Ευρωζώνη: Μια Κεϋνσιανή μηχανή παραγωγής ελλειμμάτων και χρέους

0
394
Ευρωζώνη

Η ΕΚΤ δέχθηκε τεράστια πίεση από τις τράπεζες και τις κυβερνήσεις να εφαρμόσει ένα παρόμοιο πρόγραμμα με αυτό της ποσοτικής χαλάρωσης των ΗΠΑ, αγνοώντας ότι η ευρωζώνη βρισκόταν υπό μια αλυσίδα κυβερνητικών παρεμβάσεων «τόνωσης» από το 2009 και ότι το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν ήταν η «έλλειψη» ρευστότητας, αλλά το παρεμβατικό της μοντέλο

Πρώτη ενημέρωση: Δεκέμβριος 2018
του Daniel Lacalle
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Ο βασικός λόγος για τον οποίο απέτυχε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), είναι ότι ξεκίνησε από εσφαλμένη διάγνωση του προβλήματος της ευρωζώνης. Η θεώρηση, δηλαδή, ότι το ευρωπαϊκό πρόβλημα αφορούσε την «χαμηλή ζήτηση» και την «έλλειψη» ρευστότητας, ενώ αφορούσε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή την πλεονάζουσα ρευστότητα.

Η ΕΚΤ δέχθηκε τεράστια πίεση από τις τράπεζες και τις κυβερνήσεις να εφαρμόσει ένα παρόμοιο πρόγραμμα με αυτό της ποσοτικής χαλάρωσης των ΗΠΑ, αγνοώντας ότι η ευρωζώνη βρισκόταν υπό μια αλυσίδα κυβερνητικών παρεμβάσεων «τόνωσης» από το 2009 και ότι το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν ήταν η «έλλειψη» ρευστότητας, αλλά το παρεμβατικό της μοντέλο.

Την ημέρα κατά την οποία η ΕΚΤ ξεκίνησε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η πλεονάζουσα ρευστότητα ανερχόταν σε 125 δισ. Ευρώ. Από τότε έχει εκτοξευτεί στα 1,8 τρισεκατομμύρια ευρώ.

«Μόνο» μετά από το πρόγραμμα αγορών ύψους 2,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ και εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων:

Οι δείκτες παραγωγής και υπηρεσιών (PMI) της Ευρωζώνης είναι άθλιοι. Ο δείκτης της ευρωζώνης έπεσε από 52,7 το Νοέμβριο σε 51,3 το Δεκέμβριο, αρκετά κάτω από την κοινώς επικρατούσα πρόβλεψη του 52,8. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο δείκτης PMI της Γαλλίας σημείωσε πτώση από 54,2 τον Νοέμβριο σε 49.3 το Δεκέμβριο, σημειώνοντας χαμηλό 34 μηνών.

Η ανεργία στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται στο 8% και είναι διπλάσια από την ανεργία των ΗΠΑ και συγκρίσιμων οικονομιών. Το ποσοστό ανεργίας των νέων παραμένει στο 15%.

O ισολογισμός της ΕΚΤ έφτασε το 41% ​​του ΑΕΠ (έναντι 21% της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ).

Περισσότερα από 900 δισεκατομμύρια ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένουν στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο διατηρεί μια ωρολογιακή βόμβα ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ στον ισολογισμό του (διαβάστε εδώ). Ένα ποσοστό που αντιπροσωπεύει το 5,1% των συνολικών δανείων σε σύγκριση με το αντίστοιχο 1,5% στις ΗΠΑ ή την Ιαπωνία.

Οι ελλειμματικές κρατικές δαπάνες αυξάνονται. Το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ αυξήθηκε στο 86,8%.

Ο αριθμός των επιχειρήσεων ζόμπι – αυτών που δεν μπορούν να πληρώσουν τα έξοδα των τόκων με τα λειτουργικά τους κέρδη – έχει αυξηθεί σε περισσότερο από 9% όλων των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, σύμφωνα με την BIS (Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών).

Τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης έχουν εξοικονομήσει περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε έξοδα τόκων, αλλά έχουν ξοδέψει όλες αυτές τις αποταμιεύσεις. Σήμερα, σχεδόν καμία χώρα της ευρωζώνης δεν μπορεί να απορροφήσει μια μικρή αύξηση των επιτοκίων, ενώ η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία ​​και άλλα κράτη απαιτούν περισσότερες δαπάνες και περισσότερα ελλείμματα.

Δεν υπάρχει πραγματική ζήτηση δευτερογενούς αγοράς για τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης σε αυτές τις αποδόσεις. Στο αποκορύφωμα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν υπήρξε ποτέ ο μοναδικός αγοραστής των κρατικών ομολόγων. Υπήρχε πάντα σχετική δευτερογενής αγορά. Στην Ευρωζώνη, η ΕΚΤ έχει υπάρξει επτά φορές ο μοναδικός αγοραστής των καθαρών εκδόσεων κρατικών ομολόγων. Κανένας επενδυτής δεν είναι πιθανό να αγοράσει κρατικά χρεόγραφα της ευρωζώνης σε αυτές τις αποδόσεις μόλις η ΕΚΤ σταματήσει τις αγορές.

Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω και πάλι τον Δεκέμβριο. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κάθετα.

Ο Jean-Claude Trichet, ο προκάτοχος του Mario Draghi στην ΕΚΤ, μείωσε τα επιτόκια από το 5% στο 1% και παρείχε ενέσεις ρευστότητας δισεκατομμυρίων στην οικονομία, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα το 2011.

Σε τι έχει πετύχει η ΕΚΤ;

  • Διατήρησε το ευρώ ζωντανό. Δεν είναι μικρή επιτυχία, παρεμπιπτόντως. Ο κίνδυνος διάλυσης έχει περιοριστεί αλλά δεν έχει εξαλειφθεί.
  • Διατήρησε τις κρατικές δαπάνες με χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο, εις βάρος των αποταμιευτών και των μισθωτών.
  • Δημιούργησε αίσθηση ευφορίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με υψηλές αποδόσεις και με άνοδο των κυβερνητικών ομολόγων.
  • Οι μισθοί στη ζώνη του ευρώ έχουν αυξηθεί κάτω από τον πληθωρισμό από τότε που ξεκίνησε η ποσοτική χαλάρωση και ως το τρίτο τρίμηνο του 2018. Στην πραγματικότητα, ο χαμηλός πληθωρισμός ήταν η μεγαλύτερη ακούσια επιτυχία της ΕΚΤ. Θα μπορούσε να είναι χειρότερα.
  • Η μεγαλύτερη «επιτυχία» της ΕΚΤ ήταν η μαζική διάσωση κυβερνήσεων εις βάρος των αποταμιευτών.

(Πηγή: Pictet)

Πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε ότι ο Mario Draghi δεν σταμάτησε να υπενθυμίζει στις κυβερνήσεις ότι έπρεπε να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να χρησιμοποιήσουν την περίοδο χαμηλών επιτοκίων για να αποσυσσωρευτούν και επαναλάμβανε συνεχώς ότι η νομισματική πολιτική δεν θα λειτουργήσει χωρίς μεταρρυθμίσεις. Κανείς δεν τον άκουσε. Ήταν ώρα για πάρτι, και το φθηνό χρήμα προκαλεί την λήψη κακών αποφάσεων.

Αδιάλειπτη κυβερνητική παρεμβατικότητα

Με τις δημόσιες δαπάνες να κυμαίνονται κατά μέσο όρο άνω του 46% του ΑΕΠ, με ένα ετήσιο έλλειμμα που υπερβαίνει κατά μέσο όρο το 1,7% και με το μέσο όρο χρέους στο 86%, το να μιλά κάποιος για λιτότητα, είναι σαν να τρώει ένα κουτί με πάστες και να το αποκαλεί «δίαιτα».

Η φορολογική επιβάρυνση σε αυτή την περίοδο έχει αυξηθεί σε ολόκληρη την ΕΕ (με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, όπως η Ιρλανδία) με μέση φορολογική επιβάρυνση 45% για τους εργαζόμενους και 40% για τις  επιχειρήσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο αποκορύφωμα της κρίσης, δαπανούσαν το 43% του ΑΕΠ (Η ΕΕ το 50%) και το έριξαν στο 34% με το 21% του προϋπολογισμού του 2009 να αφορά την άμυνα.

Η ΕΕ υπήρξε μια Κεϋνσιανή μηχανή «οικονομικής τόνωσης» πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση.

1) Μια μαζική «τόνωση» το 2008 σε ένα «σχέδιο ανάπτυξης και απασχόλησης». Μια «τόνωση» 1,5% του ΑΕΠ για τη δημιουργία «εκατομμυρίων θέσεων εργασίας σε υποδομές, δημόσια έργα, διασυνδέσεις και στρατηγικούς τομείς». 4,5 εκατομμύρια θέσεων εργασίας καταστράφηκαν και το έλλειμμα σχεδόν διπλασιάστηκε.

Μεταξύ 2001 και 2008, η ποσότητα χρήματος στη ζώνη του ευρώ  διπλασιάστηκε.

2) Δύο μαζικά προγράμματα επαναγοράς ομολόγων με τον  Trichet ως Πρόεδρο της ΕΚΤ, τα επιτόκια μειώθηκαν από 4,25% σε 1% από το 2008. Ο Trichet αγόρασε κρατικά ομόλογα αξίας πάνω από 115 δισεκατομμύρια ευρώ.

3) Ένα πρόσθετο μέγα πρόγραμμα «τόνωσης» από την ΕΚΤ,  πρόσθετο στα προγράμματα ρευστότητας TLTRO με τον Draghi, που οδήγησε τα κρατικά ομόλογα στις χαμηλότερες αποδόσεις της ιστορίας και αγόρασε σχεδόν το 20% του συνολικού χρέους ορισμένων μεγάλων κρατών.

Κλείνοντας

Το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήταν ποτέ η έλλειψη κρατικής «τόνωσης» της οικονομίας. Το πρόβλημα ήταν και είναι η υπερβολική «τόνωση» μέσω κρατικής παρεμβατικότητας.

Καθώς οι κυβερνητικές δαπάνες και οι μη παραγωγικές επενδύσεις πολλαπλασιάστηκαν, η πλεονάζουσα παραγωγή παραμένει στα επίπεδα του 20% και τα σταθερά σφάλματα της παρεμβατικότητας αφήνουν τη ζώνη του ευρώ, μετά το μεγαλύτερο νομισματικό πείραμα στην ιστορία της, με την ίδια υψηλότατη φορολογική επιβάρυνση και με τα ίδια εμπόδια στους παραγωγικούς τομείς.

Το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, αφήνει την ευρωζώνη σε ασθενέστερη θέση από αυτήν που βρισκόταν το 2011. Επειδή ο δημοσιονομικός χώρος έχει εξαντληθεί, η ΕΚΤ, με τον ισολογισμό της στο 41% ​​του ΑΕΠ της ευρωζώνης και τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια , έχει επίσης εξαντλήσει τα νομισματικά της εργαλεία.

Το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης δεν δείχνει απλώς την αποτυχία της πολιτικής της ΕΚΤ. Επισημαίνει κυρίως την αποτυχία των κρατικών οικονομικών πολιτικών.

Οι κυβερνήσεις πρέπει να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις προσανατολισμένες στην ανάπτυξη, μειώνοντας τους φόρους και προσελκύοντας κεφάλαιο. Πολλές δεν θα το κάνουν. Οι περισσότερες πιθανώς θα αποφασίσουν, πάλι, ότι πρέπει να δαπανήσουν περισσότερα. Μια συνηθισμένη πρακτική: Αποτύχετε και επαναλάβετε.

***

 

O Daniel Lacalle γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1967. Έχει PhD στα οικονομικά και είναι Fund Manager. Είναι συγγραφέας των bestseller «Life In The Financial Markets» και «The Energy World Is Flat» καθώς και το «Escape From the Central Bank Trap». Ο Lacalle συνεργάζεται συχνά με το CNBC, το Bloomberg, το CNN, τους, Epoch Times, το Ινστιτούτο Ludwig von Mises, τους BBN Times, την Wall Street Journal, την El Español, το A3 Media και το 13 TV. Διαθέτει πιστοποίηση (Certified International Investment Analyst) και master στην Οικονομική Έρευνα.

 

Δημοσιευμένο αρχικά στο Daniel Lacalle blog

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: