Είναι ο Λιμπερταριανισμός «ουτοπικός»;

0
300
Λιμπερταριανισμός

Ο Λιμπερταριανισμός κατανοεί τους ανθρώπους για αυτό που είναι – ανεξάρτητα σκέψης, επιθυμίας, επιλογής και ενεργειών. Όπου και αν κοιτάξετε, δεν υπάρχει ανώτερη μονάδα από το άτομο που αναλαμβάνει αυτές τις δραστηριότητες. Ακόμα και όταν οι σκέψεις και οι επιθυμίες μας επηρεάζονται από άλλους και από τις ομάδες που επιλέγουμε να ενταχθούμε, η επιλογή να τους ακολουθήσουμε τελικά παραμένει η δική μας

του Duncan Whitmore
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Ο Λιμπερταριανισμός – και κάθε πολιτική θέση που προσανατολίζεται προς ένα μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας από το κράτος – δέχεται αντίσταση δεοντολογικά όσο και σε οικονομικό επίπεδο για διάφορους ουσιαστικούς λόγους. Η πρόταση ότι χωρίς το κράτος θα έχουμε ανισότητα, φτώχεια για τις μάζες, αχαλίνωτη απληστία και ούτω καθεξής είναι μια γνωστή κατηγορία που επιχειρεί να επισημάνει ότι ο Λιμπερταριανισμός είναι ανεπιθύμητος και / ή αδικαιολόγητος.

Ένα άλλο σημείο αντίστασης είναι ότι ο Λιμπερταριανισμός και η πορεία προς αυτόν είναι απλά ουτοπική ή ιδεαλιστική και ότι οι Λιμπερταριανοί είναι απελπισμένοι ονειροπόλοι, χωρίς να γνωρίζουν πώς λειτουργεί ο κόσμος «πραγματικά». Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το αν μπορεί να είναι επιθυμητός, κάποιος συνδυασμός μιας ή περισσότερων αδυναμιών, απιθανότητας ή απλής απροθυμίας οποιουδήποτε να αγκαλιάσει το φιλελεύθερο ιδεώδες καθιστά τον Λιμπερταριανισμό είτε εξ ολοκλήρου είτε πρωτίστως ακατόρθωτο. Είναι αυτή η συγκεκριμένη αντίρρηση που θα εξετάσουμε σε αυτό το δοκίμιο.

Ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά την Λιμπερταριανή ηθική της μη επίθεσης, η οποία δηλώνει ότι κανείς δεν μπορεί να ξεκινήσει οποιαδήποτε φυσική εισβολή ενάντια στο σώμα ή την ιδιοκτησία σας χωρίς τη συγκατάθεσή σας. Από αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο στόχος του Λιμπερταριανισμού, σε γενικές γραμμές, είναι ένας κόσμος ελαχιστοποιημένης βίας και επιθετικότητας. Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε είναι εάν ένας κόσμος ελαχιστοποιημένης βίας και επιθετικότητας είναι ανέφικτος και, ως εκ τούτου, ουτοπικός.

Απιθανότητα

Η πρώτη πτυχή που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν η επίτευξη της λιμπερταριανής ηθικής είναι είτε φυσική είτε λογική αδυναμία. Προφανώς, για να είναι έγκυρη, μια ηθική πρόταση πρέπει να μπορεί να πραγματοποιηθεί στον φυσικό κόσμο. Μια ηθική που απαιτεί από κάθε άτομο να βρίσκεται σε δύο μέρη ταυτόχρονα ή να κάνει τρία μήλα ίσα με πέντε μήλα προσθέτοντας μόνο ένα ακόμη θα ήταν γελοία. Αυτοί είναι ανέφικτοι στόχοι, ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά θα μπορούσε κανείς να δοκιμάσει να τους πετύχει. Ομοίως, μπορούμε να απορρίψουμε δεοντολογικές προτάσεις, οι οποίες δεν είναι απολύτως αδύνατες, αλλά μπορούμε να πούμε ότι είναι τεχνικά αδύνατες λόγω του γεγονότος ότι τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξή τους είναι απρόσιτα για όλα ή για τα περισσότερα άτομα. Για παράδειγμα, μια ηθική που απαιτεί ένα άτομο να πηδήξει από τη Βρετανία στην Κίνα θα αποτύχει σε αυτό το θέμα. Ένα τέτοιο κατόρθωμα δεν είναι αυστηρά αδύνατο, καθώς τα πόδια ενός ατόμου θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το έδαφος στη Βρετανία και να πετάξουν στον αέρα στην Κίνα. Όμως, τα μέσα για την εκπλήρωση αυτής της ηθικής προκείμενης δεν έχουν έρθει ακόμη στην κατοχή μας και ως οδηγός για να ενεργήσουμε τώρα στον κόσμο, όπως είναι σήμερα, είναι σαφώς απελπιστικά 1.

Όταν εξετάζουμε την λιμπερταριανή ηθική, είναι σαφές ότι δεν έρχεται καν κοντά σε αυτά τα είδη αδυναμίας. Στην πραγματικότητα, αυτή η ηθική, που αποτελεί απαίτηση να μην διαπράττονται ορισμένες πράξεις, είναι μια από τις πιο απλές από όλες τις ηθικές που πρέπει να τηρηθούν. Απλώς πρέπει να αποφύγετε να ξεκινήσετε οποιαδήποτε ενέργεια που παρεμβαίνει στη σωματική ακεραιότητα του ή την περιουσία ενός άλλου προσώπου – κάτι που μπορείτε να κάνετε τώρα, που κάθεστε στην πολυθρόνα σας. Έτσι, είναι στη δύναμη όλων όλοι εδώ στη Γη, ακριβώς αυτή τη στιγμή, να φτιάξουμε έναν κόσμο απαλλαγμένο από βία και επιθετικότητα, απλώς με το να μη χρησιμοποιήσουμε το σώμα μας προς τέτοιες πράξεις. Πράγματι, μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι είναι φυσικά πιο δύσκολο να παραβιάσετε την ηθική αυτή – αν θέλω να διαπράξω μια βίαιη πράξη πρέπει πραγματικά να σηκωθώ, να βρω κάποιον και να συγκεντρώσω την προσπάθεια να τους επιτεθώ ή να τους κλέψω αντί να ακολουθήσω την πολύ χαλαρή διαδρομή απλά να μείνω ακίνητος.

Αυτό μπορεί να μοιάζει μάλλον ασήμαντο, αλλά συγκρίνει τη φυσική δυνατότητα επίτευξης αυτής της ηθικής με άλλες ηθικές, όπως την εξάλειψη της φτώχειας, την εξάπλωση της δημοκρατίας, την προώθηση της ισότητας ή ακόμα πιο αιθέριους στόχους, όπως την αναζήτηση ευτυχίας και εκπλήρωσης. Όλα αυτά θεωρούνται, ως κυρίαρχα, ως απόλυτα έγκυρα και ευγενή, και όμως είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθούν από την λιμπερταριανή ηθική, επειδή όλα απαιτούν κάποια θετική ενέργεια. Η κατάκτηση της φτώχειας απαιτεί περισσότερη δουλειά, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και περισσότερη δημιουργία πλούτου. Η εξάπλωση της δημοκρατίας φαίνεται να απαιτεί ένοπλες εισβολές, ενεργό διατήρηση της ειρήνης, οργάνωση θεσμών για τη διεξαγωγή εκλογών και προθυμία του πληθυσμού να σηκωθεί από τον καναπέ και να ψηφίσει (υποθέτοντας, φυσικά, ότι ένα τέτοιο ιδανικό είναι πραγματικό και όχι απλά καπλαμάς για την εξουσία και έλεγχο των πόρων). Η ισότητα απαιτεί την ενεργό ανακατανομή του πλούτου, που πρέπει να δημιουργηθεί από την παραγωγική προσπάθεια. Ως εκ τούτου, λόγω του αδύνατου της φύσης των παραπάνω στόχων, μπορούμε να πούμε ότι ο λιμπερταριανισμός, ο οποίος είναι γελοιοποιημένος, είναι ο λιγότερο ουτοπικός στόχος ανάμεσα σε όλους αυτούς τους άλλους, που λατρεύονται.

Εάν όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, το κράτος, οι ίδιοι άνθρωποι που μας λένε ότι η λιμπερταριανή ηθική είναι άκυρη, προσπαθεί να επιτύχει στόχους κάθε μέρα που γίνονται εύκολα δεκτοί από την επικρατούσα τάση και όμως είναι αδύνατοι με μία καλύτερη κατανόησή τους . Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να διασφαλιστεί η πλήρης απασχόληση εάν επιβάλλετε κατώτατους μισθούς. Είναι αδύνατο να τιμολογήσετε ένα αγαθό ή μια υπηρεσία κάτω από την αγοραία αξία του και να μην περιμένετε να κατακλύζεται από τη ζήτηση και, κατά συνέπεια, από τις ελλείψεις (σκεφτείτε την υγειονομική περίθαλψη, μποτιλιαρίσματα κοκ). Επίσης είναι αδύνατο να δημιουργηθεί πλούτος με την εκτύπωση χαρτονομίσματος. Ωστόσο, το κράτος πιστεύει ότι μπορεί να κάνει όλα αυτά τα πράγματα.

Όσον αφορά αυτό το τελευταίο σημείο, πρέπει σίγουρα να αναγνωρίσουμε την απέραντη αδυναμία και, κατά συνέπεια, τον ουτοπισμό της τρέχουσας κατάστασης του ατελείωτου χρέους και των υπερβολικών δαπανών. Κατά τη γέννηση της σοσιαλδημοκρατίας, τα δυτικά έθνη είχαν συσσωρεύσει κεφάλαια αξίας πολλών γενεών που αύξησαν το βιοτικό επίπεδο σε σημαντικό βαθμό. Αυτό έδωσε ένα φαινομενικά ανεξάντλητο ταμείο για τους πολιτικούς να δωροδοκήσουν τους ψηφοφόρους, να τους ντύνουν με καλές παροχές υπό μορφή συνταξιοδοτικών παροχών, κοινωνικών παροχών, εθνικοποιημένων βιομηχανιών, δημόσιων υποδομών κ.ο.κ. σε αντάλλαγμα τις ψήφους τους. Επειδή οι πολιτικοί προτιμούν να ξοδεύουν και να δαπανούν και να ξοδεύουν χωρίς να αυξάνουν τους τρέχοντες φόρους, μεγάλο μέρος αυτών των δαπανών τροφοδοτήθηκε με δανεισμό, με την παραγωγικότητα του συσσωρευμένου κεφαλαίου που επιτρέπει στα φορολογικά έσοδα να εξυπηρετήσουν αυτό το χρέος. Ο δανεισμός και ο πληθωρισμός ωφέλησαν τους φτωχούς της κοινωνίας – τους φτωχότερους, οι οποίοι λαμβάνουν την πλειοψηφία των κοινωνικών πληρωμών και τους πολύ πλούσιους, τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων επιβιώνουν τον πληθωρισμό αυξανόμενα σε ονομαστική αξία – καθώς και τη γενιά των baby boomers, η οποία ωφελήθηκε με το να είναι σε θέση να λάβει τα καλούδια πριν έρθει ο λογαριασμός σε αυτούς για να τον πληρώσουν. Η διαδεδομένη σπατάλη συγκάλυψε μια σταδιακή αλλά αμείλικτη κεφαλαιακή κατανάλωση μέχρι που τώρα η παραγωγικότητα δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει το αυξανόμενο επίπεδο των δαπανών. Οι κυβερνήσεις σήμερα αγωνίζονται να εξοφλήσουν το επιτόκιο για το χρέος τους μέσω των φορολογικών εσόδων, υποχρεωμένες να δανειστούν περισσότερα για να εξοφλήσουν το ήδη συσσωρευμένο χρέος. Ιδιαίτερα τώρα, καθώς η προαναφερθείσα γενιά των baby boomers έχει αρχίσει να συνταξιοδοτείται, αφήνοντας πίσω της ένα αποδεκατισμένο εργατικό δυναμικό που υποστηρίζει μια βαριά γενιά συνταξιούχων, η κατάσταση αυτή είναι πιθανό να επιδεινωθεί. Υποθέτοντας, συνεπώς, ότι δεν θα υπάρξει επαρκής παραγωγικότητα για την εκπλήρωση όλων αυτών των υποχρεώσεων, υπάρχουν τρεις πιθανές επιλογές – η αθέτηση των δικαιωμάτων παροχών, η χρεοκοπία ή να εκτυπώσετε αρκετά χρήματα για να πληρώσετε για τα πάντα. Η πρώτη επιλογή θα προκαλούσε μαζική κοινωνική αναταραχή. Η δεύτερη θα προκαλέσει την κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Και η τρίτη θα προκαλούσε υπερπληθωρισμό του νομίσματος. Πρόκειται για μια δυσάρεστη αλλά σύντομα μία απαραίτητη επιλογή. Ακριβώς επειδή η νομισματική ορθοδοξία δεν λειτουργεί πλέον, οι λύσεις που έχουν μη κρατική ώθηση, όπως η επιστροφή στον χρυσό, ή τα κρυπτο-νομίσματα, ξεχωρίζουν ως βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις παρά ως αδύνατα όνειρα 2. Έτσι, είναι γελοίο για ακόμη και μετριοπαθείς κρατιστές να ισχυριστούν ότι ο λιμπερταριανισμός είναι ουτοπικός, όταν η ψυχή της σοσιαλδημοκρατίας – το κράτος που διαχειρίζεται το χρήμα και τη χρηματοδότηση – βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Η ανθρώπινη φύση

Ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο υποστηρίζεται ότι η λιμπερταριανή ηθική είναι ουτοπική αποδέχεται το γεγονός ότι δεν είναι αυστηρά αδύνατο να επιτευχθεί αλλά μάλλον ότι είναι αντίθετη σε κάποια αόριστα ορισμένη απεικόνιση της «ανθρώπινης φύσης». Αυτή η άποψη σχεδόν πάντα βασίζεται στην (σωστή αλλά επιφανειακή) παρατήρηση ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και ότι οι άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί σε όλη τους την ιστορία σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως φυλές, πολιτισμοί, έθνη και τελικά κράτη. Οι περιπέτειες αυτών των ομάδων – δηλαδή οι κανόνες που υποτάσσουν το άτομο στο σύνολο και, τελικά, η παρουσία βίας και επιθετικότητας – υποτίθεται ότι σημαίνουν ότι το λιμπερταριανό ιδεώδες είναι αδύνατο, τουλάχιστον στο βαθμό που θα προτιμούσαν οι Λιμπερταριανοί.

Οι περισσότερες από αυτές τις κριτικές αποτυγχάνουν λόγω της ταύτισης του κράτους με την κοινωνία και της υποτιθέμενης υποθέσεώς τους ότι η λιμπερταριανή επίπληξη του πρώτου οδηγεί σε άρνηση του δεύτερου. Ως συμπέρασμα, παρερμηνεύουν επίσης την λιμπερταριανή έμφαση στα ατομικά δικαιώματα ως υπεράσπιση για κάποιο είδος εγωιστικής, ατομικιστικής ύπαρξης3.

Αυτές οι απόψεις μπορούν κανονικά να καταρριφθούν αρκετά εύκολα, καθώς δεν υπάρχει φυσικά καμία λιμπερταριανή διαμάχη είτε με τις κοινωνικές οργανώσεις είτε με την κοινωνία στο σύνολό της – ο λιμπερταριανισμός λαμβάνει πλήρως υπόψη την κοινωνική διάσταση της ανθρωπότητας. Τέτοιοι κριτικοί απλά δεν καταλαβαίνουν ότι ο ρόλος της κοινωνίας δεν είναι να εκπληρώσει έναν «κοινό σκοπό» ή κάποιο είδος απροσδιόριστου «κοινού καλού» υπαγορευμένου από το κράτος, αλλά να ενεργήσει ως μέσο για κάθε άτομο να ικανοποιήσει καλύτερα τους σκοπούς του ειρηνικά και εθελοντικά4. Ούτε η επιδίωξη τέτοιων σκοπών, που επιτρέπονται από τα ατομικά δικαιώματα, έχει Οποιαδήποτε σχέση με τον εγωισμό – ένα άτομο είναι τόσο ελεύθερο να επιλέξει να περνάει όλη τη ζωή του βοηθώντας τους άλλους όσο και να κερδίσει μια τεράστια περιουσία που να μην μοιράζεται με κανέναν.

Αντίθετα, ο ισχυρισμός που θέλουμε να εξετάσουμε εδώ είναι πιο βασικός. Αυτός αφορά αν τα είδη σύνθετων θεσμών με τους οποίους απασχολούνται οι λιμπερταριανοί – δηλαδή κράτη, κυβερνήσεις, κοινοβούλια, γραφειοκρατία κλπ. – οφείλουν τον εαυτό τους στην «ανθρώπινη φύση» υπό την έννοια ότι αυτά τα πράγματα είναι, κατά κάποιο τρόπο, βιολογικά αναπόφευκτα. Ή αν είναι, στην πραγματικότητα, προϊόντα της συνειδητά σχεδιασμένης ανθρώπινης επιλογής. Για να το θέσω ευθέως, είναι η ώθηση που προκάλεσε τον άνθρωπο να δημιουργήσει το κράτος, ιδίου είδους με αυτή που προκαλεί ένα γουρούνι να κυλιστεί στη λάσπη;

Αυτή η ερώτηση είτε σιωπηρά θεωρείται ότι απαντάται με ένα «ναι» ή αγνοείται εντελώς από την ένσταση της «ανθρώπινης φύσης» προς τον λιμπερταριανισμό. Για παράδειγμα, κατά την αποτυχημένη προσπάθειά του να καταδείξει την αμέλεια του λιμπερταριανισμού για την κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Αμερικανός βιολόγος Peter Corning έχει να πει τα εξής:

«Ένα πρόβλημα με το [λιμπερταριανό] (ουτοπικό) μοντέλο είναι ότι τώρα έχουμε συντριπτικές αποδείξεις ότι το ατομικιστικό, πλεονεκτικό, εγωιστικό γονιδιακό μοντέλο της ανθρώπινης φύσης είναι σοβαρά ανεπαρκές […]. Τα στοιχεία για την ανθρώπινη εξέλιξη δείχνουν ότι το είδος μας εξελίχθηκε σε μικρές, στενές κοινωνικές ομάδες, στις οποίες η συνεργασία και η κοινή χρήση υπερίσχυσαν των ατομικών, ανταγωνιστικών συμφερόντων μας για χάρη του κοινού καλού […]. Εμείς εξελίχθηκαμε ως έντονα αλληλένδετα κοινωνικά ζώα και η αίσθηση της συμπάθειας προς τους άλλους, η ευαισθησία μας στην αμοιβαιότητα, η επιθυμία μας για την συμπερίληψη και η αφοσίωσή μας στις ομάδες με τις οποίες συνδεόμαστε, η εγγενής ικανοποίηση που αποκομίζουμε από τις συνεργατικές δραστηριότητες και η ανησυχία μας για το σεβασμό και την έγκριση των άλλων εξελίχθηκαν στην ανθρωπότητα για να μετριάσουν και να περιορίσουν τις ατομικιστικές εγωιστικές μας παρορμήσεις»5.

 

Είναι δύσκολο να αμφισβητήσετε κάτι σε αυτόν τον ισχυρισμό. Ωστόσο, ο Corning δεν εξηγεί ποτέ τι προκάλεσε αυτά τα πράγματα ή γιατί οι άνθρωποι τα αγκάλιασαν. Γιατί συνεργαζόμαστε; Γιατί μοιραζόμαστε; Γιατί έχουμε μια «επιθυμία για συμπερίληψη»; Γιατί υπάρχει «αφοσίωση στις ομάδες με τις οποίες συνδεόμαστε»; Γιατί ανησυχούμε για έναν «σεβασμό και έγκριση των άλλων»; Όλα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που πετούν οι μύγες ελκύονται από την κοπριά ή υπήρξαν κάποιοι συνειδητά εκτιμημένοι λόγοι για κάθε άνθρωπο να αγκαλιάσει αυτά τα πράγματα;

Το γεγονός ότι τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα υποδηλώνει ότι οι κριτικοί του λιμπερταριανού κινήματος δεν κατάφεραν να εξετάσουν πλήρως την ανθρώπινη φύση και κατά συνέπεια έχουν ελλιπή κατανόηση της έννοιας. Η πτυχή της ανθρώπινης φύσης που σίγουρα υπάρχει – εκείνη που μας χωρίζει από άλλα ζωικά είδη – είναι η ικανότητα να καθορίζουμε συνειδητά τους στόχους μας και να χρησιμοποιούμε την νοητική ικανότητα της λογικής για να διερευνήσουμε τον κόσμο γύρω μας για να ανακαλύψουμε τα καλύτερα μέσα για την επίτευξη αυτών των στόχων. Αυτές οι συνειδητές ανθρώπινες επιλογές και οι επακόλουθες, σκόπιμες ενέργειες είναι εμφανείς σε ένα πολύ βασικό επίπεδο. Μπορεί ο καθένας, φυσικά, να ενεργήσει αντανακλαστικά, όπως όταν αγγίζουμε ένα κόκκινο καυτό αντικείμενο αντιδρώντας κατευθείαν. Μια τέτοια ενέργεια δεν είναι το προϊόν επιλογής, αλλά των ερεθισμάτων που προκαλούν τον εγκέφαλό σας σε μια αυτοματοποιημένη αντίδραση για την πρόληψη της επικείμενης σωματικής βλάβης. Τέτοιες ενέργειες αποτελούν επομένως μέρος της φύσης μας και υπάρχουν ελάχιστα που μπορούμε να κάνουμε για να τις αποτρέψουμε. Σχεδόν οτιδήποτε άλλο κάνει ένας άνθρωπος, ωστόσο, είναι το προϊόν της συνειδητής επιλογής του. Ακόμα και όταν ενεργούμε συναισθηματικά ή από ένστικτο – για παράδειγμα, ρίχνοντας γροθιά σε ένα άλλο πρόσωπο εν βρασμώ ή ικανοποιώντας τη σαρκική επιθυμία για συνουσία με σεξουαλική επαφή με έναν ξένο – εξακολουθούμε να αναμένουμε να ασκήσουμε έλεγχο αυτών των παρορμήσεων. Αυτή η προσδοκία είναι φανερή στο γεγονός ότι, αν η εν λόγω πράξη είναι παράνομη, ο νόμος θα μας θεωρήσει υπεύθυνους. Μόνο η ψυχική δυσλειτουργία στο βαθμό που υπάρχει μια ελαφρώς μειωμένη σχέση μεταξύ σκέψεων και πράξεων θα απαλλάξει κάποιον από την ηθική ευθύνη ακόμη και για τις πιο ζωώδεις εξάρσεις μας.

Το να αγνοήσουμε αυτή την πτυχή της συνειδητής επιλογής είναι να αγνοήσουμε το φωτεινό κόσμημα στο στέμμα της ανθρώπινης φύσης και να οδηγηθούμε σε μια λανθασμένη εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τα κοινωνικά φαινόμενα. Όπως λέει ο Murray N. Rothbard:

«Μόνο τα ανθρώπινα όντα έχουν ελεύθερη βούληση και συνείδηση, καθώς έχουν συνείδηση και μπορούν και πρέπει να επιλέξουν την πορεία δράσης τους. Το να αγνοήσουμε αυτό το πρωταρχικό γεγονός σχετικά με τη φύση του ανθρώπου – να αγνοήσουμε τη θέλησή του, την ελεύθερη βούλησή του – είναι να διαστρεβλώσουμε τα γεγονότα της πραγματικότητας και επομένως να είμαστε βαθιά και ριζικά αντιεπιστημονικοί6«.

 

Αυτή η άγνοια στην οποία αναφέρεται ο Rothbard καθιστά την αντίληψη της «ανθρώπινης φύσης» ως αντεπιχείρημα στον Λιμπερταριανισμό ένα από τα πιο αδύναμα επιχειρήματα, προσδίδοντας επιφανειακές παρατηρήσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς με κάποιο είδος ντετερμινισμού και, ως εκ τούτου, ασυλίας από τον ηθικό έλεγχο. Γιατί, αν η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι το προϊόν της συνειδητής επιλογής, τότε, όχι μόνο αυτή η συμπεριφορά δεν είναι σε καμία περίπτωση «φυσική», αλλά το ίδιο το γεγονός της επιλογής δείχνει ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν εναλλακτικές διαδρομές – και ότι, συνεπώς, ο Λιμπερταριανισμός δεν αγωνίζεται με ματαιότητα ενάντια στην ανθρώπινη φύση, αλλά μάλλον, επιδιώκει την απόλυτα εφικτή πορεία επηρεασμού της ανθρώπινης θέλησης. Όπως θα δούμε τώρα, αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Για να αποφασίσει την καλύτερη πορεία δράσης για την εκπλήρωση των στόχων που επιθυμεί, κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις ευρείες οδούς επίτευξης. Πρώτον, μια ατομική, απομονωμένη ύπαρξη. Δεύτερον, την κοινωνική συνεργασία, και, τρίτον, τη βιαιοπραγία, κακομεταχείριση και λεηλασία. Ο πρώτος απορρίφθηκε σχεδόν καθολικά εξαιτίας της αποτυχίας του να παράσχει οτιδήποτε άλλο εκτός από την πιο φτωχή ύπαρξη7. Οι υπόλοιποι δύο, ωστόσο, μπορούν να αποδειχθούν εξαιρετικά καρποφόροι για αυτούς που τους επιδιώκουν.

Το αν η επιδίωξη της κοινωνικής συνεργασίας αφενός ή της βίας, αφετέρου, επικράτησε σε οποιαδήποτε στιγμή είναι προϊόν της ανθρώπινης αξιολόγησης των ιδιαίτερων περιστάσεων και του τρόπου με τον οποίο θα επιτευχθούν καλύτερα οι στόχοι της σε αυτές τις συνθήκες8. Η εκτίμηση αυτών των περιστάσεων είναι προϊόν πνευματικής προσπάθειας – σε κάθε περίπτωση υπήρχαν στόχοι και οι άνθρωποι επιδίωκαν σκόπιμα αυτό που θεωρούσαν ότι ήταν το καλύτερο διαθέσιμο μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων στο περιβάλλον στο οποίο βρίσκονταν. Παρόλο που η αξιολόγηση μπορεί να ήταν λάθος και να οδηγούσε σε αποτυχία, το γεγονός παραμένει ότι ανεξάρτητα από το ποια πορεία λήφθηκε, αυτή δεν οφειλόταν σε καμία «φυσική», ανεξέλεγκτη, ενστικτώδη ώθηση. Εάν θαυμάσουμε τα μεγάλα επιτεύγματα της κοινωνικής συνεργασίας – για παράδειγμα, το γοτθικό μεγαλείο του σιδηροδρομικού σταθμού St Pancras, την πολυπλοκότητα της μηχανής εσωτερικής καύσης, ή η φιλοδοξία της Microsoft να βάλει έναν Η / Υ στο σπίτι όλων – μπορούμε να δούμε ότι οι άνθρωποι που δημιούργησαν αυτά τα πράγματα είχαν ως κίνητρο κάτι περισσότερο από ένα στοίχημα να γκρεμίσουν κάποια βαθιά επιθυμία για «κοινωνικότητα». Ομοίως, όσον αφορά τη βίαιη πλευρά, κανένας από τους παγκόσμιους πολέμους δεν συνέβη επειδή ο καθένας θεώρησε ότι είχε περάσει αρκετός καιρός μετά τον τελευταίο πόλεμο. Τα μόνα ανθρώπινα θεσμικά όργανα που μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι κατά κάποιον τρόπο «φυσικά» είναι εκείνα που προέκυψαν από τον (συχνά παρεξηγημένο) όρο «αυθόρμητη τάξη» – θεσμοί όπως η γλώσσα, το χρήμα, οι τιμές της αγοράς, και ούτω καθεξής, τα οποία δεν ήταν το σκόπιμο αποτέλεσμα οποιουδήποτε ατόμου ή ομάδας ατόμων που ενεργούν από κοινού. Αλλά ακόμη και αυτοί οι θεσμοί είναι αποτέλεσμα συνειδητά επιλεγμένου ανθρώπινου σκοπού – απλώς στερούνται εσκεμμένου ανθρώπινου σχεδιασμού. Για παράδειγμα, δεν θα είχαμε ούτε χρήματα ούτε τιμές, αν οι άνθρωποι δεν επέλεγαν να διαπραγματευτούν.

Λόγω των διαφορετικών συνθηκών της ιστορίας – μερικά από αυτά τα φυσικά φαινόμενα και μερικά από αυτά τα προϊόντα των προηγούμενων ενεργειών και ιδεών των ανθρώπων – κανόνας ήταν ότι η επίπτωση είτε της κοινωνικής συνεργασίας από τη μία πλευρά είτε της βίας από την άλλη είχε ξεθωριάσει με το πέρασμα του χρόνου. Κάθε χιλιετία έχει χαρακτηριστεί από περιόδους σχετικής ηρεμίας και περιόδους σχετικής αναταραχής, με τη βίαιη διαδρομή να φτάνει στο αποκορύφωμα τα τελευταία 100 χρόνια περίπου. Εν τω μεταξύ, η κοινωνική συνεργασία αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια των γεωργικών και βιομηχανικών επαναστάσεων.

Η εξέλιξη του τελευταίου παρέχει ένα σαφές παράδειγμα του πώς οι συνθήκες μπορούν να παρακινήσουν τις ανθρώπινες επιλογές. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με τη ρομαντική άποψη της προ-βιομηχανικής, αγροτικής ζωής, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον ανασταλτικό και μη παραγωγικό αγροτικό τρόπο ζωής τους για να φύγουν σε αστικά κέντρα, διότι η προοπτική βιομηχανικής εργασίας, που κατέστη δυνατή από νέες εφευρέσεις και μηχανήματα, υποσχέθηκε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο ζωής από ό,τι ήταν προηγουμένως δυνατό. Με άλλα λόγια, η επέκταση της κοινωνικής συνεργασίας ήταν η πιο ελκυστική επιλογή. Ωστόσο, μετά από περίπου 100 χρόνια δημιουργίας πλούτου, κατέστη δυνατό για τις σοσιαλιστικές θεωρίες να πείσουν τους ανθρώπους, λόγω της άνισης κατανομής αυτού του πλούτου, ότι η βίαιη ιδιοποίηση από εκείνους που είχαν κερδίσει περισσότερα ήταν τώρα πιο ελκυστική9. Έτσι, ο εικοστός αιώνας μαστίζεται από τις ποικιλίες του σοσιαλισμού που έκαναν την ψεύτικη υπόσχεση να εκτοπίσουν όλο αυτό τον πλούτο από τις φερόμενες εκμεταλλευτικές τάξεις και έτσι να εξαφανίσουν τις στερήσεις των εργαζομένων για πάντα. Ωστόσο, μόλις όλα αυτά απέτυχαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι άνθρωποι ξανά στράφηκαν στις οικονομίες της αγοράς. Τώρα φαίνεται ότι μαραζώνουμε κάπου μεταξύ τους, με τις δυτικές κοινωνίες, τους προφανείς νικητές του Ψυχρού Πολέμου, να συνεχίζουν να κοινωνικοποιούν τις οικονομίες τους και να καταναλώνουν το κεφάλαιό τους υπό την αιγίδα της όλο και πιο αυταρχικής διακυβέρνησης, ενώ οι ασιατικές κοινωνίες φαίνεται να κάνουν το αντίθετο10.

Το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος κινείται προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνεργασίας αφενός ή προς τη βία, αφετέρου, προκειμένου να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανάγκες του, μπορεί να παρουσιαστεί περαιτέρω με την πρόβλεψη ενός μέλλοντος που ικανοποιούνται σχεδόν όλες οι ανάγκες, δηλαδή όταν η σπανιότητα πόρων έχει εξαλειφθεί. Δεν θα ήταν αδύνατο η οικονομική πρόοδος να φτάσει μια μέρα σε επίπεδο, όπου οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής ιδιωτικής ασφάλειας και άμυνας, θα μπορούσε να παραχθεί με το πάτημα ενός κουμπιού. Με άλλα λόγια, σχεδόν όλες οι ανάγκες μας θα μπορούσαν να προβλεφθούν με αντάλλαγμα μια ασήμαντη προσπάθεια. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε είναι προφανές ότι η ανάγκη οποιουδήποτε ανθρώπου να επιδιώξει την κοινωνική συνεργασία ή τη βία σε μια ευρεία, συστηματική κλίμακα θα εξαλειφόταν; Γιατί να ασχοληθείτε με τη συνεργασία με τους συνανθρώπους σας ή γιατί να τους πυροβολήσετε, αν ό,τι θέλετε μπορεί να παρασχεθεί από κάποια συσκευή τύπου «αναπαραγωγής» από το Star Trek; Ακόμα κι αν κάποιος σας πυροβόλησε, ποιον αμυντικό σκοπό θα εξυπηρετούσε το κράτος εάν το πρόσωπο και η περιουσία του καθενός θα μπορούσαν να προστατευθούν από, ας πούμε, κάποιο είδος αόρατου πεδίου δυνάμεων; Αν βρεθούμε ποτέ να ζούμε σε ένα τέτοιο οιονεί παράδεισο, δεν είναι ξεκάθαρο ότι κάθε είδους μεγάλη, συστηματική οργάνωση που θα εξυπηρετεί στο να επιτρέψει είτε την κοινωνική συνεργασία είτε τη βία – κράτη, εταιρείες κλπ. – θα διαλυθεί λόγω έλλειψης οποιουδήποτε εφικτού σκοπού; Το μόνο που μπορεί να παραμείνει είναι ομάδες που θα υπάρχουν αποκλειστικά για ευχαρίστηση – οικογένειες, ομάδες φιλίας, εκκλησίες και ομάδες που περιστρέφονται γύρω από τα χόμπι, κλπ. Έτσι, αυτό που θα προκύψει είναι κάτι παρόμοιο με αυτό που υποστηρίζουν οι «πουριτανοί» λιμπερταριανοί που υποτίθεται ότι αγνοούν την «ανθρώπινη φύση» – την ανθρώπινη ύπαρξη, όπου συστηματικές κολεκτίβες και διάχυτη βία είναι σε μεγάλο βαθμό υποβιβασμένες σε μακρινή ανάμνηση. Μια τέτοια κοινωνία είναι, χωρίς αμφιβολία, μια παιδική φαντασίωση, τουλάχιστον όσο θα ζούμε. Είναι όμως σαφές ότι η αποτυχία του να προκύψει θα είναι αποτέλεσμα ενός ελλείμματος στην οικονομική πρόοδο και όχι λόγω τυχόν διαφωνίας με την «ανθρώπινη φύση».

Το γεγονός ότι η συνεργασία είναι ένα μέσο για την εκπλήρωση πολύπλοκων στόχων δεν αρνείται το γεγονός ότι η ίδια η συνεργασία παρουσιάζει οφέλη – για παράδειγμα, την αίσθηση του ανήκειν, την εξοικείωση και την υπέρβαση ενός αισθήματος μοναξιάς. Αλλά ακόμη και μερικές από τις ομάδες που φαινομενικά θεωρούμε δεδομένες, όπως η οικογένεια, αρχικά υποκινήθηκαν από μια συνειδητά εκλεπτυσμένη, οικονομική ανησυχία – στην περίπτωση αυτή προσπαθώντας να βρούμε το καλύτερο περιβάλλον για την ανατροφή των παιδιών.

Παρομοίως, μπορεί να υπάρχουν και τρελές θεωρίες που εξιστορούν τη βία και τον πόλεμο για χάρη τους. Ωστόσο, τα αντικείμενα εξιδανίκευσης είναι συχνά παράγωγα του πολέμου και όχι του ίδιου του πολέμου, όπως ο ηρωισμός, η συντροφικότητα, η γενναιότητα, οι θριαμβευτικές παρελάσεις, η εθνική υπερηφάνεια, τα μετάλλια κ.λπ., στο βαθμό που τα πράγματα θεωρούνται ως αυτοσκοπός11.

Ο πραγματικός πόλεμος, από την άλλη πλευρά, είναι πολύ απίθανο να κερδίσει ευρεία αποδοχή χωρίς ισχυρό οικονομικό κίνητρο. Ακόμη και όταν η εξιδανίκευση του πολέμου φαίνεται να κρυσταλλώνεται σε μια πιο ουσιαστική ιδεολογία – όπως τον ναζισμό – υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα του αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό. Μήπως το ναζιστικό ιδανικό του «αίματος και χώματος» και του wehrbauer («αγρότης πολεμιστής») εμφανίστηκαν πρώτα και στη συνέχεια κέρδισαν ορμή μόνο λόγω των οικονομικών συνθηκών της Γερμανίας τότε; Ή προέκυψαν αργότερα ως κάπως ρομαντικές ενσωματώσεις του τι ήταν απαραίτητο για να επιτευχθεί η ήδη αντιληπτή οικονομική αναγκαιότητα του lebensraum;

Παρόλα αυτά, ακόμα κι αν αγνοήσουμε όλα αυτά τα ζητήματα και πούμε ότι η συνεργασία και η βία ήταν αυτοσκοπός, τίποτα από αυτά δεν θα έθιγε τη δική μας βασική θέση που είναι ότι είναι το προϊόν της συνειδητής, ανθρώπινης επιλογής – ότι οι άξονες αξιολογήθηκαν συνειδητά και τα μέσα επιλέχθηκαν σκόπιμα12.

Με αυτά κατά νου, λοιπόν, μπορούμε να στραφούμε στο ζήτημα της ύπαρξης του κράτους. Χωρίς αμφιβολία, το κράτος είναι ο πιο βίαιος και επιθετικός θεσμός που έχουν δημιουργήσει ποτέ οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει ούτε μία σύγκρουση που αξίζει να αναφερθεί στα βιβλία ιστορίας που δεν προκλήθηκε από το κράτος ή μια πρωτο-κρατική οντότητα, ούτε υπάρχει τέτοια σύγκρουση που δεν θα είχε βελτιωθεί από τη μειωμένη ή απουσία κρατικής συμμετοχής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι φιλελεύθεροι εστιάζουν όλες τις προσπάθειές τους σε αυτό το θεσμικό όργανο. Έτσι, η αντίρρηση στον λιμπερταριανισμό λόγω του ισχυρισμού ότι είναι αντίθετος με την «ανθρώπινη φύση» αφορά, πρωτίστως, το αν το κράτος είναι ένα φαινόμενο της «ανθρώπινης φύσης» που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και, ως εκ τούτου, ανούσιο στο να το πολεμήσουμε.

Από την προηγούμενη ανάλυση, θα πρέπει ήδη να είναι σαφές ότι αυτό δεν συμβαίνει. Το κράτος δεν υπάρχει για κανέναν άλλο σκοπό παρά να χρησιμεύσει ως το απόλυτο όχημα για την επιδίωξη της βίαιης μεθόδου επίτευξης των στόχων – της βίαιης ληστείας από ορισμένους προκειμένου να ωφεληθούν άλλοι.

Το κράτος δεν υπήρξε ως ομοιόμορφη οντότητα σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Αντίθετα, έχει ανθίσει και εξαφανιστεί σύμφωνα με την επιθυμία των ανθρώπων να το χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο εκμετάλλευσης και την πεποίθηση του κοινού είτε του να το αποδεχθεί σιωπηρά είτε να προωθήσει ενεργά την ύπαρξή του. Όλοι οι «μεγάλοι» θεσμοί των κρατών που βλέπουμε σήμερα – κτίρια του κοινοβουλίου, εκτελεστικά τμήματα, άρτια καταρτισμένες ένοπλες δυνάμεις, σύνθετα όπλα και εξοπλισμός που χρησιμοποιούν και ούτω καθεξής – κανένα από αυτά δεν είναι σε καμία περίπτωση «φυσικό». Αντιθέτως, οφείλουν την ύπαρξή τους στο γεγονός ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι, σε συγκεκριμένους χρόνους και τόπους, πίστευαν ότι η δημιουργία τους ήταν μια αξιόλογη προσπάθεια. Η τελική τους μορφή που βλέπουμε σήμερα είναι απλά το αποτέλεσμα αιώνων συνειδητά επιλεγμένης συμπεριφοράς.

Η φύση των συγκρούσεων που προκάλεσε το κράτος έχει επίσης ποικιλία – εισβολή, πόλεμοι και κατακτήσεις, άμεση υποδούλωση του εγχώριου πληθυσμού, βαριά φορολογία κλπ. Κανένα από αυτά τα πράγματα απλώς «συνέβη» από το πουθενά αλλά διεξήχθη για συγκεκριμένους σκοπούς . Επιπλέον, η ισχύς και η δύναμη του κράτους ποικίλλει σε όλη την ιστορία και ποικίλλει και σε όλο τον κόσμο σήμερα – σε όλη τη διαδρομή από τη φρίκη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, πιθανώς τη χειρότερη κατάσταση που υπήρξε ποτέ, μέχρι σχετική αδυναμία του ελβετικού καντονιού.

Δεν είναι λοιπόν απολύτως γελοίο το γεγονός ότι οι λιμπερταριανοί καταδικάζουν το κράτος ως ανήθικο και κακό ή ότι πολεμούν για θεσμούς (ή για μια επανευθυγραμμισμένη παγκόσμια ισορροπία εξουσίας) που καθιστά την επιλογή βίαιης οικειοποίησης μέσω του κράτους λιγότερο ελκυστική επιλογή. Αυτό είναι κάτι που το ελβετικό μοντέλο έχει επιτύχει στην εγχώρια αγορά και το οποίο, σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να επιτευχθεί με τη σχετική άνοδο της Κίνας και της Ρωσίας ως αντίβαρο στην προϋπόθεση της αμερικανικής μοναδικής πολικότητας που επέτρεψε στην τελευταία να εκδηλώσει αδιάκριτη επιθετικότητα σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Επομένως, το κράτος είναι σταθερά και αναμφισβήτητα συνέπεια της ανθρώπινης επιλογής και όχι της ανθρώπινης φύσης και ως εκ τούτου είναι απολύτως νόμιμο να το εκθέσουμε σε ηθική εξέταση. Όπως είπε ο Karl Hess:

«Οι Λιμπερταριανοί δεν είναι ντετερμινιστές που αισθάνονται ότι αόρατες, μυστικιστικές δυνάμεις κινητοποιούν τους ανθρώπους και την ιστορία σε μοιραίες καταστάσεις και μοτίβα. Οι Λιμπερταριανοί, που είναι ριζοσπάστες, γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν την ιστορία, ότι ο Άνθρωπος είναι ιστορία και ότι οι άνθρωποι μπορούν να αρπάξουν τη μοίρα τους από τη ρίζα και να την προωθήσουν»13.

 

Θα μπορούσαμε επίσης να ολοκληρώσουμε αυτή την υπεράσπιση ενάντια στην ένσταση περί «ανθρώπινης φύσης» εναντίον του Λιμπερταριανισμού επισημαίνοντας ότι η ανθρώπινη φύση είναι στην πραγματικότητα ο λόγος ύπαρξης της ελευθερίας και όχι η αντίθεση της. Ο Λιμπερταριανισμός κατανοεί τους ανθρώπους για αυτό που είναι – ανεξάρτητα σκέψης, επιθυμίας, επιλογής και ενεργειών. Όπου και αν κοιτάξετε, δεν υπάρχει ανώτερη μονάδα από το άτομο που αναλαμβάνει αυτές τις δραστηριότητες. Ακόμα και όταν οι σκέψεις και οι επιθυμίες μας επηρεάζονται από άλλους και από τις ομάδες που επιλέγουμε να ενταχθούμε, η επιλογή να τους ακολουθήσουμε τελικά παραμένει η δική μας – και, ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε συγκεκριμένης επιλογής, εμείς ως άτομα είμαστε οι ίδιοι που αισθάνονται τη χαρά της επιτυχίας και τον πόνο της αποτυχίας. Ο Λιμπερταριανισμός επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο, εξολοκλήρου, να ενεργεί για να εκπληρώσει αυτές τις ανεξάρτητες επιθυμίες και επιλογές εντός των ορίων του δικού του προσώπου και περιουσίας ή σε οποιαδήποτε κοινή επιχείρηση με πρόθυμους συνεργάτες14.

Ο κρατισμός, από την άλλη πλευρά, ανέκαθεν έπρεπε να υπερισχύει αυτών των επιμέρους επιλογών, επιθυμιών και ενεργειών, προκειμένου να εκπληρώσει ένα μεγαλύτερο όραμα μιας «καλύτερης κοινωνίας». Πρώτον, ελπίζει ότι αυτές οι μεμονωμένες επιθυμίες μπορούν να εξαλειφθούν με το να φανταστούμε ότι κάποιο είδος νεοσυσταθέντος ανθρώπου θα δουλεύει με χαρά προς τα «υψηλότερα» ιδεώδη που επιθυμούν οι ηγέτες και οι φανταστικοί οραματιστές. Αυτό που δεν συνειδητοποιούν είναι ότι η αρχική δημοτικότητα του κρατισμού προέρχεται από το γεγονός ότι οι μεμονωμένοι άνθρωποι πιστεύουν ότι θα προωθήσουν οτιδήποτε θέλουν, αναγκάζοντας τους άλλους να επιβαρύνονται το κόστος. Αν ο σοσιαλισμός, για παράδειγμα, σημαίνει «από τον καθένα σύμφωνα με τα μέσα του σε κάθε έναν σύμφωνα με τις ανάγκες του», όλοι αναμένουν να είναι στην κατηγορία των «αναγκών» και όχι των «μέσων» – σπάνια θεωρούν το γεγονός ότι μπορεί να είναι αυτοί με τα «μέσα» που υποφέρουν μέρα και νύχτα για να ανταποκριθούν στις «ανάγκες» κάποιου άλλου. Μόλις συνειδητοποιήσει ο καθένας ότι το τελευταίο είναι η πραγματικότητα, τότε οποιοδήποτε κίνητρο για συνεργασία θα διαλυθεί και έτσι το κράτος πρέπει να χρησιμοποιήσει τα όπλα και τα γκούλαγκ για να αναγκάσει τους ανθρώπους να συμμορφωθούν. Αυτή η διαφωνία σχετικά με την ανθρώπινη φύση είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα σοσιαλιστικά πειράματα έχουν καταρρεύσει, ενώ οι ελεύθερες κοινωνίες έχουν ευημερήσει. Είναι επομένως η ατομική ελευθερία και όχι η αυτοματοποιημένη, ρομποτική προσκόλληση στο κράτος που είναι σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση.

Ριζοσπαστισμός και Μετριοπάθεια

Η τρίτη και τελική εκδοχή του ισχυρισμού ότι ο Λιμπερταριανισμός είναι «ουτοπικός» και που θα διερευνήσουμε εδώ δέχεται ότι ο Λιμπερταριανισμός δεν είναι ούτε φυσικά αδύνατος ούτε αναγκαστικά αντίθετος στην ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με αυτό το επιχείρημα, ο Λιμπερταριανισμός εξακολουθεί να αποτυγχάνει, καθώς το δημοκρατικό κράτος είναι τόσο εδραιωμένο στον κόσμο και οι άνθρωποι είναι τόσο εγγενώς κρατιστές, ώστε κάθε ελπίδα για μια ελεύθερη κοινωνία να ναυαγεί.

Η βασική ώθηση αυτού του επιχειρήματος είναι μια επίθεση στην εγγενή ριζοσπαστική φύση του Λιμπερταριανισμού και η φερόμενη απελπισία της επιδίωξης ριζοσπαστικών ιδεών γενικότερα. Οι αντι-λιμπερταριανοί είναι ικανοποιημένοι να απορρίπτουν κάθε μορφή φιλελευθερισμού μόνο γι’ αυτούς τους λόγους. Ορισμένοι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς, αφετέρου – όπως ο μακαρίτης Μίλτον Φρίντμαν – δέχθηκαν αυτό το επιχείρημα και προσπάθησαν να επιτύχουν μεγαλύτερη ελευθερία εργαζόμενοι μέσα στο κρατικό σύστημα μέσω κάποιου βαθμού βαθμιαίας εξέλιξης. Θα αμφισβητήσουμε τόσο την αντι-ριζοσπαστική υπεράσπιση του κρατισμού όσο και τη βαθμιαία προσέγγιση της ελευθερίας εδώ.

Πρώτον, μια πρόταση μπορεί να είναι ριζοσπαστική λόγω του γεγονότος ότι μια αντίθετη πρόταση είναι ευρέως αποδεκτή και εδραιωμένη. Ωστόσο, από αυτό δεν προκύπτει ότι η σημασία είτε της αλήθειας είτε της δικαιοσύνης μιας μη δημοφιλούς πρότασης μειώνεται με οποιονδήποτε τρόπο. Για παράδειγμα, ο καθένας μπορεί να έχει σκεφτεί κάποτε ότι η γη ήταν επίπεδη και βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. Ωστόσο, αυτή η συναίνεση δεν άλλαξε ούτε το γεγονός ότι η γη είναι πραγματικά σφαιρική και περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, ούτε το γεγονός ότι μια τέτοια κατανόηση θα απέδιδε σημαντική πρόοδο στην ανθρώπινη γνώση του περιβάλλοντος. Ομοίως, εάν όλοι πίστευαν ότι ήταν απολύτως αποδεκτό να δολοφονούν μαύρους ή γυναίκες να βιάζονται και, επιπλέον, όλοι να βιάζουν και να σκοτώνουν με ευχαρίστηση, αυτό δεν θα αλλάξει το γεγονός ότι είναι εγγενώς κακές πράξεις κατά των οποίων πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να σταματήσουν – και, επιπλέον, ότι η διακοπή θα πρέπει να είναι άμεση. Η δυσκολία αντιμετώπισης καλώς εδραιωμένων απόψεων θα καταστήσει σίγουρα δυσκολότερη τη στρατηγική μας για την επιδίωξη ενός ριζοσπαστικού στόχου, αλλά, αντίθετα με την αντι-φιλελεύθερη στάση, δεν ακυρώνει τον στόχο εξ αρχής. Οι αλήθειες δεν εξαφανίζομαι απλώς και μόνο επειδή όλοι το επιθυμούν και σε ορισμένες περιπτώσεις η αποκάλυψη της αλήθειας – όπως η αληθινή φύση του κράτους και ο τρόπος με τον οποίο αμαυρώνει την ανθρωπότητα – θα είχε τόσο ισχυρές συνέπειες που αξίζει να υποφέρουμε τη δυσκολία επίτευξης. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αποτυχία να λες την αλήθεια για την εξουσία – παρόλες τις δυσκολίες – είναι περισσότερο σημάδι δειλίας απ’ ό,τι είναι ένα σημάδι ρεαλισμού. Οι πολυπλοκότητες που εμπλέκονται στη συγκέντρωση του απαιτούμενου θάρρους ίσως καλύπτονται καλύτερα από τον Joseph R. Peden όταν λέει:

«Η Λιμπερταριανή επανάσταση δεν είναι έργο μιας ημέρας – ή μιας δεκαετίας – ή μιας ζωής. Είναι μια συνεχής διαδικασία σε βάθος χρόνου. Η εστίαση του αγώνα αλλάζει από καιρό σε καιρό και από τόπο σε τόπο. Καποτε αφορούσε την κατάργηση της δουλείας, τώρα μπορεί να είναι η απελευθέρωση των γυναικών. Εδώ μπορεί να είναι ένας αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία. Εκεί μπορεί να επικεντρωθεί στις πολιτικές ελευθερίες. Σε μια στιγμή μπορεί να απαιτεί εκλογές και πολιτικές κομμάτων. Σε μια άλλη ένοπλη αυτοάμυνα και επανάσταση […] Υπάρχει μια τάση ανάμεσα σε πολλούς Λιμπερταριανούς να αναζητουν μια αποκαλυπτική στιγμή, όταν το κράτος θα πέσει για πάντα και θα κυριαρχήσει η αναρχία. Όταν συνειδητοποιήσουν ότι η μεγάλη στιγμή δεν πρόκειται να έρθει στην εποχή τους ή και ποτέ, τότε χάνουν την πίστη στην ακεραιότητα και την αξιοπιστία της Λιμπερταριανής φιλοσοφίας […] [Αυτό] θα πρέπει να μας προειδοποιεί ότι ο Λιμπερταριανισμός μπορεί εύκολα να γίνει μια εφηβική φαντασίωση στα μυαλά που είναι ανώριμα και άγουρα από μια ευρεία ανθρωπιστική οπτική. Δεν θα έπρεπε να είναι μια σταθερή ή μαγική φόρμουλα, αλλά μια ηθική επιταγή με την οποία κάποιος ερευνά τις πολυπλοκότητες της κοινωνικής πραγματικότητας»15«.

 

Από την παρατήρηση της εξέλιξης της ιστορίας, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα ότι οι ιδέες – και ιδιαίτερα οι ριζοσπαστικές ιδέες – έχουν σημασία. Όπως μας υπενθύμισε ο Ισπανός φιλόσοφος José Ortega y Gasset, «ο πολιτισμός δεν είναι «απλά εκεί»δεν είναι αυτοσυντηρούμενος»16. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη του πολιτισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη και απαιτεί αντ’ αυτού την ενεργό προθυμία μας να ασχοληθούμε με τις ιδέες που τον υποστηρίζουν, ενώ απωθούμε εκείνες που επιδιώκουν να τον καταστρέψουν. Οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες έχουν ξεκινήσει σε κάποια στιγμή ως ριζοσπαστικές, δημοφιλείς θεωρίες που αγκάλιασαν μόνο λίγοι διανοούμενοι ή θρησκευτικοί μύθοι – αλλά η επακόλουθη, ευρεία υιοθέτησή τους είχε βαθιές συνέπειες. Για παράδειγμα, χωρίς φιλοσοφία του διαφωτισμού, είναι απίθανο να είχαν συμβεί ποτέ οι αμερικανικές, γαλλικές και βιομηχανικές επαναστάσεις. Ο Karl Marx πέθανε σε σχετική αδιαφορία έξω από τους ριζοσπαστικούς κύκλους, όμως οι θεωρίες του συνεχίστηκαν για να υποδουλώσουν τη μισή γη. Η δημοκρατία ελάχιστα έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη σχεδόν για όλη την ιστορία της πολιτικής σκέψης, αλλά τώρα κάποιος περιθωριοποιείται ως τρελός αμέσως αν εκφράσει ακόμη και την πρόταση ότι είναι οτιδήποτε πέρα από λαμπρή. Επιπλέον, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο θρίαμβος της δημοκρατίας παραχώρησε στο κράτος ένα αόρατο φωτοστέφανο νομιμότητας, το οποίο έχει δικαιολογήσει τη διαρκώς αυξανόμενη επέκταση και τη διαιώνιση των φρικαλεοτήτων. Για παράδειγμα, χιλιετίες μοναρχών, αυτοκρατόρων και εδραιωμένων δυναστειών δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν κόσμο που να διαπραγματεύεται αποκλειστικά σε ακάλυπτο χρήμα. Όμως η δημοκρατία «το πέτυχε» μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες.

Με λίγα λόγια λοιπόν, αυτό που οι άνθρωποι σκέφτονται έχει αλλάξει δραματικά και είχε πολύ πραγματικές επιπτώσεις στην ανθρωπότητα. Συνεπώς, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να επηρεάσουμε αυτό που σκέφτονται, αν θέλουμε να αλλάξουμε την πορεία της ιστορίας17. Οι ιδέες που σφυροκοπούνται σήμερα θα γίνουν αύριο διάσημες και η φαινομενική ουτοπικότητα της νίκης σήμερα δεν σημαίνει ότι η νίκη δεν θα φτάσει ποτέ. Όπως είπε ο T. S. Eliot:

«Αν πάρουμε την ευρύτερη και σοφότερη άποψη ενός Σκοπού, δεν υπάρχει τίποτα όπως ένας χαμένος Σκοπός, γιατί δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως ένας Σκοπός που επιτεύχθηκε. Αγωνιζόμαστε για χαμένους Σκοπούς επειδή γνωρίζουμε ότι η ήττα και η απογοήτευσή μας μπορεί να είναι η πρόοδος στη νίκη των διαδόχων μας, παρόλο αυτή η νίκη μπορεί να είναι προσωρινή. Αγωνιζόμαστε περισσότερο να κρατήσουμε κάτι ζωντανό παρά με την προσδοκία ότι θα θριαμβεύσει».

 

Αν στραφούμε τώρα στην σταδιακή μετάβαση, οποιαδήποτε στρατηγική που έχει απορρίψει έναν τελικό στόχο ή μια ριζοσπαστική αρχή καταλήγει να επιφέρει μια κατάσταση πραγμάτων που είναι ποιοτικά διαφορετική. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι μια τέτοια στρατηγική πρέπει να γεμίσει το ιδεολογικό της κενό με κάποια άλλη κατευθυντήρια φιλοσοφία για να καθοδηγήσει τις επιλογές της. Για τις ρητά σταδιακές προσεγγίσεις προς την ελευθερία, αυτό έχει καταλήξει σε κάποιο είδος ωφελιμισμού. Εκτός από αυτό, καθώς το επίκεντρο της σταδιακής προσέγγισης είναι να εργάζεται χέρι-χέρι παρά σε αντίθεση με το κράτος, οι υποστηρικτές της αναγκάστηκαν να δεχτούν τη διαιώνιση του κράτους μέσω βασικών αδικιών (όπως οι φόροι, οι κανονισμοί και το μονοπώλιο του νόμου, τάξης και προστασίας), μεταβάλλοντας έτσι οποιαδήποτε από τις επικρίσεις τους ως προς αυτό ως επικρίσεις ως προς το βαθμό και όχι ως προς την ποιότητα. Κατά συνέπεια, κάθε εκπλήρωση της εμμονής τους με την «αποτελεσματικότητα» επέτρεψε στη βαθμιαία προσέγγιση να φιλοξενήσει και να επεκτείνει αυτές τις αδικίες όπως κρίνει κατάλληλα. Ως εκ τούτου, η φύση του έργου της απελευθέρωσης έχει μεταμορφωθεί σε κάτι το οποίο, αντί να αντιτίθεται στην αδικία, επιτρέπει να την δέχεται ή να την αντικαθιστά με περαιτέρω αδικίες18.

Για παράδειγμα, οι συζητήσεις του 19ου αιώνα σχετικά με την κατάργηση της δουλείας υποβλήθηκαν σε ερωτήματα σχετικά με το αν οι δουλοκτήτες πρέπει να «αποζημιωθούν» για την απώλεια της «περιουσίας» τους στους σκλάβους. Χρειάστηκε ο ριζοσπαστικός φιλόσοφος Benjamin Pearson να επισημάνει ότι οι σκλάβοι έπρεπε να αποζημιωθούν για τα έτη δυστυχίας τους, ενώ οι δουλοκτήτες θα πρέπει να τιμωρηθούν. Ομοίως, οι προτάσεις για «σχολικά κουπόνια» προσποιούνται ότι νοιάζονται για τα οφέλη της «επιλογής», του «ανταγωνισμού» και της «κυριαρχίας των καταναλωτών» χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την επιλογή και την κυριαρχία των φορολογουμένων που απαλλοτριώνονται για να πληρώσουν για όλα αυτά, χωρίς να αναφέρουμε τον προσηλυτισμό της κρατικής εκπαίδευσης. Και βεβαίως, οποιαδήποτε συζήτηση για τη φορολογική μεταρρύθμιση μολύνεται επίμονα από κάποια αναγκαιότητα για τυχόν αλλαγές του φορολογικού κώδικα να είναι «ουδέτερες από πλευράς εσόδων» – μια ανησυχία η οποία, κρίνοντας από την πρώτη παράγραφο του σχεδίου φορολογικής μεταρρύθμισης του 2017, φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα για το Ινστιτούτο Adam Smith19.

Επιστρέφοντας στην προηγούμενη, υποθετική μας κοινωνία που απολαμβάνει βιασμούς και φόνους μαύρων, αυτές οι προσεγγίσεις θα μεταφράζονταν σε προτάσεις για «αποζημίωση» δολοφόνων και βιαστών για την απώλεια της απόλαυσης από τη δολοφονία και τον βιασμό. Ή την έκδοση «δελτίων βιασμού». Ή τη διασφάλιση ότι η «μεταρρύθμιση του φόνου» ήταν «ουδέτερη ως προς τον φόνο». Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι αυτές οι προτάσεις δεν είναι μόνο εντελώς γελοίες αλλά εντελώς ανήθικες – και, επιπλέον, θα οδηγούσαν σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό από οτιδήποτε θα θεωρούσαμε ως ελεύθερη κοινωνία.

Αυτή η κριτική της σταδιακής προσέγγισης δεν επιδιώκει να αποκηρύξει όποιον δέχεται μια κίνηση προς έναν απώτατο στόχο ο οποίος, αν και υπολείπεται του στόχου, αποφέρει σημαντική βελτίωση. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να δεχτούμε, για παράδειγμα, μείωση κατά 10% σε όλους τους φόρους, χωρίς συμβιβασμούς, ακόμη και αν παραμείνει η εναπομένουσα φορολογική επιβάρυνση. Το θέμα είναι ότι πρέπει πρώτα να προσεγγίσετε το τραπέζι με την ελπίδα να φτάσετε σε αυτό που θέλετε με τον πληρέστερο και πιο γρήγορο τρόπο. Όταν αντιμετωπίζουμε, για παράδειγμα, τη δολοφονία, το βιασμό και τη δουλεία, πρέπει να αρχίσουμε με την ελπίδα να εξαλείψουμε εντελώς αυτές τις ανηθικότητες. Όλα τα πραγματικά αποτελέσματα πρέπει στη συνέχεια να κριθούν σε σχέση με αυτό το κριτήριο. Από την άλλη πλευρά, αν έρθετε στο τραπέζι απαιτώντας μόνο μισά μέτρα τότε δεν θα φύγετε ποτέ με τίποτα περισσότερο από τα μισά μέτρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γι’ αυτόν τον λόγο ο William Lloyd Garrison δήλωσε ότι «η θεωρία σταδιακής μετάβασης είναι στην πραγματικότητα διατήρηση του κατεστημένου»20.

Ούτε επιδιώκουμε να επικρίνουμε οποιονδήποτε που θα μας προειδοποιούσε κατά της κατάργησης μιας ορισμένης αδικίας λόγω του γεγονότος ότι θα μπορούσε να ακολουθήσει μια ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή – όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, εάν οι δικαιούχοι κοινωνικής πρόνοιας ξεσηκώνονταν ως αποτέλεσμα των κεφαλαίων που τους αφαιρούμε. Πρόκειται απλώς για μια έκφραση σύνεσης που επιδιώκει να αποτρέψει την πρόκληση μεγαλύτερης βλάβης στα υφιστάμενα θύματα του κράτους από ό,τι έχει ήδη επιβληθεί. Είναι ένα εκατομμύριο μίλια μακριά από την παγίδα της σταδιακής προσέγγισης που θεωρεί τα μέσα διαβίωσης των δραστών αδικίας, είτε πρόκειται για δολοφόνους, βιαστές, σκλάβους ή απλούς γονείς που περιμένουν την «κοινωνία» να εκπαιδεύσει τα παιδιά τους, ως πιο σημαντικά από την ελευθερία των θυμάτων. Όπως λέει ο Murray N Rothbard:

«Η θεωρία της σταδιακής μετάβασης, φυσικά, υπονομεύει τον ίδιο τον στόχο, παραχωρώντας ότι πρέπει να πάρει τη δεύτερη ή την τρίτη θέση σε άλλες μη ή αντιφιλελεύθερες σκέψεις. Διότι μία σταδιακή προτίμηση συνεπάγεται ότι αυτές οι άλλες σκέψεις είναι πιο σημαντικές από την ελευθερία»21.

 

Πράγματι, το θανατηφόρο ελάττωμα της σταδιακής προσέγγισης είναι ότι ενδιαφέρεται πάρα πολύ για το κούνημα του σκάφους και όχι για την αντιμετώπιση των πειρατών που το χειρίζονται (αν και μάλλον πρέπει να αναφέρουμε ότι η ευκαιρία να μοιραστείτε το βαρέλι με το ρούμι παίζει έναν ρόλο από αυτή την άποψη) . Ο σκοπός των ριζοσπαστικών ιδεών, ωστόσο, δεν είναι να κρατήσουν το πλοίο στην επιφάνεια – αλλά να έρθουν προς διάσωση όταν αυτό βυθιστεί. Και, όπως σημειώθηκε νωρίτερα, το πλοίο μας με έντονα κοινωνικοποιημένη δημοκρατία σίγουρα θα βυθιστεί σε κάποιο σημείο. Όταν, για παράδειγμα, ο Σοβιετικός κομμουνισμός κατέρρευσε στη δεκαετία του 1980 και του 1990, το τελευταίο πράγμα που θέλησαν οι πλέον βασανισμένοι άνθρωποι ήταν μια αποδυναμωμένη εκδοχή αυτού που τους είχε απογοητεύσει τόσο καταστροφικά. Δεδομένου ότι οι δυτικοί ακαδημαϊκοί ήταν τόσο απασχολημένοι με το να επικροτούν τον μαρξισμό ή το κήρυγμα του κεϋνσιανισμού, αυτή η μεγάλη ευκαιρία για να διαχειριστούν το τελειωτικό χτύπημα σε όλες τις μορφές σοσιαλισμού ενώ είχε καταρρεύσει απλώς χάθηκε22.

Σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις όπου οι μεταρρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς εφαρμόστηκαν επιτυχώς και μακροπρόθεσμα – στο Χονγκ Κονγκ υπό τον John James Cowperthwaite και στη Νέα Ζηλανδία υπό τον Roger Douglas, και οι δύο ήταν οι υπουργοί Οικονομικών στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους – Η προσέγγιση «big bang» ενάντια στην που εξάλειψε την κρατιστική παρέμβαση κατά μήκος όλης της οικονομίες, πέτυχε. Ο ίδιος ο Roger Douglas έκατσε να εξηγήσει γιατί μια τέτοια προσέγγιση και μόνο μια τέτοια προσέγγιση είναι πιθανό να λειτουργήσει23.

Πρώτον, οι σαφείς στόχοι και η εισαγωγή τους εμποδίζουν γρήγορα τις ομάδες ειδικών συμφερόντων να εμποδίσουν το έργο – από τη στιγμή που αυτοί οι άνθρωποι έχουν επεξεργαστεί πώς να ανταποκριθούν σε μια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση που έχει ήδη εμφανιστεί. Δεύτερον, η επίτευξη αυτών των σαφών στόχων σε μεγάλα άλματα και όχι βήμα προς βήμα σημαίνει ότι τα θετικά τους αποτελέσματα φαίνονται πολύ νωρίτερα, δημιουργώντας πολύ γρήγορα δημόσια υποστήριξη γι’ αυτά. Αυτό κάνει κάθε προσπάθεια να επιτευχθεί συναίνεση με τις ομάδες συμφερόντων πριν από την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων – κάτι το οποίο ο Ντάγκλας θεωρούσε σπάνια δυνατό – περιττή. Αυτό επίσης καταστρέφει το πρόβλημα των υπολειπόμενων οικονομικών στρεβλώσεων που παραμελούνται, όταν μόνο κάποια κρατική παρέμβαση αποσύρεται με αποσπασματικό τρόπο. Τρίτον, το φαινόμενο της χιονοστιβάδας της στήριξης που αποκτάται από την απτή πρόοδο και την ευημερία εξουδετερώνει εντελώς την αντιπολίτευση – στερείται της δυνατότητας να προτείνει οποιαδήποτε πρακτική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να είναι τόσο καλή και μειώνεται στο να εκτοξεύει κενές δηλώσεις.24 Και τελικά, να μειώσει την περίοδο οποιασδήποτε αβεβαιότητας σχετικά με το νομικό και κανονιστικό περιβάλλον, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες να σχεδιάζουν σχέδια και να επενδύουν κεφάλαια νωρίτερα24. Τέλος, όσο πιο γρήγορα φτάνετε, τόσο πιο σύντομη είναι η περίοδος αβεβαιότητας σχετικά με το νομικό και κανονιστικό περιβάλλον, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες να κάνουν σχέδια και να επενδύσουν κεφάλαια νωρίτερα25.

Συνολικά, ο Ντάγκλας πυροβόλησε και σκότωσε, ενώ οι αντίπαλοί του δεν είχαν καν πάρει τα όπλα τους. Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα μίλησαν από μόνα τους ξεκίνησε μια κυκλική κίνηση, όπου ταχεία και ριζοσπαστική μεταρρύθμιση οδήγησε σε πραγματική επιτυχία που, με τη σειρά της, χρησίμευσε για τη δημιουργία αυξημένης υποστήριξης για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προσέγγιση του προκάτοχου του Ντάγκλας, Robert Muldoon (ο οποίος ήταν πρωθυπουργός ταυτόχρονα), ο οποίος θα άλλαζε τα πράγματα μόνο αν κανείς δεν ζημιωνόταν βραχυπρόθεσμα. Έτσι κατέληξε να αλλάξει λίγα πράγματα.

Μπορούμε να ολοκληρώσουμε αυτή την υπεράσπιση του ριζοσπαστισμού παραχωρώντας στους αντι-ελευθεριακούς και στους ελευθεραγορίτες υπέρ της σταδιακής προσέγγισης το καλύτερο δυνατό σενάριο τους. Τι θα συνέβαινε εάν ο φιλελεύθερος στόχος, στην πραγματικότητα, επιτυγχανόταν με ένα χτύπημα, και το κράτος εξαφανιζόταν, σε μία στιγμή; Τι θα συνέβαινε αν, για να μιμηθούμε ένα σενάριο που έθεσε ο Leonard Read26, μπορούσαμε να πατήσουμε ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί που θα μας επιτρέψει να καταστρέψουμε το κράτος αμέσως και χωρίς ενδοιασμούς;

Οι κρατιστές θα ήθελαν να μας πουν ότι η κοινωνία σύντομα θα κατέρρεε σε δολοφονικό χάος. Οι οπαδοί της σταδιακής προσέγγισης θα έλεγαν ίσως το ίδιο πράγμα. Αλλά θα συνέβαινε αυτό αναγκαστικά; Όπως είπαμε νωρίτερα, η ύπαρξη του κράτους είναι προϊόν συνειδητής επιλογής – είναι ένα μέσο για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Όταν το κράτος παύσει να παρέχει τα μέσα για την εκπλήρωση αυτών των σκοπών, δεν θα συμβεί να παραιτηθούμε όλοι και να μην αναζητήσουμε μια εναλλακτική λύση. Η φύση σιχαίνεται ένα κενό και ο δρων άνθρωπος ακόμη περισσότερο.

Επομένως, αν το κράτος εξαφανιστεί σε μια καταιγίδα καπνού, μπορεί να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος ανησυχίας, αλλά οι άνθρωποι θα λάβουν σύντομα μέτρα για να προστατεύσουν και να υπερασπιστούν την ιδιοκτησία τους, με αυτά τα ιδιωτικά μέσα να αντικαταστήσουν τελικά την μονοπωλιακή παροχή του κράτους. Οι πραγματικές καταστροφές της κοινωνικής συνοχής δεν διήρκεσαν ποτέ αρκετά, ώστε τα ιδιωτικά μέσα να ευδοκιμήσουν ή να αποκρυσταλλωθούν σε επίσημες οργανώσεις, αλλά είδαμε τη γένεσή τους σε εξέχοντα περιστατικά όταν η επίσημη αστυνομία της πολιτείας δεν ήρθε στη διάσωση – για παράδειγμα, στο Koreatown κατά τη διάρκεια των ταραχών του Λος Άντζελες του 1992, των ταραχών του Ηνωμένου Βασιλείου το 2011 και του Ferguson, στο Missouri, τον Αύγουστο του 2014.

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να διαπράττουν ιδιωτικές δολοφονίες και κλοπές απλώς και μόνο επειδή το κράτος θα μας χαστούκιζε, αν δεν τις κάναμε διαφορετικά. Χωρίς το κράτος, ο αριθμός των ατόμων που επιθυμούν να διαπράξουν ιδιωτική δολοφονία και κλοπή θα εξακολουθούσε να ανήκει στη μειονότητα. Η πλειοψηφία απέχει από αυτές τις πράξεις όχι επειδή η κυβέρνηση την εμποδίζει να τις κάνει αλλά επειδή α) τις αναγνωρίζουν ως κακές και β) πέρα από τα όρια της άμεσης ικανοποίησης είναι τελικά αντιπαραγωγικές στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου. Η κατάργηση του κράτους δεν θα αλλάξει αυτήν την άποψη. Αν οποιοσδήποτε υποστηρικτής μιας κρατιστικής τάξης ήταν να προτείνει κάτι διαφορετικό τότε είναι επιτρεπτό να τον ρωτήσουμε τι θα κάνει εάν το κράτος εξαφανιστεί ξαφνικά. Θα ήταν ανάμεσα στους κακοποιούς και τους ληστές; Θα έσπαζε παράθυρα και θα έκαιγε καταστήματα; Ή θα προσπαθούσε να δημιουργήσει κάποιο ομοίωμα πολιτικής τάξης; Εάν επέλεγε το τελευταίο, τότε σε ποια βάση θα υπέθετε ότι όλοι οι άλλοι θα επέλεγαν το πρώτο; Στην πραγματικότητα, η απαλλαγή από το κράτος θα εκμηδενίσει το θεσμικό όργανο το οποίο θεωρείται ότι αποτελεί τον μοναδικό αγωγό για πράξεις βίας που διαπράττονται νόμιμα. Έτσι, αφαιρώντας αυτόν τον καπλαμά της νομιμότητας, η άμεση καταστροφή του κράτους θα επιφέρει μια ταχεία, ηθική βελτίωση του πληθυσμού και όχι την πτώση του στη βαρβαρότητα.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι υποστηρικτές της σταδιακής μετάβασης σε αυτή την περίπτωση έχουν ένα πιο αδύναμο επιχείρημα από τους απλούς κρατιστές. Οι κρατιστές έχουν μια επικίνδυνη δυσπιστία στην αγορά στο να δημιουργήσει οποιαδήποτε αποδεκτή κοινωνική τάξη και έτσι το συμπέρασμά τους ότι η άμεση εξαφάνιση του κράτους θα οδηγούσε στο χάος, έχει τουλάχιστον κάποια συνέπεια. Οι υποστηρικτές της βαθμιαίας μετάβασης, όμως, περηφανεύονται για το πόσο αποτελεσματικοί είναι οι ιδιώτες, όταν πρόκειται να μας δώσουν περισσότερα τρόφιμα, ρούχα, αυτοκίνητα και ούτω καθεξής. Αλλά, για κάποιο λόγο, δεν εμπιστεύονται αυτούς τους ιδιώτες να διαχειριστούν οποιαδήποτε μετάβαση σε μια ελεύθερη κοινωνία.

Συμπέρασμα

Τελικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι αν και οι λιμπερταριανές αρχές είναι απαίσια ριζοσπαστικές, η πορεία προς την εκπλήρωση τους μπορεί να μην είναι καθόλου ριζοσπαστική. Τα συγκεντρωτικά κρατικά προγράμματα, όπως η Ε.Ε., προσπαθούν να καταστρέψουν τα πολιτιστικά, εθιμικά και θρησκευτικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, προκειμένου να τα αντικαταστήσουν με δικούς τους, τεχνητά κατασκευασμένους, διακρατικούς, πολυπολιτισμικούς μονόλιθους. Είναι, στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι που απορρίπτονται ως πολύ ριζοσπαστικοί από τους υποταγμένους πληθυσμούς. Προκαλώντας τους, οι Λιμπερταριανοί προσπαθούν, ως επί το πλείστον, να σταματήσουν ξανά τη δημιουργία του κόσμου, αντί να τον δημιουργήσουν εκ νέου. Επιπλέον, η αριστερή / κρατική φρενίτιδα έχει καταλήξει να είναι μια τέτοια φάρσα που οι πολιτικοί σατιριστές βρίσκουν ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να σκεφτούν πρωτότυπα αστεία – και ότι αυτό που προηγουμένως θεωρούσαν ως τραβηγμένα αστεία βασισμένα σε ένα μόνο πυρήνα της αλήθειας απευθύνονται στην πλήρη πραγματικότητα27. Αυτό δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς σε μια εποχή που θεωρεί τον εαυτό της ως άτρωτη όχι μόνο προς τα καθιερωμένα κοινωνικά έθιμα αλλά και προς μια προσπάθεια Οργουελική για να επανακαθορίσει τη βασική λογική και την κοινή λογική – ότι η «ελευθερία του λόγου» αφορά μόνο οτιδήποτε βρίσκει σύμφωνη την αριστερά. Ότι η «ανοχή» σημαίνει βίαιη επίθεση σε όσους διαφωνούν μαζί σας. Ότι το «έγκλημα μίσους» είναι πιο κακό παρά το πραγματικό έγκλημα28. Ότι το φύλο δεν υπάρχει ή αν υπάρχει, τότε υπάρχει να έχουμε πενήντα από αυτά. Ότι πρέπει να υποστηρίξουμε ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει ποια τουαλέτα. Αντιμετωπίζοντας όλα αυτά φαίνεται ότι οι Λιμπερταριανοί δεν χρειάζεται να φαίνονται ριζοσπαστικοί και σίγουρα όχι ουτοπικοί – αντ’ αυτού, ίσως χρειαστεί να είμαστε «κανονικοί».

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:

  1. Αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ότι μια ηθική πρόταση είναι απαραιτήτως αδύνατη απλώς και μόνο επειδή είναι δύσκολο να εκπληρωθεί ή να απαιτηθεί κάποιο είδος θριάμβου ενάντια αντιξοότητες. Ούτε σημαίνει ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος πρέπει να αποφεύγει να ξεπερνά τα όρια των προηγούμενων επιτευγμάτων του. Για παράδειγμα, οι ικανότητές μου στο γκολφ μπορεί να είναι τόσο απελπιστικές, ώστε είναι αδύνατο για μένα να προσγειώσω την μπάλα πάνω στο πράσινο και όχι στο κουβούκλιο. Αλλά τα μέσα για μένα να κάνω μια λογική προσπάθεια βελτίωσης των ικανοτήτων μου – γκολφ μπαστούνι, γήπεδο γκολφ και χρόνος εξάσκησης – είναι όλα διαθέσιμα σε μένα τώρα, έτσι ώστε να μην είναι «ουτοπικό» για κάποιον που να προτείνει να το κάνω, όσο και να υστερώ σε ταλέντο. Αλλά καμία πρακτική δεν θα μπορούσε να με κάνει να πηδήσω από τη Βρετανία στην Κίνα με τα διαθέσιμα σημερινά μέσα. Άλλες ηθικές προτάσεις που βρίσκονται κάπου μεταξύ αυτών των δύο σημείων θα πρέπει να κριθούν κατά περίπτωση.
  2. Αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως έγκριση οποιασδήποτε συγκεκριμένης ενέργειας – αυτό που είναι σημαντικό είναι να επιχειρηθεί μια εναλλακτική λύση
  3. Για παράδειγμα αυτού του είδους της κριτικής, βλ. Peter Corning, What’s the Matter with Libertarianism? https://www.psychologytoday.com/us/blog/the-fair-society/201108/what-s-the-matter-libertarianism. Στο βαθμό που είναι υποστηρικτής της δημοκρατίας, o Corning είναι, όπως είναι χαρακτηριστικό για αυτόν τον τύπο κριτικού, θλιβερά ασυνεπής. Εάν η ελευθερία επιλογής για τον εαυτό μας βασίζεται σε «εγωισμό» τότε πώς δικαιολογούμε την αρχή ένας ενήλικας-μία ψήφος; Δεν συμβαίνει ότι κάθε ψηφοφόρος αποφασίζει για τον εαυτό του ποια κυβέρνηση είναι καλύτερη; Συνεπώς, κάθε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση δεν θα είναι προϊόν εγωισμού;
  4. Για μια πλήρη εξήγηση της ελευθεριακής κατανόησης των ομαδικών οργανώσεων και της «κοινωνίας», βλ. Duncan Whitmore, Libertarianism και Collective https://misesuk.org/2018/05/09/libertarianism-and-the-collective.
  5. Δείτε την 3η σημείωση
  6. Murray N Rothbard, The Mantle of Science, Κεφ. 1 στο Economic Controversies, σελ.3. Η πρωτοποριακή έκθεση της ανθρώπινης δράσης είναι, φυσικά, η σεμιναριακή πραγματεία του Ludwig von Mises. Βλ. Ludwig von Mises, Human Action – a Treatise on Economics, Μέρος πρώτο.
  7. Όχι ότι αυτό αρκεί για να σταματήσει η περιστασιακή απόπειρα: https://en.wikipedia.org/wiki/Christopher_McCandless
  8. Δεν υπονοούμε, πρέπει να σημειωθεί, ότι η εξυπηρέτηση είναι η μόνη ανησυχία σε αυτή την εκτίμηση. Όπως θα δούμε παρακάτω, οι ιδέες και, κατά συνέπεια, η ηθική διάσταση διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στις ανθρώπινες επιλογές.
  9. Η ελκυστικότητα του σοσιαλισμού εξαρτάται πάντα από το γεγονός ότι υπάρχει ένα προϋπάρχον απόθεμα πλούτου, που παράγεται από τον καπιταλισμό και ανήκει σε πλούσιους καπιταλιστές, έτοιμο να απαλλοτριωθεί. Είναι εξαιρετικά ανεπιτυχής στο να εξηγήσει με ακρίβεια πώς θα δημιουργήσει νέο πλούτο από εκεί.
  10. Για ένα προηγούμενο παράδειγμα αυτής της δυναμικής, ο Rothbard αποδίδει τη γέννηση του σύγχρονου έθνους-κράτους στην «επέκταση της μεσαιωνικής παραγωγής και εμπορίου» μεταξύ του ενδέκατου και του δέκατου τέταρτου αιώνων που είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση πλούτου και κεφαλαίου που «παρείχαν μεγάλους πειρασμούς στην εξουσία να εκμεταλλευτεί και να εκτρέψει τον πλούτο αυτό σε δικούς της μη παραγωγικούς σκοπούς [sic] […] «. Murray Ν Rothbard, Conceived in Liberty, Vol. 1, σελ. 7.
  11. Οι εχθρικές αναλύσεις του Ralph Raico για τον Winston Churchill υποδηλώνουν ότι ο τελευταίος υποβλήθηκε σε αυτό το είδος σκέψης. Δείτε σχετικά: Αναθεωρώντας τον Ουίνστον Τσόρτσιλ
  12. Ένας από τους πιο ενημερωμένους σχολιαστές για τις κοινοτικές πτυχές του λιμπερταριανισμού είναι ο blogger που γράφει με το ψευδώνυμο «Bionic Mosquito». Ωστόσο, ακόμη και αυτός εξηγεί αυτές τις πτυχές από την άποψη μιας κάπως απομονωμένης «επιθυμίας» για «πολιτισμό, την παράδοση και την κοινότητα» – μια επιθυμία που απλά συμβαίνει να είναι μέρος της «φύσης του ανθρώπου» και δεν οφείλεται σε κανέναν συνειδητά εκτιμώμενο λόγο. Σε δύο θετικές κριτικές ενός βιβλίου του Robert Nisbet (One Hand Washing the Other https://bionicmosquito.blogspot.co.uk/2018/05/one-hand-washing-other.html και Community Lost https://bionicmosquito.blogspot.co.uk/2018/05/community-lost.html) o «Bionic Mosquito» βρίσκει (τουλάχιστον κατά ένα μέρος) βρίσκει την εξήγηση για την ανάπτυξη του «τεχνοκρατικού κράτους» στην προφανή αναζήτηση του ανθρώπου για μια αίσθηση «κοινότητας» («community-lost.html / 2018/05 / community-lost.html» μετά τη βεβήλωση των παραδοσιακών θεσμών (όπως «συντεχνίες, εκκλησίες, πανεπιστήμια, χωριά και οικογένεια») από τη φιλοσοφία του ατομικισμού.

    Στο βαθμό που ο κλασσικός φιλελευθερισμός και ο διαφωτισμός υπερέβησαν τον ορθολογισμό και τον ατομικισμό σε βάρος των κοινοτικών πτυχών της ανθρωπότητας, είναι αλήθεια ότι οι παραδοσιακοί κοινοτικοί δεσμοί αφέθηκαν ιδεολογικά ευάλωτοι. Επιπλέον, μπορούμε σίγουρα να κατηγορήσουμε την λανθασμένη πίστη στο αλάθητο της λογικής του ανθρώπου (ενσωματωμένη, για παράδειγμα, σε αυτό που ο Hayek ονομάζει «κονστρουκτιβιστικό ορθολογισμό») για να δώσει το πράσινο φως στη φρίκη της κοινωνικής μηχανικής. Ωστόσο, δεν ισχύει ότι τέτοιες φιλοσοφίες ήταν η άμεση αιτία του θανάτου της κοινοτικότητας. Η δημοτικότητα του κρατισμού / σοσιαλισμού δεν δημιουργήθηκε ποτέ από κάποια ενστικτώδη επιθυμία για «κοινότητα» αλλά από την υπόσχεσή του για ένα λαμπρότερο οικονομικό μέλλον – ακριβώς από την γελοία ιδέα των φτερωτών περιστεριών του Fourier που φτάνουν στα πεινασμένα στόματα μέχρι το μανιφέστο του Εργατικού Κόμματος το 1945 το οποίο αποκλειστικά μιλά για οικονομική ευημερία. Συνεπώς, δεν ισχύει το γεγονός ότι ο «ατομικισμός» κατέστρεψε αρχικά τοπικές και παραδοσιακές οργανώσεις και ότι ο λαός αναζητούσε τότε τη μυστήρια λαχτάρα του για «κοινότητα» στο «απολυταρχικό κράτος». Αντ’ αυτού, ο κρατισμός / σοσιαλισμός κατέστρεψε αυτά τα πράγματα μετά από την αποδοχή του από τον λαό – μια τέτοια καταστροφή διεξήχθη προκειμένου να εξαλειφθούν τα ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, πίστης και οικονομικής προόδου, ώστε να μπορούν να υλοποιηθούν κεντρικά σχεδιασμένα πλάνα. Η Κίνα, για παράδειγμα, ήταν υπό κομμουνιστική κυριαρχία για σχεδόν είκοσι χρόνια πριν υποστεί την Πολιτιστική Επανάσταση. Επιπλέον, η αναπόφευκτη αποτυχία του σοσιαλισμού οδήγησε πράγματι στην αναζωπύρωση των παραδοσιακών κοινοτικών δεσμών (του συντηρητισμού στην ουσία με την παραδοσιακή έννοια), διότι οι ανεπίσημοι δίαυλοι και οι αμοιβαία ευνοϊκές σχέσεις ήταν συχνά ο μόνος τρόπος για να ξεπεραστούν οι ελλείψεις στα βασικά αγαθά.

  13. Karl Hess, What the Movement Needs, στον Joseph R Peden (Pub.), Murray N Rothbard (Ed.), The Libertarian Forum, July 1, 1969, Vol. 1, no. VII.
  14. Έτσι, κάθε είδους εθελοντική ένωση – κοινότητες, σωματεία, εταιρείες, οικογένειες και ούτω καθεξής – μαζί με τους πολιτισμούς, τα ήθη τους, τους κανόνες και τα διατάγματα που μπορούν να περιορίσουν την ατομική δράση, γίνονται απολύτως αποδεκτά σε μια ελευθεριακή κοινωνία. Βλέπε σημείωση 4 ανωτέρω.
  15. Joseph R Peden, Liberty: From Rand to Christ, στον Joseph R Peden (Pub.), Murray N Rothbard (Ed.), The Libertarian Forum, July – August 1971, Vol. III, nos. 6-7.
  16. José Ortega y Gasset, Revolt of the Masses, σελ. 62.
  17. Πράγματι, το κράτος δεν θα δαπανούσε τόση προσπάθεια προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του – μέσω της συνεργασίας με διανοούμενους και εκπαιδευτικούς – αν αυτό δεν ίσχυε.
  18. Η πολιτική θεωρία κάθε σταδιακής προσέγγισης, νεοφιλελεύθερης και ωφελιμιστικής υπεράσπισης της ελεύθερης αγοράς δεν είναι ουσιαστικά διαφορετική από αυτή του οποιουδήποτε ρητά κρατιστή. Κάθε πολιτική φιλοσοφία επιτρέπει την ατομική ελευθερία, εφόσον δεν παρεμβαίνει σε στόχους που ο υποστηρικτής της φιλοσοφίας θεωρεί σημαντικούς. Τέτοιοι ελευθεραγορίτες χαίρονται να μας αφήσουν όλους ελεύθερους μέχρις ότου η ελευθερία αυτή οδηγήσει σε κάτι που δεν τους αρέσει.
  19. https://www.adamsmith.org/blog/taxin2017. Κατ’ αστείο τρόπο, ο συγγραφέας έχει την τόλμη να θεωρήσει αυτό το πρόγραμμα, το οποίο δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να ανακατεύει την τράπουλα, ως «ριζοσπαστικό».
  20. Όπως λέει ο Hans-Hermann Hoppe: «Ο συμβιβασμός στο επίπεδο της θεωρίας, όπως το βρίσκουμε, για παράδειγμα, ανάμεσα σε μετριοπαθείς ελευθεραγορίτες όπως ο Hayek ή ο Friedman […] δεν είναι μόνο φιλοσοφικά λανθασμένος, αλλά είναι επίσης πρακτικά αναποτελεσματικός και μάλιστα αντιπαραγωγικός. Οι ιδέες τους μπορούν – και στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει – να συνδυαστούν εύκολα από τους κρατικούς κυβερνήτες και την κρατιστική ιδεολογία. […] Με άλλα λόγια, ο θεωρητικός συμβιβασμός ή βαθμιαία προσέγγιση θα οδηγήσει μόνο στη διαιώνιση του ψεύδους και των κακών του κρατισμού και μόνο ο θεωρητικός πουριτανισμός, ο ριζοσπαστισμός και η αδιαλλαξία μπορούν και θα οδηγήσουν πρώτα σε σταδιακή πρακτική μεταρρύθμιση και βελτίωση και στη συνέχεια ενδεχομένως σε τελική νίκη». Hans-Hermann Hoppe, Rothbardian Ethics, Κεφ. 15 στο The Economics and Ethics of Private Property, σ. 395.
  21. Murray N Rothbard, For a New Liberty, σελ.380.
  22. Ήταν ένα τραγικό ειρωνικό αστείο ανάμεσα στους οικονομολόγους κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ότι, σε κάθε διάσκεψη ή σύνοδο κορυφής στην οποία η Ανατολή συναντήθηκε με τη Δύση, οι σοβιετικοί οικονομολόγοι θα μιλούσαν για το πόσο θαυμάσια είναι η ελεύθερη αγορά ενώ οι δυτικοί οικονομολόγοι θα επευφημούσαν τον σοσιαλισμό.
  23. Η ακόλουθη εξήγηση βασίζεται στην ανάλυση του J P Floru για το βιβλίο του Douglas, Unfinished Business. Βλ. J. P. Floru, Heavens on Earth – How to Create Mass Prosperity, σελ. 233-4.
  24. Σύμφωνα με τον Floru, η στήριξη για τη μεταρρύθμιση έφτασε ακόμη και στους αγρότες να κατανοούν τη σημασία της έλλειψης επιδοτήσεων. Ομοίως, σελ. 235.
  25. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να δούμε τις συνέπειες της σταδιακής μετάβαση στην πράξη με τη μετάβαση της Βρετανίας από το να είναι κράτος μέλος της Ε.Ε. σε ένα πλήρες, κυρίαρχο έθνος. Οι πολιτικοί τονίζουν συνεχώς την ανάγκη να παρέχεται στις επιχειρήσεις «βεβαιότητα». Και όμως δεν είναι αυτό κάτι που θα επιτυγχανόταν με την αποκοπή από την Ε.Ε.; Αντίθετα, είναι η διαδικασία απόσυρσης των τριών χρόνων, η οποία διαχειρίζεται το κράτος, για την οποία κανείς δεν έχει σαφή εικόνα του προκύπτοντος νομικού περιβάλλοντος, το οποίο προκαλεί την μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
  26. Leonard Read, I’d Push the Button, https://fee.org/resources/id-push-the-button.
  27. http://www.digitalspy.com/tv/news/a850775/armando-iannucci-the-thick-of-it-wont-be-return-reason-why/
  28. http://www.breitbart.com/london/2018/01/02/london-police-will-ignore-minor-crimes-unless-hate-crime/