Δύο οράματα για την Ευρώπη. Η τραγωδία του ευρώ.

0
1239
Οράματα που έγιναν εφιάλτες για την Ευρώπη (Photo by Sean Gallup/Getty Images)

Ιστορικά, είχαν προηγηθεί σοσιαλιστικά οράματα και σχέδια ίδρυσης και ελέγχου ενός κεντρικού κράτους στην Ευρώπη από τους Καρλομάγνο, Ναπολέων, Στάλιν και Χίτλερ. Ωστόσο, η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά δε θα είναι απαραίτητη η άμεση στρατιωτική παρέμβαση.

Του Philipp Bagus

Υπήρξε μια μάχη μεταξύ των υποστηρικτών δύο διαφορετικών ιδανικών από την αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποια στάση θα έπρεπε να υιοθετηθεί: το κλασικό φιλελεύθερο όραμα, ή το σοσιαλιστικό όραμα για την Ευρώπη; Η Εισαγωγή του ευρώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις στρατηγικές αυτών των δύο οραμάτων. Για να καταλάβουμε την τραγωδία του ευρώ και την ιστορία του, είναι σημαντικό να είμαστε εξοικειωμένοι με αυτά τα δύο αποκλίνοντα, και υποβόσκοντα οράματα και τις εντάσεις που έχουν έρθει στο προσκήνιο εν όψει του ενιαίου νομίσματος.

ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΟΡΑΜΑ

Οι ιδρυτικοί πατέρες της ΕΕ, ο Schuman (Γαλλία [γεννήθηκε στο Λουξεμβούργο]), οAdenauer (Γερμανία), και ο Alcide de Gasperi (Ιταλία), όλοι γερμανόφωνοι καθολικοί, ήταν πιο κοντά στο κλασικό φιλελεύθερο όραμα για την Ευρώπη. Ήταν επίσης χριστιανοί δημοκράτες. Το κλασικό φιλελεύθερο όραμα αφορά στην ατομική ελευθερία ως την πιο σημαντική πολιτισμική αξία των Ευρωπαίων και του Χριστιανισμού. Σε αυτό το όραμα τα ευρωπαϊκά κράτη υπερασπίζονται τα ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας και μια οικονομία ελεύθερης αγοράς σε μια Ευρώπη με ανοιχτά σύνορα, επιτρέποντας την ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών, υπηρεσιών και ιδεών.

Η Συνθήκη της Ρώμης του 1957 ήταν το κύριο επίτευγμα προς το κλασικό φιλελεύθερο όραμα για την Ευρώπη. Η συνθήκη κατοχύρωσε τέσσερις βασικές ελευθερίες: ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, ελεύθερη προσφορά υπηρεσιών, ελεύθερη μετακίνηση των οικονομικών κεφαλαίων, και ελεύθερη μετανάστευση. Η συνθήκη επανέφερε τα δικαιώματα που υπήρξαν σημαντικά για την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της κλασσικής φιλελεύθερης εποχής του δεκάτου ενάτου αιώνα, αλλά είχαν εγκαταλειφθεί στην εποχή του εθνικισμού και του σοσιαλισμού. Η συνθήκη ήταν μια στροφή μακριά από την εποχή του σοσιαλισμού που οδήγησε σε συγκρούσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών, με αποκορύφωμα τους δύο παγκόσμιους πολέμους.

Ασύμβατο το φιλελεύθερο όραμα με το Ευρωπαϊκό υπερκράτος

Το κλασικό φιλελεύθερο όραμα στόχευε στην επαναφορά των ελευθεριών του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός χωρίς εμπόδια εισόδου θα έπρεπε να επικρατήσει στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά. Σε αυτό το όραμα, κανένας δε θα μπορούσε να απαγορεύσει σε έναν Γερμανό κομμωτή να κουρέψει στην Ισπανία, και κανένας δε θα μπορούσε να φορολογήσει έναν Άγγλο επειδή μεταφέρει χρήματα από μια γερμανική σε μια γαλλική τράπεζα, ή επειδή επενδύει στο ιταλικό χρηματιστήριο. Κανείς δε θα μπορούσε να εμποδίσει, μέσω ρυθμίσεων, έναν Γάλλο ζυθοποιό να πουλήσει μπύρα στη Γερμανία. Καμία κυβέρνηση δε θα μπορούσε να δώσει επιδοτήσεις διαστρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό. Κανείς δε θα μπορούσε να σταματήσει ένα Δανό από το να φύγει από ένα κράτος κοινωνικής πρόνοιας και ακραίας φορολόγησης, και να μεταναστεύσει σε ένα κράτος με μικρότερες φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως η Ιρλανδία.

Για να επιτευχθεί αυτό το ιδανικό μιας ειρηνικής συνεργασίας και άνθησης των συναλλαγών, το μόνο που ήταν απαραίτητο ήταν η ελευθερία. Σε αυτό το όραμα δε θα υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό υπερκράτος. Στην πραγματικότητα το κλασικό φιλελεύθερο όραμα είναι ιδιαίτερα δύσπιστο απέναντι σε ένα κεντρικό ευρωπαϊκό κράτος καθώς θεωρείται επιζήμιο προς την ατομική ελευθερία.

Φιλοσοφικά, πολλοί υπερασπιστές αυτού του οράματος είναι εμπνευσμένοι από τον Καθολικισμό, και τα σύνορα της ευρωπαϊκής κοινότητας ορίζονται από το Χριστιανισμό. Σύμφωνα με την καθολική κοινωνική διδασκαλία, η αρχή της επικουρικότητας θα πρέπει να υπερισχύσει: τα προβλήματα θα πρέπει να επιλύονται στο χαμηλότερο και λιγότερο συγκεντρωμένο επίπεδο που είναι εφικτό. Το μόνο κεντρικό ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο που θα γινόταν αποδεκτό, θα ήταν ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο, με δυνατότητες περιορισμένες στο να ελέγχει τις συγκρούσεις μεταξύ κρατών μελών, και να εγγυάται τις τέσσερις βασικές ελευθερίες.

Κυρίαρχο στοιχείο του φιλελεύθερου οράματος ο ανταγωνισμός

Από τη κλασσική φιλελεύθερη οπτική γωνία, θα πρέπει να υπάρχουν πολλά ανταγωνιζόμενα πολιτικά συστήματα, όπως συνέβαινε στην Ευρώπη για αιώνες. Κατά το Μεσαίωνα και μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα, υπήρξαν πολύ διαφορετικά πολιτικά συστήματα, όπως οι ανεξάρτητες πόλεις της Φλάνδρας, της Γερμανίας και της Βόρειας Ιταλίας. Υπήρξαν βασίλεια, όπως η Βαυαρία και η Σαξονία, ενώ υπήρξαν και δημοκρατίες όπως η Βενετία. Η πολιτική πολυμορφία αποδεικνύεται πιο ξεκάθαρα στην ισχυρά αποκεντρωμένη Γερμανία. Με την κουλτούρα της διαφορετικότητας και του πλουραλισμού, η επιστήμη και η βιομηχανία άκμασαν.

Ο ανταγωνισμός σε όλα τα επίπεδα είναι σημαντικός στο κλασικό φιλελεύθερο όραμα. Οδηγεί σε συνοχή, όπως με τα πρότυπα προϊόντων, τις τιμές των συντελεστών, και κυρίως στο ότι οι μισθοί τείνουν να συγκλίνουν. Το κεφάλαιο μετακινείται εκεί, όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί, οδηγώντας στην αύξησή τους – οι εργαζόμενοι, από την άλλη μετακινούνται εκεί που οι μισθοί είναι υψηλοί, οδηγώντας στη μείωσή τους. Οι αγορές προσφέρουν αποκεντρωμένες λύσεις για τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα οι οποίες βασίζονται στην ατομική ιδιοκτησία.

Ο πολιτικός ανταγωνισμός οδηγεί στην πιο σημαντική ευρωπαϊκή αξία: ελευθερία. Ο φορολογικός ανταγωνισμός ευνοεί τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και τη φορολογική ευθύνη. Οι άνθρωποι ψηφίζουν με τις μετακινήσεις τους, αποφεύγοντας την υπερβολική φορολογία, όπως και οι επιχειρήσεις. Οι διαφορετικές εθνικές φορολογικές κυριαρχίες αντιμετωπίζονται ως την καλύτερη προστασία ενάντια στην τυραννία. Ο ανταγωνισμός επικρατεί και στον τομέα των χρημάτων. Διαφορετικές νομισματικές αρχές ανταγωνίζονται προσφέροντας νομίσματα υψηλής ποιότητας. Οι αρχές που προσφέρουν τα πιο σταθερά νομίσματα ασκούν πίεση στις υπόλοιπες να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.

ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ

Σε άμεση αντίθεση με το κλασικό φιλελεύθερο όραμα βρίσκεται το σοσιαλιστικό, ή αυτοκρατορικό όραμα για την Ευρώπη, υπερασπιζόμενο από πολιτικούς όπως ο Jacques Delors και François Mitterrand. Ένας συνασπισμός κρατικιστικών συμφερόντων εθνικιστών, σοσιαλιστών και συντηρητικών κάνει ότι μπορεί για να προωθήσει την ατζέντα του. Θέλει να δει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια αυτοκρατορία ή ένα φρούριο προστατευτισμού προς τα έξω και παρεμβατισμού προς τα μέσα. Αυτοί οι κρατιστές ονειρεύονται ένα συγκεντρωτικό κράτος με αποτελεσματικούς τεχνοκράτες – όπως οι κυρίαρχοι τεχνοκράτες κρατιστές θεωρούν τους εαυτούς τους ότι είναι – να το διαχειρίζονται.

Σε αυτό το ιδανικό, το κέντρο της αυτοκρατορίας θα ελέγχει την περιφέρεια. Θα υπάρχει κοινή και κεντρική νομοθεσία. Οι υπερασπιστές του σοσιαλιστικού οράματος της Ευρώπης θέλουν την ανέγερση ενός ευρωπαϊκού μεγα-κράτους το οποίο θα αναπαράγει τα εθνικά κράτη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θέλουν ένα ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας που θα προβλέπει αναδιανομή, ρυθμίσεις, και εναρμόνιση της νομοθεσίας μέσα στην Ευρώπη.

Η εναρμόνιση των φόρων και των κοινωνικών ρυθμίσεων θα εφαρμόζονται στο ανώτατο επίπεδο. Αν ο ΦΠΑ είναι μεταξύ 15% και 25% μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι σοσιαλιστές θα το εναρμονίσουν στο 25% σε όλες τις χώρες. Τέτοια εναρμόνιση των κοινωνικών ρυθμίσεων είναι υπέρ των συμφερόντων των πιο προστατευμένων, των πλουσιότερων και των πιο παραγωγικών εργαζομένων, που μπορούν να «πληρώσουν» μια τέτοια ρύθμιση — ενώ οι υπόλοιποι δε μπορούν. Αν οι γερμανικές κοινωνικές ρυθμίσεις είχαν εφαρμοστεί στους Πολωνούς, για παράδειγμα, οι δεύτεροι θα είχαν προβλήματα στον ανταγωνισμό τους με τους πρώτους.

Ανάλογα οράματα είχαν οι Χίτλερ και Στάλιν

Η ατζέντα του σοσιαλιστικού οράματος είναι να παρέχει όλο και περισσότερη δύναμη στο κεντρικό κράτος, π.χ. στις Βρυξέλλες.

Το σοσιαλιστικό όραμα για την Ευρώπη είναι το ιδανικό της πολιτικής τάξης, των γραφειοκρατών, των ομάδων συμφερόντων, των προνομιούχων καθώς και των επιδοτούμενων τομέων που θέλουν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό κεντρικό κράτος για τον εμπλουτισμό τους.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης παρουσιάζουν το ευρωπαϊκό κράτος ως αναγκαιότητα, και το θεωρούν καθαρά θέμα χρόνου. Κατά μήκος του σοσιαλιστικού μονοπατιού, το ευρωπαϊκό κεντρικό κράτος θα γίνει μια μέρα τόσο δυνατό που τα κυρίαρχα κράτη-μέλη θα υποταχθούν σε αυτό. (Μπορούμε ήδη να δούμε τις πρώτες ενδείξεις τέτοιας υποταγής στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ιρλανδίας. Και οι δύο χώρες συμπεριφέρονται σαν προτεκτοράτα των Βρυξελλών που λένε στις κυβερνήσεις τους πώς να διαχειριστούν το έλλειμμά τους.)

Το σοσιαλιστικό όραμα δεν προβλέπει εμφανή γεωγραφικά όρια για το ευρωπαϊκό κράτος — σε αντίθεση με το εμπνευσμένο από τον Καθολικισμό κλασικό φιλελεύθερο όραμα. Ο πολιτικός ανταγωνισμός αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο για το κεντρικό κράτος, το οποίο απομακρύνεται από το δημόσιο έλεγχο. Με αυτή την έννοια το κεντρικό κράτος στο σοσιαλιστικό όραμα γίνεται όλο και λιγότερο δημοκρατικό καθώς η δύναμη μετακινείται προς τους γραφειοκράτες και τους τεχνοκράτες.(Ένα παράδειγμα παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι επίτροποι δεν εκλέγονται, αλλά διορίζονται από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.)

Ιστορικά, είχαν προηγηθεί σοσιαλιστικά σχέδια ίδρυσης και ελέγχου ενός κεντρικού κράτους στην Ευρώπη από τους Καρλομάγνο, Ναπολέων, Στάλιν και Χίτλερ. Ωστόσο, η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά δε θα είναι απαραίτητη η άμεση στρατιωτική παρέμβαση. Χρησιμοποιείται όμως ο εξαναγκασμός των κρατών για να τα ωθήσουν προς ένα κεντρικό ευρωπαϊκό κράτος.

Αδύνατο να συνυπάρξουν το σοσιαλιστικό με το φιλελεύθερο όραμα

Από τακτικής απόψεως, οι καταστάσεις κρίσης συγκεκριμένα θα χρησιμοποιούνται από τους υποστηρικτές του σοσιαλιστικού οράματος για τη δημιουργία νέων θεσμών (όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή πιθανώς, στο μέλλον, ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών), καθώς και να επεκτείνουν τις αρμοδιότητες των υφιστάμενων θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή η ΕΚΤ.

Το κλασικό φιλελεύθερο και το σοσιαλιστικό όραμα για την Ευρώπη είναι, κατά συνέπεια, ασυμβίβαστα. Στην πραγματικότητα, η αύξηση της ισχύος ενός κεντρικού κράτους όπως προτείνεται από το σοσιαλιστικό όραμα συνεπάγεται μείωση στις τέσσερις βασικές ελευθερίες, και βεβαίως λιγότερη ατομική ελευθερία.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΩΝΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΟΡΑΜΑΤΑ

Τα δύο οράματα μάχονται μεταξύ τους από τη δεκαετία του 1950. Στην αρχή, ο σχεδιασμός για τις ευρωπαϊκές κοινότητες ήταν πιο κοντά στο κλασικό φιλελεύθερο όραμα. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποτελούντο από κυρίαρχα κράτη και εγγυούνταν τις τέσσερις βασικές ελευθερίες. Από την οπτική γωνία των κλασικών φιλελεύθερων, μια κύρια ανωμαλία από τη γέννηση της κοινότητας ήταν η επιδότηση και η παρεμβατικότητα στην αγροτική πολιτική. Επίσης, από την κατασκευή της, η μόνη νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Από τη στιγμή που η Επιτροπή έχει κάνει μια πρόταση για νομοθέτηση, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο του, ή μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορούν να την εγκρίνουν. Αυτή η ρύθμιση περιέχει το σπόρο του συγκεντρωτισμού. Κατά συνέπεια, η θεσμική διευθέτηση, από την αρχή, σχεδιάστηκε για να φιλοξενήσει το συγκεντρωτισμό και τη δικτατορία πάνω σε απόψεις μειοψηφίας, καθώς η ομοφωνία δεν είναι απαραίτητη για όλες τις αποφάσεις και οι τομείς όπου απαιτείται έχουν μειωθεί με τα χρόνια.

Το κλασικό φιλελεύθερο μοντέλο υποστηρίζεται παραδοσιακά από χριστιανούς δημοκράτες και κράτη όπως η Ολλανδία, η Γερμανία και επίσης η Μεγάλη Βρετανία. Άλλα οι σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλιστές, συνήθως οδηγούμενοι από την κυβέρνηση της Γαλλίας, υπερασπίζονται την αυτοκρατορική εκδοχή της Ευρώπης.

Οι Γάλλοι σοσιαλιστές και το χαμένο αυτοκρατορικό γόητρο

Στην πραγματικότητα, υπό το πρίσμα της ραγδαίας πτώσης της το 1940, τα χρόνια της κατοχής των Ναζί, οι αποτυχίες της στην Ινδοκίνα, και η απώλεια των αφρικανικών αποικιών της, η Γαλλική άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα για να ανακτήσει την επιρροή της και την τιμή της, και για να αντισταθμιστεί η απώλεια της αυτοκρατορίας της. Με τα χρόνια έχει υπάρξει μια αργή τάση προς το σοσιαλιστικό ιδεώδες — αυξάνοντας τους προϋπολογισμούς για την ΕΕ και με μια νέα περιφερειακή πολιτική που αναδιανέμει αποτελεσματικά τον πλούτο σε όλη την Ευρώπη. Αμέτρητες ρυθμίσεις και εναρμονίσεις επίσης έσπρωξαν προς αυτή την κατεύθυνση.

Το κλασικό φιλελεύθερο όραμα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξάρτητων κρατών έδειξε να λαμβάνει νέα δύναμη με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ενοποίηση της Γερμανίας. Πρώτον, η Γερμανία, έχοντας παραδοσιακά υπερασπιστεί αυτό το όραμα, έγινε πιο δυνατή λόγω της ενοποίησης. Δεύτερον, τα νέα κράτη που αναδύθηκαν από τις στάχτες του Κομμουνισμού, όπως η Τσεχοσλοβακία (Václav Klaus), η Πολωνία, η Ουγγαρία κλπ επίσης υποστήριξαν το κλασικό φιλελεύθερο όραμα για την Ευρώπη.

Αυτά τα νέα κράτη θέλησαν να απολαύσουν την καινούρια, πρόσφατα κερδισμένη ελευθερία τους. Δεν άντεχαν άλλο τον σοσιαλισμό, τις αυτοκρατορίες και τον συγκεντρωτισμό. Η επιρροή της Γαλλικής κυβέρνησης ήταν τώρα περιορισμένη. Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είδε την ήττα του να έρχεται. Μια γρήγορη διεύρυνση της ΕΕ ενσωματώνοντας τα καινούρια κράτη στην ανατολή έπρεπε να αποτραπεί. Ένα βήμα εμπρός προς το κεντρικό κράτος έπρεπε να γίνει. Το ενιαίο νόμισμα έμελλε να γίνει το όχημα για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός.

Σωσίβιο για το σοσιαλιστικό όραμα το ενιαίο νόμισμα

Σύμφωνα με τις γερμανικές εφημερίδες, η Γαλλική κυβέρνηση φοβήθηκε πως η Γερμανία, μετά την ενοποίησή της, θα δημιουργούσε «μια περιοχή ελεύθερου εμπορίου από το Brest μέχρι το Brest-Litowsk, κυριαρχούμενη από το γερμανικό μάρκο». Οι ευρωπαίοι (Γάλλοι) σοσιαλιστές χρειάζονταν επειγόντως τη δύναμη πάνω στη νομισματική μονάδα.

Όπως είπε ο Charles Gave σχετικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν την πτώση του τοίχους του Βερολίνου:

«Για τους υπερασπιστές της «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» [σοσιαλιστικό όραμα], το Ευρωπαϊκό κράτος θα έπρεπε να οργανωθεί άμεσα, ανεξάρτητα από τους κινδύνους, και να καταστεί αναπόφευκτο. Αλλιώς, οι υπερασπιστές της «Χριστιανικής Ευρώπης» [κλασικό φιλελεύθερο όραμα] θα κέρδιζαν αυτόματα και η ιστορία πιθανώς δε θα ανέστρεφε ξανά την πορεία της. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η κρίση που έδωσε την ευκαιρία, και οδήγησε, την «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» να προωθήσει ένα υπερφιλόδοξο πρόγραμμα. Η ζυγαριά είχε γείρει και η «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» έπρεπε να την γείρει προς την άλλη πλευρά – και η δημιουργία του ευρώ, περισσότερο από κάθε άλλο, ήρθε να συμβολίσει την ώθηση του Ρωμαϊκού στρατοπέδου προς μια κεντρική υπερδομή.»

Η επίσημη επιχειρηματολογία για τους υπερασπιστές του ενιαίου χάρτινου νομίσματος ήταν ότι το ευρώ θα μείωνε το κόστος των συναλλαγών — διευκολύνοντας το εμπόριο, τον τουρισμό και την ανάπτυξη στην Ευρώπη. Πιο έμμεσα όμως, το ενιαίο νόμισμα είχε θεωρηθεί ως το πρώτο βήμα προς τη δημιουργία του ευρωπαϊκού κράτους. Θεωρήθηκε ότι το ευρώ θα δημιουργούσε πίεση για να θεσπιστεί αυτό το κράτος. Ο πραγματικός λόγος που η Γερμανική κυβέρνηση, ενώ παραδοσιακά ήταν αντίθετη στο σοσιαλιστικό όραμα, τελικά δέχτηκε το ευρώ, είχε να κάνει με την Γερμανική ενοποίηση. Η συμφωνία ήταν ως εξής: Η Γαλλία χτίζει την Ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και η Γερμανία μπορεί να ενοποιηθεί. Υποστηρίζονταν ότι η Γερμανία σε άλλη περίπτωση θα γινόταν υπερβολικά δυνατή και το αιχμηρότερο της όπλο, το γερμανικό μάρκο, έπρεπε να καταργηθεί — με άλλα λόγια, αφοπλισμός.

Το επόμενο βήμα στο σχέδιο του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ήταν το σχέδιο για ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα (από τον Γάλλο πρώην πρωθυπουργό Valery Giscard d’Estaing Ginard), ιδρύοντας ένα κεντρικό κράτος. Άλλα το σχέδιο για το σύνταγμα τελικά απέτυχε–καταψηφίστηκε από τους ψηφοφόρους στη Γαλλία και την Ολλανδία το 2005. Όπως γίνεται συνήθως, οι Γερμανοί δεν ερωτήθηκαν ποτέ. Δεν τους είχαν ρωτήσει ούτε για το ευρώ. Αλλά οι πολιτικοί δεν παραιτούνται μέχρι να πάρουν αυτό που θέλουν. Στην περίπτωση αυτή, απλά μετονόμασαν το σύνταγμα – και δε χρειαζόταν πλέον την ψήφο της πλειοψηφίας σε πολλές χώρες.

Προπομπός του επερχόμενου πολιτισμικού Μαρξισμού και του περιορισμού των ελευθεριών η συνθήκη της Λισσαβόνας

Κατά συνέπεια, η Συνθήκη της Λισσαβόνας υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2007. Η Συνθήκη είναι γεμάτη από λέξεις όπως πλουραλισμός, μη διάκριση, ανεκτικότητα και αλληλεγγύη, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ως εκκλήσεις για την καταπάτηση των δικαιωμάτων ατομικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας των συμβολαίων. Στο άρθρο τρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύεται να καταπολεμήσει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις, ανοίγοντας την πόρτα στην κρατική παρεμβατικότητα.

Ο Θεός δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Στην πραγματικότητα, η Συνθήκη της Λισσαβόνας συνιστά μια ήττα για το σοσιαλιστικό ιδεώδες. Δεν είναι ένα πραγματικό σύνταγμα μα απλά μια συνθήκη. Είναι αδιέξοδο για τους υποστηρικτές της αυτοκρατορίας, που αναγκάστηκαν να ανασυνταχθούν και να επικεντρωθούν στο ένα εργαλείο που τους είχε απομείνει — το ευρώ. Αλλά πως ακριβώς μπορεί να προκαλέσει μια συγκεντροποίηση στην Ευρώπη;

Η Ευρωπαϊκή ένωση δεν χρειάζεται το ευρώ για να συνεχίσει να υπάρχει

Το ευρώ προκαλεί το είδος των προβλημάτων που μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσχημα για συγκεντρωτισμό από την πλευρά των πολιτικών. Πράγματι, η κατασκευή και η εγκατάσταση του ευρώ προκάλεσαν μια αλυσίδα από σοβαρές κρίσεις: Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νομισματοκοπείο για να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους – αυτό το χαρακτηριστικό της ΟΝΕ οδηγεί πάντα σε κρατική κρίση χρέους. Η κρίση, με τη σειρά της, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συγκέντρωση εξουσίας και δημοσιονομικών πολιτικών.

Η κεντρική διαχείριση των δημοσιονομικών πολιτικών μπορεί μετά να χρησιμοποιηθεί για την εναρμόνιση της φορολογίας και την κατάργηση του φορολογικού ανταγωνισμού. Στην τωρινή κρίση χρέους των κρατών, το ευρώ, το μόνο μέσο που απέμεινε στους σοσιαλιστές για να ενισχύσουν τα επιχειρήματά τους και να πετύχουν το κεντρικό κράτος τους, βρίσκεται σε κίνδυνο. Επομένως απέχει πολύ από την αλήθεια ότι το τέλος του ευρώ θα σήμαινε το τέλος της Ευρώπης η της Ευρωπαϊκής ιδέας – θα ήταν απλά το τέλος της σοσιαλιστικής εκδοχής της.

Φυσικά κάποιος μπορεί να έχει μια οικονομικά ολοκληρωμένη Ευρώπη με τις τέσσερις βασικές ελευθερίες χωρίς ένα κοινό χάρτινο νόμισμα. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Δανία και η Τσεχία δεν έχουν το ευρώ, αλλά ανήκουν στην ίδια κοινή αγορά απολαμβάνοντας τις τέσσερις ελευθερίες. Αν η Ελλάδα βρίσκονταν ανάμεσα σε αυτές τις χώρες, το κλασικό φιλελεύθερο όραμα θα παρέμενε ανέγγιχτο. Στην πραγματικότητα, η ελεύθερη επιλογή του νομίσματος προσομοιάζει περισσότερο με την ευρωπαϊκή αξία της ελευθερίας από ένα ευρωπαϊκό νόμισμα νόμιμης κυκλοφορίας που έρχεται μαζί με την μονοπωλιακή παραγωγή του.

***

 

  • Ο Philip Bagus, γνήσιος οικονομολόγος της αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης και καθηγητής οικονομικών στο Universidad Rey Juan Carlos στη Μαδρίτη, είναι ένας νέος μελετητής με μεγάλη επιρροή, έχοντας προβλέψει όλα τα προβλήματα σχετικά με το ευρώ και έχοντας πείσει πολλούς οικονομολόγους στην ηπειρωτική Ευρώπη ότι αυτό το νόμισμα δεν είναι καλύτερο από οποιοδήποτε fiat πολιτικό νόμισμα. Κατά κάποιους τρόπους, είναι πολύ χειρότερο, επειδή έχει θέσει σε λειτουργία ένα καρτέλ διαχείρισης μεταξύ των ευρωπαϊκών νομισματικών καθεστώτων και δημιούργησε έτσι έναν τρομερό ηθικό κίνδυνο.
  • Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου «η τραγωδία του ευρώ»
  • Το βιβλίο είναι προσβάσιμο στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Mises, μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Νίκο Δεληδημητρίου: The tragedy of the euro
  • Δείτε επίσης στη σελίδα μας από τον Philipp Bagus τις 7 πληγές του πολιτικού χρήματος