Γιατί το κράτος πρόνοιας δεν δικαιολογείται ηθικά

0
323
Κράτος πρόνοιας

Εφόσον αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία για την κάθε δεκάρα που κερδίζω με τον κόπο μου, η αναδιανομή αποτελεί συνεπώς κλοπή, άρα το κράτος πρόνοιας απορρίπτεται αμέσως. Αυτή είναι και η Λιμπερταριανή θέση όσον αφορά το κράτος πρόνοιας γενικότερα

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας κινείται σε δύο επίπεδα: το δεοντολογικό και το συνεπειοκρατικό. Στο πρώτο επίπεδο κάποιος διατείνεται ότι οι έχοντες έχουν κάποια θετική υποχρέωση προς τους μη έχοντες (ή τους λιγότερο έχοντες) ή ότι κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο υποχρεώνει την καταβολή μέρος των εισοδημάτων των ανθρώπων στο κράτος ή στην «κοινωνία» με σκοπό την αναδιανομή τους. Στο δεύτερο επίπεδο διατείνεται ότι με την αναδιανομή αυτή το συνολικό κοινωνικό όφελος αυξάνεται. Σε αυτό το άρθρο θα καταρρίψουμε και τις δύο αυτές απόψεις.

Δεοντολογικό επίπεδο

Όσον αφορά τα δεοντικά επιχειρήματα, δηλαδή το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράξει κάποιος χωρίς να λαμβάνοντα υπόψη οι συνέπειες (με άλλα λόγια ο Ρομπέν των Δασών ήταν εγκληματίας παρόλο που έδινε λεφτά στους φτωχούς), η κατάλληλη προσέγγιση κατά τη γνώμη μου είναι να υποβάλουμε στους υποστηρικτές τους τις σωστές ερωτήσεις. Στην περίπτωσή μας η σωστή ερώτηση είναι η εξής: έχει το άτομο καθολικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία των καρπών της εργασίας του που απέκτησε εθελοντικά από την πώληση αυτής; Ανάλογα με την απάντηση που θα δοθεί, η επιχειρηματολογία μας θα διακλαδωθεί αναλόγως.

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε το κράτος πρόνοιας a fortiori δεν δικαιολογείται ηθικά. Εφόσον αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία για την κάθε δεκάρα που κερδίζω με τον κόπο μου, η αναδιανομή αποτελεί συνεπώς κλοπή, άρα το κράτος πρόνοιας απορρίπτεται αμέσως. Αυτή είναι και η Λιμπερταριανή θέση όσον αφορά το κράτος πρόνοιας γενικότερα.

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε κανενός το εισόδημα δεν είναι ιδιοκτησία του. Δικαιολογείται η βίαιη απαλλοτρίωση των εισοδημάτων, η κρατικοποίηση των πάντων. Το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού λόγω σοσιαλισμού της οικονομίας τίθεται σε λειτουργία. Ο χρόνος λειτουργίας ενός τέτοιου συστήματος είναι μετρημένος. Η ηθική αυτή άποψη εμπειρικά οδηγεί και στην υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων, καταστρέφεται ο καταμερισμός εργασίας και η ανθρωπότητα παλινδρομεί προς πιο πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Η εφαρμογή της ηθικής αυτής πεποίθησης οδηγεί στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Χωρίς ανθρώπινο είδος οποιαδήποτε συζήτηση περί ηθικής δεν θα πραγματοποιείται καν. Επομένως αυτή η δεοντική λύση είναι πρακτικά ανήθικη σύμφωνα με τους στόχους που θέλει να πετύχει εν τέλει.

Η μέση λύση

Υπό το φως των παραπάνω διαπιστώσεων πραγματοποιείται ένας συμβιβασμός των δύο παραπάνω απόψεων. Τα άτομα δεν έχουν ιδιοκτησία σε ολόκληρο το εισόδημα τους αλλά σε μερικό. Το υπόλοιπο θα αναδιανέμεται σε προνοιακούς μηχανισμούς. Η σωστή ερώτηση εδώ μπορεί να τεθεί ως εξής: πόσο από το εισόδημα του μπορεί να κρατήσει ένα άτομο; Αυτή είναι μία ερώτηση που δεν μπορεί να απαντηθεί δεοντολογικά καθώς, σε αυτό το a priori επίπεδο, δεν μπορεί κάποιος να κατασκευάσει κριτήρια το οποία να μπορούν ποσοτικά να ορίσουν ποσοστά επί της ιδιοκτησίας του εισοδήματος. Ελλείψει μεθοδολογίας προς απάντηση αυτής της ερώτησης, προχωράμε στο αμέσως επόμενο επιχείρημα.

Τα άτομα δεν μπορούν να έχουν ιδιοκτησία επί της ολότητας του εισοδήματος τους καθώς μέρος αυτού αποκτήθηκε χωρίς την αξία τους καθώς η ζωή έχει ευνοήσει άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο προσφέροντας πιο αβανταδόρικα σημεία εκκίνησης, καλύτερα γονίδια, ικανότητες κοκ. Εδώ όμως δημιουργείται ένα ακόμα ερώτημα: πώς μπορούμε να ορίσουμε το ποσοστό του εισοδήματος που παράχθηκε λόγω αυτών των φυσικών ή ιστορικών πλεονεκτημάτων; Πόση αύξηση εισοδήματος έχει κάποιος που είναι πολύ όμορφος έναντι κάποιου που είναι άσχημος; Μπορούμε να αφαιρέσουμε την ομορφιά του και να δούμε κάποια μείωση στο εισόδημα; Αξίζουν τα άτομα τα όποια εγγενή ή μεταγεννητικά πλεονεκτήματα φέρουν εξ αρχής ή όχι; Οποιαδήποτε απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις αναγκαστικά, ελλείψει πάλι κατάλληλης μεθοδολογίας για την ποσοτική διαπίστωση των ισχυρισμών αυτών τοποθετούν την ηθική αυτή άποψη στο πλαίσιο της ασυναρτησίας.

Ένα επιπλέον στοιχείο που μπορούμε να εξάγουμε βάσει του παραπάνω συλλογισμού περί της αυθαιρεσίας οποιασδήποτε εξαγωγής ποσοστών επί της ιδιοκτησίας του εισοδήματος, είναι ότι έτσι παύει να υφίσταται και ο μύθος του κοινωνικού συμβολαίου. Εφόσον ένα συμβόλαιο περιέχει ξεκάθαρους όρους συνεργασίας, η οποιαδήποτε αυθαίρετη τροποποίησή τους, ή αλλαγή τους με βάση αυθαίρετα κριτήρια στην ουσία καταργεί την ίδια την έννοια του συμβολαίου. Ένα τέτοιο συμβόλαιο, το οποίο αλλάζει κατά το δοκούν από τη μία πλευρά που το έχει υπογράψει χωρίς την ολική συγκατάθεση όλων των υπογεγραμμένων συνιστά μία απάτη.

Συνεπειοκρατικό επίπεδο

Ο ισχυρισμός περί αύξησης του κοινωνικού οφέλους μέσω της αναδιανομής βασίζεται σε μία διαστρέβλωση του οικονομικού νόμου της οριακής ωφέλειας. Συνοπτικά, ο νόμος μας λέει ότι οι πρώτες μονάδες αγαθού (χρήματος στην περίπτωσή μας) είναι οι πιο πολύτιμες για το άτομο καθώς θα διατεθούν πρώτα στις πιο υψηλά ιεραρχημένες του ανάγκες. Όσα περισσότερα χρήματα έχει, για κάθε επιπλέον μονάδα χρήματος εισπράττει μικρότερη ωφέλεια καθώς διατίθενται σε ανάγκες χαμηλότερα στην αξιακή του κλίμακα. Η διαφορά στην ωφέλεια (οριακή ωφέλεια) από τη μία μονάδα χρήματος στην άλλη είναι μειούμενη. Όσα περισσότερα χρήματα τόσο λιγότερο πολύτιμα είναι για το άτομο.

Ως εδώ καλώς. Το επιχείρημα λέει ότι ένας πλούσιος για παράδειγμα δεν νοιάζεται αν χάσει χίλια από τα τελευταία στην αξιακή του κλίμακα ευρώ, ενώ θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμα σε έναν φτωχό, καθώς, έχοντας μικρότερο εισόδημα, θα τα χρησιμοποιήσει σε πιο επείγουσες ανάγκες, άρα το συνολικό όφελος θα μειωθεί ελάχιστα για τον πλούσιο και θα αυξηθεί πολύ για τον φτωχό, άρα, καθαρά, θα έχουμε μία συνολική αύξηση. Σωστά;

Λάθος. Το σφάλμα έγκειται στην διαπροσωπική σύγκριση ωφέλειας που προσπαθεί κάποιος να κάνει με αυτό το επιχείρημα. Για να κάνουμε κατανοητή τη θέση μας, θα παρουσιάσουμε δύο υποθετικά γραφήματα (οριακής) ωφέλειας ατόμων.

Στον κάθετο άξονα βρίσκεται μία μονάδα μέτρησης ωφέλειας (utils) και στον οριζόντιο μονάδες χρήματος. Ας υποθέσουμε ότι η ίδια καμπύλη ωφέλειας (την κατασκευάσαμε ευθεία για λόγους ευκολίας) ισχύει και για τον φτωχό, οποίος βγάζει μόνο 2 μονάδες χρήματος ως εισόδημα:

Από τον πλούσιο αφαιρούμε τις δύο τελευταίες μονάδες χρήματος ανάμεσα στο 8 και 10 και τις μεταφέρουμε στον φτωχό στη θέση ανάμεσα στο 2 και 4. Ο πλούσιος χάνει την ωφέλεια στην περιοχή 8-10 κάτω από την καμπύλη και ο φτωχός κερδίζει ωφέλεια στην περιοχή 2-4 κάτω από την δική του καμπύλη. Ο πλούσιος έχασε λίγη ωφέλεια και ο φτωχός κέρδισε περισσότερη. Καλώς, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες καμπύλες ωφέλειας. Στην πραγματικότητα, πέρα από το γεγονός ότι η ωφέλεια είναι a priori μειούμενη, δεν γνωρίζουμε τίποτα παραπάνω για την ακριβή της πορεία. Δείτε για παράδειγμα αυτό το γράφημα πλουσίου:

Και ενός φτωχού:

Παίρνουμε τις μονάδες χρήματος του πλουσίου ανάμεσα στις στα σημεία 8-10 και τα μεταφέρουμε ανάμεσα στα σημεία 2 και 4 του φτωχού. Η περιοχή στο γράφημα του πλουσίου κάτω από την καμπύλη ανάμεσα στις θέσεις 8-10 είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή ανάμεσα στις θέσεις 2-4 του γραφήματος του πλουσίου, άρα ο πλούσιος χάνει σε ωφέλεια. Η συνολική ωφέλεια έχει μειωθεί, το κοινωνικό σύνολο έχει ζημιωθεί ίσα με τη διαφορά του εμβαδού της περιοχής 2-4 του φτωχού μείον του εμβαδού της περιοχής 8-10 του πλουσίου. Η κατεύθυνση της πράξης είναι τέτοια (ωφέλεια φτωχού μείον ωφέλειας πλουσίου) καθώς ο φτωχός είναι ο παραλήπτης του εισοδήματος του πλουσίου.

Το αστείο της υπόθεσης είναι το εξής: δεδομένης της πορείας των συγκεκριμένων διαγραμμάτων ωφέλειας, αν είχαμε την δυνατότητα να αφαιρέσουμε μονάδες χρήματος από τις θέσεις 8-10 του φτωχού και τις δίναμε στον πλούσιο στις ίδιες θέσεις, τότε θα ανεβάζαμε τη συνολική κοινωνική ωφέλεια! Φορολογείστε τους φτωχούς για να δώσετε στους πλούσιους!

Ένα επιπλέον σημείο θα μπορούσε να είναι το εξής. «Ωραία, εφόσον δεν γνωρίζουμε την πορεία των διαγραμμάτων ωφέλειας, μπορούμε τουλάχιστον να δίνουμε χρήματα από πλούσιους σε ανθρώπους χωρίς εισόδημα; Αφού de facto οι πρώτες μονάδες χρήματος είναι και πολυτιμότερες, η συνολική ωφέλεια των ανθρώπων χωρίς εισόδημα θα αυξηθεί περισσότερο από όσο θα μειωθεί των πλουσίων».

Το πρόβλημα με αυτό το σκεπτικό είναι ότι στην προηγούμενη ανάλυσή μας απλά υποθέσαμε χρήση χρημάτων αόριστα, χωρίς να σκεφτούμε σε τι δραστηριότητες θα χρησιμοποιηθούν. Ωφέλεια κάθε άνθρωπος μπορεί να αντλήσει από ένα σωρό διαφορετικές δραστηριότητες. Από τροφή και ένδυση μέχρι χρήση ναρκωτικών. Επομένως, η αφαίρεση χρήματος χωρίς να γνωρίζουμε που θα καταλήξει είναι πολύ επικίνδυνη καθώς πάλι δεν γνωρίζουμε που θα διατεθούν τα χρήματα. Κάποιος μπορεί να τα διαθέσει σε αλκοόλ, ναρκωτικά, τζόγο, δηλαδή σε δραστηριότητες αντίθετες από αυτές που στοχεύει να παράσχει η πρόνοια. Δεδομένης της τάσης των πλουσίων γενικά να αποταμιεύουν περισσότερο και να επενδύουν τα κέρδη τους πίσω στις επιχειρήσεις τους (πρέπει να το κάνουν αυτό για να ανταγωνιστούν την παραγωγικότητα άλλων καπιταλιστών) καλύτερα θα ήταν να μείνουν τα χρήματα σε αυτούς, ώστε να επενδυθούν σε νέες θέσεις εργασίας, εξοπλισμό κοκ.

Ο φτωχός έχει καλύτερη τύχη αν απαιτηθεί κάποια στιγμή η εργασία του, παρά αν ζει ταϊσμένος από το κράτος, κάτι που σίγουρα προκαλεί εξάρτηση και οδηγεί το άτομο στον παρασιτισμό.

Συμπέρασμα

Τα δεοντολογικά επιχειρήματα των υποστηρικτών του κράτους πρόνοιας είναι είτε αντιφατικά, είτε ανεφάρμοστα με δυσάρεστες συνέπειες αντίθετες με τα αποτελέσματα που θέλουν τα επιφέρουν. Όσον αφορά τα συνεπειοκρατικά-ωφελιμιστικά επιχειρήματα, το πρόβλημα έγκειται στην σύγκριση ωφέλειας ανάμεσα στα άτομα. Είναι αδύνατη. Εφόσον είναι αδύνατη η γνώση της πορείας του διαγράμματος ωφέλειας ανάμεσα στα άτομα (υποθέσαμε ότι μπορεί να μετρηθεί η ωφέλεια εξ αρχής, οπότε στην ουσία πρέπει να συμπεριληφθεί και η αδυναμία μέτρησης ωφέλειας γενικότερα), η συνεπειοκρατική υποστήριξη του κράτους πρόνοιας είναι απλά μη επιβεβαιώσιμη: κανένας ωφελιμιστής, υποστηρικτής του κοινωνικού κρατισμού, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το κοινωνικό κράτος επιτελεί τον στόχο του, την αύξηση της γενικής ωφέλειας.

Εφόσον αυτός είναι που διατείνεται τη χρήση βίας για την αναδιανομή εισοδήματος, το βάρος της ευθύνης απόδειξης έγκειται σε αυτόν. Η αποτυχία του να παράσχει κάποια θετικά στοιχεία επιβεβαίωσης ως προς αυτό, απλά κάνει την επιχειρηματολογία του κενή νοήματος.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: