δύο επιλογές: α) τον αποζημιώνει και β) του κλείνει άλλη θέση με επόμενο αεροπλάνο ή κάτι παρόμοιο.

Με άλλα λόγια, η εταιρία δεν έχει διαπράξει απάτη στο παρόν αλλά, ενδεχομένως, να εξαπατήσει τον πελάτη την ώρα που εκείνος θα έρθει να εξαργυρώσει το εισιτήριό του. Δεν μπορούμε δηλαδή να ξέρουμε εκ των προτέρων, αν κάποιος έχει εξαπατηθεί ή όχι. Πρέπει να έρθει η πληρωμένη στιγμή και να κρίνουμε εκ των υστέρων. Πρακτικά αυτό όμως δε συμβαίνει συχνά. Οι εταιρίες συνήθως πάντα έχουν διαθέσιμες θέσεις σε τέτοιες περιπτώσεις ή βάζουν έξτρα δρομολόγια ή κάτι παρόμοιο. Ο πελάτης που έχει αγοράσει το ενδεχομένως ακάλυπτο εισιτήριο εκτιμά την παρούσα αξία του να έχει το εισιτήριο στα χέρια του από το ενδεχόμενο ρίσκο. Παρομοίως ισχύει και για τις θέσεις πάρκινγκ, θεάτρου κοκ.

Λοτταρίες, ασφάλειες και κλασματικά αποθεματικά

Το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα παιχνίδια που περιέχουν κάποιου είδους κλήρωση καθώς και τις υπηρεσίες που παρέχουν ασφάλεια. Ο ιδιοκτήτης ενός εισιτηρίου λοταρίας δεν κατέχει κανένα τωρινό αγαθό. Συμμετέχει μέσω του εισιτηρίου του σε ένα γεγονός κατά το οποίο τόσο ο πωλητής του εισιτηρίου, όσο και ο αγοραστής του κατανοούν ότι υπάρχουν λιγότερα έπαθλα από ότι εισιτήρια ή δελτία συμμετοχής. Αν ο πελάτης είναι τυχερός, κερδίσει αλλά δεν του παραδοθεί το δώρο του, τότε έχουμε εξαπάτηση αλλά μόνο τότε. Όχι εκ των προτέρων. Ομοίως, ο ασφαλισμένος σε μία εταιρία προστασίας, είναι ιδιοκτήτης μίας υπηρεσίας η οποία θα του παρασχεθεί μόνο αν ισχύουν συγκεκριμένες συνθήκες (πέφτει θύμα κλοπής για παράδειγμα).

Πιο απλά, σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται κλασματικό σύστημα, η ενδεχόμενη απάτη θα φανεί πάντα όταν έρθει η ώρα της πληρωμής ή απόκτησης του αγαθού. Η αποτυχία εκπλήρωσης της συμφωνίας συνιστά απάτη μόνο σε εκείνο σημείο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να περιμένουν να δούμε αν κάποια πλευρά αθετήσει εν τέλει τους όρους της συμφωνίας της.

Που έγκειται η απάτη στο σύστημα κλασματικών αποθεματικών

Ερχόμενοι στο χρήμα, ο ιδιοκτήτης τίτλου χρήματος, είναι και ιδιοκτήτης ενός παρόντος αγαθού (χρηματική ιδιοκτησία). Ο τραπεζίτης που έχει δανείσει μέσω κλασματικού αποθεματικού έχει διαπράξει απάτη: έχει παράσχει τίτλους ιδιοκτησίας περισσότερους των παρόντων αγαθών. Αυτό αποτελεί και μία νομική απιθανότητα. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στον πραγματικό κόσμο. Ενώ στις άλλες περιπτώσεις, κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης μελλοντικών αγαθών (άρα μπορεί και να τα διαθέτει τη στιγμή της εκπλήρωσης), στην περίπτωση των κλασματικών αποθεματικών, οι τίτλοι για τα υπάρχοντα αγαθά αυξάνονται ενώ τα πραγματικά αγαθά μένουν σταθερά. Πωλείται κάτι που δεν υπάρχει εξ αρχής. Το σύστημα κλασματικών αποθεματικών αποτελεί έτσι μια νομική αντίφαση: μέσω του τραπεζικού δανεισμού, ο δανειολήπτης και ο καταθέτης γίνονται ιδιοκτήτες των ίδιων χρημάτων. Η τράπεζα οδηγεί σε υπογραφή συμβάσεων που δεν μπορούν να εκπληρωθούν από την αρχή.

Όπως αναφέρουν οι Hoppe, Block και Hülsmann, «κάθε σύμβαση που περιλαμβάνει την παρουσίαση δύο διαφορετικών ατόμων ως ταυτόχρονων ιδιοκτητών του ίδιου αντικειμένου (ή, εναλλακτικά, το ίδιο πράγμα να ανήκει ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα άτομα) είναι αντικειμενικά ψευδής και συνεπώς δόλια» 2 Μια «κλασματικά αποθεματική τραπεζική συμφωνία συνεπάγεται ότι το συμβόλαιο που υπογράφεται είναι άτοπο μιας και επιχειρεί να πουλήσει ροζ ελέφαντες ή μονόκερους». Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει και εφόσον δεν υπάρχει, δεν μπορεί να γίνει και αντικείμενο σύμβασης 3.

Δεν είναι όλα τα συμβόλαια έγκυρα

Οι Λιμπερταριανοί πρέπει να κατανοήσουν το εξής: για να χαρακτηριστεί ένα συμβόλαιο έγκυρο, δεν αρκεί απλά η αμοιβαία συγκατάθεση των συμβαλλόμενων μερών. Απαιτείται επίσης το συμβόλαιο να διατυπώνεται βάσει πραγματικών αγαθών ή υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, ένα συμβόλαιο το οποίο μεταφέρει την «ψυχή» κάποιου σε έναν άλλον, δεν δύναται να είναι έγκυρο ακόμα και αν περιλαμβάνει τις υπογραφές και των δύο πλευρών. Αποτελεί απάτη, καθώς κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, δεν υπάρχει τρόπος να μεταβιβαστεί η «ψυχή» σε κάποιον άλλον.

Παρομοίως ισχύει και για τα κλασματικά αποθεματικά. Η τράπεζα μπορεί ταυτόχρονα να δώσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα και στον καταθέτη (επί του οποίου αυξάνει τα αποθεματικά της) και στον δανειολήπτη επί των ίδιων χρημάτων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αυτά τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ώστε να αποκτηθούν τίτλοι ιδιοκτησίας για άλλα αγαθά. Αυτή η μέθοδος οδηγεί σε ένα ιδιοκτησιακό χάος και είναι εγγενώς πληθωριστική κάτι που δημιουργεί αφορμές για μεγαλύτερη κρατική παρεμβατικότητα και φυσικά προκαλεί την εκκίνηση των επιχειρηματικών κύκλων.

Κλείνοντας

Σε ένα σύστημα ελεύθερης αγοράς, η πρακτική της τράπεζας κλασματικών αποθεματικών θα ήταν παράνομη από τη φύση της. Επομένως, το σύστημα κλασματικών αποθεματικών θα τερματιζόταν αργά η γρήγορα υπό την αιγίδα ενός λειτουργικού νόμου περί δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ο λόγος για τον οποίο το σύστημα κλασματικών αποθεματικών υπάρχει εδώ και αρκετό καιρό οφείλεται στο κρατικό δίκαιο, το οποίο, φυσικά, πρέπει να διακρίνεται από το φυσικό δίκαιο των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Φυσικά, η κυβέρνηση μπορεί αυθαίρετα να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε απάτη επιθυμεί. Ωστόσο, ακόμη και το κυβερνητικό δίκαιο δεν αλλάζει τη φύση των πραγμάτων. Όπως μας έχει πει και ο Murray Rothbard:

«To σύστημα κλασματικών αποθεματικών καταφέρνει […] να δημιουργεί χρήματα από το τίποτα. Ουσιαστικά το κάνει κατά τον ίδιο τρόπο που το πράττουν οι παραχαράκτες. Οι πλαστογράφοι επίσης, δημιουργούν χρήματα από το τίποτα εκτυπώνοντας κάτι που μεταμφιέζεται ως χρήμα ή ως απόδειξη ταμιευτηρίου για χρήματα. Με αυτόν τον τρόπο, εξαγάγουν με δόλιο τρόπο πόρους από το κοινό, από τους ανθρώπους που έχουν πραγματικά κερδίσει τα χρήματά τους. Με τον ίδιο τρόπο, οι κλασματικά αποθεματικές τράπεζες αποτελούν απομιμήσεις πλαστών αποταμιεύσεων σε χρήματα, οι οποίες στη συνέχεια κυκλοφορούν ως ισοδύναμα χρημάτων μεταξύ των πολιτών 4

 

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Οι επενδύσεις και το ρίσκο που ενέχουν μιας και δεν είναι συμβόλαια per se δεν μας αφορούν εδώ.
  2. Hans-Hermann Hoppe, με Jörg Guido Hülsmann και Walter Block, «Against Fiduciary Media» στο Quarterly Journal of Austrian Economics, τόμος πρώτος, no. 1, σελ. 21–22
  3. Ομοίως σελ. 26
  4.  Murray N. Rothbard, The Mystery of Banking, 2η έκδοση. (Auburn, Alabama: Ludwig von Mises Institute, 2008), σελ. 98.