Murray N. Rothbard: Αποδομώντας τον Milton Friedman

0
719
Friedman

ο Μίλτον Φρίντμαν είναι, καθαρά και απλά, ένας κρατιστής και πληθωριστής, αν και πιο μετριοπαθής πληθωριστής από τους περισσότερους Κεϋνσιανούς. Αλλά αυτή είναι μάλιστα μικρή παρηγοριά και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ο Friedman ως οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς σε αυτόν τον ζωτικό τομέα, το χρήμα

 

Απόσπασμα από το δοκίμιο του 1971: Milton Friedman Unraveled  δημοσιευμένο στο Journal of Libertarian Studies 16, No. 4 το 2002
του Murray N. Rothbard  
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής και Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Αν αναφέρετε την έκφραση: «οικονομία της ελεύθερης αγοράς» σε ένα απλό άνθρωπο, οι πιθανότητες είναι, αν γνωρίζει καν τον όρο, να τον συνδέσει με το όνομα του Milton Friedman (Μίλτον Φρίντμαν). Για πολλά χρόνια, ο καθηγητής Friedman κέρδιζε συνεχείς διακρίσεις από τον τύπο και το χώρο των οικονομολόγων. Παράλληλα, προέκυψε και ανάλογη σχολή οικονομικών, αυτή των «μονεταριστών», η οποία υποτίθεται πως αντιτίθεται στην Κεϋνσιανή ορθοδοξία.

Ωστόσο οι φιλελεύθεροι/λιμπερταριανοί, αντί να νιώθουν σεβασμό και δέος για «έναν δικό τους άνθρωπο που τα κατάφερε»,  θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την όλη υπόθεση με βαθιά καχυποψία: «Αν είναι τόσο αφοσιωμένος στον λιμπερταριανισμό, τότε πώς γίνεται να αποτελεί το αγαπημένο παιδί του συστήματος;» Ως σύμβουλος του Richard Nixon και φίλος και συνεργάτης των περισσότερων οικονομολόγων της κυβέρνησης, ο Friedman, στην πραγματικότητα, έχει βάλει το λιθαράκι του στην τρέχουσα πολιτική και μάλιστα αποτελεί κύριο ανεπίσημο απολογητή των πολιτικών του Richard Nixon.

Στην πραγματικότητα, όπως και σε άλλες τέτοιες περιπτώσεις, η καχυποψία του λιμπερταριανού είναι ακριβώς η σωστή αντιμετώπιση, διότι ο ιδιαίτερος ορισμός της «οικονομίας της ελεύθερης αγοράς» εκ μέρους του καθηγητή Friedman δεν πρόκειται να κόψει τα φτερά των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Milton Firedman είναι ο Λιμπερταριανός αυλικός του καθεστώτος και είναι καιρός οι λιμπερταριανοί να ξυπνήσουν.

Η σχολή του Σικάγο

Η σχολή του Friedman μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή, μόνο στο πλαίσιο των ιστορικών της ριζών και αυτές οι ρίζες βρίσκονται στη λεγόμενη «σχολή οικονομικών του Σικάγο» της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Ο Friedman, ο οποίος είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, είναι πλέον ο αδιαμφισβήτητος επικεφαλής της σύγχρονης σχολής, η οποία έχει υποστηρικτές οικονομολόγους σε μεγάλα κέντρα στο Σικάγο, στο UCLA και στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.

Τα μέλη της αρχικής ή της πρώτης γενιάς της Σχολής του Σικάγο θεωρούταν ως «αριστερίζοντα» στην εποχή τους. Ήταν όντως «αριστερίζοντα», σε σχέση με τον ορισμό που γενικά δίνεται στην ελεύθερη αγορά. Και ενώ ο Friedman έχει αλλάξει μερικές από τις προσεγγίσεις της σχολής, παραμένει ένας άνθρωπος του σχολής του Σικάγο της δεκαετίας του ’30. 

Χρήμα και επιχειρηματικοί κύκλοι

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του προγράμματος του New Deal ήταν το πρωτο-κεϋνσιανό: ο προγραμματισμός της «μακροοικονομικής» σφαίρας από την κυβέρνηση προκειμένου να εξομαλυνθεί ο επιχειρηματικός κύκλος. Κατά την προσέγγισή του σε ολόκληρο το φάσμα των χρημάτων και στον επιχειρηματικό κύκλο – ένας τομέας στον οποίο, δυστυχώς, ο Friedman συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος της μελέτης του – ο Φρίντμαν ανατρέχει όχι μόνο στην αρχική σχολή του Σικάγο, αλλά, όπως και αυτή παλαιότερα, στον οικονομολόγο του Yale Irving Fisher, ο οποίος ήταν ο καθεστωτικός οικονομολόγος από το 1900 μέχρι το 1920.

Ο Friedman, στην πραγματικότητα, χαρακτήρισε ανοιχτά τον Fisher ως τον «μεγαλύτερο οικονομολόγο του εικοστού αιώνα» και, αν κάποιος διαβάσει τα συγγράμματα του, έχει συχνά την εντύπωση ότι διαβάζει ξανά τον Fisher, ντυμένο με ενδυμασία, βεβαίως, πολλών μαθηματικών και στατιστικών κενολογιών (Mumbo Jumbo). Οι οικονομολόγοι και ο τύπος, για παράδειγμα, αποθεώνουν την «ανακάλυψη» του Friedman, ότι τα επιτόκια τείνουν να αυξάνονται, όσο αυξάνονται οι τιμές, προσθέτοντας ένα πληθωριστικό πριμ για να διατηρηθεί ίδιο το «πραγματικό» επιτόκιο. Αυτό όμως το είχε επισημάνει ήδη ο Fisher κατά την έναρξη του εικοστού αιώνα.

Αλλά το βασικό πρόβλημα με την προσέγγιση του Fisher, που υιοθετεί ο Friedman, είναι το ίδιο με την ορθοδοξία που επηρέασε και τις κρατιστικές του απόψεις για τη φορολογία. O διαχωρισμός δηλαδή της «μικρο-οικονομίας» και της «μακρο-οικονομίας». Διότι ο Fisher πίστευε, ότι από τη μια πλευρά υπάρχει ένας κόσμος μεμονωμένων τιμών που καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά από την άλλη υπάρχει ένα συνολικό «επίπεδο τιμών» που καθορίζεται από την προσφορά χρήματος και την ταχύτητα που αυτό κινείται. Αυτά τα δύο μέρη, σύμφωνα με τον Fisher, δεν συναντώνται ποτέ. Η συνολική, μακρο-σφαίρα, υποτίθεται, είναι το κατάλληλο μέρος για κυβερνητικό σχεδιασμό και χειραγώγηση, χωρίς, πάλι, υποτίθεται, να επηρεάζεται ή να υπόκειται σε παρέμβαση η μικρο-σφαίρα των μεμονωμένων τιμών.

Η θέση του Fisher σχετικά με το χρήμα

Πιστός σε αυτή του την πεποίθηση, ο Irving Fisher έγραψε ένα γνωστό άρθρο το 1923, «Ο κύκλος των επιχειρήσεων είναι σε μεγάλο βαθμό ένας «Χορός του δολαρίου» – που πρόσφατα επικροτήθηκε από τον Friedman – ο οποίος έθεσε το μοντέλο για τη μονεταριστική θεωρία του κύκλου επιχειρήσεων. Σύμφωνα με αυτή την απλοϊκή άποψη, ο επιχειρηματικός κύκλος υποτίθεται ότι είναι απλώς ένας «χορός», με άλλα λόγια, μια ουσιαστικά τυχαία και αιτιακώς μη συνδεδεμένη σειρά σκαμπανευασμάτων στο «επίπεδο των τιμών». Ο επιχειρηματικός κύκλος, εν συντομία, αποτελείται από τυχαίες και περιττές διαφοροποιήσεις στο συνολικό επίπεδο των τιμών. Επομένως, δεδομένου ότι η ελεύθερη αγορά δημιουργεί αυτόν τον τυχαίο «χορό», η θεραπεία του επιχειρηματικού κύκλου είναι για την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για τη σταθεροποίηση του επιπέδου τιμών, για να διατηρήσει το επίπεδο αυτό σταθερό.

Αυτό έγινε και ο στόχος της Σχολής του Σικάγο της δεκαετίας του 1930 και παραμένει και ο στόχος του Milton Friedman. Γιατί ένα σταθερό επίπεδο τιμών υποτίθεται ότι είναι μια ηθική ιδέα, που πρέπει να επιτευχθεί ακόμη και με τη χρήση κυβερνητικού εξαναγκασμού; Οι οπαδοί του Φρίντμαν απλώς παίρνουν τον στόχο αυτό ως αυτονόητο χωρίς να το σκεφτούν περαιτέρω λογικά. Αλλά η αρχική βάση του Fisher ήταν μια συνολική παρεξήγηση της φύσης του χρήματος και των ονομασιών διαφόρων νομισματικών μονάδων.

Στην πραγματικότητα, όπως οι περισσότεροι οικονομολόγοι του 19ου αιώνα γνώριζαν καλά, αυτά τα ονόματα (δολάριο, λίρα, φράγκο κ.λπ.) δεν ήταν υπό μία έννοια πραγματικά, αλλά ήταν απλά ονόματα μονάδων βάρους χρυσού ή αργύρου. Αυτά τα αγαθά, που προέκυψαν στην ελεύθερη αγορά, ήταν τα αυθεντικά χρήματα. Τα ονόματα και τα χαρτονομίσματα και τα χρήματα των τραπεζών ήταν απλώς αξιώσεις πληρωμής σε χρυσό ή ασήμι. Αλλά ο Irving Fisher αρνήθηκε να αναγνωρίσει την αληθινή φύση του χρήματος ή τη σωστή λειτουργία του χρυσού κανόνα ή το όνομα ενός νομίσματος ως μονάδα βάρους σε χρυσό. Αντ’ αυτού, θεώρησε τα ονόματα των υποκατάστατων χαρτονομισμάτων που εκδίδουν οι διάφορες κυβερνήσεις, απόλυτα ως χρήματα.

Η λειτουργία αυτού του «χρήματος» ήταν η «μέτρηση» των αξιών. Ως εκ τούτου, ο Fisher έκρινε απαραίτητο να διατηρήσει σταθερή την αγοραστική δύναμη του νομίσματος ή το επίπεδο τιμών. Αυτός ο «δονκιχωτικός» στόχος ενός σταθερού επιπέδου τιμών έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική άποψη του δέκατου ένατου αιώνα και με την ύστερη Αυστριακή Σχολή. Οι Αυστριακοί χαιρέτιζαν τα αποτελέσματα της ελεύθερης αγοράς και του laissez faire καπιταλισμού, τα οποία επέφεραν ένα σταθερά πτωτικό επίπεδο τιμών. Γιατί χωρίς την παρέμβαση της κυβέρνησης, η παραγωγικότητα και η προσφορά αγαθών τείνει πάντα να αυξάνεται, προκαλώντας μείωση των τιμών.

Δείτε μια πιο λεπτομερή ανάλυση για τον νομισματικό πληθωρισμό: Όλα τα λεφτά: Πως ανεβοκατεβάζει τις αγορές το πολιτικό χρήμα

Έτσι, στο πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα – οι τιμές της «βιομηχανικής επανάστασης» τείνουν να πέφτουν σταθερά, αυξάνοντας έτσι τα πραγματικά εισοδήματα ακόμη και χωρίς αύξηση των μισθών σε χρήμα. Μπορούμε να δούμε αυτή τη σταθερή μείωση των τιμών να ωφελεί όλους τους καταναλωτές αυξάνοντας το πραγματικό τους εισόδημα, σε παραδείγματα όπως οι τηλεοράσεις που έπεσαν από 2000 δολάρια, όταν διατέθηκαν για πρώτη φορά στην αγορά σε περίπου 100 δολάρια για ένα πολύ καλύτερο κιόλας προϊόν. Και αυτό σε μια περίοδο καλπάζοντος πληθωρισμού 1.

Ήταν ο Irving Fisher, του οποίου τα δόγματα και η επιρροή, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τις καταστροφικές πληθωριστικές πολιτικές του Ομοσπονδιακού συστήματος κεντρικών τραπεζών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και συνεπώς για το μεταγενέστερο ολοκαύτωμα του 1929. Ένας από τους κύριους στόχους του Benjamin Strong, επικεφαλής της Federal Reserve Bank (Fed) της Νέας Υόρκης και σχεδόν δικτάτορα της Fed κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, ήταν υπό την επιρροή του δόγματος Fisher να διατηρήσει το επίπεδο των τιμών σταθερό. Και επειδή οι τιμές χονδρικής είτε ήταν σταθερές είτε έπεφταν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, οι Fisher, Strong και το υπόλοιπο οικονομικό καταστημένο αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι υπήρχε ακόμη και πληθωριστικό πρόβλημα 2

Έτσι, ως αποτέλεσμα, ο Fisher και η Fed αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη τις προειδοποιήσεις τέτοιων ετεροδόξων οικονομολόγων όπως οι Ludwig von Mises και H. Parker Willis κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, ότι ο επισφαλής πληθωρισμός των τραπεζικών πιστώσεων οδήγησε σε μια αναπόφευκτη οικονομική κατάρρευση. Τόσο ανεπίδεκτες ήταν αυτές οι διασημότητες που, ήδη από το 1930, ο Fisher έγραφε στο κύκνειο άσμα του ως οικονομικός προφήτης ότι δεν υπήρξε ύφεση και ότι η κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς ήταν μόνο προσωρινή.

Η θέση του Friedman σχετικά με το χρήμα

Και τώρα, με την περίφημη «νομισματική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών», ο Friedman έκανε εμφανή την προσκόλληση του στην ερμηνεία του Fisher όσον αφορά την αμερικανική οικονομική ιστορία. Ο Benjamin Strong, αναμφισβήτητα η πιο καταστροφική επιρροή στην οικονομία της δεκαετίας του 1920, επικροτείται από τον Friedman για τον πληθωρισμό και τη σταθεροποίηση των τιμών κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας. Στην πραγματικότητα, ο Friedman αποδίδει την ύφεση του 1929 όχι στην προηγούμενη άνθηση του πληθωρισμού, αλλά στην αποτυχία της FED (μετά τον Benjamin Strong) να πληθωρίσει αρκετά πριν και κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

Εν ολίγοις, ενώ ο Μίλτον Φρίντμαν έχει πραγματοποιήσει ένα λειτούργημα με το να ξαναφέρει στο οικονομικό προσκήνιο την καθοριστική σημασία της ποσότητας του χρήματος στη διαμόρφωση των επιχειρηματικών κύκλων, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η «καθαρά μονεταριστική» προσέγγιση είναι σχεδόν ακριβώς αντίθετη από την πλήρη Αυστριακή θεώρηση, την μόνη κιόλας που τάσσεται υπέρ της πραγματικά ελεύθερης αγοράς.

Γιατί ενώ οι Αυστριακοί ισχυρίζονται ότι η νομισματική επέκταση του Strong κατέστησε αναπόφευκτη τη μεταγενέστερη κρίση του 1929, οι Fisher-Friedman πιστεύουν ότι το μόνο που θα έπρεπε να κάνει η FED ήταν να αυξήσει την προσφορά χρήματος για να αντισταθμίσει την οποιαδήποτε ύφεση. Πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει αιτιώδης επιρροή από την άνθιση μέχρι την φούσκα, πιστεύοντας στην απλοϊκή θεωρία του «Χορού του δολαρίου», οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγο απλά θέλουν η κυβέρνηση να χειραγωγήσει αυτόν τον χορό. Ειδικά, αυξάνοντας την προσφορά χρήματος για να αντισταθμίσει την ύφεση.

Διαβάστε σχετικά στην Ελεύθερη Αγορά: Ποια είναι η σωστή ποσότητα χρήματος για την οικονομία;3

Επομένως, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η θέση Fisher-Σχολής του Σικάγο ήταν ότι, προκειμένου να θεραπευθεί η ύφεση, το επίπεδο των τιμών έπρεπε να «επανατοποθετηθεί» στα επίπεδα της δεκαετίας του 1920 και ότι η αναδιάταξη θα πρέπει να επιτευχθεί με:

  1. την FED να αυξάνει την ποσότητα του χρήματος (να πληθωρίζει)
  2. την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ασχολείται με ελλειμματικές δαπάνες (deficit spending) και με μεγάλης κλίμακας προγράμματα δημόσιων έργων.

Εν ολίγοις, κατά τη δεκαετία του 1930, ο Fisher και η Σχολή του Σικάγο ήταν «προ-Κεϋνσιανοί Κεϋνσιανιστές», και για το λόγο αυτό θεωρούνταν αρκετά ριζοσπάστες και σοσιαλιστές – και όχι άδικα. Όπως και οι μεταγενέστεροι Κεϋνσιανοί, οι μονεταριστές ευνοούσαν μια «αντισταθμιστική» νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, αν και πάντοτε με μεγαλύτερη έμφαση στο νομισματικό σκέλος.

Επίλογος

Κάποιοι μπορεί να διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι ο Μίλτον Φρίντμαν δεν πιστεύει τόσο πολύ σε μια χειραγωγητική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική όσο σε μια «αυτόματη» αύξηση της ποσότητας του χρήματος από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ με ρυθμό 3-4% ετησίως.4.

Αλλά αυτή η τροποποίηση των παλαιότερων προτάσεων της Σχολής του Σικάγο είναι καθαρά τεχνική, που απορρέει από την συνειδητοποίηση του Friedman ότι οι καθημερινοί βραχυπρόθεσμοι χειρισμοί από τη Fed θα υποστούν αναπόφευκτες καθυστερήσεις και συνεπώς θα επιδεινώσουν και δε θα απαλύνουν τον κύκλο. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι η αυτόματη πληθωριστική πολιτική του Friedman είναι απλώς μια άλλη παραλλαγή στην επιδίωξη του ίδιου παλαιού στόχου του Irving Fisher: σταθεροποίηση του επιπέδου των τιμών – στη συγκεκριμένη περίπτωση, σταθεροποίηση μακροπρόθεσμα.

Έτσι, ο Μίλτον Φρίντμαν είναι, καθαρά και απλά, ένας κρατιστής και πληθωριστής, αν και πιο μετριοπαθής πληθωριστής από τους περισσότερους Κεϋνσιανούς. Αλλά αυτή είναι βεβαίως μικρή παρηγοριά και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ο Friedman ως οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς  στον ζωτικό τομέα του χρήματος.

 

***

Διαβάστε περισσότερα:

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





  1. Πληθωρισμός, με την αυστηρή οικονομική έννοια, νοείται ως η αύξηση της συνολικής ποσότητας χρήματος σε μία οικονομία. Με όλες τις άλλες μεταβλητές ίσες, αυτό επιφέρει και άνοδο των τιμών των αγαθών (δηλαδή μείωση της αξίας του χρήματος ανά μονάδα). Η άνοδος των τιμών είναι μία από τις συνέπειες του πληθωρισμού, μεταξύ άλλων, και όχι πληθωρισμός καθεαυτή. Ως εκ τούτου, ακόμα και η προσπάθεια για τη διατήρηση του επιπέδου τιμών σε μία οικονομία είναι φύσει πληθωριστική μιας και δεν επιτρέπει την πτώση των τιμών στον ίδιο ρυθμό (ή και καθόλου) με την αύξηση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου. Oι μονεταριστές δηλαδή, κρατώντας τις τιμές των αγαθών σχετικά σταθερές ελέγχοντας την ποσότητα του χρήματος, εμποδίζουν την διάχυση των πλεονεκτημάτων του καταμερισμού της εργασίας και της παραγωγικότητας του κεφαλαίου προς τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, τα οποία δεν επωφελούνται από τις χαμηλότερες τιμές.
  2. Σχετικά με αυτό βλ. Murray N. Rothbard «America’s Great Depression» (1963)
  3.  Η κύρια δουλειά του χρήματος είναι απλά να εκπληρώσει το ρόλο του μέσου ανταλλαγής. Τα χρήματα δεν στηρίζουν ούτε χρηματοδοτούν πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Τα μέσα συντήρησης ή χρηματοδότησης παρέχονται από αποθηκευμένα καταναλωτικά αγαθά (αποταμιεύσεις). Εξασφαλίζοντας τον ρόλο του ως μέσου ανταλλαγής, το χρήμα διευκολύνει απλώς τη ροή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.
  4. Tα ποσοστά αυτά είναι αυθαίρετα και συνεχώς άλλαζαν. Προς το τέλος της ζωής του ο Friedman πρότεινε 2-5% «αυτόματη» αύξηση.