Bασικά Οικονομικά: Ο νόμος του Say

0
1272
Say
O Jean Baptiste Say υπήρξε κορυφαίος οικονομολόγος του 18ου αιώνα. Γεννημένος στη Λυών το 1767, υπήρξε υπέρμαχος του κλασικού φιλελευθερισμού, του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς.

ο Νόμος του Say μας λέει ότι, πριν μπορέσουμε να καταναλώσουμε, πρέπει πρώτα να παράξουμε. Η παραγωγή προηγείται δηλαδή της κατανάλωσης και η παραγωγή αγαθών δημιουργεί τη ζήτηση για άλλα αγαθά. Για παράδειγμα, ένας τσαγκάρης πρέπει πρώτα να πουλήσει τα παπούτσια του, ώστε με το εισόδημά του να εκφράσει ζήτηση για άλλα αγαθά (π.χ. μήλα)

του Μιχάλη Γκουντή

Jean Baptiste Say

O Jean Baptiste Say υπήρξε κορυφαίος οικονομολόγος του 18ου αιώνα. Γεννημένος στη Λυών το 1767, υπήρξε υπέρμαχος του κλασικού φιλελευθερισμού, του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς. Ο ίδιος σχεδίαζε να ακολουθήσει καριέρα εμπόρου αλλά στην πορεία ασχολήθηκε περισσότερο με τα οικονομικά. Σημαντικότερη συμβολή του ήταν και ο αποκαλούμενος «Νόμος του Say», ο οποίος αποτελεί και αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Ο Say πέθανε στο Παρίσι το 1832.

Ορισμός

Ο νόμος του Say, μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που κάποιος μπορεί να αγοράσει είναι ίση με την αξία των αγαθών που ο ίδιος παράγει. Ή από μία συνολική, μακρο-οικονομική σκοπιά, η αξία των αγαθών και υπηρεσιών που αποκτάται σε μία οικονομία ισούται με την συνολική αξία των αγαθών και υπηρεσιών που πωλείται. Ως αξία εδώ προφανώς αναφερόμαστε στη συνολική υποκειμενική εκτίμηση των δρώντων μίας οικονομίας για την ωφέλεια των διαθέσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Δεν έχουμε ξεφύγει από την υποκειμενική θεώρηση της αξίας σε καμία περίπτωση, παρόλο που κάνουμε λόγο για «σύνολα» και μακροοικονομία.

Ανάλυση

Για να κατανοήσουμε το σκεπτικό που ονομάζεται «νόμος του Say», είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε με την έννοια της απρόσκοπτης ανταλλαγής: την αμοιβαία προσφορά αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ ανθρώπων. Το να βλέπουμε την ανταλλαγή ως αμοιβαία προσφορά, δείχνει ότι η ζήτηση και η προσφορά δεν είναι ένα μη επιλύσιμο πρόβλημα του αν «η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα». Οι άνθρωποι παράγουν αυτό που σύμφωνα με την υποκειμενική κρίση τους νομίζουν ότι επιθυμούν οι άλλοι, με την προσδοκία ότι άλλοι θα παράγουν αυτό που εκείνοι με τη σειρά τους επιθυμούν. Η παραγωγή, με άλλα λόγια, είναι πάντα κερδοσκοπική.

Σε μικρές κοινωνίες, αυτή η κερδοσκοπία δεν είναι συνήθως πολύ δύσκολη. Δύο άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι σε ένα τροπικό νησί, για παράδειγμα, μπορούν να συζητήσουν εκ των προτέρων τι θα κάνει ο καθένας και τι θα προσφέρει στον άλλον. Σε μεγαλύτερες κοινωνικές συνθήκες, αυτή η κερδοσκοπία είναι πιο δύσκολη, επομένως αναπτύσσεται ένα σύστημα εγχρήματων συναλλαγών για να βοηθήσει τους ανθρώπους να κρίνουν τι θέλουν οι άλλοι χρησιμοποιώντας τις τιμές της αγοράς ως ένδειξη της προτίμησης των καταναλωτών. Αλλά η ουσία δεν αλλάζει: οι άνθρωποι παράγουν αυτό που θεωρούν ότι οι καταναλωτές επιθυμούν, ώστε με τη σειρά τους εκείνοι να λάβουν από αυτούς αυτό το οποίο επιθυμούν.

Πιο απλά ο Νόμος του Say μας λέει ότι, πριν μπορέσουμε να καταναλώσουμε, πρέπει πρώτα να παράξουμε. Η παραγωγή προηγείται δηλαδή της κατανάλωσης και η παραγωγή αγαθών δημιουργεί τη ζήτηση για άλλα αγαθά. Για παράδειγμα, ένας τσαγκάρης πρέπει πρώτα να πουλήσει τα παπούτσια του, ώστε με το εισόδημά του να εκφράσει ζήτηση για άλλα αγαθά (π.χ. μήλα).

Η εγκυρότητα του νόμου του Say

Ο νόμος του Say είναι πάντα αληθής επειδή εφαρμόζεται στην υποκειμενική θεωρία της αξίας. Η προσφορά στην αγορά παρέχει πάντοτε τα μέσα στον προμηθευτή να αγοράζει άλλα αγαθά και υπηρεσίες, αλλά μόνο στον βαθμό που ορίζει η υποκειμενική αξία που δίνουν οι καταναλωτές στα αγαθά που παρέχει. Ακόμα και αν η προσφορά των αγαθών δε έφερνε καθόλου εισόδημα στον παραγωγό, διότι κανένας δεν τα ήθελε (δεν τους έδωσε αξία), αυτό δεν θα ήταν παράβαση του νόμου Say, αλλά απλώς μια άλλη εκδήλωση αυτού. Αυτό διακρίνει επίσης το νόμο του Say από την εργασιακή θεωρία της αξίας των Μαρξιστών αναγνωρίζοντας το κρίσιμο γεγονός ότι μόνο η πράξη παραγωγής είναι ανεπαρκής για να δημιουργήσει αγοραστική δύναμη. Πρέπει ανάλογα να υπάρξει και επιθυμία για απόκτηση αυτής της παραγωγής, δηλαδή ζήτηση. Εν ολίγοις, δεν είναι μόνο η παραγωγή που έχει σημασία, αλλά και το τι παράγεται και για ποιον.

Νόμος του Say, αντίδοτο στις Κεϋνσιανικές – Μαλθουσιανές πλάνες

Ο Keynes, όσο και ο Malthus, απέδιδαν τις οικονομικές κρίσεις σε έλλειψη ζήτησης και κατανάλωσης. Ο Malthus υιοθέτησε την άποψη που έγινε και ο ακρογωνιαίος λίθος του Κεϋνσιανισμού και της σύγχρονης οικονομικής τάσης. Η υπερβολική αποταμίευση και οι πολύ μικρές δαπάνες, υποστηρίζουν, προκαλούν μια γενική επιδείνωση ή γενική υπερπαραγωγή. Οι παραγωγοί κάθονται με απούλητα αποθέματα, μειώνονται τα έσοδα και πρέπει να απολύσουν τους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι με τη σειρά τους χάνουν το εισόδημα που θα τους επέτρεπε να αποκτήσουν τα αγαθά αυτά. Ακολουθεί έτσι, μια ύφεση. Ο Malthus, και αργότερα, πιο κατηγορηματικά, ο Keynes, υπερασπίστηκε την μικρότερη αποταμίευση και στήριξε την αύξηση των δαπανών για να επέλθει οικονομική ανάκαμψη.

Δείτε σχετικά: Von Mises και Keynes Ένα μάθημα από τα παλιά για την Ελληνική οικονομική συμφορά

Αλλά η εγκυρότητα του νόμου του Say καθιστά την άποψη του Keynes και του Malthus λανθασμένη. Δεδομένου ότι η ίδια η ζήτηση καθορίζεται μόνο από προϊόντα και υπηρεσίες που αποτιμώνται στην αγορά, τα ευρέως διαδεδομένα επιχειρηματικά σφάλματα που αποκαλύπτονται στην ύφεση, πρέπει να οφείλονται σε ευρέως διαδεδομένα σφάλματα όσον αφορά τη διαπίστωση της αξίας που θα έδινε η αγορά στα αγαθά και τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Υπάρχει δηλαδή μία παραποίηση των τιμών της αγοράς (π.χ. του επιτοκίου) από εξωτερικούς παράγοντες. Ο Keynes, με άλλα λόγια, έβλεπε τον κόσμο «ανάποδα».

Αν οι άνθρωποι κάνουν λάθος στις παραγωγικές τους επιλογές, τότε οι προσπάθειες ανάκαμψης πρέπει να επικεντρωθούν στην αναδιάταξη των παραγωγικών προσπαθειών για την καλύτερη εκτίμηση και εξυπηρέτηση των αναγκών των καταναλωτών. Η διάγνωση αυτή είναι πολύ διαφορετική από την κεϋνσιανή, η οποία δίνει έμφαση στην ανεπάρκεια της ζήτησης λόγω των μυστηριωδών διακυμάνσεων και «ψυχολογικών σκαμπανευασμάτων» που πρέπει να διορθωθούν με τις κρατικές και καταναλωτικές δαπάνες και την εκτύπωση χρημάτων. Οι επιχειρηματίες χρειάζονται όσο το δυνατόν λιγότερα εμπόδια για να ανακαλύψουν ποια προϊόντα και υπηρεσίες θέλει η αγορά.

Δεδομένου ότι ο μηχανισμός των τιμών είναι το σύστημα πληροφοριών για τους επιχειρηματίες, η ευελιξία των τιμών της αγοράς είναι απαραίτητη για να επέλθει ανάκαμψη. Επίσης, όταν οι πόροι έχουν ανακατευθυνθεί εσφαλμένα και κάποια κεφάλαια εντελώς σπαταληθεί, τότε απαιτείται περισσότερη, και όχι λιγότερη, αποταμίευση για να συντηρηθούν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες και να συγκεντρωθούν επαρκείς πόροι για την ανακατανομή τους σε νέες επιχειρηματικές δράσεις.

Συμπέρασμα

Εάν παραδεχτούμε την πλάνη ότι η (κατά τ’ άλλα) ενάρετη ατομική δράση, όπως η αποταμίευση, μπορεί να οδηγήσει σε χαοτικά κοινωνικά αποτελέσματα χωρίς κρατική παρέμβαση, τότε κάθε είδους κεντρικός σχεδιασμός μπορεί να δικαιολογηθεί όχι μόνο ως δημόσιο όφελος, αλλά ως θεμελιωδώς απαραίτητος για τον πολιτισμό. Αλλά αυτή είναι η πορεία προς την πολιτιστική καταστροφή, όπως μας έχει δείξει ξανά και ξανά η ιστορία .

Ο νόμος του Say στέκεται ως φρουρός της οικονομικής ελευθερίας, της ευημερίας, και μάλιστα, του ίδιου του πολιτισμού.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: