Εργασία και καπιταλιστική εκμετάλλευση – ο Μαρξ και το κλείσιμο του συστήματος του

0
1509
Ο Eugene von Böhm-Bawerk αποκαλύπτει την εμπειρική ασυνάφεια του συνόλου της εργασιακής θεωρίας της αξίας, του νόμου της αξίας και της θεωρίας περί εκμετάλλευσης. Ολόκληρο το σύστημα κατακλύζεται από τις δυνάμεις του ανταγωνισμού, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Ο Eugene von Böhm-Bawerk αποκαλύπτει την εμπειρική ασυνάφεια του συνόλου της εργασιακής θεωρίας της αξίας, του νόμου της αξίας και της θεωρίας περί εκμετάλλευσης. Ολόκληρο το σύστημα κατακλύζεται από τις δυνάμεις του ανταγωνισμού, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Τα κέρδη που αποκομίζουν οι καπιταλιστές, εν τέλει, δεν καθορίζονται από την εκμετάλλευση και την υπεραξία που ξεζουμίζουν από τους εργαζόμενους.

 

Του G.P. Manish

Απόδοση στα Ελληνικά: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Στο παρόν κείμενο θα παραθέσουμε μια περίληψη της αποκαλυπτικής κριτικής του Eugene von Böhm-Bawerk εναντίον ολόκληρου του μαρξιστικού οικονομικού οικοδομήματος, που αναπτύχθηκε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα στο βιβλίο Karl Marx and the Close of his System (Böhm-Bawerk 2007 ).1  Όπως θα εξηγήσουμε λεπτομερώς, ο Böhm-Bawerk πλήττει τους τρεις κύριους πυλώνες του οικονομικού συστήματος του Μαρξ: την εργασιακή θεωρία της αξίας, τον μαρξιστικό νόμο της αξίας και τη θεωρία που υποστηρίζει πως η «υπεραξία της εργασίας» αποτελεί την πηγή των κερδών του καπιταλιστή. Στο τέλος αυτής της επίθεσης που εξαπολύει ο Böhm-Bawerk, κανένας από αυτούς τους πυλώνες δεν μένει όρθιος και ολόκληρο το μαρξιστικό οικοδόμημα καταρρέει. Η κριτική του Böhm-Bawerk εις βάρος της μαρξιστικής θεωρίας, παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο ισχυρές και ουσιώδεις επικρίσεις εις βάρος του επιχειρήματος ότι η πηγή των κερδών του καπιταλιστή έγκειται στην εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Η εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ

Από την έναρξη, στο αρχικό κεφάλαιο του πρώτου τόμου του βιβλίου Das Capital (το κεφάλαιο), ο Μαρξ στρέφει την ανάλυσή του στον κόσμο των εμπορευμάτων, ένα υποσύνολο αγαθών εν γένει. «Ο πλούτος των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, εμφανίζεται ως μια αχανής συλλογή εμπορευμάτων». Συνεπώς, σύμφωνα με τον Μαρξ, η οικονομική ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας πρέπει να ξεκινήσει «με την ανάλυση του εμπορεύματος» (Marx 1990: 125).

Ποια είναι, λοιπόν, τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός εμπορεύματος; Ένα εμπόρευμα πρέπει, αρχικά, να είναι χρήσιμο. Πρέπει να ικανοποιεί κάποιες «ανθρώπινες ανάγκες», είτε άμεσα ως «αντικείμενο κατανάλωσης είτε έμμεσα ως μέσο παραγωγής» (Μαρξ 1990: 125). Επιπλέον, πρέπει να παραχθεί για να ανταλλαχθεί στην αγορά. Ένα άτομο που παράγει αγαθά για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του «δημιουργεί αξίες χρήσης, αλλά όχι εμπορεύματα.» Για να παράγει εμπορεύματα πρέπει «όχι μόνο να παράγει αξίες χρήσης, αλλά αξίες χρήσης για άλλους ανθρώπους, αξίες κοινωνικής χρήσης» Marx 1990: 131). »

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, αποτελούν τα θεμέλια της θεωρίας της αξίας του Μαρξ. Η αξία χρήσης ενός εμπορεύματος, βασίζεται και καθορίζεται πλήρως από τη χρησιμότητά του, από το γεγονός ότι μπορεί να τεθεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ικανοποίηση των επιθυμιών. Η αξία, με αυτή την έννοια, αφορά τη σημασία που έχει ένα εμπόρευμα για την ευημερία ή την ικανοποίηση ενός ατόμου.

Αλλά όταν ένα εμπόρευμα εισέρχεται στο πλαίσιο της διαπροσωπικής ανταλλαγής, αποκτά επίσης και ανταλλακτική αξία. Τώρα, σύμφωνα με τον Μαρξ, «η ανταλλακτική αξία αποκαλύπτεται πρώτα απ’ όλα ως η ποσοτική σχέση, η αναλογία, με την οποία οι αξίες χρήσης ενός είδους ανταλλάσσονται με αξίες χρήσης ενός άλλου είδους» (Μαρξ 1990: 126). Μια πράξη ανταλλαγής, με άλλα λόγια, χαρακτηρίζεται πάντα από τη μεταφορά δύο αγαθών που διαθέτουν χρήση.

Ωστόσο, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος δεν καθορίζεται από την αξία χρήσης του. Στην πραγματικότητα, η ακριβής έκταση ή η σπουδαιότητα της, δεν έχει καμία συστηματική σχέση με τη σημασία που έχει ένα εμπόρευμα για την ευημερία ενός ατόμου. Αποσυνδεδεμένη από τις υποκειμενικές επιθυμίες, τις ανάγκες και τις αντιλήψεις των ατόμων, αποτελεί αντικειμενική ιδιότητα ενός αγαθού. Και όπως και άλλες αντικειμενικές ιδιότητες, όπως το ύψος, το βάρος κ.λ.π., είναι «εγγενής» σε ένα εμπόρευμα και είναι «άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό» (Μαρξ 1990: 126).

Πώς φτάνει στο συμπέρασμα αυτό ο Μαρξ; Η ανάλυσή του βασίζεται σε μια παρατήρηση που έκανε πολλούς αιώνες πριν ο Αριστοτέλης. Ο Έλληνας φιλόσοφος ισχυρίστηκε πως «Δεν μπορεί να υπάρξει ανταλλαγή χωρίς ισότητα και δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα χωρίς αναλογικότητα» (Μαρξ 1990: 151). Κάθε πράξη ανταλλαγής, με άλλα λόγια, περιλαμβάνει μια ισότητα αξίας: οι μονάδες των δύο προϊόντων που ανταλλάσσονται έχουν την ίδια ανταλλακτική αξία. Και αν ισχύει αυτό, πρέπει να υφίσταται κάποιο «κοινό στοιχείο» «ομοίου μεγέθους» που υπάρχει στα «δύο διαφορετικά πράγματα» τα οποία ανταλλάσσονται και που καθορίζει αυτή την ίση ανταλλακτική αξία (Marx 1990: 127).

Το παζλ του τι ρυθμίζει την ανταλλακτική αξία συνεπώς, θα λυθεί εάν μπορεί κάποιος να προσδιορίσει τι είναι αυτό το «κοινό στοιχείο» του «ίδιου μεγέθους». Και αυτό ακριβώς σκοπεύει να κάνει ο Μαρξ. Το κάνει αυτό, όχι προσπαθώντας να προωθήσει ένα θετικό επιχείρημα σχετικά με το γιατί ένα συγκεκριμένο στοιχείο ή συντελεστής είναι αυτό που αναζητά. Αντ’ αυτού, επιχειρεί να βρει αυτό το κοινό στοιχείο καταργώντας όλους τους παράγοντες που δεν μπορούν να είναι αυτοί που αναζητά, για να απομείνει στο τέλος με το άγιο δισκοπότηρο του.

Ξεκινά πετώντας την αξία χρήσης από το παράθυρο. Ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι οι αξίες χρήσης των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται, βασίζονται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, στις «γεωμετρικές, φυσικές, χημικές ή άλλες φυσικές τους ιδιότητες» (Marx 1990: 127). Τώρα, δεδομένου ότι αυτές οι ιδιότητες και οι αξίες χρήσης που φανερώνουν, χρησιμεύουν για να διακρίνουν και να διαφοροποιήσουν τα δύο εμπορεύματα που ανταλλάσσονται, δεν μπορούν να είναι το «κοινό στοιχείο ίδιου μεγέθους» που αναζητείται.

Έχοντας ξεφορτωθεί τις αξίες χρήσης και τις διάφορες ποιοτικές ιδιότητες των δύο προϊόντων, ο Μαρξ φτάνει γρήγορα στον προορισμό του. Ισχυρίζεται πως «αν… αγνοήσουμε τη χρηστική αξία των εμπορευμάτων, απομένει μόνο μία ιδιότητα, ότι αποτελούν προϊόντα εργασίας» (Marx 1990: 128).

Ωστόσο, για να είμαστε συγκεκριμένοι, δεν είναι οι «σαφείς μορφές εργασίας» που συνθέτουν αυτό το κοινό στοιχείο, διότι κι αυτές εξορίστηκαν μαζί με τις αξίες χρήσης. Υπό την οπτική της ανταλλακτικής αξίας και του κοινού στοιχείου που την προσδιορίζει, τα διάφορα διακριτικά χαρακτηριστικά των ανταλλασσόμενων εμπορευμάτων εξαφανίζονται από το σκηνικό. Όλα τα «αισθαντικά χαρακτηριστικά τους εξαλείφονται». Και αφού «δεν υπάρχει πια τραπέζι, σπίτι, κομμάτι νήματος ή οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο πράγμα», δεν υπάρχει πλέον η «εργασία του ξυλουργού, του μαστόρου ή του υφαντουργού, ή οποιοδήποτε άλλο είδος παραγωγικής εργασίας» (Μαρξ 1990: 128).

Το μόνο που απομένει τότε, είναι «αφηρημένη ανθρώπινη εργασία», «ομοιογενής ανθρώπινη εργασία» που «δαπανάται ανεξάρτητα από τη μορφή της δαπάνης της» (Μαρξ 1990: 128). Εδώ βρίσκεται το άγιο δισκοπότηρο του Μαρξ. Δηλαδή, Η ποσότητα της αφηρημένης, ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας, «που μετράται από τη διάρκειά της… στη συγκεκριμένη κλίμακα ωρών, ημερών κλπ.» (Marx 1990: 129) είναι το «κοινό στοιχείο» του «ίδιου μεγέθους» που καθορίζει τις ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται.

Ο νόμος της αξίας του Μαρξ 

Ο βασικός υπαινιγμός αυτής της θεωρίας της ανταλλακτικής αξίας, όσον αφορά τις τιμές σε διάφορες αγορές, είναι η ακόλουθη: κάθε προκύπτουσα τιμή, αντανακλά τη διαπροσωπική ανταλλαγή μονάδων δύο εμπορευμάτων, τα οποία εμπεριέχουν ίσα μεγέθη ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας.

Πάρτε, για παράδειγμα, την ανταλλαγή ενός πουκάμισου με ένα ψωμί σε έναν κόσμο αντιπραγματισμού. Το κάθε προϊόν απαιτεί τον ίδιο χρόνο εργασίας για να παραχθεί και συνεπώς τα δύο αυτά εμπορεύματα έχουν την ίδια ανταλλακτική αξία. Το ίδιο ισχύει και σε μια νομισματική οικονομία, όπου τα αγαθά ανταλλάσσονται έναντι χρηματικών μονάδων. Στην περίπτωση αυτή, οι μονάδες του εμπορεύματος και οι μονάδες χρήματος θα ενσωματώνουν τον ίδιο χρόνο εργασίας. Αυτό, κατ’ ουσίαν, είναι ο «νόμος της αξίας» του Μαρξ, ένας νόμος που είναι «έμφυτος στην ανταλλαγή εμπορευμάτων» (Μαρξ 1990: 268).

Υπάρχουν τρία πολύ σημαντικά σημεία που πρέπει να τονιστούν σχετικά με αυτόν τον νόμο. Πρώτον, ο χρόνος εργασίας που ενσωματώνεται σε ένα εμπόρευμα περιλαμβάνει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση εργασία που απαιτείται για την παραγωγή. Στην περίπτωση του ψωμιού, για παράδειγμα, ο χρόνος εργασίας που διέπει την αξία της ανταλλαγής του δεν περιλαμβάνει μόνο τον εργασιακό χρόνο του αρτοποιού, αλλά και του μυλωνά που αλέθει το αλεύρι, του αγρότη που καλλιεργεί το σιτάρι κλπ.

Δεύτερον, για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, δεν είναι η απόλυτη ποσότητα ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας ή η «πανομοιότυπη ανθρώπινη εργατική δύναμη» που διέπει την ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος (Μαρξ 1990: 129). Δεν μπορεί να ισχύει ότι ένα εμπόρευμα θα ήταν πιο πολύτιμο «όσο πιο ανειδίκευτος και τεμπέλης ήταν ο εργάτης που το παρήγαγε» (Marx 1990: 129). «Ομοίως, η αξία μιας λίβρας βαμβακερού νήματος δεν μπορεί να είναι αυξανόμενη, εάν το βαμβάκι που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του είναι «τόσο άχρηστο που σκίζεται σε κάθε άλλη στιγμή» (Μαρξ 1990: 303). Αντ’ αυτού, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος εξαρτάται μόνο από τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας» που απαιτήθηκε για την παραγωγή του ή από τον «χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή οποιασδήποτε αξίας υπό κανονικές συνθήκες παραγωγής για μια δεδομένη κοινωνία και με τον μέσο βαθμό δεξιοτήτων και έντασης της εργασίας που επικρατεί σε αυτή την κοινωνία «(Μαρξ 1990: 129).

Και τρίτον, ο νόμος της αξίας δεν ισχύει σε κάθε χρονική στιγμή, αλλά αντιπροσωπεύει μόνο μια τάση που επικρατεί στον πραγματικό κόσμο. Οι προκύπτουσες τιμές από στιγμή σε στιγμή κυμαίνονται γύρω από τα επίπεδά τους όπως διέπονται από το «νόμο της αξίας». Για παράδειγμα, ένα πουκάμισο μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να πουληθεί είτε κάτω είτε πάνω από την ανταλλακτική του αξία. Μπορεί να ενσωματώνει μια ώρα κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, όπως και μια ουγγιά χρυσού, αλλά πωλείται μερικές φορές για μισή ουγγιά χρυσού και άλλοτε για δύο ουγγιές χρυσού. Αλλά η τιμή του πάντοτε περιστρέφεται γύρω από την τιμή μιας ουγγιάς χρυσού και πάντα τείνει προς αυτήν.

Έτσι, «εν μέσω των τυχαίων και διαρκώς μεταβαλλόμενων σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ των προϊόντων, ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή τους, επιβεβαιώνεται ως ένας κανονιστικός νόμος της φύσης» (Μαρξ 1990: 168). Ο νόμος της αξίας είναι πάντα παρών αλλά ξεχασμένος μέσα στην τραχύτητα των καθημερινών γεγονότων. Όμως, όπως και ο «νόμος της βαρύτητας» τελικά αναδύεται και «επιβεβαιώνεται όταν το σπίτι ενός ανθρώπου πέφτει και τον πλακώνει», υπενθυμίζει τελικά σε όλους τη διαρκή λειτουργία του (Μαρξ 1990: 168).

Υπεραξία, κέρδη και η εκμετάλλευση του εργαζομένου

Η μαρξιστική θεωρία περί εκμετάλλευσης, αναγείρεται στη βάση της εργασιακής θεωρίας της ανταλλακτικής αξίας και στο νόμο της αξίας που εμπεριέχεται σ’ αυτήν. Ο Μαρξ παρατηρεί ότι οι δραστηριότητες ενός καπιταλιστή, ακολουθούν ένα κοινό πρότυπο. Κάθε καπιταλιστής ξεκινά με ένα κεφάλαιο ή ένα χρηματικό ποσό (Μ). Προχωρά στην επένδυση αυτού του ποσού σε διάφορες εισροές που θα χρησιμοποιηθούν στη διαδικασία παραγωγής ή σε μια δέσμη μη χρηματικών αγαθών (C). Αυτή η δέσμη περιλαμβάνει το εργατικό δυναμικό καθώς και τα υλικά κεφαλαιουχικά αγαθά, με τα τελευταία να συμπεριλαμβάνουν τόσο λιγότερο ανθεκτικές πρώτες ύλες, όσο και μηχανήματα και εργαλεία μεγαλύτερης διάρκειας. Αυτές οι εισροές χρησιμοποιούνται έπειτα για την παραγωγή ενός προϊόντος ή άλλου εμπορεύματος που τελικά πωλείται στην αγορά έναντι μεγαλύτερου χρηματικού ποσού από το αρχικά επενδυμένο (Μ’). Αυτό το κύκλωμα χρημάτων και εμπορευμάτων M-C-M’ συνοψίζει τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες των καπιταλιστών που ασχολούνται με την παραγωγή.

Όμως, όταν αυτό το κύκλωμα M-C-M’ παρατηρείται μέσα από το πρίσμα του νόμου της αξίας, παρουσιάζεται το εξής παζλ: ο καπιταλιστής «πρέπει να αγοράσει τα εμπορεύματά του στην αξία τους, να τα πουλήσει στην αξία τους κι όμως στο τέλος της διαδικασίας αποσύρει περισσότερη αξία από την κυκλοφορία, από αυτήν που τοποθέτησε αρχικά» (Μαρξ 1990: 269). Όλες οι εισροές που αγοράζονται από τον καπιταλιστή, αγοράζονται σε τιμές που αντανακλούν τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ενσωματώνονται σ’ αυτές, όπως και η τιμή του προϊόντος που τελικά πωλείται. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα να υπερβαίνει η ανταλλακτική αξία του προϊόντος, τις αξίες των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του. Ποια είναι η πηγή αυτής της «υπεραξίας» που δημιουργείται από τον καπιταλιστή;

Το πρώτο βήμα για την επίλυση αυτού του παζλ είναι να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο πώς οι τιμές των εισροών αντικατοπτρίζουν τον κοινωνικά απαραίτητο χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτές. Πάρτε, για παράδειγμα, την παραγωγή βαμβακερών νημάτων. Ας υποθέσουμε ότι ο καπιταλιστής χρειάζεται δέκα λίβρες βαμβακιού, τη χρήση ενός μηχανήματος για μερικές ώρες και έξι ώρες εργασίας για να παραγάγει δέκα λίβρες νήματος.

Το κόστος των δέκα λιβρών βαμβακιού είναι δέκα ουγγιές χρυσού. Υποθέτοντας ότι μια ουγγιά χρυσού απαιτεί δύο ώρες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για να παραχθεί, οι δέκα λίβρες βαμβακιού ενσωματώνουν είκοσι ώρες απαραίτητου χρόνου εργασίας. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι οι δύο ώρες που χρειάζεται η μηχανή που χρησιμοποιείται για την μετατροπή δέκα λιβρών βαμβακιού σε νήμα, αξίζουν δύο ουγγιές χρυσού. Έτσι, η χρήση μηχανήματος που ενσωματώνει τέσσερις ώρες εργασίας καταναλώνεται επίσης στην παραγωγική διαδικασία και συνολικά καταναλώνονται υλικές εισροές που απαιτούν 24 ώρες εργασίας συνολικής αξίας δώδεκα ουγγιών χρυσού στην παραγωγή του βαμβακερού νήματος.

Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας στο ζήτημα της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του νήματος. Ακριβώς όπως κάθε άλλο εμπόρευμα, «η αξία της εργατικής δύναμης», δηλώνει ο Μαρξ, «καθορίζεται από τον χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή και συνεπώς και την αναπαραγωγή αυτού του συγκεκριμένου αντικειμένου» (Μαρξ 1990: 274). Ο εργαζόμενος, για να εργαστεί και να θέσει την εργατική του δύναμη στη διάθεση του καπιταλιστή, πρέπει να καταναλώσει κάποια «μέσα διαβίωσης», μια δέσμη εμπορευμάτων που «επαρκούν για να τον συντηρήσουν στην κανονική του κατάσταση ως εργαζόμενου ατόμου» (Μαρξ 275).

Η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, η οποία αντικατοπτρίζεται στους μισθούς που πρέπει να καταβληθούν για να την μισθώσουν, καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή αυτών των μέσων διαβίωσης που είναι απαραίτητα για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο καπιταλιστής που παράγει τα βαμβακερά νήματα, μπορεί να αγοράσει την εργατική δύναμη μιας ημέρας έναντι τριών ουγγιών χρυσού. Επομένως, δεδομένου ότι επικρατεί ο νόμος της αξίας, τα μέσα διαβίωσης που απαιτούνται για την παραγωγή της εργατικής δύναμης μιας ημέρας, σε αυτή τη δεδομένη περίπτωση, απορροφούν έξι ώρες αναγκαίου χρόνου εργασίας.

Προσθέτοντας το ποσό που δαπανήθηκε σε όλες τις εισροές, ο καπιταλιστής καταβάλει συνολικά δεκαπέντε ουγγιές χρυσού, ένα ποσό που ενσωματώνει τριάντα ώρες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Ομοίως, η παραγωγή δέκα λιβρών νήματος ενσωματώνει ταυτόχρονα τριάντα ώρες εργασίας: είκοσι τέσσερις ώρες για τις δέκα λίβρες βαμβακιού και την δαπάνη που απαιτεί το μηχάνημα και έξι επιπλέον ώρες για τη δαπανημένη εργασία. Επομένως, οι δέκα λίβρες νήματος θα πωληθούν επίσης για τριάντα ουγγιές χρυσού και δεν θα υπάρξουν κέρδη για τον καπιταλιστή.

Γιατί δεν προέκυψαν κέρδη από αυτή τη διαδικασία παραγωγής; Επειδή δεν δημιουργήθηκε υπεραξία κατά την παραγωγή του νήματος. Η ανταλλακτική αξία των εισροών, ήταν ίδια με αυτή της παραγωγής (των εκροών) και, κατά συνέπεια, αυτό ήταν το κόστος και τα έσοδα του καπιταλιστή.

Στην πραγματικότητα, δεν προέκυψε υπεραξία επειδή ο καπιταλιστής που παράγει τα νήματα ζητά από τον εργαζόμενο να καταβάλει την «αναγκαία εργασία» (Μαρξ 1990: 324). Δεδομένου ότι ζητά από τον εργαζόμενο να παράσχει μόνο έξι ώρες εργατικής δύναμης, ο αριθμός των ωρών εργασίας του εργαζόμενου, ισούται με τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, ο οποίος ενσωματώνεται στα μέσα διαβίωσης που απαιτούνται για να συντηρήσουν τον εργαζόμενο για μια μέρα.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο εργαζόμενος διατηρεί την αξία που δημιούργησε. Συνδύασε την εργατική του δύναμη με υλικές εισροές που ενσωμάτωναν είκοσι τέσσερις ώρες εργασίας και πρόσθεσε την αξία της δικής του αναγκαίας εργασίας σε αυτές. Και πληρώθηκε με έξι ουγγιές χρυσού, που ισοδυναμούν με την αξία που προστέθηκε στο προϊόν από αυτή την απαραίτητη εργασία. Έτσι, όταν ο καπιταλιστής δεν αποκομίζει κέρδος, ο εργαζόμενος δεν είναι εκμεταλλευόμενος.

Ας υποθέσουμε τώρα ένα ελαφρώς διαφορετικό σενάριο. Ο καπιταλιστής μισθώνει και πάλι έναν εργαζόμενο για μια μέρα, δίνοντάς του σε αντάλλαγμα τρεις ουγγιές χρυσού. Τώρα όμως του ζητά να δουλέψει για δώδεκα ώρες αντί για έξι και συνδυάζει αυτές τις δώδεκα ώρες με 20 λίβρες βαμβάκι και τέσσερις ώρες λειτουργίας μηχανήματος για να παραγάγει 20 λίβρες νήματος.

Η δαπάνη του στις εισροές είναι τώρα είκοσι επτά ουγγιές χρυσού: είκοσι για το βαμβάκι, τέσσερις για το χρόνο λειτουργίας της μηχανής και τρεις για την εργατική δύναμη μιας ημέρας. Και ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας που ενσωματώνουν αυτές οι εισροές είναι τώρα συνολικά πενήντα τέσσερις ώρες: σαράντα ώρες για το βαμβάκι, οκτώ για το χρόνο λειτουργίας της μηχανής και έξι για την εργατική δύναμη.

Πόσες ώρες απαιτούμενου χρόνου εργασίας ενσωματώνει το προϊόν, δηλαδή οι είκοσι λίβρες βαμβακερού νήματος; Συνολικά εξήντα ώρες: ενσωματώνονται σαράντα οκτώ ώρες στις υλικές και δώδεκα επιπλέον ώρες εργασίας που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτές οι είκοσι λίβρες βαμβακιού πωλούνται έναντι τριάντα ουγγιών χρυσού και ο καπιταλιστής αποκομίζει τώρα τρεις ουγγιές χρυσού ως κέρδος.

Το κέρδος προέρχεται από την υπεραξία που δημιουργήθηκε κατά την παραγωγική διαδικασία: οι εισροές ενσωματώνουν πενήντα τέσσερις ώρες εργασίας, αλλά το προϊόν ενσωματώνει εξήντα ώρες, αφήνοντας ένα πλεόνασμα έξι ωρών δαπανημένης εργασίας στην ανταλλακτική αξία του προϊόντος. Και ας ρωτήσουμε ξανά: ποια είναι η πηγή αυτής της υπεραξίας; Οι ρίζες της έγκεινται στο γεγονός ότι ο εργαζόμενος τώρα παρέχει περισσότερη εργατική δύναμη την απαραίτητη. Αντ’ αυτού, ο καπιταλιστής εξάγει «υπερεργασία» από τον εργαζόμενο, δηλαδή χρόνο εργασίας που υπερβαίνει τις έξι ώρες που απαιτούνται για την παραγωγή των μέσων διαβίωσης του.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο εργαζόμενος δεν αποζημιώνεται πλέον για την αξία που προσθέτει στη διαδικασία παραγωγής. Δουλεύει για δώδεκα ώρες και προσθέτει αξία δώδεκα ωρών στις υλικές εισροές με τις οποίες εργάζεται. Και όμως, πληρώνεται μισθό που ενσωματώνει μόνο έξι ώρες εργασίας. Χωρίς να πληρώνεται για την «υπερεργασία» του, ο εργαζόμενος είναι εκμεταλλευόμενος και εξαπατάται από τον καπιταλιστή. Τα κέρδη του καπιταλιστή προέρχονται από αυτή την πράξη ληστείας.

Η κριτική του Böhm-Bawerk επί της Μαρξιστικής θεωρίας της αξίας της εργασίας

Ο Böhm-Bawerk ξεκινά την κριτική του επί του θεωρητικού οικοδομήματος του Μαρξ, στοχεύοντας στο ουσιαστικό θεμέλιο του: στην εργασιακή θεωρία της ανταλλακτικής αξίας.

Η πρώτη του επίκριση απευθύνεται στον ισχυρισμό που ο Μαρξ δανείστηκε από τον Αριστοτέλη, ότι αγαθά ίσης αξίας  αποτελούν τα αντικείμενα σε μια πράξη ανταλλαγής. Αυτό, για τον Böhm-Bawerk, «φαίνεται να είναι μια εσφαλμένη άποψη», διότι, όπως σημειώνει, όπου υπάρχει ίση αξία δεν υπάρχει κίνητρο για ανταλλαγή. «Όπου επιτυγχάνεται ισότητα και ακριβής ισορροπία, καμία αλλαγή δεν φαίνεται πως μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία» (Böhm-Bawerk 2007: 68). Αντίθετα, η μεταβίβαση εμπορευμάτων που χαρακτηρίζει μια πράξη ανταλλαγής, προκύπτει από την επικράτηση ανισότητας στις αξίες, όπου κάτι που αξιολογείται χαμηλότερα, ανταλλάσσεται με κάτι που αξιολογείται υψηλότερα.

Αλλά ακόμα κι αν κάποιος θέσει στην άκρη αυτή την ένσταση και υποθέσει ότι η ανταλλαγή χαρακτηρίζεται από μια ισότητα αξιών, τίθεται το ερώτημα: Κάνει καλή ανάλυση ο Μαρξ, δείχνοντας ότι η ποσότητα της εργασίας είναι το «κοινό στοιχείο ομοίου μεγέθους» που καθορίζει αυτές τις ίσες αξίες; Ο Böhm-Bawerk απαντά αρνητικά στο ερώτημα και το πράττει για τρεις κύριους λόγους.

Πρώτον, στην αναζήτηση αυτού το κοινού στοιχείου, ο Μαρξ περιορίζει την ανάλυσή του μόνο «στα ανταλλάξιμα πράγματα που περιέχουν την ιδιότητα που ο ίδιος επιθυμεί τελικά να επιλέξει ως κοινό παράγοντα, αφήνοντας όλα τα άλλα απ’ έξω». (Böhm-Bawerk 2007: 70). Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάλυσής του, έμμεσα (και μερικές φορές ρητά)2 συμπεραίνει ότι ένα εμπόρευμα είναι απαραίτητα προϊόν εργασίας. Αυτό, ευθύς εξ αρχής, σημαίνει ότι τα σπάνια δώρα της φύσης δεν είναι εμπορεύματα.

Ωστόσο, αγαθά «όπως το χώμα, το ξύλο στα δέντρα, το μεταλλικό νερό, η υδραυλική ενέργεια, οι γαιάνθρακες, τα ορυκτά πετρώματα, τα πετρελαϊκά αποθέματα, τα κοιτάσματα χρυσού κλπ) αποτελούν συχνά αντικείμενα ανταλλαγής (Böhm-Bawerk 2007: 70). Και δεν ενσωματώνουν χρόνο εργασίας. Πώς μπορεί τότε να εξηγήσει ο Μαρξ την ανταλλακτική αξία αυτών των αγαθών; Ασφαλώς το κοινό στοιχείο που διέπει τις ανταλλακτικές αξίες αυτών των αγαθών, δεν μπορεί να είναι η ποσότητα του χρόνου εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά.

Όπως ορθώς και σαρκαστικά παρατηρεί ο Böhm-Bawerk, αφήνοντας τέτοια δώρα της φύσης έξω από την ανάλυσή του, ο Μαρξ «ενεργεί ως κάποιος που διακαώς θέλει να τραβήξει ένα λευκό μπαλάκι από το πιθάρι και φροντίζει να εξασφαλίσει αυτό το αποτέλεσμα τοποθετώντας μόνο λευκά μπαλάκια στο πιθάρι» (Böhm-Bawerk 2007: 70).

Δεύτερον, ο Böhm-Bawerk αντικρούει τον τρόπο με τον οποίο ο Marx αποκλείει την αξία χρήσης ως το πιθανό κοινό στοιχείο που καθορίζει την ανταλλακτική αξία. Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι οι αξίες χρήσης και οι διάφορες ιδιότητες των εμπορευμάτων που αναδύουν αυτές τις αξίες, χρησιμεύουν για τη διαφοροποίηση και τη διάκριση των δύο εμπορευμάτων. Αλλά, όπως σημειώνει ο Böhm-Bawerk, κάτω από αυτό το ετερογενές εξωτερικό περίβλημα, βρίσκεται ένα ομοιογενές υπόστρωμα. Διότι και τα δύο εμπορεύματα σε μια ανταλλαγή διαθέτουν αξία χρήσης. Και τα δύο φέρουν αιτιώδη σύνδεση με την ικανοποίηση (επιθυμιών/αναγκών).

Και, όπως και στην περίπτωση της εργασίας, «κάποιος μπορεί να συγκρίνει αξίες στην χρήση διαφορετικών ειδών, ανάλογα με την ποσότητα της αξίας που χρησιμοποιείται» (Böhm-Bawerk 2007: 76). Γιατί πρέπει κάποιος να εστιάσει αποκλειστικά στις ποιοτικές πτυχές της αξίας χρήσης που χρησιμεύουν για τη διαφοροποίηση των εμπορευμάτων και να αγνοήσει την πιθανή ποσοτική πτυχή που τα καθιστά ομογενή; Ο Μαρξ δεν ασχολείται καν με αυτό το ερώτημα.

Τρίτον και πλέον ανήκουστο, ο Μαρξ, αν και επισημαίνει ότι η εργατική δύναμη έχει ποιοτικές πτυχές όσο και ποσοτική πτυχή, προχωρά αγνοώντας την πρώτη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η τελευταία είναι το κοινό στοιχείο που αναζητά. Αλλά γιατί υφίσταται αυτή η διαφορετική μεταχείριση της εργατικής δύναμης και της αξίας χρήσης εκ μέρους του Μαρξ;

Ο Böhm-Bawerk αναρωτιέται: δεν βλέπει ο Μαρξ ότι «τα ίδια στοιχεία, βάσει των οποίων διατύπωσε την ετυμηγορία του ώστε να αποκλείσει την αξία χρήσης, ισχύουν κάλλιστα και σε σχέση με την εργασία;» (Böhm-Bawerk 2007: 76). Γιατί είναι διατεθειμένος να παραβλέψει τις «συγκεκριμένες μορφές εργασίας» μόνο στην περίπτωση της εργατικής δύναμης, «τη δουλειά του ξυλουργού, του μαστόρου ή του υφαντουργού» και εστιάζει στην «αφηρημένη ανθρώπινη εργασία» που υπάρχει σε όλα τα εμπορεύματα; (Μαρξ 1990: 128) Θέτοντας ωστόσο τέτοια ερωτήματα, αποκαλύπτουμε μόνο το «διαλεκτικό άμπρα κατάμπρα» που αποτελεί το επιχείρημα του Μαρξ πάνω στο οποίο στηρίζει την εργασιακή θεωρία της αξίας (Böhm-Bawerk 2007: 77).

Η σύνθεση του κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους και η υπεραξία: Οι αντιφάσεις στον νόμο της αξίας του Μαρξ

Όσο ανεπιτυχής κι αν είναι η αιτιολόγηση της εργασιακής θεωρίας της αξίας εκ μέρους του Μαρξ, ας υποθέσουμε, για την ώρα, ότι η θεωρία είναι αληθής και ας στρέψουμε την προσοχή μας στο νόμο της αξίας που υποδηλώνεται σε αυτήν. Οι τιμές, οι αναλογίες ανταλλαγής των εμπορευμάτων έναντι χρημάτων, όντως κυμαίνονται και τείνουν προς ποσά που αντικατοπτρίζουν τις αντίστοιχες ανταλλακτικές αξίες τους, όπως αυτές καθορίζονται από την ποσότητα του «κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας» που ενσωματώνεται σε αυτές; Η εργασιακή θεωρία της αξίας, μέσω του νόμου της αξίας, παρέχει μια ακριβή εξήγηση για τα φαινόμενα των τιμών που βλέπουμε γύρω μας;

Για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, ο Böhm-Bawerk θέτει τη θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης του Μαρξ υπό εκτενέστερο κριτικό έλεγχο. Στρεφόμενοι ξανά στο παράδειγμά μας για την παραγωγή βαμβακερού νήματος, ας επικεντρωθούμε στη σχέση μεταξύ, αφενός της υπεραξίας και των κερδών που αυτή δημιουργεί και αφετέρου των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν το κεφάλαιο που δαπανάται από τον καπιταλιστή.

Σημειώστε ότι κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, η ανταλλακτική αξία των υλικών εισροών, των είκοσι λιβρών βαμβακιού και των τεσσάρων ωρών του χρόνου που δαπανά η μηχανή, απλά περνάει στις είκοσι λίβρες βαμβακερού νήματος που παράγεται. «Η αξία των μέσων παραγωγής», η οποία στην περίπτωση αυτή είναι σαράντα οκτώ ώρες απαιτούμενου χρόνου εργασίας: σαράντα ώρες για το βαμβάκι και οκτώ για το χρόνο της μηχανής, «διατηρείται» και «επανεμφανίζεται με διαφορετική μορφή στην αξία του προϊόντος, αλλά δεν προσθέτει υπεραξία» (Böhm-Bawerk 2007: 16).

Δεδομένης της αμετάβλητης ανταλλακτικής αξίας των υλικών εισροών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, ο Μαρξ ονομάζει το κεφάλαιο που επενδύεται σε αυτές «σταθερό κεφάλαιο» [επισημαίνεται ως c] (Marx 1990: 317). Στο παράδειγμα μας, ανέρχεται σε είκοσι τέσσερις ουγγιές χρυσού.

Η περίπτωση του κεφαλαίου που επενδύεται στην εργατική δύναμη είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό το μέρος του κεφαλαίου, το οποίο ο Μαρξ ορίζει ως «μεταβλητό κεφάλαιο» [επισημαίνεται ως v] «υφίσταται μεταβολή αξίας στη διαδικασία παραγωγής», αναπαράγοντας τόσο το «ισοδύναμο της δικής του αξίας» όσο και ένα «πλεόνασμα, μια υπεραξία» (Μαρξ 1990: 317). Στο παράδειγμα μας, όταν ο καπιταλιστής εξάγει δώδεκα ώρες εργασίας από τον εργαζόμενο, περιλαμβάνεται τόσο η απαιτούμενη εργασία έξι ωρών όσο και η υπερεργασία έξι ωρών, με την τελευταία να δημιουργεί την υπεραξία που είναι η πηγή των κερδών του καπιταλιστή. Το ποσό του μεταβλητού κεφαλαίου είναι συνεπώς τρεις ουγγιές, με αποτέλεσμα να προκύπτουν κέρδη αξίας τριών ουγγιών.

Με βάση αυτές τις έννοιες, ο Μαρξ ορίζει το «ποσοστό της υπεραξίας» (Marx 1990: 326) που είναι «η αναλογία της υπεραξίας [επισημαίνεται με s] ως προς το μεταβλητό κεφάλαιο» (Marx 1990: 327). Αυτή η αναλογία, η οποία πάντα ισοδυναμεί με την αναλογία της ποσότητας της υπερεργασίας ως προς την ποσότητα της απαραίτητης εργασίας, χρησιμεύει ως μέτρο του βαθμού εκμετάλλευσης που υφίσταται ο εργαζόμενος από τον καπιταλιστή. Στο παράδειγμά μας, η αναλογία αυτή [s/v] ανέρχεται σε 1 ή 100%, καθώς και η υπεραξία και το μεταβλητό κεφάλαιο ανέρχονται σε τρεις ουγγιές χρυσού.

Τώρα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό της υπεραξίας δεν εξαρτάται από την ποσότητα του σταθερού κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους που αποκομίζει ο καπιταλιστής προκύπτει διαιρώντας την ποσότητα της υπεραξίας με το άθροισμα των σταθερών και μεταβλητών τμημάτων του κεφαλαίου [s/c+v]. Επομένως, το ποσοστό αυτό δεν είναι ίσο με το ποσοστό της υπεραξίας. Στο παράδειγμα μας, ενδεικτικά, το ποσοστό κέρδους είναι 11,1%, το οποίο είναι σημαντικά χαμηλότερο από το ποσοστό της υπεραξίας.

Σκεφτείτε τώρα μια διαφορετική διαδικασία παραγωγής, εκείνη του ψησίματος του ψωμιού. Ο αρτοποιός, για να ψήσει δέκα ψωμιά, πρέπει, όπως και ο κατασκευαστής νημάτων, να πληρώσει τρεις ουγγιές χρυσού και να μισθώσει τις υπηρεσίες ενός εργαζόμενου για μια μέρα. Και, εξάγει επίσης έξι ώρες υπερεργασίας από τον εργαζόμενο, πέραν των έξι ωρών απαραίτητης εργασίας. Έτσι, το μεταβλητό του κεφάλαιο είναι επίσης τρεις ουγγιές χρυσού, όπως και η υπεραξία του, με το ποσοστό υπεραξίας ίσο με 100%, όπως στην περίπτωση του κατασκευαστή νήματος.

Όμως, σε αντίθεση με τον κατασκευαστή νήματος, ο αρτοποιός πρέπει να συνδυάσει αυτές τις δώδεκα ώρες εργασίας με σταθερό κεφάλαιο αξίας μόνο έξι ουγγιών χρυσού για να παραχθούν τα δέκα ψωμιά. Το ποσοστό κέρδους του είναι επομένως υψηλότερο [s/c+v=3/9] και ανέρχεται στο 33,3%.

Από τα δύο αυτά παραδείγματα, προκύπτει ένα σημαντικό σημείο αναφοράς: οι καπιταλιστές με ίδιο ποσοστό υπεραξίας, δύναται να αποκομίσουν διαφορετικά ποσοστά κέρδους λόγω των διαφορετικών συνθέσεων του κεφαλαίου τους. Ο κατασκευαστής νήματος, για παράδειγμα, είχε μια πολύ υψηλότερη αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο [c/v] σε σύγκριση με τον αρτοποιό. Παρά το ίδιο ποσοστό υπεραξίας [s/v], είχε χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Αυτό το σημείο, όπως υπογραμμίζει ο Böhm-Bawerk, έχει σημαντικές συνέπειες για την εμπειρική σχετικότητα του νόμου της αξίας και επομένως για τις θεωρίες περί υπεραξίας και εκμετάλλευσης του Μαρξ, οι οποίες αποτελούν απλώς λογικές επεκτάσεις  του νόμου της αξίας.

Στην πραγματικότητα, όπως σημειώνει ο Böhm-Bawerk, ο Μαρξ, στον μεταθανάτιο τρίτο τόμο του κεφαλαίου, παραδέχεται δύο κρίσιμα σημεία. Πρώτον, ότι για τεχνικούς λόγους, η αναλογία του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο και επομένως η σύνθεση του κεφαλαίου, «διαφέρει πολύ σε διαφορετικές σφαίρες της παραγωγής και συχνά ακόμα και σε διάφορους κλάδους της ίδιας βιομηχανίας» (Μαρξ 1894:112). Έτσι, αν υποτεθεί ότι ο νόμος της αξίας ισχύει και τα εμπορεύματα πωλούνται σε τιμές που αντικατοπτρίζουν τον χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά, αυτό σημαίνει ότι τα ποσοστά κέρδους θα διαφέρουν επίσης μεταξύ των βιομηχανιών. Και αυτό συμβαίνει, παρά το ίδιο ποσοστό υπεραξίας που επικρατεί στις εν λόγω βιομηχανίες.

Δεύτερον, ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι ένα σενάριο όπου διαφορετικές βιομηχανίες δεν κερδίζουν το ίδιο ποσοστό κέρδους είναι ένα σενάριο που αφήνει περιθώριο να ενεργήσουν οι δυνάμεις του ανταγωνισμού. Ξεκινώντας από την παρατήρηση ότι «αν τα εμπορεύματα πωλούνται στις αξίες τους,… πολύ διαφορετικά ποσοστά κέρδους προκύπτουν στους διάφορους τομείς παραγωγής», προσθέτει ότι «το κεφάλαιο αποσύρεται από μια σφαίρα παραγωγής με χαμηλό ποσοστό κέρδους και εισβάλλει σε άλλες που αποφέρουν υψηλότερα κέρδη» (Μαρξ 1894: 142). Και ως αποτέλεσμα αυτής της «αδιάκοπης εκροής και εισροής» του κεφαλαίου (Marx 1894: 142), τα ποσοστά κέρδους στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας τείνουν να εξισώνονται.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι τιμές στις οποίες εξισώνονται τα ποσοστά κέρδους στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες, δεν είναι οι τιμές που συμφωνούν με το νόμο της αξίας του Μαρξ. Στην πραγματικότητα, στις τιμές που συμφωνούν με αυτόν τον νόμο και αντανακλούν τις σχετικές ποσότητες χρόνου εργασίας που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα και στα χρήματα που ανταλλάσσονται, μπορεί να υπάρξει μόνο εξίσωση του ποσοστού της υπεραξίας και όχι των ποσοστών κέρδους.

Το σημείο αυτό, όπως υποστηρίζει ο Böhm-Bawerk, υποσκάπτει ολόκληρο το μαρξιστικό οικονομικό οικοδόμημα. Διότι στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, σημειώνει ο Böhm-Bawerk, «υποστηρίχθηκε, με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, ότι όλη η αξία βασίζεται στην εργασία και μόνο σε αυτή» και ότι «εκτός…από προσωρινές και περιστασιακές παρεκκλίσεις…τα εμπορεύματα που ενσωματώνουν την ίδια ποσότητα εργασίας, απαραίτητα βάσει αρχής, μακροπρόθεσμα ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο» (Böhm-Bawerk 2007: 29, 30).

Αυτό, όπως υπογραμμίστηκε προηγουμένως, ήταν αυτό που έδωσε εμπειρική σημασία στο νόμο της αξίας του Μαρξ και στη θεωρία του περί εκμετάλλευσης. Είναι αυτός ακριβώς ο ισχυρισμός που δηλώνει ότι οι πραγματικές, οι πραγματοποιηθείσες τιμές, τείνουν και κυμαίνονται γύρω από ποσά που υπαγορεύει αυτός ο νόμος. Ότι αυτός ο νόμος, όπως και ο νόμος της βαρύτητας, είναι ένας πανταχού παρών παράγοντας και καθορίζει τις τιμές που βλέπουμε στον πραγματικό κόσμο.

Αλλά «στον τρίτο τόμο (του κεφαλαίου)» προσθέτει ο Böhm-Bawerk, «μας ειπώθηκε συνοπτικά και στεγνά ότι αυτό που ίσχυε, σύμφωνα με τη διδασκαλία του πρώτου τόμου, στην πραγματικότητα δεν ισχύει και δεν μπορεί να ισχύσει ποτέ. Ότι τα μεμονωμένα εμπορεύματα μπορούν να ανταλλάσσονται – και αναπόφευκτα ανταλλάσσονται μεταξύ τους – σε αναλογία διαφορετική από εκείνη του χρόνου εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά. Και αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε προσωρινό, αλλά αναπόφευκτο και μόνιμο».

Οι τιμές των εμπορευμάτων, συνεπώς, στον πραγματικό κόσμο, δεν τείνουν προς εκείνες που υπαγορεύονται από τον νόμο της αξίας του Μαρξ, αλλά, αντίθετα, τείνουν σε ποσά που αντικατοπτρίζουν το υποκείμενο κόστος παραγωγής, όπου, «εκτός από τον χρόνο εργασίας, η επένδυση κεφαλαίου αποτελεί καθοριστικό συντονιστή στην ανταλλακτική συσχέτιση των εμπορευμάτων» (Böhm-Bawerk 2007: 89).3

Επομένως, αποκαλύπτεται η εμπειρική ασυνάφεια του συνόλου της εργασιακής θεωρίας της αξίας, του νόμου της αξίας και της θεωρίας περί εκμετάλλευσης. Ολόκληρο το σύστημα κατακλύζεται από τις δυνάμεις του ανταγωνισμού, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τα κέρδη που αποκομίζουν οι καπιταλιστές, εν τέλει, δεν καθορίζονται από την υπεραξία που ξεζουμίζουν από τους εργαζόμενους και από τις δυνάμεις της εκμετάλλευσης και της καταφανούς ληστείας. Για μια ορθή και εμπειρικά έγκυρη εξήγηση των φαινομένων του επιτοκίου και του κέρδους, πρέπει να ψάξουμε αλλού.

 

***

Ο GP Manish είναι μέλος του Ινστιτούτου Ludwig von Mises και καθηγητής Οικονομικής Ελευθερίας BB & T στο Κέντρο Πολιτικής Οικονομίας Johnson στο Πανεπιστήμιο Troy. Είναι κάτοχος του Βραβείου Douglas E. του Ινστιτούτου Ludwig von Mises, του Βραβείου George and Joele Eddy και του Βραβείου OP Alford III στην Πολιτική Οικονομία. Διδάσκει Προχωρημένα Αυστριακά Οικονομικά στο πρόγραμμα Masters του Πανεπιστημίου Troy.

Το δοκίμιο δημοσιεύτηκε στην Ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Βιβλιογραφία:

  • Böhm-Bawerk, Eugen v. 2007. Karl Marx and the Close of His SystemAuburn: Ινστιτούτο Ludwig von Mises.
  • Marx, Karl. 1990. Capital: Τόμος 1. Penguin books (έκδοση Penguin Classics)
  • Marx, Karl. 1894. Capital: Τόμος 3. Διατίθεται ηλεκτρονικά στο Marxists.org.
 Σημειώσεις:
  1. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1894 ως  Zum Abschluss des Marxschen Systems.
  2. Όπως, για παράδειγμα, στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Capital, όπου ισχυρίζεται: «Ένα πράγμα μπορεί να αποτελεί χρηστική αξία χωρίς να έχει αξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ωφέλεια για τον άνθρωπο προκύπτει χωρίς να διαμεσολαβεί ανθρώπινη εργασία. Ο αέρας, το παρθένο έδαφος, τα φυσικά λιβάδια, τα μη φυτεμένα δάση κλπ εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία «(Μαρξ 1990: 131).
  3. Ο Μαρξ προσπαθεί να περισώσει το νόμο της αξίας του, ισχυριζόμενος ότι, αν και οι τιμές δεν τείνουν στα ποσά που υπαγορεύονται από αυτόν τον νόμο και αντ’ αυτού κυμαίνονται και τελικά έλκονται από τιμές που αντικατοπτρίζουν το κόστος παραγωγής, το ποσοστό κέρδους που τελικά καθορίζεται από τις δυνάμεις του ανταγωνισμού, το οποίο χαρακτηρίζει ως «μέσο ποσοστό κέρδους», ισούται με το μέσο ποσοστό υπεραξίας που επικρατεί σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας ως σύνολο. Έτσι, ισχυρίζεται ο Μαρξ, ο νόμος της αξίας καθορίζει αυτό το μέσο ποσοστό κέρδους και έτσι ο νόμος διατηρεί την εμπειρική του συνάφεια. Ο Bohm Bawerk ασκεί βαθιά κριτική σε αυτά τα επιχειρήματα και στο τρίτο κεφάλαιο του. (Bohm Bawerk 2007 (σελ. 28-63).