Γιατί τα κράτη διατηρούνται και μεγεθύνονται; – Μία κοινωνιολογική προσέγγιση

0
536
Κράτος
Θα ήταν αφελές να υποθέταμε ότι κάποιος από τους παρευρισκόμενους στο κοινοβούλιο θα προωθούσε πολιτικές οι οποίες θα τον καθιστούσαν σε βάθος χρόνου άχρηστο.

Για να μπορέσει το κράτος, να μην έχει ανάγκη μία οικουμενική, θα λέγαμε, ένοπλη παρουσία, η κοινή γνώμη οφείλει, με κάποιον τρόπο, να διατηρεί την πεποίθηση ότι το κράτος ισοδυναμεί με ασφάλεια και σιγουριά ή ότι αυτό αποτελεί και συνοδοιπόρο στην καθημερινή (οικονομική και μη) ζωή των ανθρώπων και υπηκόων του

 

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Κράτη υπήρχαν σχεδόν ανέκαθεν της ανθρώπινης ιστορίας πάνω στη γη. Αν και είναι γενικά δύσκολο να εντοπίσουμε την πρώτη εμφάνιση κράτους, μπορούμε να έχουμε μία σχετικά καλή εικόνα για το πώς αυτό δημιουργήθηκε κάνοντας στην ουσία μία θεωρητική προσέγγιση της ιστορίας. Αυτή η αναζήτηση δεν θα αποτελέσει όμως και θέμα αυτού το άρθρου. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το εξής παρατηρήσιμο γεγονός. Γιατί τα κράτη συνεχίζουν να μεγαλώνουν σε γραφειοκρατικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο;

Το κράτος και η λειτουργία του

Το κράτος θα μπορούσε να οριστεί ως το μονοπώλιο δικαιοσύνης, νόμιμης βίας και διαμεσολάβησης διαφορών σε συγκεκριμένο γεωγραφικό (αυθαίρετα ορισμένο) χώρο. Επίσης, διατηρεί μονοπώλιο στη συλλογή φόρων και το αποτέλεσμα κάθε διένεξης μεταξύ αυτού και των πολιτών του επαφίεται στα δικαστικά και εκτελεστικά όργανα που ορίζει το ίδιο. Αυτή η διαπίστωση (ειδικά η τελευταία) θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην εύλογη απορία: ποιος λογικός άνθρωπος θα δεχόταν, σε μία διένεξη, να ορίσει διαμεσολαβητή και τελικό λήπτη της απόφασης τον ίδιο με τον οποίο έχει τη διαμάχη; Μία και μόνο απάντηση υπάρχει κατά τη γνώμη μου σε αυτό: το κράτος βρίσκεται στη θέση αυτή ασκώντας εξαναγκασμό μέσα στο γεωγραφικά ορισμένο του μονοπώλιο.

Τώρα, για να διατηρήσει το κράτος αυτό το μονοπώλιο χρειάζεται προφανώς έναν βαθμό ισχύος και επιρροής. Πρώτος τρόπος λοιπόν για να το επιτύχει, είναι η μονοπώληση των ενόπλων δυνάμεων, αστυνομίας και δικαστηρίων. Αυτό του επιτρέπει, ανά πάσα στιγμή, να ασκήσει επιθετική βία σε οποιαδήποτε προσπάθεια των πολιτών του να υπονομεύσουν την εξουσία του πάνω τους.

Αυτό όμως δεν αρκεί, καθώς, για να έχει απόλυτο έλεγχο και των σωμάτων ασφαλείας, είναι αναγκασμένο (μιας και ανά πάσα στιγμή μπορούν να στραφούν εναντίον του, όπως και έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές) να διατηρεί την υπακοή των στρατηγών και λοχαγών και άλλων αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων. Εκείνοι, ανάλογα, πρέπει να διατηρούν την υπακοή των στρατιωτών τους και των υφισταμένων τους καθώς οι πρώτοι υπερτερούν αριθμητικά και φυσικά διαθέτουν και υπεροπλία έναντι των δεύτερων. Ερχόμαστε έτσι στο δεύτερο συστατικό της διατήρησης της κρατικής επιρροής, το οποίο είναι και φυσικά η φίλια προσκείμενη κοινή γνώμη.

Η κοινή γνώμη ως προστάτης του κράτους και της λειτουργίας του

Όλοι οι υπήκοοι ενός κράτους είναι ταυτόχρονα και πολίτες του, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στα σώματα ασφαλείας ή όχι. Το κράτος (ειδικά αν είναι γεωγραφικά τεράστιο) πάντα θα αντιμετωπίζει προβλήματα ταυτόχρονης και ισόποσης επιβολής του μονοπωλίου του με τη βία σε όλη του την επικράτεια. Δεν διαθέτει τους πόρους, τηρουμένων των αναλογιών, να τοποθετήσει έναν στρατιώτη ανά πολίτη σε κάθε περιοχή της επικράτειά του. Αυτό ταχέως θα οδηγούσε σε χρεοκοπία της οικονομίας και ταυτόχρονα του ίδιου του κράτους, κάτι που θα το καθιστούσε ευάλωτο σε εξωτερικές επιθέσεις και εσωτερικές αναταραχές.

Για να μπορέσει το κράτος, λοιπόν, να μην έχει ανάγκη αυτήν την οικουμενική, θα λέγαμε, ένοπλη παρουσία, η κοινή γνώμη οφείλει με κάποιον τρόπο να διατηρεί την πεποίθηση ότι το κράτος ισοδυναμεί με ασφάλεια και σιγουριά ή ότι αυτό αποτελεί και συνοδοιπόρο στην καθημερινή (οικονομική και μη) ζωή των ανθρώπων και υπηκόων του. Αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται με ποικίλες μεθόδους τις οποίες θα απαριθμήσω ευθύς αμέσως.

Κρατική, δημόσια παιδεία 

Οι απαρχές της κρατικά παρεχόμενης και σχεδιαζόμενης εκπαίδευσης είναι συνδεδεμένες με τον Μαρτίνο Λούθηρο και τον Ιωάννη Καλβίνο, οι οποίοι είχαν ως στόχο, μέσω της θρησκευτικής κατήχησης του πληθυσμού στα σχολεία, να ενσταλάξουν στις πεποιθήσεις τον ανθρώπων την υποταγή προς το θεσμό του κράτους. Το κράτος στην ουσία, μέσω του ορισμού των αναλυτικών προγραμμάτων (τα οποία υπό μία έννοια αποτελούν και πολιτικά κείμενα), έχει μονοπωλήσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική διαμόρφωση της μελλοντικής γενιάς πολιτών. Σε γενικά πλαίσια, αυτό που συμβαίνει, είναι το κράτος να προβάλει, μέσω της διδακτικής ύλης, τον ρόλο του ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των πολιτών απουσία του οποίου θα καταλήγαμε σε ένα καθεστώς «αναρχίας» και ανομίας.

Το κυριότερο, το κρατικό σχολείο, δημιουργεί, από μικρή ηλικία, την εντύπωση στα παιδιά ότι το κράτος είναι ένας σύμμαχος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των ανθρώπων. Πείθει ότι το κοινωνικό συμβόλαιο κατά κάποιον τρόπο υφίσταται και το παιδί, ως μετέχον σε μία κρατική στην ουσία διαδικασία, αυτομάτως το έχει «υπογράψει». Δεν περνάει και πολύς καιρός μέχρι το παιδί να αρχίσει να κατηγορεί την ελεύθερη αγορά για τις οικονομικές κρίσεις εναποθέτοντας τις ελπίδες του στο κράτος για καλύτερες μέρες.

Κοινωνιολογία της φορολογίας και εκδημοκρατισμός

Η φορολογία είναι μια εξαναγκαστική, μη εθελοντική μεταβίβαση φυσικών περιουσιακών στοιχείων (δηλαδή, όχι αποκλειστικά χρημάτων) και της αξίας που ενσωματώνεται σε αυτά, από ένα άτομο ή μια ομάδα προσώπων που τα απέκτησαν εξαρχής μέσω εθελούσιας συναλλαγής ή αρχικής οικειοποίησης, σε έναν άλλο, ο οποίος πλέον τα κατέχει και μπορεί να λαμβάνει και ένα εισόδημα από αυτά, σε αντίθεση με αυτούς από τους οποίους αφαιρέθηκαν που πλέον δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο 1. Kατά λογική συνέπεια, η φορολογία αποτελεί στην πραγματικότητα και εκ φύσεως μία μεταβίβαση εισοδήματος από αρχικούς δικαιούχους σε μη δικαιούχους. Από αυτό συνεπάγεται μείωση του εισοδήματος κάποιου με ταυτόχρονη αύξηση του εισοδήματος άλλου.

Κατά την εποχή της απόλυτης μοναρχίας, όπου ένας βασιλιάς είχε το αποκλειστικό δικαίωμα στην εξουσία πάνω στους υπηκόους του, κάθε προσπάθεια για αύξηση του εισοδήματός του μέσω της φορολογίας αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Αυτό συνέβαινε διότι ο φορολογούμενος πολίτης, παραγωγός, έμπορος κ.ο.κ., γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε και μόνιμη απώλεια εισοδήματος χωρίς να έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος, ή να λάβει μέρος σε διαδικασίες όπου αποφασίζεται η χρήση των χρημάτων αυτών. Απουσία ενός, έστω και μακροπρόθεσμου οφέλους, φυσικό ήταν, μία αύξηση της φορολογία ή ακόμα και η ίδια η ύπαρξή της, να προκαλούσε αισθήματα απέχθειας προς το θεσμό του κράτους αλλά και το πρόσωπο του βασιλιά 2

  • Η φορολογία αποτελεί και κλοπή: «Η φορολογία είναι κλοπή» – Η αλήθεια που οφείλουμε να παραδεχτούμε

Αντιθέτως, με τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, αυτομάτως καταρρέουν όλοι οι περιορισμοί για είσοδο στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Η φορολογία λοιπόν αποκτά, πέρα από τον χαρακτήρα της ως κλοπή, και την αναδιανεμητική λειτουργία της βασισμένη σε πλειοψηφικές αποφάσεις.

Θα ήταν ευκολότερο, αν περιγράφαμε τα φορολογικά έσοδα ως «λάφυρα» (και θα είχαμε μάλλον και δίκιο), και τη δημοκρατική διαδικασία το «πλιάτσικο» που πραγματοποιείται στη θέα τους. Ενώ πριν, καμία ομάδα (πέραν του βασιλιά) δεν είχε λόγο για το που θα διατεθούν αυτά τα χρήματα, τώρα όλοι μπορούμε και έχουμε άποψη. Οι συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί θέλουν μεγαλύτερες δαπάνες στην παιδεία. Οι έμποροι και καταστηματάρχες θέλουν εμπορική προστασία και έλεγχο του ανταγωνισμού. Οι πολίτες θέλουν περισσότερες παροχές. Το κράτος δεν έχει κάποιον ορθολογικό τρόπο να αποφασίσει ανάμεσα σε όλες τις επιλογές παρά μόνο με βάση πολιτικά κίνητρα. Η ομάδα που θα του εξασφαλίσει μεγαλύτερη επιρροή προς τους πολίτες του ή μεγαλύτερη διάρκεια θητείας, θα λάβει και μέρος των φορολογικών εσόδων.

Αυτή η δυνατότητα συνδυασμού της φορολογίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι και ένας αποτελεσματικότατος τρόπος διατήρησης της υποστήριξης του Κράτους από την κοινή γνώμη αλλά και της μεγέθυνσης του. Φυσικά κάτι τέτοιο ενισχύεται από τη προώθηση του δημοκρατικού πολιτεύματος ως το αποτελεσματικότερο μέσο διακυβέρνησης ή ακόμα και αυτοδιακυβέρνησης. Η πλάνη του ότι η δημοκρατία είναι και ο τρόπος του να θεωρούμε ότι το «κράτος είμαστε εμείς» είναι διαδεδομένη σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Διανοούμενοι και κρατικοί οικονομολόγοι

Είναι σχεδόν αυταπόδεικτος ο λόγος που το κράτος χρειάζεται τους διανοούμενους και διάφορες δημόσιες προσωπικότητες. Το ερώτημα είναι, γιατί αυτές οι προσωπικότητες χρειάζονται το κράτος. Η απάντηση είναι πολύ απλή. Η «ελεύθερη αγορά ιδεών» δεν είναι ποτέ ποτέ αρκετά ασφαλής. Με το ρυθμό τον οποίο καινούριες ιδέες εμφανίζονται ή γίνονται αναμνήσεις του παρελθόντος (βγαίνουν εκτός «μόδας»), ο διανοούμενος πρέπει να βασίζεται στην αποδοχή των μαζών, ώστε να διασφαλίσει κάποιο σταθερό εισόδημα εμπορευόμενος τις απόψεις του. Είναι επίσης χαρακτηριστικό των μαζών ακριβώς να μην ενδιαφέρονται γενικά για τις απόψεις της διανόησης.

Το κράτος, από την άλλη είναι πρόθυμο να δώσει στους διανοούμενος ένα σταθερό βάθρο έκφρασης και μόνιμη κάλυψη στους κόλπους του. Διότι οι διανοούμενοι θα ανταμειφθούν πλουσιοπάροχα (από φόρους εννοείται), ώστε να συνεχίζουν να παράσχουν υποστήριξη στο θεσμό, ο οποίος τους καλύπτει. Διανοούμενοι λοιπόν, όπου στηρίζουν την «κοινωνική δικαιοσύνη», κρατική παρεμβατικότητα και ελέγχους των «κακών» αγορών, βρίσκονται σε μόνιμη προβολή. Εν συντομία, το κράτος έχει κάθε κίνητρο να εξασκεί προστατευτισμό σε άτομα δημοσίου ενδιαφέροντος που τάσσονται υπέρ του και να τα ωθεί στο να υποστηρίζουν δημοσίως την αύξηση των εξουσιών του 3.

Φυσικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε και τα κίνητρα των εκάστοτε οικονομολόγων, εντοπίζοντας τη «ροή του χρήματος». Οι περισσότεροι οικονομολόγοι οι οποίοι καλούνται να γνωμοδοτήσουν για τις κρατικές οικονομικές πολιτικές, με τον έναν ή άλλον τρόπο, δουλεύουν για το Κράτος. Για παράδειγμα, η μεγαλύτερη μερίδα οικονομολόγων που καλούνται ως μάρτυρες σε ελεγκτικούς μηχανισμούς στις ΗΠΑ εργάζονται για την FED.

Θα βοηθούσε μία κρίση στην αλλαγή της κοινή γνώμης;

Αυτοί κατά τη γνώμη μου είναι και οι σημαντικότεροι κοινωνικοί παράγοντες που ωθούν την κοινή γνώμη στο να υποστηρίζει μεγέθυνση του μηχανισμού του κράτους. Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει είναι το πώς η κοινή γνώμη θα στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή την υποστήριξη της μείωσης των κρατικών εξουσιών ή ακόμα και της κατάργησης του ίδιου το κράτους.

Υπάρχει η πεποίθηση, για να καταλάβει ένας λαός ότι τα πράγματα οφείλουν να αλλάξουν, ότι πρέπει να βιώσει μία κρίση άνευ προηγουμένου. Για παράδειγμα, χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, σε κοινωνικό επίπεδο, έχουν αγκαλιάσει τον φιλελευθερισμό λόγω του ότι έχουν ακόμα νωπές τις μνήμες από τον ολοκληρωτισμό της ΕΣΣΔ. Το ίδιο ισχύει για τους Γερμανούς σε σχέση με τον πληθωρισμό (νωπές ακόμα οι μνήμες από την εποχής της Δημοκρατία της Βαϊμάρης).

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η πεποίθηση, αν και έχει σοβαρή υπόσταση, δε θα πρέπει να αποτελεί και αποκλειστική μας ελπίδα. Στην πολιτική σκηνή συμβαίνει συνεχώς το εξής σκηνικό. Διάφορα πολιτικά αφηγήματα ανταγωνίζονται για την υποστήριξη ενός δεδομένου αριθμού ψηφοφόρων. Η άποψη για το αν κάθε αφήγημα είναι «σωστό», υπό την έννοια του αν περιγράφει την πραγματικότητα ως είναι, δεν αποτελεί και ξεκάθαρα αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Δεν μπορούμε αντικειμενικά να ισχυριστούμε ότι μία ιδεολογία τα «λέει καλά» δεδομένων των υφιστάμενων καταστάσεων. Δεδομένου αυτού, μπορεί η κρίση η οποία και ελπίζουμε ότι θα αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων, να συνδυαστεί και με το αφήγημα το οποίο και τη δημιούργησε. Έτσι λοιπόν η κρίση θα έρθει, θα επικρατήσει το λάθος αφήγημα και θα ξαναβρεθούμε πάλι στην αρχή. Η προηγούμενη πρόταση περιγράφει θα έλεγα και την κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση.

Επιχειρηματολογία και πάλη απόψεων στην ελεύθερη αγορά ιδεών

Από το να περιμένουμε την κρίση, η οποία θα μας αλλάξει και τον τρόπο σκέψης, υπάρχει μία καλύτερη εναλλακτική στο ενδιάμεσο. Παλεύουμε για την ανάδειξη της καπιταλιστικής ηθικής και της ηθικής του κέρδους και της επιχειρηματικότητας. Προωθούμε τον ατομικισμό, την ελευθερία συναλλαγών, απευθυνόμενοι στο εγωιστικό ένστικτο που όλοι οι άνθρωποι κατέχουμε εγγενώς ως κάποιον βαθμό. Προσπαθούμε συνεχώς να αναδείξουμε τα σφάλματα των αντίπαλων ιδεολογιών και να τα αναγάγουμε στην πραγματικότητα. Κύριος μας σκοπός είναι να απενοχοποιηθεί το κέρδος αλλά και να γίνει κατανοητή η κοινωνική του σημασία.

Σε πιο πρακτικό επίπεδο, προσπαθούμε να αποκρύψουμε όσα περισσότερα εισοδήματα μπορούμε από το Κράτος και τους υπαλλήλους του. Φοροδιαφεύγουμε όπου μπορούμε, επιλέγουμε εμπόρους και καταστηματάρχες που συμμερίζονται τις ανησυχίες μας και συνδιαλεγόμαστε κυρίως με αυτούς. Υπάρχει τρόπος να αλλάξουμε την άποψη των συνανθρώπων μας, χωρίς να βασιζόμαστε σε μελλοντικές και ενδεχομένως ζημιογόνες καταστάσεις να επιτύχουν αυτές, αντί για εμάς, τους πολυπόθητους στόχους μας.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: 

 

  1. Hans-Herman Hoppe, «Economics and Ethics of Private Property» (1993, 2005) σελ. 35.
  2. Bλ. σχετικά Hans-Herman Hoppe, «From Aristocracy to Monarchy to Democracy» και «A short History of Man: Progress and Decline»
  3. Murray N. Rothbard, «Anatomy of the State» (1974) σελ 18-27