Γιατί αποτυγχάνει ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός

0
1023

Για τον κεντρικό σχεδιασμό δεν έχει καμία σημασία αν στην ίδια ζώνη υπάρχουν ακίνητα που – εμπορικά – αξίζουν πολύ περισσότερο η πολύ λιγότερο από άλλα ακίνητα.

Αρχική δημοσίευση στην ιστοσελίδα μας τον Οκτώβριο του 2017

Του Ευθύμη Μαραμή

Το 1920 ο Ludwig Von Mises ξεκίνησε το περίφημο socialist debate. Προκάλεσε αναταραχή η οποία κράτησε 10 χρόνια μέχρι να αντιληφθούν οι υποστηρικτές του σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος την σημασία των ελεύθερα διαμορφούμενων τιμών. Ο Αυστριακός οικονομολόγος, εξηγούσε πως οι τιμές, είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα πληροφοριών αξιολόγησης διαφορετικών κατηγοριών αγαθών, σε μια εμπορική/συναλλακτική οικονομία.

Η σημασία των ελεύθερα διαμορφούμενων τιμών

Κατά σειρά ένα σύστημα αξιολόγησης , πρώτων υλών, κεφαλαιουχικών αγαθών και τελικών/καταναλωτικών προϊόντων. Για παράδειγμα: Α) της διακύμανσης χρηστικότητας – ενδιαφέροντος – ποιότητας – επάρκειας, ανάμεσα στο ατσάλι, τον χαλκό και τον σίδηρο Β) της επεξεργασίας, διαμόρφωσης της τελικώς επιλεγμένης πρώτης ύλης και Γ) του τελικού προϊόντος που θα προκύψει από την μεταποίηση. Όλη αυτή η διαδικασία είναι αλληλένδετη και οι τιμές σε κάθε στάδιο της παραγωγής και του εμπορίου αφορούν διαφορετικές κατηγορίες επιχειρηματιών και εργαζομένων , ενώ στο τέλος αφορούν τον καταναλωτή.

Χωρίς την τιμή, είναι αδύνατον να αναγνωριστεί πιο αγαθό θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί (και με ποιόν τρόπο) κατά τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Όταν μια αγορά δεν είναι ελεύθερη , απλά δεν έχει την πληροφορία των τιμών όπως αυτές θα προέκυπταν μέσω εθελοντικής συναλλαγής και ως εκ τούτου χωρίς διεργασία προσφοράς και ζήτησης καθίσταται σχεδόν αδύνατο το κέρδος. (Κέρδος εννοούμε, την παραγωγή περαιτέρω πλούτου).

Οι τιμές είναι για τους δρώντες στην αγορά, ο,τι είναι η όσφρηση για τα ζώα.

Ο von Mises υποστήριξε πως το οικονομικό σύστημα του σοσιαλισμού θα είναι πρωτόγονο παραγωγικά και τελικά θα αυτο-καταστραφεί χωρίς την διαμόρφωση των τιμών μέσω της ελεύθερης αγοράς. Προσπαθώντας ο κεντρικός σχεδιαστής να κοστολογήσει/τιμολογήσει/καθορίσει (μέσω πιστωτικών επεκτάσεων, διατιμήσεων και φορολογίας) στρεβλώνει την παραγωγική διαδικασία, χειραγωγεί την ανθρώπινη δράση και καθιστά τους ανθρώπους  τυφλούς που ψάχνουν στο σκοτάδι. Οι τιμές αποτελούν για την σκόπιμη και εκλογικευμένη ανθρώπινη δράση, ο,τι και η όσφρηση για τα άγρια ζώα. Αποτελούν την πληροφορία που θα οδηγήσει προς οικονομικές αποφάσεις και στόχους για την εκπλήρωση στόχων και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.

Είναι γεγονός πάντως πως τα σοσιαλιστικά καθεστώτα και τα μονοπώλια τους, λαμβάνουν πληροφορίες τιμών απο τις σχετικά πιο ελεύθερες αγορές και έτσι καταφέρνουν να επιβιώσουν ως ένα σημείο. Όμως τελικά η αυθαιρεσία αυτή οδηγεί τον κόσμο στην εξαθλίωση.

Η Αυστριακή θεωρία στην πράξη. Η αποτυχία του κεντρικού σχεδιασμού

Η θεμελιώδης και επίμονη αντίδραση των «Αυστριακών» ως προς την αποτελεσματικότητα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, βασίστηκε στο ότι είναι αδύνατη η συγκέντρωση και επεξεργασία των τιμών από τον κεντρικό σχεδιαστή (κυβέρνηση, κεντρική τράπεζα).

Οι ταχύτατες εναλλαγές και η αναρίθμητη ποσότητα και ποιότητα αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, καθιστούν αδύνατη την πληροφορία αυτή ώστε να προκύψει μια σωστή βάση δεδομένων μιλώντας για οικονομίες μεγάλης κλίμακας. Ως εκ τούτου, είναι μοιραίο να επιχειρείται διατίμηση και απόπειρες καθορισμού μέσου όρου ώστε να εξυπηρετηθεί η εκάστοτε παρέμβαση του κεντρικού σχεδιαστή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγορά ακινήτων σήμερα στην Ελλάδα. Διαβάζουμε σε δημοσίευμα σχετικά με την επικείμενη διαμόρφωση των «αντικειμενικών αξιών».

«Στις δύο πρώτες ζώνες ή διαφορετικά στις «φθηνές» περιοχές, η μείωση θα είναι της τάξης του 5%-10%. Στις «μεσαίες» περιοχές και συγκεκριμένα σε αυτές που το τετραγωνικό μέτρο κυμαίνεται από 1.550 έως 3.000 η μείωση θα είναι 15-20%. Στις «ακριβές» περιοχές η μείωση θα είναι της τάξης του 10%. Πάντως, οι νέες τιμές που προτείνονται από την επιτροπή σε καμία περίπτωση δεν αποτυπώνουν την πραγματική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην αγορά ακινήτων.
Αντίθετα, οι στρεβλώσεις διατηρούνται κυρίως στις ακριβές περιοχές, δεδομένου ότι οι αντικειμενικές αξίες είναι υψηλότερες σε αρκετές περιπτώσεις έως και 50% των εμπορικών. Ο αντίλογος που διατυπώνεται από μέλη της επιτροπής είναι ότι δεν είναι δυνατόν να απεικονίσει κάποιος την πραγματική κατάσταση της αγοράς, δεδομένου ότι οι πράξεις- αγοραπωλησίες στις ακριβές περιοχές είναι ελάχιστες.
Επισημαίνουν δε, ότι εάν μειωθούν περαιτέρω οι αντικειμενικές αξίες, συνολικά στην Ελλάδα θα δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στα πιστωτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι θα μειωθεί σημαντικά η αξία των υποθηκών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πριν ξεκινήσουν οι «ζυμώσεις» η επιτροπή σκόπευε να προτείνει τη μείωση των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές με τιμή ζώνης άνω των 3.550 ευρώ κατά 20-30%.

Παρατηρείστε πως η όλη επιχείρηση «τιμολόγησης» είναι πρακτικά αδύνατη, δημιουργεί στρεβλώσεις, αδικίες οδηγεί επιχειρηματίες και καταναλωτές σε λάθος δράσεις/αποφάσεις και τελικά σε καταστροφή της αγοράς. Ειδική αναφορά δε, αξίζει στο κομμάτι όπου αναφέρεται πως:

«εάν μειωθούν περαιτέρω οι αντικειμενικές αξίες, συνολικά στην Ελλάδα θα δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στα πιστωτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι θα μειωθεί σημαντικά η αξία των υποθηκών.»
Χωρίς συναλλαγή δεν μπορεί να διαμορφωθεί η σωστή τιμή αγοράς

Ποιος είναι υπεύθυνος για αυτή την κατάσταση; Εξ αρχής ο κεντρικός σχεδιασμός «φούσκωσε» τις τιμές των ακινήτων, με μαζικές πιστωτικές επεκτάσεις (οι οποίες εκτίναξαν τις τιμές) καθώς και με εικονικές υπερτιμολογήσεις για φορολογικούς λόγους. Σήμερα, με την περιβόητη εσωτερική υποτίμηση και την μεγάλη πτώση στην αγορά ακινήτων, το μόνο που διατηρεί την «αξία» του, είναι το ονομαστικό χρέος. Αυτό είναι βασισμένο κυρίως στα κόκκινα δάνεια της εποχής της «φούσκας» και στον «στόχο» είσπραξης ενός διατιμημένου ποσού από την κυβέρνηση (ΕΝΦΙΑ – φόροι μεταβίβασης)

Όντως λοιπόν έχουμε αποπληθωρισμό σε συντελεστές όπως τα ακίνητα και η γη αλλά αυτό δεν προκαλεί έκπληξη σε κάποιον εξοικειωμένο με την Αυστριακή οικονομική θεωρία. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά και η γη είναι αυτά που πλήττονται άγρια σε περιόδους υφέσεων που προκλήθηκαν από πιστωτική επέκταση.

Άλλο σημείο, άξιο αναφοράς:

«δεν είναι δυνατόν να απεικονίσει κάποιος την πραγματική κατάσταση της αγοράς, δεδομένου ότι οι πράξεις- αγοραπωλησίες στις ακριβές περιοχές είναι ελάχιστες»

Εδώ οφείλουμε ένα θερμό καλωσόρισμα στην οικονομική πραγματικότητα για τον κεντρικό σχεδιασμό. Είναι βασική αρχή της συναλλακτικής οικονομίας πως χωρίς συναλλαγές βασισμένες σε ελεύθερη διαδικασία προσφοράς και ζήτησης δεν μπορεί να προκύψει σωστή τιμή. Επιπρόσθετα, οι κεντρικοί σχεδιαστές, πρέπει να καταλάβουν πως όταν βάλλεται η ιδιοκτησία, καταστρέφεται η οικονομία της αγοράς. Πολύ απλά, αν δεν σου ανήκει κάτι, δεν μπορείς να το ανταλλάξεις στην αγορά. Αν δεν αντλείς ικανοποίηση από αυτό, αν δεν σου αποφέρει καρπούς, δεν έχεις λόγο δράσης σε σχέση με το εν λόγω αγαθό. Το εγκαταλείπεις.

Παράλογος οικονομικός υπολογισμός

Εξίσου θεμελιώδη στρέβλωση, αποτελεί η προσπάθεια τιμολόγησης βάσει «ζώνης». Για τον κεντρικό σχεδιασμό δεν έχει καμία σημασία αν στην ίδια ζώνη υπάρχουν ακίνητα που – εμπορικά – αξίζουν πολύ περισσότερο η πολύ λιγότερο από άλλα ακίνητα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως στην προσπάθεια της διατίμησης και του «μέσου όρου» , ο κεντρικός σχεδιασμός όχι απλά αποτυγχάνει να είναι αποτελεσματικός, τουναντίον προσπαθεί με μια ακόμα αποτυχημένη παρέμβαση, να διορθώσει τα λάθη προηγούμενων καταστροφικών παρεμβάσεων οδηγώντας την αγορά ακινήτων σε περαιτέρω μαρασμό.

Ο Von Mises επέμενε να χρησιμοποιεί τον όρο «rational economic calculation» στην αντιπαράθεση με τους σοσιαλιστές. Επισήμαινε πως η διατίμηση (για οποιονδήποτε λόγο) από μια κεντρική αρχή θα μετατρέψει τους ανθρώπους σε ανόητους (παράλογους) όταν παρακάμπτεται η θεμελιώδης διεργασία της προσφοράς και της ζήτησης όπως αυτή προκύπτει βασισμένη στα θεμελιώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας του συστήματος της ελεύθερης αγοράς. Είναι αδύνατο να υπάρξει λογική συναλλαγή χωρίς την ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών.

Το παράδοξο των δεικτών «συνολικού πληθωρισμού»

Σε μια πρόσφατη έρευνα η federal reserve της Νέας Υόρκης κατέληξε σε κάποια εντυπωσιακά συμπεράσματα, σχετικά με τον ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στην αύξηση των διδάκτρων στην ανώτατη εκπαίδευση. Τα φτηνά φοιτητικά δάνεια και οι παροχές, οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση των τιμών, εντελώς δυσανάλογη με τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή.

Στο γράφημα που ακολουθεί βλέπουμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα «συνολικού» πληθωρισμού σε αναλογία με τις τιμές της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ.

Διαπιστώνουμε πως όπου βάζει το χέρι της η FED και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση με παροχές και φτηνό χρήμα, οι τιμές εκτινάσσονται και έπειτα συμψηφίζονται με άλλα αποπληθωρισμένα αγαθά, ώστε να «βολευτούν» τα μετρικά μοντέλα για τον κεντρικό σχεδιασμό. Οι οικογένειες που επλήγησαν από την αύξηση στα δίδακτρα λόγω των παροχών της κυβέρνησης με πολιτικό fiat χρήμα από το πουθενά, αντιμετωπίζονται κυνικά ως συλλογικά νούμερα στον τελικό μέσο όρο του καθεστώτος των κεντρικών τραπεζών. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την στεγαστική φούσκα στις ΗΠΑ αλλά και αλλού. Το καθεστώς του πληθωρισμού αποτελεί μεθοδική ληστεία και βίαια αναδιανομή πλούτου κατά το δοκούν μιας κεντρικής αρχής.

Πως ερμηνεύει την εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα ο κεντρικός σχεδιασμός;

Στο επόμενο γράφημα βλέπουμε δείκτη τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης. Ο πληθωρισμός τιμών στην διακύμανση της σχέσης μισθών/καταναλωτικών αγαθών – όπως προκύπτει από το 2012 κι έπειτα – είναι εμφανής. Όμως στα στατιστικά της ΕΛΣΤΑΤ επισήμως, η Ελλάδα έχει πληθωρισμό 2%.  Πραγματικά όμως, δεν έχει καμία σημασία για τον απλό άνθρωπο η επίσημη στατιστική αρχή και ο τρόπος που παρουσιάζει την πραγματικότητα …αποπληθωρισμένη.

Πολύ μεγάλη απόκλιση μισθών και τιμών καταναλωτικών αγαθών λόγω της εσωτερικής υποτίμησης. Η άγρια φορολογία δεν επέτρεψε στις τιμές να μειωθοούν κι έχουμε τον πληθωρισμό που βλέπουμε. Η ΕΛΣΤΑΤ επισήμως δίνει πληθωρισμό κοντά στο 2% σταθερά όλα αυτά τα χρόνια.
Αδικαιολόγητα μεγάλη απόκλιση στην διακύμανση μισθών και τιμών καταναλωτικών αγαθών λόγω της εσωτερικής υποτίμησης. Η άγρια φορολογία δεν επέτρεψε στις τιμές να μειωθούν κι έχουμε τον πληθωρισμό που βλέπουμε. Η ΕΛΣΤΑΤ επισήμως δίνει πληθωρισμό κοντά στο 2% σταθερά όλα αυτά τα χρόνια. Κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση.

Κοιτάζοντας ευρείς μέσους όρους δεν μαθαίνουμε εάν όλοι ή μόνο κάποιοι άνθρωποι γίνονται φτωχότεροι. Ο ΔΤΚ αποτυγχάνει επίσης να δει τον κρυμμένο πληθωρισμό των τιμών. Ο κρυφός πληθωρισμός των τιμών συμβαίνει όταν οι τιμές παραμένουν σχεδόν σταθερές όταν θα έπρεπε να έχουν μειωθεί ως αποτέλεσμα τεχνολογικής προόδου και αυξημένης παραγωγικότητας.

Η μυωπική εστίαση στον Δ.Τ.Κ. μπορεί να προκαλέσει απώλεια οικονομικής όρασης

Ένα περαιτέρω πρόβλημα προκύπτει στη μέτρηση. Το «επίσημο» ποσοστό του πληθωρισμού βάσει του ΔΤΚ καθορίζεται από τη μέτρηση τιμών χιλιάδων καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Ο ΔΤΚ είναι μια σημαντική οικονομική στατιστική, ωστόσο, μια μυωπική εστίαση σε αυτόν τον δείκτη μπορεί να προκαλέσει απώλεια όρασης προς άλλους σημαντικούς τομείς όπου μπορεί να εκδηλωθεί ο πληθωρισμός των τιμών. Για παράδειγμα στον τομέα των ακινήτων, στις χρηματιστηριακές αγορές, ή σε κάποιο ξένο συνάλλαγμα. Ο ΔΤΚ είναι επίσης ένας ευρύς, γενικευμένος μέσος όρος που δεν μας λέει αν ένα στενό ή ευρύτερο φάσμα τιμών αυξάνεται.

Πολλές τιμές αγαθών που έχουν αυξηθεί συμψηφίζονται με τιμές αγαθών και υπηρεσιών που έχουν μειωθεί ώστε να εξαχθεί ο μέσος όρος. Η πραγματικότητα όμως είναι πως οι τιμές των αγαθών που πέφτουν δεν αποτελούν αυτές των καθημερινών και συνεχών εξόδων αλλά ως επι το πλείστον των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών. Δεν αγοράζουμε κάθε μέρα καινούριο ψυγείο , I phone και laptop αλλά αγοράζουμε τρόφιμα, πληρώνουμε δίδακτρα, περίθαλψη τα οποία κατα κανόνα αυξάνονται.

Βλέπουμε λοιπόν πως η γνώση για ένα ευρύ φάσμα τιμών, είναι προβληματική ως προς τον ορισμό της από τον κεντρικό σχεδιασμό. Δεν μπορεί να υπάρξει «γενικός δείκτης» καθώς ο κάθε δρώντας στην οικονομία χρησιμοποιεί διαφορετικά αγαθά και υπηρεσίες. Τον πληθωρισμό των τιμών μπορεί κάποιος να τον υπολογίσει μετρώντας μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο τις τιμές των αγαθών που αυτός χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, τρόφιμα, δίδακτρα, καπνό, περίθαλψη κλπ. Έτσι θα ξέρει ποιος είναι ο πραγματικός πληθωρισμός των τιμών και όχι αυτός που εκφράζεται από τα ακαδημαϊκά εργαστήρια των μέσων όρων, ο οποίος ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Συμπέρασμα

Ο ιδιωτικός τομέας δρα σε micro επίπεδο , ειδικευμένος σε συγκεκριμένες αγορές, συγκεκριμένα προϊόντα, συγκεκριμένες υπηρεσίες και συγκεκριμένες περιοχές όπου μπορεί να ανταγωνιστεί και να επιδιώξει κέρδος. Έτσι έχει άμεση πληροφορία για  τις τιμές που τον αφορούν κι έτσι τελικά προκύπτει η λεγόμενη μακροοικονομία συναθροίζοντας αυτές τις ατομικές δράσεις. Έτσι θα έπρεπε τουλάχιστον να αλληλεπιδρά μια ελεύθερη αγορά.

Το 1920 και το socialist debate μπορεί να είναι πολύ μακρινά. Οι γνώσεις όμως και η παρακαταθήκη των μεγάλων αυτών οικονομολόγων δεν θα πρέπει να υποτιμούνται ποτέ. Η ΕΣΣΔ κατέρρευσε και η Κίνα έχει προσχωρήσει και αυτή στον κρατικό καπιταλισμό/ κορπορατισμό που αποτελούν το σημερινό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Δεν θα πρέπει να ξεχνάνε ποτέ οι mainstream οικονομολόγοι την σοφία ανθρώπων όπως ο Karl Menger, ο Ludwig Von Mises , ο Friedrich Hayek, o Murray Rothbard κ.ο.κ.

Ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας και η διατίμηση μέσω των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, έχουν σίγουρα κάποια ευδιάκριτα όρια. Όταν ξεπεραστούν αυτά τα όρια, ίσως φτάσουμε δυστυχώς στην κατάρρευση του νομισματικού συστήματος. Το κράτος, είναι καλό να μένει όσο πιο μακριά γίνεται από τις ιδιωτικές συναλλαγές των ανθρώπων.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.