Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα: Ο διακινητής ναρκωτικών

0
548
Διακινητής ναρκωτικών

Είναι μόνο ο διακινητής ηρωίνης, ενεργώντας έτσι ώστε να μειωθούν οι τιμές των ναρκωτικών, ακόμη και με σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, ο οποίος σώζει ζωές και ελαφρύνει κάπως την τραγωδία

του Walter Block
Defending the Undefendable: The Drug Pusher
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Tο «Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα» αποτελεί μία σειρά άρθρων, η οποία σκοπό θα έχει την ανάλυση φαινομένων και καταστάσεων, οι οποίες τείνουν να ξυπνούν τον ηθικολόγο μέσα μας καθώς και την οργή μας προς αυτές. Στόχος των άρθρων είναι να αποκαταστήσει τη «δικαιοσύνη» και να αλλάξει το πως βλέπει ο αναγνώστης τα άτομα που συμμετέχουν στα συγκεκριμένα φαινόμενα (ο κερδοσκόπος είναι ένα από αυτά) και ιδανικά στο τέλος να πείσει περί της χρησιμότητάς των. Τα κείμενα* θα κινούνται επιχειρηματολογικά γύρω από τις εξής προκείμενες.

Οι δρώντες οι οποίοι θίγονται δεν είναι ανήθικοι διότι:

  1. Δεν είναι ένοχοι εγκλήματος επιθετικά βίαιης φύσης
  2. Σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις πρακτικά ωφελούν την κοινωνία
  3. Αν απαγορευτούν δραστηριότητές τους, τότε θα καταλήξουμε σε χειρότερη θέση

Έχοντας ορίσει το γενικό πλαίσιο, ας εξετάσουμε την περίπτωση του καιροσκόπου πωλητή ναρκωτικών (το βαποράκι, drug pusher)

Ο διακινητής ναρκωτικών

Η επιχείρηση των ναρκωτικών, μια κακή επιχείρηση, είναι υπεύθυνη για τη θλίψη λόγω των θανάτων, το έγκλημα, τη ληστεία, την καταναγκαστική πορνεία και συχνά τη δολοφονία. Ο εξαρτημένος συνήθως σημαδεύεται για μια ζωή, ακόμη και μετά την «αποβολή της συνήθειας». Κατά τη διάρκεια της περιόδου εθισμού, ο εξαρτημένος είναι ένας ανήμπορος σκλάβος στο ναρκωτικό, πρόθυμος να εισέλθει να εξευτελιστεί όσο δεν πάει για να εξασφαλίσει «μία ακόμα δόση».

Πώς μπορεί τότε να αμφισβητηθεί η κακή φύση του διακινητή ναρκωτικών; Πώς μπορούμε να τολμήσουμε καν να τον δούμε με καλό μάτι;

Η ποινικοποίηση των ναρκωτικών είναι το κύριο πρόβλημα

Τα κακά για τα οποία κατηγορείται η εξάρτηση από την ηρωίνη είναι στην πραγματικότητα σφάλμα της απαγόρευσης των ναρκωτικών και όχι του ίδιου του εθισμού. Δεδομένης της απαγόρευσης των ναρκωτικών, είναι το άτομο που πωλεί παράνομα τα ναρκωτικά που καταβάλει την μεγαλύτερη προσπάθεια για να αμβλύνει τα προβλήματα που δημιουργούνται από την απαγόρευση.

Η απαγόρευση της ηρωίνης έχει το καταστροφικό αποτέλεσμα να ανεβάζει την τιμή σε ένα επίπεδο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αστρονομικό. Όταν ένα εμπόρευμα απαγορεύεται, πρέπει να προστεθούν, πέραν των συνήθων εξόδων καλλιέργειας, συγκομιδής, συντήρησης, μεταφοράς, εμπορίας κ.λπ., το κόστος της παράκαμψης του νόμου και της πληρωμής των ποινών που επιβάλλονται όταν αποτύχει η αποφυγή. Στην περίπτωση του παράνομου ουϊσκιού (κατά την εποχή της ποτοαπαγόρευσης της δεκαετίας του ’20), αυτά τα επιπλέον κόστη δεν ήταν υπερβολικά, διότι η επιβολή του νόμου ήταν χαλαρή και η νομοθεσία δεν είχε ευρεία λαϊκή υποστήριξη.

Στην περίπτωση της ηρωίνης, το κόστος είναι τεράστιο. Η νομοθεσία για την καταπολέμηση της ηρωίνης απολαμβάνει ευρείας λαϊκής υποστήριξης, με απαιτήσεις για αυστηρότερους νόμους και κυρώσεις. Οι κακοποιές ομάδες και οι συμμορίες νεολαίας στις περιοχές των γκέτων της κεντρικής πόλης έχουν επιβάλει τις δικές τους ποινές στα βαποράκια και τους τοξικομανείς. Αυτές οι ομάδες είχαν την οιονεί υποστήριξη της φατρίας «νόμου και τάξης», καθιστώντας δύσκολη και δαπανηρή τη δωροδοκία της αστυνομίας που φοβούνταν τις μεγάλες κυρώσεις που θα τους επιβάλλει η κοινωνία εάν τους έπιαναν.

Το οικονομικό κόστος της απαγόρευσης στον εθισμένο

Εκτός από την υποχρέωση να καταβάλλουν δαπανηρές δωροδοκίες στην αστυνομία, οι έμποροι ναρκωτικών πρέπει επίσης να πληρώνουν υψηλούς μισθούς στους υπαλλήλους τους για τους κινδύνους που συναντούν στο λαθρεμπόριο και τη λειτουργία των εργοστασίων που παρασκευάζουν τα ναρκωτικά για πώληση στους δρόμους. Πρέπει επίσης να ασκήσουν ένα βαθμό πατερναλισμού στη φροντίδα των εργαζομένων που συλλαμβάνονται από πολιτικούς, δικηγόρους και δικαστές για να ελαχιστοποιήσουν τις κυρώσεις.

Αυτοί είναι οι παράγοντες που εξηγούν την υψηλή τιμή της ηρωίνης. Ωστόσο, λόγω των πολλών πρόσθετων εξόδων που επιβάλλει η απαγόρευση της ηρωίνης, η τιμή δεν θα διαφέρει σημαντικά από την τιμή άλλων καλλιεργειών (σιτάρι, καπνός, σόγια κλπ.). Εάν η ηρωίνη νομιμοποιούταν, ένας εξαρτημένος θα μπορούσε να επιτύχει την καθημερινή του ανάγκη στο κόστος ενός ψωμιού, σύμφωνα με τις καλύτερες εκτιμήσεις.

Υπό την απαγόρευση, ο εθισμός στην ηρωίνη μπορεί να κοστίζει έως και 100 δολάρια την ημέρα για μια ώριμη συνήθεια. Ανάλογα με τις πληροφορίες αγοράς και τις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, ο εξαρτημένος ξοδεύει περίπου 35.000 δολάρια ετησίως για να στηρίξει τη συνήθειά του. Είναι προφανές ότι αυτό το κόστος είναι υπεύθυνο για την ανείπωτη ανθρώπινη δυστυχία για την οποία συνήθως κατηγορείται η εξάρτηση από την ηρωίνη. Ο τυπικός εθισμένος είναι συνήθως νέος, αμόρφωτος και αδυνατεί να κερδίσει αρκετά χρήματα με έντιμα μέσα για να στηρίξει τη συνήθειά του. Εάν δεν ζητήσει ιατρική και ψυχιατρική βοήθεια, η μόνη επιλογή που μπορεί να κάνει ο εξαρτημένος για να εξασφαλίσει τη «δόση» του είναι να εισέλθει σε μια εγκληματική ζωή, όπου μπορεί τελικά θα κυνηγηθεί από την αστυνομία ή τις συμμορίες του δρόμου.

Επιπλέον, ο εθισμένος εγκληματίας βρίσκεται σε πολύ χειρότερη θέση από ότι ο μη εθισμένος. Ο μη εθισμένος εγκληματίας μπορεί να επιλέξει τον πλέον κατάλληλο χρόνο και τόπο για ληστεία. Αλλά ο εξαρτημένος πρέπει να διαπράττει έγκλημα όποτε χρειάζεται μία «δόση», και αυτό συνήθως συμβαίνει, όταν τα αντανακλαστικά του από τη στέρηση του ναρκωτικού είναι μειωμένα.

Απαγόρευση και χαμένες ζωές

Αν αναλογιστούμε τα οικονομικά της «διακίνησης» των κλεμμένων εμπορευμάτων, γίνεται φανερό ότι ο εξαρτημένος πρέπει να διαπράξει ένα τεράστιο ποσό εγκλήματος για να στηρίξει τη συνήθειά του. Για να έχει το ετήσιο ποσό των 35.000 δολαρίων που είναι απαραίτητο για την αγορά ναρκωτικών, ο εξαρτημένος πρέπει να κλέψει περίπου πέντε φορές το ποσό αυτό (σχεδόν $ 200.000 ετησίως), αφού οι αγοραστές κλεμμένων εμπορευμάτων (κλεπταποδόχοι) πληρώνουν συνήθως μόνο το 20% από αυτό που αγοράζουν. Εάν το ποσό των 200.000 δολαρίων πολλαπλασιαστεί με τους εκτιμώμενους 10.000 τοξικομανείς στη Νέα Υόρκη, το σύνολο των 20 δισ. δολαρίων είναι το ποσό της συνολικής αξίας που χάθηκε σε εγκλήματα που διαπράχθηκαν από εθισμένους στη Νέα Υόρκη.

Δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά έντονα ότι αυτά τα εγκλήματα οφείλονται στην απαγόρευση της ηρωίνης και όχι στο αποτέλεσμα της εξάρτησης από την ηρωίνη. Είναι η απαγόρευση που επιβάλλει δραστικά το τίμημά της και οδηγεί τον εξαρτημένο σε μια ζωή εγκληματικότητας και βαρβαρότητας που μπορεί να τελειώσει με το θάνατό του ή τον θάνατο του θύματος του.

Για να αποδείξω αυτό το σημείο, εξετάστε το μικρό αλλά σημαντικό αριθμό ιατρών που, έχοντας πρόσβαση στην ηρωίνη, έχουν εθιστεί. Η τιμή της δεν είναι απαγορευτική εφόσον η προμήθεια του φαρμάκου δεν είναι παράνομη. Η ζωή τους είναι «φυσιολογική», ευχάριστη και ικανοποιητική – με αυτή τη μοναδική διαφορά. Από οικονομική άποψη, η ζωή τους δεν θα ήταν πολύ διαφορετική αν, αντί να είναι εθισμένοι στην ηρωίνη, ήταν διαβητικοί και εθισμένοι στην ινσουλίνη. Ακόμα και με εθισμό, αυτοί οι γιατροί θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν επαγγελματικά. Εάν, ωστόσο, αποκοπεί η νόμιμη παράδοση ηρωίνης (ή ξαφνικά κηρυχθεί παράνομη η ινσουλίνη), οι γιατροί αυτοί θα βρεθούν στο έλεος του διακινητή, δεν θα μπορούν να εξακριβώσουν την ποιότητα των ναρκωτικών που αγοράζουν και θα αναγκαστούν να πληρώνουν υπερβολικές τιμές για την προμήθειά τους. Κάτω από αυτές τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, η θέση του εθισμένου γιατρού θα ήταν πιο δύσκολη, αλλά δεν θα ήταν καταστροφική, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς τους επαγγελματίες θα μπορούσαν εύκολα να αντέξουν οικονομικά τα 35.000 δολάρια ως ετήσιο κόστος της συνήθειας τους. Αλλά τι μπορεί να κάνει ο ανεκπαίδευτος εξαρτημένος που ζει στη φτώχεια, που δεν έχει αυτές τις προοπτικές;

Η λειτουργία του διακινητή ναρκωτικών

Η λειτουργία του πωλητή ηρωίνης, σε αντίθεση με το κίνητρό του να εισέλθει στο πεδίο, είναι να κρατάει την τιμή του ναρκωτικού χαμηλά. Κάθε φορά που μερικοί πωλητές ηρωίνης εισέρχονται στον κλάδο, η τιμή μειώνεται ακόμα περισσότερο. Αντίθετα, κάθε φορά που ο αριθμός των πωλητών ηρωίνης μειώνεται (μέσω αποθάρρυνσης ή δίωξης), η τιμή αυξάνεται. Δεδομένου ότι δεν είναι η πώληση ή η χρήση της ίδιας της ηρωίνης που είναι υπεύθυνη για τη δυστυχία του εξαρτημένου ή για τα εγκλήματα που διαπράττει, αλλά η υψηλή τιμή της ηρωίνης, που προκαλείται από την απαγόρευση, πρέπει να προκύπτει ότι κάθε ενέργεια που οδηγεί σε πτώση στην τιμή του φαρμάκου ανακουφίζει το πρόβλημα. Εάν το πρόβλημα οφείλεται στο υψηλό κόστος του φαρμάκου, τότε η μείωση του κόστους πρέπει να θεωρηθεί λύση.

Όμως, ο διακινητής της ηρωίνης είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της τιμής του ναρκωτικού και οι δυνάμεις του «νόμου και τάξης» που είναι υπεύθυνες για την αύξηση αυτών των τιμών παρεμβαίνοντας στις δραστηριότητες του διακινητή. Ως εκ τούτου, είναι ο πολύ συκοφαντημένος διακινητής ναρκωτικών, και όχι ο ευρέως αγαπημένος αστυνομικός του τμήματος ναρκωτικών («narc»), ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως ηρωική φιγούρα.

Αδύναμα τα επιχειρήματα υπέρ της απαγόρευσης

Η νομιμοποίηση της ηρωίνης απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι θα σταματήσει η πρόοδος και ο πολιτισμός. Αναφέρεται η βρετανική και η κινεζική εμπειρία με εθιστικά ναρκωτικά και εμείς υποτίθεται ότι μπορούμε να φανταστούμε τα πλήθη ανθρώπων μαστουρωμένους να κείτονται στους δρόμους. Το επιχείρημα είναι ότι πρέπει να απαγορευτεί οτιδήποτε παρεμποδίζει την πρόοδο, όπως η ευρεία χρήση της ηρωίνης. Υπάρχουν όμως και άλλα πράγματα που μπορούν να παρεμβαίνουν στη συνεχιζόμενη πρόοδο, που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα ήταν πρόθυμοι να απαγορεύσουν – ο ελεύθερος χρόνος για παράδειγμα. Αν οι εργαζόμενοι έκαναν διακοπές, που ανέρχονταν στο 90% του χρόνου εργασίας, η «πρόοδος» σίγουρα θα έπαυε. Πρέπει να απαγορευτούν οι μεγάλες σε διάρκεια διακοπές; Μετά βίας. Επιπλέον, η παρούσα απαγόρευση της ηρωίνης δεν εξαλείφει την πρόσβαση στο φάρμακο. Παλαιότερα, ήταν διαθέσιμο μόνο στα γκέτο της κεντρικής πόλης. Σήμερα μπορεί να αγοραστεί σε εύπορες προαστιακές γειτονιές και σχολικές εστίες.

Στο παράδειγμα της κινεζικής εμπειρίας με τα ναρκωτικά, οι Κινέζοι έμποροι αναγκάστηκαν «διπλωματικά» να δεχτούν το όπιο. Η νομιμοποίηση των εθιστικών φαρμάκων σε καμία περίπτωση δεν θα υποχρέωνε τους ιδιώτες στη συνήθεια. Πράγματι, η δύναμη ή η εξάλειψη της βίας είναι ο κύριος λόγος για την κατάργηση της απαγόρευσης της ηρωίνης.

Στη βρετανική περίπτωση (φάρμακα που χορηγούνται νόμιμα, με χαμηλό κόστος, από γιατρό ή εξουσιοδοτημένη κλινική), ισχυρίζονται ότι ο αριθμός των τοξικομανών αυξήθηκε απότομα, από τότε που ξεκίνησε το πρόγραμμα χαμηλού κόστους της. Αλλά αυτή η άνοδος είναι ένα στατιστικό τεχνούργημα. Παλαιότερα, πολλοί άνθρωποι ήταν απρόθυμοι να αναφέρουν τους εαυτούς τους ως εθισμένους, όταν ήταν παράνομο να είσαι ένας. Όταν ο εθισμός νομιμοποιήθηκε και τα φάρμακα χαμηλού κόστους ήταν διαθέσιμα, τα στατιστικά στοιχεία αυξήθηκαν φυσικά. Η υγειονομική υπηρεσία της βρετανικής κυβέρνησης χορηγεί φάρμακα μόνο σε εγκεκριμένους εξαρτημένους. Θα ήταν πράγματι εκπληκτικό, αν υπήρχε σημαντική αύξηση του ποσοστού εξάρτησης υπό αυτές τις συνθήκες.

Μια άλλη πηγή αύξησης του αριθμού των στατιστικά καταμετρημένων εξαρτημένων είναι η μετάβαση στο Ηνωμένο Βασίλειο από χώρες της Κοινοπολιτείας. Αυτή η ξαφνική μετανάστευση θα μπορούσε να προκαλέσει προσωρινά προβλήματα προσαρμογής, αλλά μετά βίας αποτελεί ευθύνη του βρετανικού προγράμματος. Αντιθέτως, παρέχει άφθονη μαρτυρία για την προνοητικότητα και την προοδευτικότητα του προγράμματος. Το να κατηγορήσει κάποιος αυτό το πρόγραμμα για την αύξηση του εθισμού θα ήταν παρόμοιο με το να κατηγορεί τον Δρ. Christiaan Barnard (τον πρώτο γιατρό που πραγματοποιήστε χειρουργική επέμβαση καρδιακής μεταμόσχευσης) για την αύξηση του αριθμού των ανθρώπων στη Νότια Αφρική, που ήθελαν καρδιοχειρουργική επέμβαση.

Τιμή και δόξα στο βαποράκι και τον διακινητή ναρκωτικών

Συμπερασματικά, θα πρέπει να δηλωθεί ότι ο εθισμός στην ηρωίνη μπορεί να είναι ένα αδιάβλητο κακό, χωρίς κοινωνικά αποδεκτά χαρακτηριστικά. Αν ναι, οι προσπάθειες για τη δημοσιοποίηση των δεινών του εθισμού μπορούν να επικροτηθούν. Ωστόσο, η παρούσα απαγόρευση της ηρωίνης και άλλων σκληρών ναρκωτικών δεν εξυπηρετεί κανένα χρήσιμο σκοπό. Έχει προκαλέσει αμέτρητα βάσανα και μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Επιδιώκοντας να υποστηρίξει αυτόν τον φαύλο νόμο, ο αστυνομικός της δίωξης ναρκωτικών διατηρεί τις τιμές υψηλά και προσθέτει στην τραγωδία. Είναι μόνο ο διακινητής ηρωίνης, ενεργώντας έτσι ώστε να μειωθούν οι τιμές, ακόμη και με σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, ο οποίος σώζει ζωές και ελαφρύνει κάπως την τραγωδία.

***

*Τα κείμενα είναι προσαρμογές άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του Walter Block «Defending the Undefendable» (1976), όπου πραγματεύεται παρόμοιες περιπτώσεις κοινωνικά κατακριτέων δραστηριοτήτων, ισχυριζόμενος ότι παρέχουν όφελος χωρίς να θυματοποιούν κανέναν.

**Ο Walter Block είναι Αμερικανός οικονομολόγος της Αυστριακής Σχολής και θεωρητικός του λιμπερταριανισμού και του αναρχοκαπιταλισμού. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Loyola της νέας Ορλεάνης και επίτιμος συνεργάτης του Mises Institute.

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Διαβάστε περισσότερα: