Είναι χρήσιμη η έννοια της «ελαστικότητας» ζήτησης και προσφοράς;

0
288
Ελαστικότητα

Οι οικονομολόγοι που παρελαύνουν περήφανοι για τα θεωρητικά μαθηματικά τους μοντέλα, υποκρινόμενοι της επιστημονικότητας των μεθόδων τους, δεν έχουν κάτι παραπάνω στα χέρια τους από μαθηματικές εξισώσεις που δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε πρακτικά πλαίσια

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Πολλές προσπάθειες γίνονται και έχουν γίνει στο παρελθόν για να μετρηθεί η λεγόμενη «ελαστικότητα» ζήτησης  και της προσφοράς1 αλλά κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι εντελώς αδύνατο. Θα μπορούσαμε να συλλέξουμε κυριολεκτικά άπειρα στατιστικά στοιχεία, αλλά δεν θα ήμασταν σίγουροι για το τι θα κάναμε με αυτά ή το πώς θα τα ερμηνεύαμε.

Παράδειγμα

Ας δούμε μερικές δυσκολίες 2. H τιμή κλεισίματος ενός δεματίου κοινού σιταριού στο Κάνσας στις 2 Οκτωβρίου του 1957 ήταν 2.10 και 1/4 δολάρια και Χ δεμάτια πωλήθηκαν εκείνη τη μέρα. Στις 3 Οκτωβρίου η τιμή ήταν 2.10 δολάρια και Ψ δεμάτια πωλήθηκαν εκείνη την ημέρα. Στις 3 Οκτωβρίου του 1956 τώρα, η τιμή κλεισίματος ήταν 2.25 και 1/2 δολάρια και Ζ δεμάτια πουλήθηκαν. Υποθέτοντας ότι γνωρίζουμε τις μεταβλητές Χ, Ψ και Ζ, δηλαδή τον συνολικό αριθμό δεματίων που πουλήθηκαν στο Κάνσας, τα δεδομένα δεν θα μας έλεγαν ουσιαστικά τίποτα για την «ελαστικότητα ζήτησης».

Η τιμή σιταριού κυμάνθηκε πολύ έντονα αυτές τις 3 ημέρες. Για να πάρει ακριβή δεδομένα κάποιος στατιστικολόγος, θα έπρεπε να γνωρίζει επακριβώς πόσα δεμάτια πουλήθηκαν για κάθε διαφορετική τιμή (υπάρχει και μία διαφορά του 1/8 του λεπτού στις τιμές παρεμπιπτόντως) και να εξάγει έναν μέσο όρο. Αλλά τι καταφέρνει με αυτό; Ίσα ίσα, μάλλον καλύπτει αυτό που προσπαθεί να βρει παρά διαφωτίζεται ως προς αυτό. Διότι, διαφορετικές ποσότητες πουλήθηκαν ανά δεδομένη τιμή σιταριού. Μετά θα προσπαθούσε να τις τοποθετήσει σε ένα διάγραμμα (το οποίο μάλλον θα προέκυπτε εντελώς ακανόνιστο) αλλά δεν θα μας πληροφορούσε για τίποτα παραπάνω από το τι συνέβη στο Κάνσας εκείνες τις συγκεκριμένες μέρες. Τα στατιστικά στοιχεία θα είχαν καθαρά ιστορικό χαρακτήρα.

Εάν όμως αποφασίζαμε να εξετάσουμε την ελαστικότητα ζήτησης του σιταριού για τα 50 προηγούμενα χρόνια; Πώς θα μπορούσαμε να συλλέξουμε όλα αυτά τα δεδομένα; Τι θα βρίσκαμε μετά τους στατιστικούς υπολογισμούς μας; Σίγουρα, θα ανακαλύπταμε τη διακύμανση των τιμών και την ποσότητα σιταριού που αγοράστηκε, αλλά τι μας λέει αυτό για την «ελαστικότητα ζήτησης του σιταριού» γενικά; Μπορούμε να κάνουμε βάσει αυτών των δεδομένων πρόβλεψη για το μέλλον, ή να ορίσουμε το σιτάρι ως ένα προϊόν γενικά ελαστικής ή γενικά μη ελαστικής ζήτησης; Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι οι τιμές σιταριού συντονίζονται σε παγκόσμια κλίματα (δεν έχει μόνο η Αμερική αγορά σιταριού), το έργο μας θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο.

Πρόβλημα στην ερμηνεία δεδομένων

Έχουμε λοιπόν το πρόβλημα της συλλογής δεδομένων αλλά και το μεθοδολογικό πρόβλημα του να μπορέσουμε να εξάγουμε κάποιον «νόμο» περί κατηγοριοποίησης ενός αγαθού ως προς το είδος της ζήτησης του. Φυσικά, το παρελθόν δεν μπορεί να μας βοηθήσει να προβλέψουμε το μέλλον εφόσον δεν έχουμε μία θεωρία που να υπογραμμίζει τις αιτιακές σχέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα. Τα δεδομένα καθεαυτά απλά δεν αρκούν για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

Όμως το πρόβλημα που είναι ανυπέρβλητο μπορεί να διατυπωθεί ως εξής σύμφωνα με τον Hazlitt:

«Όταν η τιμή ενός αγαθού αλλάζει, και η ποσότητα που αγοράζεται αλλάζει επίσης, δεν είμαστε ποτέ σε θέση να πούμε με σιγουριά, αν η συνολική ποσότητα που αγοράστηκε άλλαξε επειδή η τιμή μετακινήθηκε σε διαφορετικό σημείο στην ίδια «καμπύλη ζήτησης» ή ότι ποσότητα που αγοράστηκε μεταβλήθηκε επειδή η «καμπύλη ζήτησης» μετακινήθηκε η ίδια» 3.

 

Άρα λοιπόν, ποια ακριβώς είναι η αιτιακή σχέση ανάμεσα στην ποσότητα που ζητείται και στην ποσότητα που αγοράζεται; Η αλλαγή της τιμής οδήγησε για παράδειγμα σε μία αύξηση ή μείωση της ζήτησης ή μία μεταβολή της ζήτησης οδήγησε σε αλλαγή της τιμής; Πώς μπορούμε λοιπόν να διακρίνουμε αυτό το χρονικό στην ουσία στοιχείο που διέπει τις σχέσεις αγαθών και των τιμών τους;

Οι οικονομολόγοι που ασχολούνται με μαθηματικούς υπολογισμούς τέτοιων μεγεθών στην ουσία μας γεννάνε περισσότερα ερωτήματα χωρίς να απαντούν κάτι συγκεκριμένα. Ναι, η ελαστικότητα ζήτησης ενός αγαθού για την περίοδο t είναι «μικρή», άρα; Τι μπορούμε να κάνουμε με αυτό το δεδομένο πέρα από το να περιγράψουμε μία ιστορική κατάσταση;

Ελαστικότητα προσφοράς

Όταν φτάνουμε και στην ελαστικότητα προσφοράς, τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Γιατί και τα δύο μεγέθη (και η ελαστικότητα ζήτησης αλλά και προσφοράς) έχουν ένα χρονικό στοιχείο που τα διέπει. Για κάθε αγαθό αυτό το χρονικό στοιχείο ποικίλει και τίποτα δεν είναι πιο σύνηθες από το να βλέπουμε χρονικές καθυστερήσεις στις αλλαγές τιμών ανάμεσα στα αγαθά. Για παράδειγμα, η προσφορά καφέ αποκαλείται «ανελαστική» διότι, λόγω του ότι χρειάζεται χρόνος από την φύτευση του σπόρου μέχρι το θέρος του, δεν μπορεί να προσαρμοστεί γρήγορα σε περίπτωση αύξησης της ζήτησης άρα, κάθε αύξηση της ζήτησης θα οδηγήσει σε αύξηση και της τιμής σε αυτό το χρονικό διάστημα.

Αλλά, σε πέντε χρόνια από τώρα, εφόσον ο γεωργός βάσει της αύξησης της ζήτησης στο παρελθόν, φυτέψει και άλλον καφέ, η αύξηση της προσφοράς μπορεί να υπερκαλύψει την αύξηση της ζήτησης και να οδηγήσει σε μειωμένη τιμή, έως ότου φτάσουμε πάλι στην περίοδο που η προσφορά είναι ανελαστική. Επομένως, πια είναι η «ελαστικότητα» της προσφοράς του καφέ; Ναι, κατά την περίοδο φύτευσή του είναι ανελαστική και κατά την περίοδο θερίσματος μπορεί να είναι ελαστική. Πώς αποφασίζουμε ή κατηγοριοποιούμε τα αγαθά σε αυτές τις κατηγορίες;

Χρήσιμα αλλά όχι ουσιαστικά μεγέθη

Φυσικά, με όλα αυτά δεν έχω κάποια πρόθεση να αχρηστέψω τις έννοιες αυτές. Έχουν τη χρησιμότητά τους, αλλά είναι υπεραπλουστευτικές και επομένως και λανθασμένες ακόμα και ως νοητικές κατασκευές. Ναι, η προσφορά και η ζήτηση προσαρμόζονται στις τιμές και το ανάποδο, αλλά δεν υπάρχει κάποιος επιστημονικά έγκυρος τρόπος να προκαθοριστεί η σύνδεση μεταξύ των μεγεθών αυτών και της μεταβολής τους για κάθε περίπτωση και για κάθε δεδομένη μεταβολή των τιμών. Οι οικονομολόγοι που παρελαύνουν περήφανοι για τα θεωρητικά μαθηματικά τους μοντέλα, υποκρινόμενοι την επιστημονικότητα των μεθόδων τους, δεν έχουν κάτι παραπάνω στα χέρια τους από μαθηματικές εξισώσεις που δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε πρακτικά πλαίσια. Είναι μόνο καλές ως προς την διερεύνηση των ιστορικών συνθηκών του παρελθόντος.

Για τον επιχειρηματία επίσης όλα αυτά αποτελούν άχρηστα εργαλεία, διότι δεν του δίνουν καμία σιγουριά για το μέλλον. Φυσικά, θα μπορούσε να υπολογίσει τη δράση του με βάση εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά η δουλειά του, κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι καιροσκοπική, μαντευτική. Είναι καταδικασμένος να κάνει εν τέλει εικασίες και να παίρνει ρίσκο. Ο οικονομολόγος δεν είναι ικανός να του παράσχει καμία σιγουριά με τις μαθηματικές του μοντελοποιήσεις.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Δείτε για παράδειγμα Henry Schultz, The Theory and Measurement of Demand (University of Chicago Press, 1938)
  2. Δανείζομαι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί και ο Henry Hazlitt στο έργο του The Failure of the «New Economics» (1959, 2007), σελ. 309, καθώς είναι πολύ απλό και καλύτερο από οτιδήποτε θα σκεφτόμουν προσωπικά κατά τη στιγμή συγγραφής του άρθρου.
  3. Ομοίως, σελ. 310