Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα: Ο απεργοσπάστης

0
647
Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα: Ο απεργοσπάστης

Μια από τις πιο κοινές πεποιθήσεις είναι ότι ο απεργοσπάστης είναι ένας άθλιος χαρακτήρας. Είναι αδίστακτος και σε κρυφή συνεργασία με το «αφεντικό». Έχει σκοπό να στερήσει από τους συνδικαλιστές τα δικαιώματά τους και τις θέσεις εργασίας, που είναι νόμιμα δικές τους.

 

Του Walter Block

Defending the Undefendable: Τhe Scab
Απόδοση και σύνοψη: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Tο «Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα» αποτελεί μία σειρά άρθρων, η οποία σκοπό έχει την ανάλυση φαινομένων και καταστάσεων, οι οποίες τείνουν να ξυπνούν τον ηθικολόγο μέσα μας καθώς και την οργή μας προς αυτές. Στόχος των άρθρων είναι να αποκαταστήσει τη «δικαιοσύνη» και να αλλάξει το πως βλέπει ο αναγνώστης τα άτομα που συμμετέχουν στα συγκεκριμένα φαινόμενα και ιδανικά στο τέλος να πείσει περί της χρησιμότητάς των. Τα κείμενα* θα κινούνται επιχειρηματολογικά γύρω από τις εξής προκείμενες.

Οι δρώντες οι οποίοι θίγονται δεν είναι ανήθικοι διότι:

  1. Δεν είναι ένοχοι εγκλήματος επιθετικά βίαιης φύσης
  2. Σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις πρακτικά ωφελούν την κοινωνία
  3. Αν απαγορευτούν δραστηριότητές τους, τότε θα καταλήξουμε σε χειρότερη θέση

Έχοντας ορίσει το γενικό πλαίσιο, ας εξετάσουμε την περίπτωση του απεργοσπάστη (scab).

O απεργοσπάστης

Μια από τις πιο κοινές πεποιθήσεις είναι ότι ο απεργοσπάστης είναι ένας άθλιος χαρακτήρας. Είναι αδίστακτος και σε κρυφή συνεργασία με το «αφεντικό». Έχει σκοπό να στερήσει από τους συνδικαλιστές τα δικαιώματά τους και τις θέσεις εργασίας, που είναι νόμιμα δικές τους. Οι απεργοσπάστες προσλαμβάνονται για να εξαναγκάσουν τους συνδικαλιστές να δεχθούν χαμηλότερους μισθούς. Όταν γίνεται γνωστό, ότι οι απεργοσπάστες χρησιμοποιούνται επίσης για να ασκήσουν βία στους συνδικαλιστές και στους εργάτες, η κατηγορία είναι ουσιαστικά πλήρης. Ο απεργοσπάστης είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του εργαζόμενου.

Αυτά είναι τα γεγονότα που διδάσκονται σε πολλά από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μας. Μπορεί κάποιος να τα αμφισβητήσει μόνο με κίνδυνο τη φήμη του. Παρ ‘όλα αυτά, αυτή η ανοησία πρέπει να αντικρουστεί.

Σε ποιον «ανήκει» μία θέση εργασίας;

Το πρώτο σημείο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι μια θέση εργασίας δεν είναι κάτι που
μπορεί να ανήκει σε έναν εργαζόμενο, ή σε οποιονδήποτε άλλο. Μια θέση εργασίας είναι η εκδήλωση της συμφωνίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη. Ο εργαζόμενος προσφέρει την εργασία του για τα χρήματα του εργοδότη σε μία αμοιβαίως συμφέρουσα τιμή συναλλαγής. Έτσι, όταν μιλάμε για «δική μου δουλειά», μιλάμε μόνο κατ’  ευφημισμό.

Παρόλο που έχουμε τη συνήθεια να χρησιμοποιούμε φράσεις όπως «η δουλειά μου», «ο πελάτης μου» και «ο ράφτης μου», δεν υποθέτουμε ιδιοκτησία σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις. Πάρτε πρώτα την περίπτωση του «πελάτη μου». Εάν η φράση αυτή ληφθεί κυριολεκτικά, θα σήμαινε ότι ο έμπορος έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στη «συνήθεια» των ανθρώπων να αγοράζουν από αυτόν. Θα είχε στην κυριότητά του τον πελάτη και, κατά συνέπεια, θα είχε το δικαίωμα να αντιταχθεί εάν ο πελάτης του προτιμούσε άλλον έμπορο.

Δίκοπο μαχαίρι βέβαια αυτό. Ας πάρουμε την περίπτωση του «ράφτη μου». Εάν επρόκειτο να πάρουμε αυτή τη φράση κυριολεκτικά, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ράφτης δεν μπορεί να κλείσει το κατάστημά του, να μεταφερθεί ή να κηρύξει πτώχευση χωρίς την άδεια των πελατών του. Αυτός είναι ο «δικός τους» ράφτης.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, φυσικά, είναι σαφές ότι η κτητική αντωνυμία δεν έχει σκοπό να υποδηλώσει κυριολεκτική κατοχή. Είναι σαφές ότι ούτε ο αγοραστής ούτε ο πωλητής έχουν το δικαίωμα να επιμείνουν στη διατήρηση μιας επιχειρηματικής σχέσης, εκτός εάν, φυσικά, υπάρχει μακροπρόθεσμη σύμβαση ανάμεσα στα δύο μέρη. Στη συνέχεια, και μόνο τότε, ο έμπορος και ο πελάτης θα έχουν το δικαίωμα να συγκρουστούν, αν οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη τερματίσει τη σχέση χωρίς τη συναίνεση του άλλου.

Η δουλειά «μου»

Τώρα, ας εξετάσουμε τη φράση «η δουλειά μου». Τι υπονοεί ο εργαζόμενος όταν αντικρούει τον απεργοσπάστη που του παίρνει τη «δουλειά του»; Ο εργαζόμενος υποστηρίζει ότι η δουλειά τού ανήκει. Με άλλα λόγια, υποθέτει ότι η υπηρεσία του, μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, υποχρεώνει τον εργοδότη στον εργαζόμενο τόσο αυστηρά, όσο εάν είχε ο δεύτερος συμφωνήσει με συμβόλαιο. Αλλά στην πραγματικότητα, ο εργοδότης δεν έχει δεσμεύσει ποτέ τον εαυτό του με συμβόλαιο.

Θα αναρωτιόταν κανείς πώς θα αντιδρούσαν οι εργαζόμενοι, εάν υιοθετούταν από τον εργοδότη η αρχή επί της οποίας βασίζεται η αντίληψή τους κατά του απεργοσπάστη. Πώς θα αισθανόταν, αν οι εργοδότες είχαν το δικαίωμα να απαγορεύσουν στους μακροχρόνιους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν την εργασία τους; Τι θα γινόταν, αν κατηγορούσαν έναν άλλο εργοδότη, που τόλμησε να προσλάβει τους «υπαλλήλους του», ότι είναι απατεώνας; Ωστόσο, η κατάσταση είναι απολύτως συμμετρική.

Είναι σαφές ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το επιχείρημα που υποστηρίζει ότι, όταν άνθρωποι συμφωνούν οικειοθελώς στο εμπόριο, υποχρεώνονται στη συνέχεια να συνεχίσουν το εμπόριο. Με ποια λογική μία εθελοντική σχέση μετατρέπεται σε μια αυστηρώς εξαναγκαστική σχέση; Η μίσθωση ενός ατόμου δεν συνεπάγεται την κατοχή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης γι ‘αυτό το άτομο, ούτε η υπηρεσία υπό έναν εργοδότη δίνει σε κάποιον το δικαίωμα σε μια θέση εργασίας. Θα πρέπει να είναι προφανές ότι ο εργαζόμενος ποτέ δεν «κατέχει» τη δουλειά, ότι δεν είναι «η δουλειά του». Επομένως, ο απεργοσπάστης είναι δικαιολογημένος όταν αναλαμβάνει τη δουλειά, που είχε προηγουμένως άλλος εργαζόμενος.

Το θέμα της χρήσης βίας

Το θέμα της χρήσης βίας μεταξύ των εργαζομένων και των απεργοσπαστών είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα. Η εκκίνηση της βίας είναι καταδικαστέα και όταν οι απεργοσπάστες χρησιμοποιούν βία, αξίζουν τη μομφή μας. Αλλά η χρήση βίας δεν είναι το καθοριστικό τους χαρακτηριστικό. Όταν εμπλέκονται σε αυτό, το κάνουν ως άτομα, όχι σαν απεργοσπάστες καθ’ εαυτοί . Οι γαλακτοπαραγωγοί, για παράδειγμα, μερικές φορές εξοργίζονται και επιτίθενται εναντίον μη επιτιθεμένων. Κανείς δεν θα θεωρούσε κάτι τέτοιο ως απόδειξη ότι η παραγωγή γάλακτος είναι μια εγγενώς κακή επιχείρηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η χρήση παράνομης βίας εκ μέρους των απεργοσπαστών δεν καταδεικνύει την απεργοσπασία ως ανήθικη.

Γενικά, η μπερδεμένη και ασυνεπής σκέψη σχετικά με τους απεργοσπάστες είναι όλο και πιο εμφανής. Οι αριστεροί, παραδοσιακά πιο αφοσιωμένοι προς την καταδίκη απεργοσπαστών, έχουν δείξει σημάδια σύγχυσης για το θέμα αυτό. Έχουν συνειδητοποιήσει ότι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις οι απεργοσπάστες είναι φτωχότεροι από τους εργάτες που προσπαθούν να αντικαταστήσουν. Αλλά οι αριστεροί σχεδόν πάντα υπερασπίζονται τον φτωχό εργαζόμενο. Είναι αυτή η εσωτερική αντίφαση θα λέγαμε που διακατέχει τους αριστερούς όσον αφορά τα «ιδιοκτησιακά» δικαιώματα στην εργασία, που δείχνει το πόσο εσωτερικά ασυνεπής είναι η κοσμοθεωρία τους.

Επίλογος

Οι απεργοσπάστες είναι προφανώς δαιμονοποιημένοι. Η απασχόληση δεν παρέχει στον εργαζόμενο κανένα ιδιοκτησιακό προνόμιο απαγορευμένο για τους εργαζόμενους που επιθυμούν να ανταγωνιστούν για την ίδια δουλειά. Η απεργοσπασία και ο ελεύθερος ανταγωνισμός στην εργασία είναι στην ουσία διαφορετικές πλευρές του ίδιου νομίσματος.

***

 

*Τα κείμενα είναι προσαρμογές άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του Walter Block «Defending the Undefendable» (1976), όπου πραγματεύεται παρόμοιες περιπτώσεις κοινωνικά κατακριτέων δραστηριοτήτων, ισχυριζόμενος ότι παρέχουν όφελος χωρίς να θυματοποιούν κανέναν.

**Ο Walter Block είναι Αμερικανός οικονομολόγος της Αυστριακής Σχολής και θεωρητικός του λιμπερταριανισμού και του αναρχοκαπιταλισμού. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Loyola της νέας Ορλεάνης και επίτιμος συνεργάτης του Mises Institute.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Διαβάστε επίσης: