Ελευθερία λόγου και ιδιοκτησιακά δικαιώματα

0
1356
Ελευθερία Λόγου
Η Ελευθερία Λόγου, παρόλο που είναι αρνητικό δικαίωμα του ατόμου, μπορεί να εξασκείται εκεί όπου οι ιδιοκτησιακοί κανόνες το επιτρέπουν.

Οι διάφορες προσεγγίσεις που σκοπό έχουν την επίτευξη πολιτικής ορθότητας δεν έχουν την συμπαγή θεωρία ιδιοκτησίας που έχει ο Λιμπερταριανισμός. Ως εκ τούτου, οποισοδήποτε νόμος που σκοπό έχει την ποινικοποίηση συγκεκριμένου είδους λόγου, είτε θα ερμηνεύεται κατά το δοκούν, είτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ενάντια σε αυτούς που τον υποστηρίζουν.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου ταλανίζει εδώ και μερικά χρόνια το δημόσιο γίγνεσθαι. Νόμοι προτείνονται κατά τους οποίους προστατεύονται ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες και απαγορεύεται η δημόσια ύβρις, συκοφαντία, λίβελος κ.ο.κ. Μάλιστα, με την άνοδο του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος, νέοι νόμοι εμφανίζονται δειλά-δειλά, οι οποίοι τιμωρούν ανθρώπους που δεν αποκαλούν κάποιο άλλο άτομο με την κατάλληλη αντωνυμία του φύλου με το οποίο ταυτίζεται. Εν πάσει περιπτώσει, η ελευθερία του λόγου απασχολεί και τον Λιμπερταριανισμό ως ιδεολογία. Σε αυτό το άρθρο θα προσφέρουμε τη Λιμπερταριανή θεώρηση.

Ο λόγος ως παράγωγο της «ιδιοκτησίας» του σώματός μας

Το δικαίωμα στον λόγο, στην ομιλία αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα του ατόμου. Αυτό προκύπτει από την προφανή θα λέγαμε διαπίστωση ότι το άτομο είναι αποκλειστικός ιδιοκτήτης του σώματός του (αν όχι αυτό τότε ποιος;). Επομένως, και η χρήση του σώματος (στόμα και φωνητικές χορδές εν προκειμένω) είναι αναφαίρετο δικαίωμα του ατόμου. Αν κάποιος παρεμποδίσει την έκφραση του ατόμου, τότε μπορεί να θεωρηθεί εγκληματίας μιας και παραβιάζει την Αρχή μη Επίθεσης.

Παρόλα αυτά, η ανάλυσή μας δεν μπορεί να τελειώσει εκεί. Αυτό διότι η «ελευθερία του λόγου» αποτελεί ένα πολύ «θολό», ας μας επιτραπεί η έκφραση, κόνσεπτ. Για παράδειγμα: μπορεί κάποιος να φωνάξει «Φωτιά!» σε ένα γεμάτο θέατρο εν ώρα παράστασης; Μπορεί κάποιος να βρίζει ασύστολα σε ένα σχολείο;

Εδώ κάποιος επιφανειακά θα μπορούσε να απαντήσει πως οι παραπάνω πράξεις δεν θα έπρεπε να επιτρέπονται. Εντούτοις, ικανοποιητική επιχειρηματολογική στήριξη για αυτόν τον ισχυρισμό ποτέ δεν δίνεται. Η παραδοχή στηρίζεται γενικώς σε ηθικολογικούς ισχυρισμούς του τύπου: «είναι άσχημο να βρίζει κάποιος», «άνθρωποι θα ποδοπατηθούν» κ.ο.κ. Φαίνεται γενικά να μην υπάρχει ένα καθαρό αντικειμενικό κριτήριο για το πως η ελευθερία λόγου θα εξασκείται, και αν όχι πότε και που. Ο ισχυρισμός «το να βρίζεις στην τηλεόραση είναι λάθος διότι μπορεί να βλέπουν μικρά παιδιά» είναι καθαρά μία υποκειμενική ηθική προβολή.

Ελευθερία λόγου και ιδιοκτησία

Επομένως, πώς θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ένα αντικειμενικό πρότυπο κατά την εφαρμογή του οποίου θα μπορούσαμε να ορίσουμε τι θα μπορούσε να λεχθεί που και γιατί; Ο Λιμπερταριανισμός δίνει την απάντηση βλέποντας το ζήτημα μέσα από το πρίσμα των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Φυσικά, το σώμα μας μας ανήκει, αλλά σε μία λιμπερταριανή κοινωνία τα πάντα, δρόμοι, επιχειρήσεις και γη θα ανήκαν και αυτά σε κάποιον. Μιας και τα πάντα θα είχαν δυνητικά ιδιοκτήτη, η ελευθερία λόγου θα μπορούσε να περιοριστεί από τους κανόνες που κάθε ιδιοκτήτης θεσπίζει στην ιδιοκτησία του.

Επομένως, ανατρέχοντας στο παράδειγμα του θεάτρου όπου κάποιος φωνάζει «Φωτιά!», δε θα μπορούσαμε να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου. Αυτό διότι παραβιάστηκε ο κανόνας του θεάτρου που υπαγορεύει ησυχία κατά την ώρα της παράστασης. Από την άλλη, αν ο ιδιοκτήτης έκανε αυτό, φώναζε δηλαδή «Φωτιά!», τότε εκείνος θα μπορούσε να κατηγορηθεί για παραβίαση συμβολαίου. Έκλεψε τα χρήματα των πελατών του υποσχόμενος ησυχία κατά την παράσταση και ασφάλεια και ποτέ δεν τήρησε την δέσμευσή του.

Στο σχολείο, θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο καθώς και στα πανεπιστήμια. Η «ακαδημαϊκή ελευθερία» (αντίστοιχο της ελευθερίας λόγου αλλά για καθηγητές και φοιτητές) θα οριοθετούταν από τους κανόνες που έχει θεσπίσει ο ιδιοκτήτης του πανεπιστημίου. Αντίστοιχα, σε εφημερίδες, τυπογραφεία και γενικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι απόψεις που θα εκφέρονταν θα είχαν πρώτα την έγκριση του ιδιοκτήτη του μέσου. Κοινώς, κάθε μέσο θα μπορούσε να διαθέσει το μελάνι και τον τηλεοπτικό του χρόνο σε όποια άποψη αυτό επιθυμούσε.

Η ελευθερία λόγου και τύπου συνεπάγεται ipso facto και μια κοινωνία ελευθερίας και ιδιοκτησίας

Σε αυτό το σημείο ας κάνουμε ακόμα μία σύνδεση. Η ελευθερία τύπου αλλά και λόγου προϋποθέτει εκτός από ιδιοκτησία του σώματός μας και ιδιοκτησία των μέσων έκφρασης. Για παράδειγμα, αν θελήσω να τυπώσω τις απόψεις μου χρειάζομαι ή τα κατάλληλα μηχανήματα υπό την κατοχή μου ή την μίσθωση τους από κάποιον που τα έχει ως ιδιοκτησία του. Αν θελήσω να στήσω δική μου σελίδα (καλή ώρα όπως η δική μας) χρειάζομαι τον αντίστοιχο υλικοτεχνικό εξοπλισμό. Αυτά τα μέσα, είτε μπορεί κάποιος να τα αγοράσει, είτε να τα νοικιάσει. Για να γίνει αυτό πρέπει εκείνα να αποτελούν και ιδιοκτησία κάποιου για να μπορούν να μεταβιβαστούν.

Εδώ ερχόμαστε και σε μία ενδιαφέρουσα επιπλοκή. Σε ένα σοσιαλιστικό καθεστώς οποιουδήποτε είδους (ναζιστικού, μαρξιστικού, κομμουνιστικού κ.ο.κ.) όπου τα μέσα είναι δημόσια είτε μέσω κρατικής «ιδιοκτησίας» είτε μέσω «κοινωνικής ιδιοκτησίας», η «ελευθερία λόγου» θα ήταν καθαρά γραφειοκρατική υπόθεση. Εφόσον όλα τα μέσα επικοινωνίας θα ανήκαν στο κράτος, τότε αυτό θα ήταν και ο τελικός κριτής διάθεσής τους ως προς κάποιον σκοπό. Η ελευθερία λόγου σε τέτοια περίπτωση καθαρά θα ήταν στα χέρια του εκάστοτε γραφειοκράτη. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ελευθεροτυπία και ελευθερία λόγου γενικότερα από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς θα ήταν αστείος. Συνεπώς, είμαστε αναγκασμένοι να ταυτίσουμε την ελευθερία λόγου αποκλειστικά με την ατομική ιδιοκτησία των ανάλογων μέσων.

Εφαρμογή σε παραδείγματα

Εφόσον είδαμε το γενικό πλαίσιο της Λιμπερταριανής θεωρίας το οποίο στην ουσία θα μπορούσε να αναχθεί στο εξής: 1) είμαστε ελεύθεροι να λέμε ότι θέλουμε στην ιδιοκτησία μας, στα μέσα μας και 2) ακολουθούμε τους κανόνες άλλων ιδιοκτητών σχετικά με το ζήτημα, ας δούμε μερικές περιπτώσεις αναφορικά με αυτό.

Πορείες διαμαρτυρίας

Το δικαίωμα του «συνέρχεσθαι» είναι αρνητικό δικαίωμα διότι πηγάζει από το αρνητικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Επομένως μία ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας δεν παραβιάζει την αρχή μη επίθεσης. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα στην παρούσα κρατιστική κοινωνία. Οι δρόμοι όπου πραγματοποιούνται οι πορείες δεν είναι ιδιωτικοί. Οπότε εδώ υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Από τη μία οι διαδηλωτές θεωρούν ότι έχουν κάθε δικαίωμα χρήσης τους ακόμα και αν διακόπτεται η κυκλοφορία. Το κράτος από την άλλη (αλλά και άλλοι πολίτες) διαφωνούν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Το κράτος όμως, εφόσον δεν είναι ιδιώτης και εφόσον όλοι έχουν δια των φόρων πληρώσει τους δρόμους δεν μπορεί να κάνει ορθολογική επιλογή: είτε απαγορεύσει την πορεία είτε όχι, θίγει τα συμφέροντα κάποιας ομάδας που διεκδικεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα στον δρόμο.

Η κρατική ανάμειξη στην ουσία εμποδίζει την εφαρμογή μίας λύσης που θα ήταν αδιαμφισβήτητη, κάνοντας στην ουσία τον συμβιβασμό αδύνατο.

Στην Ελεύθερη Κοινωνία όπου όλοι οι δρόμοι θα ήταν ιδιωτικοί, οι ιδιοκτήτες τους και μόνο θα είχαν το δικαίωμα να αφήσουν να εξελιχθεί μία διαμαρτυρία σε αυτούς και φυσικά να χρεώσουν αναλόγως του χρήστες της για τον σκοπό αυτό. Δε θα υπήρχαν συγκρούσεις όπως συνήθως συμβαίνει με θέμα την «ορθή» χρήση «δημοσίων» κτιρίων και πόρων. Η τραγωδία των κοινών που υφιστάμεθα σε τέτοιες περιπτώσεις θα ήταν αδύνατο να υπάρξει.

Tηλεοπτικές και ραδιοφωνικές άδειες

Αναφέραμε επιγραμματικά παραπάνω ότι η έκφραση μίας άποψης συνεπάγεται και ιδιοκτησία του μέσου έκφρασης (το σώμα μας, το τυπογραφείο κ.ο.κ.). Με τα τηλεοπτικά κανάλια όμως, η ελευθερία έκφρασης είναι όνειρο θερινής νυκτός. Αυτό διότι οι τηλεοπτικές συχνότητες ανήκουν στο κράτος. Αυτό με τη σειρά του παράσχει δικαιώματα εκπομπής σε όποιον μπορεί να πληρώσει την άδεια. Εφόσον τα ραδιοκύματα και οι τηλεοπτικές συχνότητες του ανήκουν, ελευθερία λόγου δεν υπάρχει. Αυτό διότι το τελευταίος λόγος για το τι θα ειπωθεί πέφτει στο κράτος. Και όντως υπάρχουν κρατικοί φορείς όπως το ΕΣΡ που αναλαμβάνουν το έργο.

Η δικαιολογία για την κρατικοποίηση των συχνοτήτων αφορά ένα αγαθό σε σπανιότητα το οποίο δύσκολα μπορεί να υποβληθεί σε οριοθέτηση ιδιοκτησιακών συνόρων. Ο καθένας δηλαδή θα μπορούσε να εκπέμπει πάνω στις συχνότητες του άλλου χωρίς περιορισμό. Επομένως, κρίνεται αναγκαίο μία μονοπωλιακή οντότητα να έχει απόλυτο έλεγχο στο ποιος εισέρχεται στον τομέα. Αυτό το επιχείρημα είναι αδύναμο καθώς στην πραγματικότητα όλα τα αγαθά είναι σε σπανιότητα. Επίσης, ακόμα και με άλλα αγαθά ο κίνδυνος παραβίασης συνόρων πάντα υπάρχει. Για παράδειγμα θα ήταν ανόητο να ισχυριστούμε ότι το κράτος πρέπει να κρατικοποιήσει τα αυτοκίνητα απλά και μόνο επειδή υπάρχει κίνδυνος ένας οδηγός να χτυπήσει έναν άλλον. Θα ήταν φαιδρό πραγματικά να βλέπαμε το κράτος να δίνει άδειες κάθε φορά που κάποιος θα ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο.

Τα δικαστήρια θα μπορούσαν να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους ώστε, βάσει του σημείου και εμβέλειας του σήματος εκπομπής, να ορίσουν τα ιδιοκτησιακά όρια και να τιμωρούν βάσει αυτών.1

Προτροπή σε βία και παράνομες πράξεις

Η προτροπή σε βία τιμωρείται με την αιτιολογία της ηθικής αυτουργίας. Για να αποδείξει ηθική αυτουργία το δικαστήριο συνήθως απευθύνεται στον δράστη ο οποίος και υποδεικνύει την ηθική του επιβεβαίωση από τα λόγια κάποιου. Θα μπορούσε όμως κάτι τέτοιο να είναι κριτήριο ενοχής αυτού που προέτρεψε σε βία; Μετά βίας. Δεν έκανε κάποιο έγκλημα βάσει της Αρχής μη Επίθεσης του Λιμπερταριανισμού. Αντιθέτως, ο εγκληματίας είναι εκείνος που ισχυρίζεται ότι με βάση την προτροπή έδρασε.

Ο Λιμπερταριανισμός είναι μία πολιτική θεωρία που βασίζεται στην ύπαρξη ελεύθερης βούλησης. Εν τέλει, για τις πράξεις μας υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Το σώμα μας μας ανήκει, επομένως και οι πράξεις μας. Αν μη τι άλλο τέτοιοι νόμοι στην ουσία παρακάμπτουν ή ελαφρύνουν την ατομική ευθύνη που έπρεπε να βαρύνει όλους μας. Δεν φταίει κανένας άλλος πέραν από τον δράστη για την πράξη του. Βέβαια, αν αποδειχθεί ότι ο ηθικός αυτουργός συμμετέχει ή ηγείται εγκληματικών ενεργειών, τότε φυσικά και θα βρεθεί ένοχος. Αλλά μόνο για τις πράξεις και τη συνενοχή. Επομένως η ποινικοποίηση της προτροπής σε βία αποτελεί παραβίαση και της ελευθερίας λόγου.

Προφανή εξαίρεση αποτελούν οι ευθείες απειλές με επιθετική βία προς άτομο ή περιουσία.

Συκοφαντία, δυσφήμιση και λίβελος

Η συκοφαντία και η δυσφήμιση στην ουσία αποτελούν αρνητικό κουτσομπολιό (συνήθως ψευδές) προς ένα άτομο ή την επιχείρησή του. Στοχεύουν στην αλλαγή της άποψης που έχουν οι άνθρωποι για αυτό. Μόνο που η άποψη που υπάρχει για το ποιόν του ατόμου δεν ανήκει σε αυτό. Αποτελεί στην ουσία πληροφορία που έχουμε όλοι στο μυαλό μας. Αυτή η πληροφορία θα λέγαμε ότι είναι ιδιοκτησία μας και όχι του ατόμου που συκοφαντείται. Συνεπώς, δεν παραβιάζεται κάποιο ιδιοκτησιακό ή αρνητικό δικαίωμα. Ναι, προφανώς, η επιχείρηση μπορεί να πληγεί και να χάσει πελάτες. Όμως, ο επιχειρηματίας δεν είχε δικαίωμα πάνω στην πελατεία του, δεν του «ανήκε» εξ αρχής.

Εδώ θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο νόμος κατά της δυσφήμισης είναι και αυτός που της δίνει κάποια ισχύ. Αν καταργούταν και γεμίζαμε συκοφάντες, η αξία της συκοφαντίας θα έπεφτε δραματικά λόγω υπερπροσφοράς. Θα ήταν καθημερινό φαινόμενο και θα απαξιωνόταν. Επίσης, πολλές φορές η αξία του περιεχομένου της συκοφαντίας επιβεβαιώνεται (παρότι ψευδής) από την μη-μήνυση από μεριάς του συκοφαντούμενου. «Αν είναι ψέματα, γιατί δεν κάνει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση;». Από αυτό το καθεστώς ζημιώνονται ιδιαιτέρως όσοι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα δικαστικά έξοδα, άρα σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, πάντα η συκοφαντία θα δουλεύει εναντίον τους. Πιο εύποροι άνθρωποι δε θα είχαν κάποιο πρόβλημα ως προς αυτό.

Επομένως, οι νόμοι κατά της συκοφαντικής δυσφήμισης επιτίθενται στην ελευθερία του λόγου χωρίς κάποια δικαιολογία. Κατά τον Λιμπερταριανισμό η συκοφαντία δεν είναι έγκλημα.

Φλερτ και σεξουαλική παρενόχληση (λεκτική)

Αποκλείουμε για λόγους ευκολίας την σεξουαλική παρενόχληση με επαφή καθώς μας απασχολεί η ελευθερία λόγου περισσότερο. Η λεκτική έκφραση ενδιαφέροντος μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τον τρόπο που γίνεται. Υπάρχουν θα λέγαμε ευγενικοί αλλά και χυδαίοι τρόποι. Φυσικά, τείνει να υπάρχει μία κοινωνική ομοιομορφία στο τι θεωρείται χυδαίο και τι όχι. Παρόλα αυτά, καμία λεκτική έκφραση αυτού του τύπου δεν αποτελεί επίθεση. Αυτό διότι δεν παραβιάζεται κάποιο δικαίωμα, αν και μόνο αν μένει στα λόγια και μόνο.

Υπάρχει μία δικλείδα όμως. Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε όταν πραγματοποιείται το φλερτ; Και κυρίως σε ποιον ανήκει ο χώρος; Αν ο ιδιοκτήτης του χώρου απαγορεύει τη χυδαιολογία και το φλερτ τότε όταν κάποιος φλερτάρει παραβιάζει τη σύμβαση που δέχτηκε όταν εισήλθε στο χώρο. Το ίδιο και αν ο ιδιοκτήτης αρχίσει να κάνει το ίδιο μιας και παραβίασε τη σύμβαση κατά την οποία υποσχέθηκε ότι θα προστατέψει τους πελάτες ή εργαζόμενους του από τις ορέξεις των συνεργατών τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες παρενοχλήσεις γίνονται σε δημοσίους χώρους. Επιδειξίες, κορναρίσματα, σφυρίγματα…τα ξέρετε. Τέτοιες συμπεριφορές όταν συμβαίνουν σε ιδιωτικούς χώρους συνήθως το θύμα έχει την επιλογή να μηνύσει τον δράστη. Τι επιλογή έχει όμως σε έναν δημόσιο δρόμο ή πάρκο; Μόνο να απομακρυνθεί μπορεί ή να περιμένει να καλέσει τις αρχές εφόσον ο δράστης επιτεθεί με φυσική βία. Σε έναν ιδιωτικό δρόμο, ο ιδιοκτήτης κινητοποιημένος από το οικονομικό κίνητρο θα ήταν διατεθειμένος να θεσπίσει κάποιον κανόνα, ώστε να μη χάνει γυναίκες (συνήθως) πελάτες. Το ίδιο θα επιζητούσαν και οι μαγαζάτορες που θα ήθελαν γυναίκες και άντρες να περνάνε έξω από τα μαγαζιά τους για να κοιτούν τις βιτρίνες τους.

Επομένως, έχουμε ακόμα ένα θέμα για το οποίο λύση δεν μπορεί να βρεθεί λόγω δημόσιας ιδιοκτησίας από το κράτος. Ακόμα και αν το κράτος απαγόρευε την λεκτική σεξουαλική παρενόχληση στους δρόμους του, σίγουρα δε θα είχε το δυναμικό σε προσωπικό ώστε να επιβάλει το νόμο σε όλους τους δρόμους του.

Κλείνοντας

Ο γενικός κανόνας είναι ότι η ελευθερία λόγου είναι μεν δικαίωμα αλλά η χρήση ιδιωτικών χώρων συνεπάγεται και αποδοχή των κανόνων που έχουν τεθεί σε αυτούς. Οι διάφορες προσεγγίσεις, που σκοπό έχουν την επίτευξη πολιτικής ορθότητας, δεν έχουν την συμπαγή θεωρία ιδιοκτησίας που έχει ο Λιμπερταριανισμός. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε νόμος που σκοπό έχει την ποινικοποίηση συγκεκριμένου είδους λόγου, είτε θα ερμηνεύεται κατά το δοκούν, είτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ενάντια σε αυτούς που τον υποστηρίζουν. Δεν υπάρχει δηλαδή σαφές όριο για το πότε ή που «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να εκφράζουμε τις απόψεις μας και το τι περιεχόμενο αυτές «θα έπρεπε» ή «δε θα έπρεπε» να έχουν.

Τέλος, βλέπουμε ότι ο Λιμπερταριανισμός δεν ασχολείται τόσο με το περιεχόμενο των απόψεων αλλά το που αυτές επιτρέπονται και που όχι. Η ελευθερία λόγου και τύπου λοιπόν συνεπάγεται ipso facto και μια κοινωνία ελευθερίας και ιδιοκτησίας

 

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Το κράτος αυτή τη στιγμή εγκρίνει πέντε άδειες μεγάλων καναλιών, ήτοι πανελλαδικής προβολής. Τέτοιος περιορισμός δεν υπάρχει όμως στον έντυπο λόγο, καθώς μία εφημερίδα μπορεί να κυκλοφορήσει σε όποιο σημείο της χώρας θέλει. Αν εφαρμοζόταν και εκεί κάποιος περιορισμός σίγουρα η κοινή γνώμη θα έκανε λόγο για φασιστικές και ολοκληρωτικές πρακτικές. Εντούτοις, στην περίπτωση των καναλιών δεν γίνεται κάτι τέτοιο.
    Είναι εκπληκτικό αυτό το διπλό στάνταρ της κοινής γνώμης και της πολιτικής νομενκλατούρας. Επίσης το νομικό πλαίσιο διατηρείται ασαφές από τότε που δημιουργήθηκε, κάτι που διευκολύνει και τη διαπλοκή της εκάστοτε ηγεσίας με τα ΜΜΕ. Οι πρακτικές αυτές δε διαφέρουν σε ποιοτικό επίπεδο από τις πρακτικές του Ναζιστικού και Σοβιετικού Καθεστώτος της Γερμανίας και της Σοβιετική Ένωσης αντίστοιχα. Μιλάμε για καθαρά φασιστικές και κομμουνιστικές πρακτικές στη σύγχρονη αστική δημοκρατία.