Αποδεικνύοντας το ότι ο Σοσιαλισμός δεν δουλεύει

0
579
Σοσιαλισμός
Μόνο ένα σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής επιτρέπει συνεκτική οικονομική λήψη αποφάσεων, όπου το ζήτημα του τι πρέπει να παράγεται συνδέεται με το ζήτημα του τρόπου παραγωγής. Κάθε σύστημα που απομακρύνεται από μια ελεύθερη αγορά αποτελεί μια συνταγή οικονομικού χάους.

Οι νεοκλασικές εξισώσεις, από την ίδια τους τη φύση, δεν καταγράφουν αυτή την πτυχή του προβλήματος, εκτός από τις άλλες ελλείψεις τους (στατική φύση, υποθέσεις για άριστη γνώση, καρδιναλική ταξινόμηση ωφέλειας, ανάλυση αδιαφορίας κλπ.). Είναι σαφές ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Ο σοσιαλισμός, ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής είναι δημόσια και όχι ιδιωτικά, είναι μια πολύ παλιά ιδέα που έχει υλοποιηθεί με πολλές μορφές καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Υπάρχουν αντίστοιχα πολλές αντιρρήσεις ως προς την επιτυχία του συστήματος. Οι περισσότερες από αυτές, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι έχουν επικεντρωθεί σε θέματα, όπως στη δικαιοσύνη για τους ιδιοκτήτες ακινήτων ή στην ικανότητα του σοσιαλισμού να παρέχει επαρκή κίνητρα στους οικονομικούς συντελεστές ή στους κινδύνους της κρατικής εξουσίας ή ακόμα και στη φύση του ανθρώπου. Ενώ αυτές οι αντιρρήσεις είναι τεράστιας σημασίας, από οικονομικής απόψεως, δεν φτάνουν στην καρδιά των προβλημάτων του σοσιαλισμού.

Ludwig von Mises και το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού

Έπρεπε να φτάσουμε στο 1920, ώστε ο Ludwig von Mises να θέσει την πρώτη πραγματικά καταστρεπτική κριτική κατά του σοσιαλισμού: δηλαδή ότι η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ο οικονομικός υπολογισμός, η σύγκριση των αναμενόμενων εσόδων με τις μελλοντικές δαπάνες σε μια κοινή νομισματική μονάδα, είναι αδύνατη.

Ακόμη και αν κάποιος παραχωρήσει στους σοσιαλιστές την ορθότητα όλων των αντεπιχειρημάτων τους στις πρώιμες κριτικές του σοσιαλισμού – ότι ηθικοί άνθρωποι θα βρίσκονται πάντα στο τιμόνι και ότι η κοινωνία θα έχει αποκτήσει διαφορετική ταξική συνείδηση – από τη δική τους προοπτική, δεν μπορούν να συγκρίνουν ορθολογικά το κόστος και τα κέρδη ή να αναγνωρίζουν τα κέρδη και τις ζημίες. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό επιχείρημα, η προέλευση του οποίου δεν οφείλεται μόνο στην έγνοια του von Mises για τον σοσιαλισμό 1.

Ενώ το αρχικό επιχείρημα του von Mises ήταν σε μεγάλο βαθμό παρεξηγημένο (αρχικά απορρίφθηκε εξ αρχής) εκείνη τη στιγμή από υποστηρικτές και κριτικούς, τα γεγονότα τον επιβεβαίωσαν. Το οικονομικό χάος στην πρώην Σοβιετική Ένωση μετά τον κομμουνισμό είναι πλέον προφανές για όλους, ακόμη και αν οι αιτίες δεν αναγνωρίζονται ευρέως. Στο υστερόγραφο στο έργο του von Mises, «Οικονομικός Υπολογισμός στην Σοσιαλιστική Κοινοπολιτεία», ο Salerno δίνει έμφαση σε μια συγκεκριμένη εκδήλωση αυτού του χάους. Γιατί, στη Σοβιετική Ένωση, τα τρακτέρ έμεναν αδρανή στα χωράφια λόγω έλλειψης καυσίμων και εργασίας για τη λειτουργία τους, δεδομένης μιας τόσο μεγάλης ζήτησης για φαγητό; Πώς αυτό το παράδειγμα καταδεικνύει τη σημασία του οικονομικού υπολογισμού και της απαραίτητης προϋπόθεσης του – ένα σύστημα ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα μέσα παραγωγής;

Η διαδικασία παραγωγής στον σοσιαλισμό

Εξετάστε την απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Σχεδιασμού (ΚΣΣ) να παράγει σιτάρι για τους καταναλωτές. Ίσως ξέρει με βεβαιότητα πόση ιδιοκτησία οι καταναλωτές θα είναι πρόθυμοι να δώσουν σε αντάλλαγμα για το σιτάρι σε αντίθεση με, ας πούμε, παπούτσια. Βάσει αυτών των γνώσεων, το ΚΣΣ πρέπει στη συνέχεια να αποφασίσει πώς να παράσχει αυτό το σιτάρι και πόσο σιτάρι να παράγει σε σχέση με παπούτσια. Πώς μπορεί να λάβει αυτή την απόφαση, έχοντας αποφασίσει γενικά την παραγωγή σιταριού;

Εξετάστε την ίδια περίπτωση σε μια ελεύθερη αγορά. Από τους πολλούς τεχνολογικώς εφικτούς τρόπους παραγωγής σίτου, θα προτιμηθούν εκείνοι οι τρόποι, των οποίων οι τιμές είναι μικρότερες από τα συνολικά έσοδα από την πώληση του σιταριού. Φυσικά, οι τιμές είναι συνάρτηση της ιδιοκτησίας και υπό διαφορετικές συνθήκες (δικαιώματα ιδιοκτησίας) αυτοί οι συντελεστές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ακριβοί σε σχέση με το σιτάρι που θα παράγουν. Έτσι, το πόσο σιτάρι θα παραχθεί εξαρτάται από τους συντελεστές παραγωγής που ανήκουν σε κάποιους, καθώς και από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες των καταναλωτών. Εάν κάποιος ιδιοκτήτης συντελεστή παραγωγής πιστεύει ότι μπορεί να τον διαθέσει για περισσότερα χρήματα στην παραγωγή παπουτσιών παρά στην παραγωγή σιταριού, τότε δε θα χρησιμοποιηθεί αυτός ο παράγοντας για την παραγωγή σιταριού.

Αυτή η λύση δεν είναι διαθέσιμη για το ΚΣΣ στον σοσιαλισμό. Στην καλύτερη περίπτωση, το ΚΣΣ μπορεί μόνο να γνωρίζει ποια καταναλωτικά αγαθά αποτιμώνται περισσότερο. Δεν μπορεί να ξέρει πόσα να παράγει, επειδή αυτό εξαρτάται από την ιδιοκτησία των δυνητικών συντελεστών παραγωγής. Το ΚΣΣ μπορεί να αποφασίσει αυθαίρετα να παράγει Χ τόνους σιταριού και μπορεί καταρχήν να επιλέξει εκείνα τα μέσα που ταιριάζουν καλύτερα από τεχνολογική άποψη για το σκοπό αυτό. Με τον τρόπο αυτό, το ΚΣΣ κινδυνεύει να εξαντλήσει την τεχνολογία σε αυτή την προσπάθεια εις βάρος κάποιου άλλου εγχειρήματος. Με άλλα λόγια, η χρήση μίας τεχνολογίας μπορεί να αξιοποιηθεί και για την παραγωγή άλλων αγαθών.

Χωρίς την ύπαρξη τιμών, η γνώση αυτή δεν είναι προσβάσιμη στο ΚΣΣ (βασικά, το ΚΣΣ δεν γνωρίζει στην πραγματικότητα το κόστος ευκαιρίας της χρήσης αυτής της τεχνολογίας, οπότε και δεν γνωρίζει, αν η χρήση της στην παραγωγή σιταριού είναι ωφέλιμη γενικά) και ο μόνος τρόπος να μπορέσει να κατανείμει πόρους είναι η τεχνολογική συνάφεια του συντελεστή με το τελικό καταναλωτικό αγαθό. Παρόλα αυτά, η παραγωγή ενός αγαθού χρειάζεται και τη χρήση άλλων συμπληρωματικών αγαθών, οπότε κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί την παραγωγή ενός αγαθού ακόμα και αν η τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί είναι συναφής με αυτό. Έτσι εξηγείται και το πρόβλημα με τα τρακτέρ που αναφέραμε παραπάνω.

Οι μαθηματικές εξισώσεις δεν παρέχουν λύση

Οι εξισώσεις των νεοκλασικών οικονομικών δεν χρησιμεύουν στην επίλυση αυτού του προβλήματος, επειδή αντιμετωπίζουν ρητά την ωφέλεια των καταναλωτών ως εννοιολογικά διακριτή από τους συντελεστές παραγωγής για τη λήψη οικονομικών αποφάσεων. Δηλαδή αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της λήψης αποφάσεων ως ένα μέσο μεγιστοποίησης της ωφέλειας των καταναλωτών που υπόκειται σε περιορισμούς ως προς τους παραγωγικούς συντελεστές (λόγω φυσικής έλλειψης / διαθεσιμότητας και τεχνολογικών ικανοτήτων) και σε οικονομικούς περιορισμούς για τους καταναλωτές.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν μπορεί να διαχωριστεί. Η απόφαση για το τι πρέπει να παράγεται (και πόσο) συνδέεται άρρηκτα με την ιδιοκτησία συντελεστών παραγωγής. Ο μόνος τρόπος για να αποκτήσουν οι καταναλωτές κάποιο αγαθό είναι είτε εάν (1) είναι πρόθυμοι να πληρώσουν επαρκώς περισσότερα (περιουσιακά στοιχεία) γι’ αυτό, ώστε να είναι δυνατόν ένας παράγοντας να φέρει κέρδος στον ιδιοκτήτη του, ή (2) ένας ιδιοκτήτης συντελεστή να είναι διατεθειμένος να ανταλλάξει τον συντελεστή με επαρκώς μικρότερη ιδιοκτησία από πριν, έτσι ώστε αυτός ο παράγοντας να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή αυτού του αγαθού. Επομένως, δεν είναι ποτέ ζήτημα απλής ικανοποίησης των καταναλωτικών απαιτήσεων, διότι σε μια ελεύθερη αγορά οι απαιτήσεις αυτές περιορίζονται από τη διαθεσιμότητα (που απορρέει από την ιδιοκτησία) των μέσων για την ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων.

Οι νεοκλασικές εξισώσεις, από την ίδια τους τη φύση, δεν καταγράφουν αυτή την πτυχή του προβλήματος, εκτός από τις άλλες ελλείψεις τους (στατική φύση, υποθέσεις για άριστη γνώση, καρδιναλική ταξινόμηση ωφέλειας, ανάλυση αδιαφορίας κλπ.). Είναι σαφές ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα. Μπορεί να είναι δυνατό για το ΚΣΣ να ορίσει βέλτιστα τους συντελεστές στην τεχνολογική παραγωγή κάποιου καθορισμένου σκοπού. Από οικονομική άποψη, όμως, αυτή η απόφαση είναι εντελώς αυθαίρετη, διότι ο ίδιος ο σκοπός αυτός μπορεί να είναι αυθαίρετος και στην πραγματικότητα το ΚΣΣ μπορεί να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί τεχνολογικά σε όλους τους δυνατούς στόχους ή και καθόλου. Το αν έχει τέλεια γνώση του χρόνου και του τόπου είναι άσχετο με την ανάλυσή μας.

Οι καταναλωτές δεν προτιμούν, για παράδειγμα, 1,5 τόνους σιταριού και 2.000 ζευγάρια παπουτσιών αντί για 2 τόνους σιταριού και 1.000 ζευγάρια παπουτσιών. Αντίθετα, προτιμούν να δίνουν κάποια περιουσία για κάποια ποσότητα σιταριού και κάποια ποσότητα παπουτσιών. Ωστόσο, δεν έχει νόημα να μιλάμε για το πόσα θα δίνουν σε αντάλλαγμα το σιτάρι και τα παπούτσια χωρίς αναφορά στα διαθέσιμα μέσα για την παραγωγή αυτών των πραγμάτων, που καθορίζουν τη διαθεσιμότητα / έλλειψη σιταριού και παπουτσιών. Από την άποψη του οικονομικού σχεδιασμού, η διαθεσιμότητα αυτών των μέσων εξαρτάται από την ιδιοκτησία τους. Οι τιμές για τα καταναλωτικά αγαθά (όπως και κάθε άλλου αγαθού) καθορίζονται τόσο από τη ζήτηση όσο και από την προσφορά τους.

Έτσι, οι «τιμές» που χρησιμοποιούνται στις νεοκλασικές εξισώσεις παραγωγής δεν έχουν νόημα, επειδή στην αγορά, αυτές οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών εξαρτώνται επίσης από τις τιμές των μέσων παραγωγής αυτών των αγαθών. Αυτές οι εξισώσεις επιδιώκουν να καθορίσουν τον αποτελεσματικότερο τρόπο με τον οποίο θα παράγεται ένα σύνολο αγαθών, αλλά δεδομένου ότι η παραγωγή αυτή επιλέγεται αυθαίρετα, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι προκύπτουσες εξισώσεις θα έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική λύση, εάν προσέφεραν κάποια δηλαδή.

Οι τιμές στην ελεύθερη αγορά

Στην ελεύθερη αγορά, η τιμή οποιουδήποτε αγαθού καθορίζεται από τους οριακούς αγοραστές και πωλητές. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας αγοραστής που δεν θα δώσει περισσότερα από 5 ευρώ για μια μπύρα, και ένας άλλος που δεν θα δώσει περισσότερο από 4,50 ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας προμηθευτής που θα δώσει πουλήσει την μπύρα του για όχι λιγότερο από 4,75 ευρώ, και ένας που θα τη δώσει για όχι λιγότερο από 5,25 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, ο οριακός αγοραστής είναι ο 5 ευρώ και ο οριακός πωλητής είναι ο 4,75 ευρώ, δεδομένου ότι ο αγοραστής θα αγοράσει σε τιμή έως και 5 ευρώ και ο πωλητής θα πουλήσει σε τιμή κάτω των 4,75 ευρώ και κανένας άλλος αγοραστής και πωλητής δεν μπορεί να εισέλθει στην αγορά σε αυτά τα ποσά. Η τιμή θα οριστεί κάπου στο μεταξύ, και κάποιος θα πουλήσει τη μπύρα του.

Ο μόνος τρόπος να προστεθεί μια ακόμα μάρκα μπύρας στην αγορά είναι, αν ο αγοραστής 4,50 ευρώ αυξήσει τη μέγιστη τιμή αγοράς του ή ο πωλητής 5,25 ευρώ μειώσει την ελάχιστη τιμή πώλησης. Και στις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις των ιδιοκτητών καθορίζουν τι παράγεται (και πόσο).

Φυσικά, στην πραγματικότητα αυτές οι πραγματικές μέγιστες και ελάχιστες τιμές δεν είναι γνωστές με βεβαιότητα, θα χρειαστεί κάποια κρίση σχετικά με τις μελλοντικές συνθήκες πριν να ληφθεί μια απόφαση για την παραγωγή κάποιου αγαθού. Ωστόσο, αυτό είναι ένα διαφορετικό ζήτημα και δεν επηρεάζει τη φύση της διαμόρφωσης των τιμών και της λήψης οικονομικών αποφάσεων. Μπορεί να συμβεί το ΚΣΣ να γνωρίζει αυτές τις μέγιστες τιμές αγοράς των καταναλωτών. Αυτό που δεν μπορεί να γνωρίζει, ωστόσο, είναι οι ελάχιστες τιμές πώλησης των παραγωγών, επειδή δεν υπάρχουν τέτοιες τιμές υπό τον σοσιαλισμό. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να «ξέρει» τις τιμές αυτών των καταναλωτικών αγαθών, όπως αυτές καθορίζονται από την αλληλεπίδραση προσφοράς και ζήτησης. Αυτό είναι που λείπει από τον σοσιαλισμό.

Το θανατηφόρο ελάττωμα του σοσιαλισμού δεν μπορεί να είναι έλλειψη γνώσης επειδή δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να γνωρίσει. Η προσφορά είναι μια αντανάκλαση της ιδιοκτησίας και όχι ενός γεγονότος του κόσμου που θα μπορούσε να γίνει γνωστό με αντικειμενική έννοια και «αποκαλυφθεί» μέσω των τιμών. Έτσι, όταν αποφασίζει να παράγει δύο είδη μπύρας, το ΚΣΣ κατανέμει απαραίτητα πόρους για να ανταποκριθεί σε σκοπούς που δεν είναι ωφέλιμους (στην προκειμένη περίπτωση), ακόμη και αν θα μπορούσε να επιλέξει τον τεχνολογικά βέλτιστο τρόπο να παράξει την μπύρα, διότι η επιλογή αυτή απαιτεί να θυσιαστούν άλλοι σκοποί.

Το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού δεν είναι το πρόβλημα γνώσης

Φυσικά, μπορεί να αντιταχθεί ότι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, οι επιχειρηματίες «ξέρουν» ποιος από τις μυριάδες τεχνικές μεθόδους είναι καλύτερες μέσω του συστήματος τιμών και ότι οι σοσιαλιστές σχεδιαστές δεν θα κατέχουν αυτές τις πληροφορίες. Ωστόσο, στην ελεύθερη αγορά, το ποιες είναι οι καλύτερες ή χειρότερες τεχνικές παραγωγής αλλάζει όταν αλλάζει η κυριότητα αυτών των συντελεστών. Επομένως, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι μια συγκεκριμένη επιλογή από το ΚΣΣ είναι απαραιτήτως κακή, διότι μπορεί να υπάρχει κάποια μορφή ιδιοκτησίας στην αγορά, βάσει της οποίας αυτή η επιλογή να είναι στην πραγματικότητα καλή. Αλλά, κάνοντας αυτή την επιλογή, το ΚΣΣ επηρεάζει αναγκαστικά όλες τις άλλες επιλογές που μπορεί να κάνει, στο βαθμό που καμία επιλογή δεν μπορεί να υλοποιηθεί με επιτυχία.

Αυτή η κατάσταση δεν επικρατεί στην αγορά (αφήνοντας ένα περιθώριο σφάλματος), επειδή οι επιλογές είναι πάντα περιορισμένες από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός στο σοσιαλισμό, οπότε η επιλογή γίνεται αυθαίρετη, στην καλύτερη περίπτωση. Αυτός ο περιορισμός οποιασδήποτε επιλογής είναι ανεξάρτητος από τη γνώση του τρόπου πραγματοποίησης κάποιων επιλογών.

Ας δούμε ένα πιο σχετικό παράδειγμα των παραπάνω. Σε μια δεδομένη αγορά, οι καταναλωτές Α, Β και Γ έχουν μέγιστες τιμές αγοράς για κάποιο αγαθό 6,00, 5,75 και 5,50 ευρώ, αντίστοιχα. Μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή αυτού του αγαθού ανήκουν στους παραγωγούς Δ, E και ΣΤ, με ελάχιστες τιμές πώλησης 5,25, 5,40 και 6,10 ευρώ αντίστοιχα. (Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ίδια μέσα έχουν διαφορετικές τιμές στην αγορά, αλλά διαφορετικά είδη μέσων που θα μπορούσαν να παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα θα έχουν γενικά διαφορετικές τιμές, καθιστώντας κάποιες οικονομικά εφικτές και άλλες όχι).

Είναι δυνατόν οι επιχειρηματίες να δημοπρατήσουν τους συντελεστές από τους παραγωγούς Δ και Ε (για παράδειγμα, 5,30 και 5,60 δολάρια) επειδή μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε έναν καταναλωτή του οποίου η μέγιστη τιμή αγοράς υπερβαίνει αυτό που πρέπει να πληρώσουν για αυτούς τους συντελεστές . Οι συντελεστές που ανήκουν στην εταιρεία ΣΤ δεν θα αποσβεστούν επειδή η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για αυτούς τους συντελεστές υπερβαίνει τη μέγιστη τιμή αγοράς κάθε καταναλωτή.

Για να είναι οικονομικά εφικτό να συμπεριληφθεί αυτός ο παράγοντας στην παραγωγή του συγκεκριμένου αγαθού, είτε κάποιος καταναλωτής θα πρέπει να αυξήσει τη μέγιστη τιμή αγοράς του σε πάνω από 6,10 ευρώ, ή ο παραγωγός ΣΤ θα πρέπει να μειώσει την ελάχιστη τιμή πώλησής του κάτω από το μέγιστο ποσό αγοράς της τιμής του καταναλωτή του οποίου η επιθυμία για αυτό το αγαθό δεν ικανοποιείται. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι η ιδιοκτησία που καθορίζει αν ο παράγοντας θα χρησιμοποιηθεί.

Στην ελεύθερη αγορά, οι επιχειρηματίες αγοράζουν συντελεστές παραγωγής για να φτιάξουν ένα ορισμένο ποσό καταναλωτικών αγαθών, επειδή, σύμφωνα με την κρίση τους, υπάρχει επαρκής αριθμός ατόμων, των οποίων οι μέγιστες τιμές αγοράς θα επιτρέψουν στους επιχειρηματίες να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους και να αποκομίσουν κέρδος. Με άλλα λόγια, με βάση τις εκτιμήσεις των (μελλοντικών) προτιμήσεων των καταναλωτών και λόγω του γεγονότος ότι οι συναλλαγματικοί δείκτες (τιμές) υπάρχουν σε μια ελεύθερη αγορά, οι επιχειρηματίες μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των περιουσιακών στοιχείων που απαιτούνται για την υλοποίηση μιας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας. Για έναν συγκεκριμένο παράγοντα παραγωγής, ένας επιχειρηματίας μπορεί να καθορίσει πόσα καταναλωτικά αγαθά μπορούν έτσι να παραχθούν και, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του συντελεστή, πόσο κάθε αγαθό πρέπει να πωληθεί για να κερδίσει κέρδος.

Αν ο επιχειρηματίας κρίνει ότι υπάρχει ένας ανεπαρκής αριθμός καταναλωτών με μέγιστη τιμή αγοράς για το συγκεκριμένο αγαθό, ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση κέρδους, ο παράγοντας αυτός δεν θα χρησιμοποιηθεί και τα αγαθά αυτά δεν θα παραχθούν.

Επομένως, χωρίς τις τιμές ως εργαλείο οικονομικού υπολογισμού, το ΚΣΣ μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να αποφασίσει να παράγει αγαθά που θα είναι πάρα πολλά ή πολύ λίγα σε σχέση με τις προτιμήσεις των καταναλωτών, αν δεν είναι φυσικά αδύνατο να παραχθούν εξ αρχής. Θα μπορούσε κατ’ αρχήν να επιλέξει τον σωστό αριθμό. Ωστόσο, αυτή η απόφαση θα ήταν εντελώς αυθαίρετη και θα περιγραφόταν καλύτερα ως τυχερή μαντεψιά. Φυσικά, η επιλογή του ενός σκοπού συνεπάγεται την επιλογή κάποιων μέσων για την επίτευξη του, και αρκετά συχνά αυτά τα μέσα απαιτούν κάποιο άλλο σύνολο μέσων για την εφαρμογή τους. Έτσι το πλαίσιο μέσων-σκοπών υπάρχει σε όλα τα στάδια της παραγωγής.

Είναι αστείο να πιστεύουμε ότι το ΚΣΣ θα μπορούσε να μαντεύει σωστά σε κάθε στάδιο. Χωρίς να έχει την κυριότητα στα μέσα αυτά, σε κάθε στάδιο πρέπει να λαμβάνει μια αυθαίρετη απόφαση ως προς το τι και πόσο πρέπει να παράξει. Έτσι, η χαοτική κατάσταση της ΕΣΣΔ κάτω από τον κομμουνισμό δεν προκαλεί έκπληξη.

Ακόμη και με άριστη γνώση όλων των περιστάσεων, οι αποφάσεις του ΚΣΣ είναι βασικά ένα στρίψιμο νομίσματος. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι τιμές που υπάρχουν υπό τον καπιταλισμό δεν δίνουν καμία γνώση σχετικά με τη σωστή οικονομική λήψη αποφάσεων. Σφάλματα στην κρίση για το μέλλον μπορούν και συμβαίνουν και στον καπιταλισμό. Αντ’ αυτού, παρέχουν ένα εργαλείο για τη λήψη αποτελεσματικών αποφάσεων σχετικά με τα μέσα και τους σκοπούς. Αλλά μπορούν να το κάνουν μόνο εξαιτίας της προέλευσής τους από την ιδιοκτησία, ως χρηματικού περιουσιακού στοιχείου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αποκτηθεί κάποιος παράγοντας που μπορεί να συγκριθεί με το ποσό χρηματικής περιουσίας που μπορεί να ληφθεί από τα έσοδά του.

Δεν έχει σημασία πόσο «διασκορπισμένη» είναι η γνώση κάποιας τεχνικής παραγωγής. Μόνο αυτές οι τεχνικές θα εφαρμοστούν, οι τιμές των οποίων είναι μικρότερες από τα έσοδα που αναμένεται να φέρουν 2.

Παραγωγή και κόστος ευκαιρίας

Είναι αλήθεια ότι μια συγκεκριμένη κατανομή θα μπορούσε να είναι οικονομικά εφικτή υπό κάποια μορφή ιδιοκτησίας συντελεστών παραγωγής. Στο παραπάνω παράδειγμα, το μοντέλο της ιδιοκτησίας συντελεστών και των εκτιμήσεων των καταναλωτών σήμαινε ότι θα παράγονται δύο από τα αγαθά των καταναλωτών. Κάτω από διαφορετικό ιδιοκτήτη, οι υπόλοιποι συντελεστές που απαιτούνται για την παραγωγή ενός τρίτου καταναλωτικού αγαθού ενδέχεται να διατεθούν. Επομένως, ενώ η απόφαση του ΚΣΣ να παραγάγει τρία καταναλωτικά αγαθά με αυτούς τους συντελεστές είναι οικονομικά σπατάλη κάτω από το υφιστάμενο πρότυπο ιδιοκτησίας, μπορεί να μην είναι αν ισχύουν άλλες προϋποθέσεις.

Ωστόσο, χρησιμοποιώντας αυτούς τους συντελεστές σε μια συγκεκριμένη γραμμή παραγωγής, δεν μπορούν κατ’ ανάγκη να εφαρμοστούν σε διαφορετική γραμμή. Σε μια ελεύθερη αγορά, η εκτροπή ενός παράγοντα για την κάλυψη μιας ανάγκης έναντι άλλης μπορεί να αντιστραφεί μόνο εάν οι καταναλωτές είναι πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα (περιουσιακά στοιχεία) για να ικανοποιήσουν αυτή την ανάγκη ή εάν οι παραγωγοί είναι πρόθυμοι να δεχθούν λιγότερα για τα μέσα που χρειάζονται για να ικανοποιήσουν αυτή την ανάγκη. Εκτός κι αν συμβεί αυτό, λιγότερες από αυτές τις ανάγκες θα ικανοποιηθούν.

Επομένως, δεν αρκεί το ΚΣΣ να δώσει εντολή για την παραγωγή κάποιου καταναλωτικού αγαθού. Πρέπει επίσης να ορίσει ότι η παραγωγή ενός άλλου αγαθού πρέπει να μειωθεί. Αυτή η απόφαση μπορεί επίσης να είναι σύμφωνη με κάποια μορφή ιδιοκτησίας στην ελεύθερη αγορά. Ωστόσο, δεν υπάρχει εγγύηση ότι τα πρότυπα ιδιοκτησίας συντελεστών που προκύπτουν από τις κατανομές αυτές θα είναι συνεπή. Δηλαδή, μπορεί να μην αντανακλούν απαραιτήτως τις εκτιμήσεις του ίδιου συνόλου ιδιοκτητών σε μια υποθετική ελεύθερη αγορά που το ΚΣΣ προσπαθεί να μιμηθεί.

Ας επιστρέψουμε στο προηγούμενο παράδειγμα επιλογής πιθανών μέσων για έναν δεδομένο σκοπό. Με την εισαγωγή ενός άλλου καταναλωτικού αγαθού, για το οποίο οι καταναλωτές έχουν μέγιστες τιμές αγοράς, για παράδειγμα, 4,00, 5,00 και 7,00 ευρώ, πρέπει επίσης να εξετάσουμε τα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Εξετάστε στην ελεύθερη αγορά τα πιθανά μέσα, των οποίων οι ιδιοκτήτες έχουν ελάχιστες τιμές πώλησης 6,00, 5,20 και 5,30 ευρώ. Δεδομένου αυτού του τρόπου ιδιοκτησίας, μόνο ένα τέτοιο καταναλωτικό αγαθό μπορεί να παραχθεί κατά τρόπο εφικτό, δεδομένου ότι μόνο ένας καταναλωτής θα είναι πρόθυμος να δώσει επαρκή περιουσία για να καταστήσει το εγχείρημα αυτό κερδοφόρο. Η εισαγωγή περισσότερων καταναλωτικών αγαθών και συναφών προϊόντων παραγωγών δεν δημιουργεί κανένα θεμελιώδες πρόβλημα για τους καπιταλιστές επιχειρηματίες, διότι η ίδια διαδικασία λήψης αποφάσεων ισχύει εδώ με ένα ενιαίο καταναλωτικό αγαθό.

Τι θα έκανε το κεντρικό συμβούλιο σχεδιασμού;

Για το ΚΣΣ, το ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό. Πρέπει να αποφασίσει για ορισμένα από τα πρώτα αγαθά που θα παράγει αλλά δεν έχει εγγύηση ότι θα παράγει ένα επιπλέον αγαθό αποτελεσματικά. Τα μέσα που εφαρμόζονται στο αγαθό 1 δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο αγαθό 2. Στην ελεύθερη αγορά, δημοπρατώντας συντελεστές για μια επιχειρηματική προσπάθεια, ο επιχειρηματίας επηρεάζει αναγκαστικά τις τιμές όλων των άλλων συντελεστών, επειδή τώρα ο αριθμός των μέσων για άλλους σκοπούς έχει γίνει πιο περιορισμένος. Παραδείγματος χάριν, με την προσφορά ορισμένων μέσων που απαιτούνται για την παραγωγή μιας μονάδας αγαθού 1, οι τιμές των μέσων παραγωγής μιας μονάδας αγαθού 2 θα αλλάξουν, έτσι ώστε τώρα μπορεί να γίνει ανέφικτη (ή πιο δαπανηρή) η παραγωγή άλλων εκδόσεων του αγαθού αυτού.

Ωστόσο, ο οικονομικός υπολογισμός θα το αποκαλύψει (εν αναμονή της κρίσης για τις μελλοντικές συνθήκες, φυσικά). Ωστόσο, το ΚΣΣ δεν χρησιμοποιεί αυτή την προσέγγιση. Πρέπει να προχωρήσει τυφλά στο σχέδιο, έστω και αν είναι πράγματι τεχνολογικά ανέφικτο και ακόμη και αν το ΚΣΣ κάνει τέλεια πρόβλεψη για τις μελλοντικές εκτιμήσεις των καταναλωτών.

Με άλλα λόγια, σε μια ελεύθερη αγορά, οι αποτιμήσεις των ιδιοκτητών συντελεστών ενσωματώνονται για να παράγουν κάποιο ποσό καταναλωτικού αγαθού 1, καταναλωτικού αγαθό 2, κλπ. Κάτω από το σοσιαλισμό, η απόφαση να παραχθεί κάποια ποσότητα αγαθού 1, είναι απολύτως αποσυνδεδεμένη από κάθε έννοια ιδιοκτησίας συντελεστών παραγωγής. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι τα διάφορα κομμάτια του «σχεδίου» θα «κολλήσουν». Ακόμη και στην περίπτωση ενός ενιαίου καταναλωτικού αγαθού, η απόφαση να παραχθεί το εν λόγω αγαθό υποδηλώνει την ανάγκη να παραχθούν κάποια μέσα για το σκοπό αυτό, επομένως πρέπει να ληφθεί απόφαση και σε αυτό το στάδιο. Αυτά τα μέσα μπορεί να απαιτούν περαιτέρω μέσα για την υλοποίησή τους, απαιτώντας ένα άλλο στάδιο αποφάσεων. Χωρίς την κυριότητα σε αυτό το μέσο, δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί (μέσω οικονομικού υπολογισμού) πόσα από τα μέσα μπορούν να παραχθούν, οπότε η απόφαση του πώς θα παραχθούν θα είναι αυθαίρετη και αυτό μπορεί να καταστήσει αδύνατη την υλοποίηση άλλων μέσων και τελικών σκοπών.

Συμπέρασμα: ο Σοσιαλισμός δεν δουλεύει

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Μόνο ένα σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής επιτρέπει συνεκτική οικονομική λήψη αποφάσεων, όπου το ζήτημα του τι πρέπει να παράγεται συνδέεται με το ζήτημα του τρόπου παραγωγής. Κάθε σύστημα που απομακρύνεται από μια ελεύθερη αγορά αποτελεί μια συνταγή οικονομικού χάους.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Δείτε επίσης, Murray Rothbard, The End of Socialism and the Calculation Debate RevisitedThe Review of Austrian Economics 5, no. 2 1991
  2. Δείτε σχετικά επί του θέματος, Jörg Guido Hülsmann, Knowledge, Judgment, and the Use of PropertyReview of Austrian Economics, 10(1), 23-48. (1997)