Ερμηνεύοντας τις οικονομικές κρίσεις: Αυστριακή θεωρία των Επιχειρηματικών Κύκλων

0
1391
Κρίσεις
Κλασική εικόνα για τις Η.Π.Α την περίοδο 1929-1933. Η Αμερικανική κυβέρνηση οργάνωνε μαζικά συσσίτια για να βοηθήσει τους κατοίκους της να ορθοποδήσουν στην κρίση την οποία η ίδια δημιούργησε.

βασικό ρόλο για τη δημιουργία οικονομικής φούσκας έπαιξαν και παίζουν οι διάφορες ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες. Άρα κάποιος θα υπέθετε ότι όντως η ελεύθερη αγορά είναι υπεύθυνη για τις όποιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτός ο ισχυρισμός όμως είναι λανθασμένος.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή – Ιστορική αναδρομή

Οι οικονομικές κρίσεις παρατηρήθηκαν από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα περίπου, ταυτόχρονα με την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης. Οι λόγοι για μία ξαφνική οικονομική κρίση, για παράδειγμα όταν κάποιος βασιλιάς έκανε πόλεμο ή λεηλατούσε τις περιουσίες των υπηκόων του, ήταν γνωστοί και αυταπόδεικτοι. Αντιθέτως, απουσία τέτοιων περιστατικών, οι οικονομολόγοι έβρισκαν μεγάλες δυσκολίες στο να εξηγήσουν τις οικονομικές κρίσεις εν καιρό ειρήνης ειδικά αυτές που αφορούσαν την «άνθιση-ύφεση» (boom-bust), ή, πιο λαϊκά, τις οικονομικές φούσκες 1

Η θεωρία του αυστριακού κύκλου επιχειρήσεων ξεκίνησε με τον Σκωτσέζο φιλόσοφο και οικονομολόγο του 18ου αιώνα David Hume και με τον διάσημο κλασικό οικονομολόγο David Ricardo του 19oυ αιώνα. Αυτοί οι θεωρητικοί παρατήρησαν ένα άλλο σημαντικό θεσμό που αναπτύχθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, παράλληλα με το βιομηχανικό σύστημα. Ήταν ο θεσμός των τραπεζών, με την ικανότητα να επεκτείνει την πίστωση και την προσφορά χρήματος (πρώτα, με τη μορφή χαρτονομισμάτων ή τραπεζογραμματίων, και αργότερα με τη μορφή καταθέσεων όψεως ή λογαριασμών επιταγών, που μπορούσαν να εξαργυρωθούν άμεσα σε χρυσό στις τράπεζες). Ήταν οι πράξεις αυτών των εμπορικών τραπεζών που ευθύνονταν για τους μυστηριώδεις επαναλαμβανόμενους κύκλους της επέκτασης και της συστολής χρήματος και πιστώσεων, της άνθισης και της ύφεσης, που προκαλούσαν αμηχανία στους αναλυτές από τα μέσα του 18ου αιώνα.

Η προσέγγιση του David Ricardo

H παρατήρηση της εμφάνισης αυτού του είδους κρίσεων έγινε και από τον Μαρξ, τον 19ο αιώνα. Επειδή όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει τι τις προκαλεί, απέδωσε την αιτία τους στη φύση του καπιταλιστικού συστήματος. Εξ αυτού πορεύτηκε και ο συλλογισμός του, ότι ο καπιταλισμός, μιας και είναι εν γένει δημιουργός κρίσεων, κάποια στιγμή, με την πάροδο του χρόνου θα οδηγήσει στον ξεσηκωμό των μαζών και τον ερχομό του σοσιαλισμού.

Φυσικά, αυτή η ερμηνεία είναι τρομερά ελλιπής. Δεν εξηγεί το πώς ένα σύστημα, όπως της αγοράς, που πάντα τείνει προς ένα σημείο ισορροπίας, ξαφνικά «χάνει τον δρόμο του» και δημιουργεί από το πουθενά μία κρίση. Στην ουσία έμεινε στη διαπίστωση χωρίς να παρέχει ερμηνεία.

Αντιθέτως, ο David Ricardo παρείχε μία καλύτερη εξήγηση. Παρατήρησε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια μίας περιόδου άνθισης (boom), υπήρχε μία έξαρση στην χρηματοπιστωτική επέκταση. Για να εξηγήσουμε όμως την προσέγγιση του Ricardo πρέπει πρώτα να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι χρηματοπιστωτικές επεκτάσεις στην εποχή του.

Πώς πραγματοποιείται μία χρηματοπιστωτική επέκταση;

Το σύστημα της εποχής εκείνης βασιζόταν στον κανόνα του χρυσού. Μία τράπεζα έχοντας απόθεμα (reserve) σε χρυσό, εξέδιδε τραπεζογραμμάτια, τα οποία στην ουσία λειτουργούσαν ως επιταγές. Αυτές τις επιταγές μπορούσε κάποιος να τις εξαργυρώσει σε μία τράπεζα και να λάβει το ανάλογο ποσό σε χρυσό. Θα λέγαμε ότι αυτά ήταν και τα χαρτονομίσματα της εποχής. Αυτό γινόταν, επειδή ήταν μερικές φορές πιο εύκολο να κυκλοφορεί κάποιος με χάρτινο χρήμα στην κατοχή του, από το να κουβαλάει ολόκληρες ράβδους χρυσού ή νομίσματα. Για παράδειγμα, μία τράπεζα είχε στα αποθεματικά της 1.000 ουγγιές χρυσού. Μπορούσε να εκδώσει λοιπόν χαρτονομίσματα (γραμμάτια δηλαδή τα οποία μπορούσε κάποιος να εξαργυρώσει για χρυσό) που θα αντιστοιχούσαν και αυτά σε 1.000 ουγγιές χρυσού.

Παρόλα αυτά, μία τράπεζα μπορούσε να εκδώσει γραμμάτια τα οποία αντιστοιχούσαν σε πολλές παραπάνω ποσότητες χρυσού από αυτές που υπήρχαν ως απόθεμα. Μία εμπορική τράπεζα μπορούσε, έχοντας 1.000 ουγγιές χρυσού, να εκδώσει γραμμάτια συνολικής αξίας 5.000 ουγγιών. Στην ουσία, το όλο σύστημα έμοιαζε πάρα πολύ με το σύστημα κλασματικών αποθεματικών, με τη διαφορά ότι τότε υπήρχε κάποιο πραγματικό αγαθό (commodity) ως αντίκρυσμα, ο χρυσός.

Το σκεπτικό του Ricardo

Tι συνέβαινε λοιπόν μετά; Αυτή η χρηματοπιστωτική επέκταση (τα χρήματα δίνονταν συνήθως με δάνεια) οδηγούσε την οικονομία σε πληθωριστικές τάσεις. Η αύξηση των χρημάτων στην αγορά έδινε κίνητρα για επενδύσεις και αγορές. Με τη σειρά τους οι επενδύσεις οδηγούσαν σε αύξηση των μισθών λόγω της αυξημένης ζήτησης για εργασία. Οι αυξημένοι μισθοί οδηγούσαν σε μεγαλύτερες καταναλωτικές δαπάνες. Ο άνθρωποι, φαινομενικά πιο πλούσιοι, δαπανούσαν περισσότερο ανεβάζοντας εν τέλει τις τιμές των αγαθών. Μιας και το γενικό εισόδημα ανέβαινε, τόσο γενικά ανέβαιναν και οι αγορές-εισαγωγές από το εξωτερικό. Εδώ ακριβώς ξεκινάει και το μεγάλο πρόβλημα κατά τον Ricardo.

Αγοράζοντας οι άνθρωποι μία χώρας αγαθά από το εξωτερικό, στην ουσία μεταφέρανε τα γραμμάτια που εξέδιδαν οι τράπεζες της χώρας στα χέρια ατόμων από το εξωτερικό. Επίσης, η αύξηση των τιμών μέσα στη χώρα που πληθώριζε, οδηγούσε τους κατοίκους του εξωτερικού να αγοράζουν μέσα από τη χώρα τους και όχι από εκείνη. Οι τράπεζες της χώρας που πληθώριζε, ξαφνικά, βρίσκονταν σε ελλειμματικά ισοζύγια πληρωμών. Περισσότερος χρυσός έφευγε απ’ ότι ερχόταν. Οι έμποροι του εξωτερικού, θέλοντας να μεταφέρουν τα έσοδά τους σε τράπεζες της χώρας τους, άρχιζαν να εξαργυρώνουν τα γραμμάτια τους από τις τράπεζες της χώρας που ασκούσε χρηματοπιστωτική επέκταση.

Αυτό, κατά συνέπεια, οδηγούσε σε δραστική μείωση του αποθεματικού χρυσού των τραπεζών. Για παράδειγμα, μία τράπεζα που ενώ με 1.000 ουγγιές αποθεματικό είχε εκδώσει γραμμάτια 5.000 ουγγιών, τώρα θα έμενε με 500 ουγγιές και γραμμάτια αξίας  4.500 ουγγιών στην αγορά (μιας και οι 500 ουγγιές θα είχαν εξαργυρωθεί). Από αυτά τα γραμμάτια, μόνο τα 500 θα είχαν πλέον κάποιο αντίκρυσμα.

Το αποτέλεσμα

Συνδυαστικά, αυτή η πληθωριστική τάση, από κάποιο σημείο και μετά, προκαλεί ανησυχία στους κατοίκους της χώρας. Οι τιμές συνεχώς ανεβαίνουν, καταλαβαίνουν ότι υπάρχει πληθωρισμός. Έτσι δημιουργείται ένας τραπεζικός πανικός, καθώς πολλοί πλέον βιάζονται να αποσύρουν τον χρυσό τους από τις τράπεζες. Οι τράπεζες με τη σειρά τους, βλέποντας τα αποθέματά τους να συρρικνώνονται κηρύσσουν άμεση αποπληρωμή δανείων από τους δανειολήπτες και παράλληλη παύση των εξαργυρώσεων. Η χρηματοπιστωτική επέκταση διακόπτεται και έτσι ξεκινάει η περίοδος της ύφεσης.

Κατά την περίοδο της ύφεσης, η οικονομία βρίσκεται σε περίοδο χαμηλής κατανάλωσης και επενδύσεων. Οι επιχειρηματίες που επένδυσαν σε κεφαλαιουχικά αγαθά και εργασία (στην οποία κατευθύνεται και το μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων) ξεκινούν να ρευστοποιούν τις επενδύσεις τους. Η μειωμένη ζήτηση για εργασία και αγαθά ρίχνει τις τιμές και των δύο σταδιακά σε επίπεδα πριν την άνθιση της οικονομίας. Η μείωση των τιμών προσελκύει καταναλωτές και εμπόρους από το εξωτερικό και με αυτούς έρχεται πάλι πίσω ο χρυσός τους. Έτσι σταδιακά η ισορροπία επανέρχεται, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη κρίση.

Κριτική

Η ερμηνεία του Ricardo ήταν σαφώς πληρέστερη. Εξηγεί γιατί η χρηματοπιστωτική επέκταση οδηγεί στην κρίση από την οικονομική άποψη. Δεν εξηγεί όμως τα εξής: 1) γιατί αυτή η ξαφνική αποτυχία των επιχειρηματιών να κάνουν ορθολογικές επιλογές και εν τέλει να καταλήγουν να ρευστοποιούν τις επενδύσεις τους; Ο επιχειρηματίας συνεχώς προσπαθεί να μειώσει τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσει στο μέλλον και να αυξήσει τα έξοδά του. Πώς εξηγείται αυτή η μαζική πραγματοποίηση λανθασμένων υπολογισμών σχεδόν ταυτόχρονα στο μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρήσεων σε μία χώρα; 2) Γιατί ο τομέας της αγοράς που πλήττεται είναι κυρίως οι βιομηχανίες παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών (μηχανήματα, οικοδομικά υλικά κ.ο.κ.) και όχι καταναλωτικών; 3) Γιατί μόνο κατά την άνθιση υπάρχει αύξηση της ποσότητας του χρήματος, ενώ κατά την ύφεση γενικά υπάρχει μείωσή της;

Σε αυτά τα ερωτήματα απαντάει η Αυστριακή Θεωρία του Κύκλου Επιχειρήσεων (Austrian Bussiness Cycle Theory ή ABCT) η οποία, βασισμένη στο σκεπτικό του Ricardo, τελειοποιήθηκε από τον Ludwig von Mises μαζί με τη βοήθεια του F. A. Hayek (ο οποίος το 1974 τιμήθηκε και με το βραβείο Νόμπελ για την εργασία του πάνω στη θεωρία αυτή). Ο von Mises διαπίστωσε κάτι πολύ σημαντικό: ότι η χρηματοπιστωτική επέκταση συνοδευόταν πάντα και από τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε και στην τελειοποίηση της θεωρίας.

Η Αυστριακή Θεωρία Κύκλου Επιχειρήσεων (ΑΘΚΕ)

Πριν μπούμε στον κόπο να εξηγήσουμε τη θεωρία, καλό θα ήταν να κάνουμε μία μικρή παρένθεση αναλύοντας δύο έννοιες, οι οποίες αποτελούν και θεμελιώδη λίθο της. Την χρονική προτίμηση και το επιτόκιο.

Χρονική προτίμηση

Η χρονική προτίμηση αφορά το χρονικό πλαίσιο στο οποίο τα άτομα, οι δρώντες μίας οικονομίας αποφασίζουν να δράσουν ως προς την επίτευξη των σκοπών τους. Κατά κύριο λόγο, αυτή η δράση αναφέρεται κυρίως στις καταναλωτικές δαπάνες και την αποταμίευση. Η χρονική προτίμηση μπορεί να χωριστεί σε δύο κατηγορίες: χαμηλή και υψηλή.

Υψηλή χρονική προτίμηση έχει κάποιος ο οποίος εκτιμά τα παρόντα αγαθά περισσότερο από τα μελλοντικά. Για παράδειγμα, υψηλή χρονική προτίμηση έχει κάποιος ο οποίος, μόλις λάβει τον μηνιαίο μισθό του, τον δαπανά ολόκληρο για να καλύψει τις πιο επείγουσες παρούσες ανάγκες του. Κάποιος με χαμηλή χρονική προτίμηση απεναντίας, επιλέγει να αποταμιεύσει αντί να δαπανήσει. Η αποταμίευση από μόνη της μας πληροφορεί ότι το άτομο εκτιμά μελλοντικά αγαθά περισσότερο από τα τωρινά (ειδάλλως θα δαπανούσε σε τωρινά αγαθά). Αναστέλλει την ικανοποίηση παρόντων αναγκών προς χάρη μελλοντικών.

Σχέση χρονικής προτίμησης και επιτοκίου

Οι άνθρωποι γενικά προτιμούμε την κάλυψη αναγκών με τωρινά αγαθά έναντι μελλοντικών. Αυτό οδηγεί συνεπώς σε μεγαλύτερη ζήτηση τέτοιων αγαθών και άρα σε αυξημένα premiums για τα αγαθά αυτά. Με άλλα λόγια, όσο πιο επείγουσα ανάγκη έχει κάποιος για ένα αγαθό, τόσο πιο πρόθυμος είναι να δαπανήσει περισσότερα να το αποκτήσει. Αυτό οδηγεί και στη διαμόρφωση του επιτοκίου δανεισμού.

Να το δούμε λίγο καλύτερα. Όταν οι άνθρωποι γενικώς επιδεικνύουν υψηλή χρονική προτίμηση (δηλαδή τωρινά αγαθά έναντι μελλοντικών), αυξάνονται οι καταναλωτικές δαπάνες. Μιας και αυτές οι δαπάνες αυξάνονται, τα αποθεματικά σε χρήμα των τραπεζών μειώνονται (αφού ο κόσμος τα κυκλοφορεί στην αγορά – η μορφή δεν μας αφορά, είτε είναι μετρητά, είτε όχι). Οι τράπεζες βλέποντας αυτήν την τάση, ανεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού, ώστε να μειώσουν την έξοδο χρημάτων από τα αποθεματικά τους. Επιδεικνύοντας χαμηλή χρονική προτίμηση, οι καταναλωτές επιλέγουν να αποταμιεύσουν. Επειδή οι αποταμιεύσεις αποθηκεύονται σε τράπεζες, αυτές βρίσκονται, κατά συνέπεια, με μεγάλα αποθέματα χρήματος. Έτσι λοιπόν, κατεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού, ώστε να κινητοποιήσουν τον δανεισμό γενικότερα. Γενικά, η χαμηλή χρονική προτίμηση μας οδηγεί σε μείωση επιτοκίων και η υψηλή χρονική προτίμηση μας οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια.

Η χαμηλή χρονική προτίμηση και η αποταμίευση που την ακολουθεί μας πληροφορεί ότι τα άτομα ετοιμάζονται για μελλοντικές δαπάνες σε κάποιο βάθος χρόνου. Οι επιχειρηματίες, βλέποντας τη συνεπακόλουθη μείωση επιτοκίων, αποκτούν κίνητρο να δανειστούν, ώστε να επενδύσουν σε κεφαλαιουχικά αγαθά με σκοπό να προλάβουν την έναρξη των καταναλωτικών δαπανών από τους αποταμιευτές του παρόντος στο μέλλον. Θα λέγαμε ότι τα επιτόκια συντονίζουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση με την πάροδο του χρόνου. Όταν τα επιτόκια μειώνονται φυσικά, είναι επειδή οι άνθρωποι αποταμιεύουν περισσότερο. Οι τράπεζες γεμίζουν με χρήμα, κάτι που τους ωθεί να μειώσουν τα επιτόκια για την τόνωση της έκδοσης δανείων.

Οι επιχειρηματίες λοιπόν, εν ολίγοις, λαμβάνουν δύο σήματα από την αγορά όταν συμβαίνει αυτό:

  • Νέοι πόροι είναι διαθέσιμοι για νέες επενδύσεις.
  • Ότι υπάρχει (ή θα υπάρξει) ζήτηση που δεν ικανοποιείται προς το παρόν (οι άνθρωποι απέχουν από την κατανάλωση, ώστε να την πράξουν στο μέλλον).
Ο κύκλος επιχειρήσεων

Τι γίνεται όμως όταν, παρόλο που οι άνθρωποι επιδεικνύουν υψηλή χρονική προτίμηση (δηλαδή αποταμιεύουν περισσότερο), το επιτόκιο μειώνεται τεχνητά από την κεντρική τράπεζα; Τι συμβαίνει στην ουσία, όταν γίνεται μία τέτοιου είδους χρηματοπιστωτική επέκταση;

Πρώτο πράγμα που συμβαίνει είναι το εξής: οι επιχειρηματίες «παίρνουν σήμα» ότι υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες αποταμιεύσεις από όσες υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η Κεντρική τράπεζα αυξάνει τα αποθεματικά των τραπεζών με χρήμα, κάτι που οδηγεί στη μείωση των επιτοκίων. Οι επιχειρηματίες υποθέτουν, ότι υπάρχει ανικανοποίητη ενδεχόμενη ζήτηση από τους καταναλωτές. Τα χαμηλότοκα δάνεια επομένως, δίνουν κίνητρο στους επιχειρηματίες να επενδύσουν σε κεφαλαιουχικά αγαθά, ώστε να καλύψουν στο μέλλον αυτήν την ενδεχόμενη ζήτηση. Επιχειρηματικά σχέδια τα οποία παλιότερα δεν φαινόντουσαν επικερδή, πλέον γίνονται ρεαλιστικά. Βρισκόμαστε σε «άνθιση» (boom)

Αυτή η χρηματοπιστωτική επέκταση δίνει την εντύπωση ότι αυξάνεται η προσφορά των «εξοικονομημένων κεφαλαίων», που είναι έτοιμα προς επένδυση, διότι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η προσφορά κεφαλαίων για επενδυτικούς σκοπούς αυξάνεται και το επιτόκιο μειώνεται. Οι δανειολήπτες, με λίγα λόγια, παραπλανούνται από τον πληθωρισμό των τραπεζών, πιστεύοντας ότι η προσφορά αποταμιευμένων κεφαλαίων είναι μεγαλύτερη από ότι είναι στην πραγματικότητα. Όταν αυξάνεται η συγκέντρωση των αποταμιευμένων κεφαλαίων, οι επιχειρηματίες επενδύουν σε πιο χρονοβόρες και πολύπλοκες διαδικασίες παραγωγής. Η κεφαλαιακή διάρθρωση παρατείνεται, ειδικά στις παραγωγικές μεθόδους που απέχουν από το τελικό προϊόν (δηλαδή τους συντελεστές παραγωγής).

Διαγραμματική απεικόνιση σταδίων παραγωγικής κεφαλαιακής διάρθρωσης, βασισμένη στην Αυστριακή Θεωρία των Επιχειρηματικών Κύκλων άνθισης και ύφεσης (Boom-Bust) – πηγή : A Mathematical Version of Garrison’s Model
Διοχέτευση των κεφαλαίων στην αγορά

Έτσι λοιπόν, η διάθεση αυτών των κεφαλαίων στην αγορά οδηγεί και σε μετατόπιση στη ζήτηση: από καταναλωτικά αγαθά, η ζήτηση στρέφεται προς κεφαλαιουχικά. Η αυξημένη ζήτηση οδηγεί και σε άνοδο των τιμών, καθώς η ίδια η προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών έχει μείνει σταθερή μέχρι και πριν την χρηματοπιστωτική επέκταση. Αυτά τα νέα χρήματα στη συνέχεια περνούν από τους δανειολήπτες επιχειρηματίες στους συντελεστές παραγωγής: στους ιδιοκτήτες γης και τους ιδιοκτήτες κεφαλαίων που πωλούσαν περιουσιακά στοιχεία στους χρεωμένους επιχειρηματίες και, στη συνέχεια, στους άλλους συντελεστές παραγωγής, μισθούς, ενοίκια και τόκους. Πιο απλά, οι δανειολήπτες επιχειρηματίες βγαίνουν στην αγορά για συντελεστές παραγωγής και εργασία, και επειδή προς το παρόν η προσφορά αυτών των αγαθών παρέμεινε η ίδια, οι τιμές τους ανεβαίνουν.

Η ανοδική τάση των τιμών και η τάση για πληθωρισμό αρχίζουν να προειδοποιούν την κεντρική τράπεζα στο να προχωρήσει σε παύση της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, ειδάλλως η οικονομία θα οδηγηθεί σε αυξημένο πληθωρισμό.

Επαναφορά των καταναλωτικών συνηθειών και σκάσιμο της φούσκας (bust)

Ας επανέλθουμε σε αυτό που είχαμε πει νωρίτερα όμως: η κεντρική τράπεζα χαμήλωσε το επιτόκιο, παρόλο που η χρονική προτίμηση των ανθρώπων ήταν υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι η δράση της Κ.Τ. ήταν αποκομμένη από τις πραγματικές προτιμήσεις των καταναλωτών, οι οποίες παρέμειναν ίδιες όλο αυτό το διάστημα. Αυτοί, τώρα, είναι ανυπόμονοι να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους με βάση την χρονική προτίμηση που είχαν πάντα, δηλαδή την υψηλή. Έτσι λοιπόν, στρέφονται στις δαπάνες προς καταναλωτικά αγαθά που αγόραζαν εξ αρχής.

Κατά συνέπεια, όλα τα σχέδια που είχαν τεθεί σε εφαρμογή αποδεικνύονται, μετά το τέλος της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, κακές επενδύσεις. Μιας και τα χαμηλότοκα δάνεια ήταν προσβάσιμα από πολλούς επιχειρηματίες, δικαιολογείται και η ταυτόχρονη κακή επενδυτική δραστηριότητα από πολλούς επαγγελματίες. Επίσης, βλέπουμε, μιας και οι επενδύσεις στράφηκαν κυρίως σε συντελεστές παραγωγής, ότι οι συγκεκριμένες βιομηχανίες δέχονται και το μεγαλύτερο πλήγμα και όχι η αγορά καταναλωτικών αγαθών, η οποία βγαίνει σχετικά αλώβητη. Επίσης, με την παύση της χρηματοπιστωτικής επέκτασης μειώνεται και η ποσότητα χρήματος σε σχέση με την περίοδο άνθισης 2. Απαντήσαμε και στα τρία ερωτήματα που η θεωρία του Ricardo άφησε μετέωρα.

Συνήθως, στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις το μοτίβο που παρατηρείται είναι τα ανολοκλήρωτα έργα. Εργοτάξια χωρίς εξοπλισμούς, μισοτελειωμένες πολυκατοικίες και γέφυρες, άδεια σπίτια χωρίς ενοίκους κ.ο.κ.

H ύφεση

Η χρηματοπιστωτική επέκταση τελειώνει, οι κακές επενδύσεις αποκαλύπτονται. Τα χρέη των επιχειρηματιών πρέπει να πληρωθούν. Επειδή όμως όλες οι επενδύσεις έγιναν χωρίς πραγματικές αποταμιεύσεις, και επειδή τα σχέδια είναι αποτυχημένα, δεν υπάρχει χρήμα ώστε να αποπληρωθούν τα δάνεια. Επομένως, όσοι παραγωγικοί συντελεστές κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν πρέπει να αποδεσμευθούν (εργασία) ή να ρευστοποιηθούν. Μιας και οι περισσότεροι συντελεστές ήταν μηχανήματα, οχήματα και οικοδομικά υλικά και εξοπλισμός, ο χρόνος ρευστοποίησης του κεφαλαίου αυτού είναι μεγαλύτερος. Το διάστημα αυτό κατά το οποίο η ανεργία κατά συνέπεια αυξάνεται και γίνεται ταυτόχρονα και όλη η ανακατανομή πόρων, ονομάζεται ύφεση. Είναι θα λέγαμε και το φυσικό και απόλυτα δικαιολογημένο επακόλουθο μετά από την τεχνητή άνθιση που προηγήθηκε.

Η ύφεση (depression ή recession ενίοτε) είναι το στάδιο από το οποίο αναγκαστικά πρέπει να περάσει εν τέλει η οικονομία για να ξανασταθεί στα πόδια της.

Τι πρέπει να κάνει η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κρίση;

Η «θεραπεία» για αυτές τις περιπτώσεις κρίσεων διατυπώθηκε από τον von Mises. Η κυβέρνηση, ενώ η οικονομία βρίσκεται στη φάση της άνθισης, οφείλει πρώτον να σταματήσει αμέσως την χρηματοπιστωτική επέκταση. Αυτό πρέπει να γίνει διότι, όσο την διατηρεί, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το ποσοστό κακών επενδύσεων. Δεύτερον, η κυβέρνηση, στην ύφεση, οφείλει να μειώσει τους φόρους και κατά συνέπεια τις δαπάνες της. Οι φόροι πρέπει να μειωθούν, ώστε να αυξηθούν τα εισοδήματα και οι αποταμιεύσεις του κόσμου.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφύγει να διαθέσει χρήματα σε δημόσια έργα και λοιπές δαπάνες. Αυτό θα επιμηκύνει τη διάρκεια της ύφεσης. Τρίτον, η κυβέρνηση οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό να παρέμβει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά. Οι τιμές, για να ξεπεραστεί πιο γρήγορα η ύφεση, πρέπει να συντονιστούν σε όλο το μήκος της αγοράς φυσικά. Μέσω της φυσικής προσαρμογής των τιμών θα γίνει και αποτελεσματικότερη η ανακατανομή των πόρων. Τέλος, η κυβέρνηση δεν πρέπει να κάνει κανένα bail-out επιχειρήσεων και τραπεζών. Αυτό θα επιβραδύνει την ανάκαμψη διατηρώντας τα κακο-επενδυμένα κεφάλαια στις ανορθολογικές χρήσεις που είχαν κατά τη διάρκεια της άνθισης.

Θα λέγαμε ότι η «συνταγή» του von Mises ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή που πρότεινε ο John Meynard Keynes στη «Γενική Θεωρία» του. Στην ουσία, αυτό που ο von Mises πρότεινε στην κυβέρνηση, ήταν να μην κάνει απολύτως τίποτα. Απλά να κάτσει και να περιμένει.

Περιπτώσεις κρίσεων που εξηγούνται με βάση τον Αυστριακό Κύκλο επιχειρήσεων

Κραχ του 1929:

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1910 και του 1920, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. είχε εξέλθει πολλές φορές ανεπίσημα από τον κανόνα του χρυσού. Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε καν σίγουροι για το αν πραγματικά ήταν και ποτέ στον κανόνα έστω και για μία χρονιά. Ο von Mises προέβλεψε σχεδόν κάθε οικονομική κρίση από εκεί και πέρα στη συλλογή άρθρων του υπό τον τίτλο «The causes of economic crises» (1914-1946).

Kατά τη διάρκεια της ύφεσης μάλιστα, η Αμερικανική κυβέρνηση επιμήκυνε τη διάρκεια της με το να ακολουθήσει την αντίθετη πολιτική από αυτή που ο von Mises πρότεινε. Για μία αναλυτική παρουσίαση τόσο της Αυστριακής Θεωρίας Κύκλου Επιχειρήσεων, όσο και για ένα ιστορικό ντοκουμέντο της εποχής εκείνης μπορείτε να ανατρέξετε στο εξαιρετικό βιβλίο του Murray Rothbard, «America’s Great Derpession».

Φούσκα ακινήτων του 2007:

Η πιο πρόσφατη σοβαρή κρίση, η οποία επεκτάθηκε και ως ένα βαθμό στην Ευρώπη εξηγείται πλήρως από τον Αυστριακό κύκλο επιχειρήσεων. Μάλιστα, ήταν και η αφορμή για την επιστροφή των Αυστριακών στο προσκήνιο και ειδικά του F. A. Hayek. H φούσκα ακινήτων στην ουσία αποτέλεσε μία περίπτωση χρηματοπιστωτικής επέκτασης σε έναν εξειδικευμένο τομέα: αυτόν των ακινήτων. Μάλιστα, η ύφεση εντάθηκε και από όλες τις κρατικές ρυθμίσεις στην αγορά ακινήτων, όπως για παράδειγμα τις ζώνες κτισίματος.

Αυτές είναι και οι σημαντικότερες κρίσεις που αξίζουν κάποιας αναφοράς.

Είναι ο κύκλος επιχειρήσεων προϊόν του καπιταλισμού;

Στην ανάλυση του Ricardo είδαμε ότι βασικό ρόλο για τη δημιουργία οικονομικής φούσκας έπαιξαν και παίζουν οι διάφορες ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες. Άρα κάποιος θα υπέθετε ότι όντως η ελεύθερη αγορά είναι υπεύθυνη για τις όποιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτός ο ισχυρισμός όμως είναι λανθασμένος.

Πρώτον, για να μπορέσει μία τράπεζα να πραγματοποιήσει μία τέτοια πληθωριστική πολιτική, πρέπει να λάβει ένα τεράστιο ρίσκο. Αυτό διότι, ανά πάσα στιγμή, μπορεί κάθε κάτοχος να σπεύσει να εξαργυρώσει το τραπεζογραμμάτιο του στην τράπεζα. Αν η τράπεζα εκδώσει παραπάνω χαρτονομίσματα-τραπεζογραμμάτια από το απόθεμα της σε χρυσό, αυτομάτως βρίσκεται εκτεθειμένη σε άμεση χρεοκοπία. Ανταγωνιστικές τράπεζες, επομένως, θα καταλήξουν με μεγαλύτερα αποθεματικά και ως πιο φερέγγυες θα οδηγούσαν τις απερίσκεπτες τράπεζες εκτός ανταγωνισμού.

Για να έχει το «θάρρος» μία τράπεζα να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο, πρέπει να έχει εγγυήσεις. Πρώτη εγγύηση, η άμεση ανακεφαλαιοποίηση της από την κεντρική τράπεζα. Δεύτερον, η προστασία από τραπεζικούς πανικούς (bank-runs) μέσω κρατικής νομοθεσίας, ήτοι αποτροπή των πολιτών από το να εξαργυρώνουν τις καταθέσεις τους σε χρυσό. Η ύπαρξη κεντρικής τράπεζας, δια της κρατικής επιβολής βοηθά στην ταυτόχρονη πληθωριστική πολιτική πολλών τραπεζών ταυτόχρονα. Δημιουργεί στην ουσία ένα νομισματικό καρτέλ. Κεντρικές τράπεζες έχουμε στην Ευρώπη από το 1694, με την ίδρυση της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας. Ο Ricardo, όντας Λονδρέζος, μπόρεσε από πρώτο χέρι να παρατηρήσει το φαινόμενο της χρηματοπιστωτικής επέκτασης στην ίδια του τη χώρα.

Τι γίνεται σήμερα;

Σήμερα, η διαφορά δεν είναι μεγάλη σε σχέση με τότε. Η κεντρική τράπεζα ορίζει την ποσότητα χρήματος, τα επιτόκια δανεισμού και τα αποθέματα των ιδιωτικών τραπεζών. Έχει επίσης τη δυνατότητα να «χτίζει» πάνω σε αυτά και να τα αυξάνει κατά βούληση. Μπορεί λοιπόν να πληθωρίζει ανεξέλεγκτα, με μόνο ίσως φραγμό τον φόβο του υπερπληθωρισμού. Η αναγωγή των αιτιών των κρίσεων απευθείας στην «ασυδοσία» της ελεύθερης αγοράς επειδή και μόνο εμπλέκονται και ιδρύματα που θα υπήρχαν και σε ένα laissez-faire σύστημα είναι, θα λέγαμε, αβάσιμη.

Τελευταίες παρατηρήσεις και επίλογος

Ο Αυστριακός Κύκλος Επιχειρήσεων δεν προσπαθεί να εξηγήσει τις κρίσεις όλων των ειδών. Για παράδειγμα, οικονομικές κρίσεις μπορούμε να έχουμε και με άλλες κρατικές παρεμβάσεις που δεν έχουν σχέση με χρηματοπιστωτικό επέκταση (πλαφόν τιμών, μεγάλη φορολογία κ.ο.κ.). Η θεωρία αυτή ερμηνεύει τις κρίσεις εκείνες που βασίζονται σε πληθωριστικές πολιτικές κεντρικών τραπεζών. Επίσης, δεν βάλει κατά των κεντρικών τραπεζών per se (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να ζητάμε την κατάργησή τους) αλλά εναντίον του συστήματος κλασματικών αποθεματικών (το οποίο, όπως είδαμε, υπήρχε και σε διαφορετική μορφή μερικούς αιώνες πριν).

Κλείνοντας, ελπίζουμε να δώσαμε στον αναγνώστη ένα καλό ερμηνευτικό πλαίσιο για παρόμοιες οικονομικές κρίσεις στο μέλλον. Στην ουσία, αυτό που οι Αυστριακοί μας διδάσκουν είναι το εξής: σε περίπτωση οικονομικής κρίσης, δεν είναι απαραίτητο να εστιάζουμε στην ύφεση καθεαυτή, αλλά στο τι προηγήθηκε αυτής.

***

Διαβάστε περισσότερα:

  1.  Murray N. Rothbard«The Austrian Theory of the Trade Cycle and other essays» (pdf), «Economic Depressions: Their Cause and Cure», σελ.58-81
  2. Theory of Money and Credit, Ludwig von Mises, Part III, Part IV