Γιατί υπάρχει φτώχεια; Μία εξήγηση βάσει του νόμου του Say

0
783
Φτώχεια
Η ακραία φτώχεια μειώνεται αλλά μπορεί να μειωθεί και ταχύτερα αρκεί να διευκολυνθεί η αποταμίευση και η επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και άρα και το εισόδημα των φτωχών χωρών. Η φιλανθρωπία και η αναδιανομή πλούτου απλά θα διατηρούν την κατάσταση στάσιμη.

Ο νόμος του Say μας έχει δείξει τη λύση για να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια ήδη αιώνες πριν. Το ότι ακόμα δεν έχουμε μπει στη διαδικασία να την ακολουθήσουμε σε πλήρη έκταση αποτελεί και δείγμα άγνοιας μπρος στην ιστορική πραγματικότητα.

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Παρόλο που διαχρονικά η φτώχεια δείχνει κατά μέσο όρο καθοδική τάση, αυτή εξακολουθεί να υπάρχει σε περιορισμένες περιοχές στον αναπτυγμένο κόσμο και σε πιο μαζικό επίπεδο στις λεγόμενες χώρες του «τρίτου κόσμου». Η εξήγηση για την ύπαρξη φτώχειας όμως, θα λέγαμε ότι είναι γνωστή ήδη από την εποχή του Jean-Baptiste Say με τη διατύπωση του περίφημου νόμου του, ο οποίος έχει κυριολεκτικά βιαστεί και παρερμηνευτεί από Κεϋνσιανούς και Μονεταριστές εξίσου.

Ο νόμος του Say εξηγεί την ύπαρξη φτώχειας

Ο νόμος του Say, μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που κάποιος μπορεί να αγοράσει είναι ίση με την αξία των αγαθών που ο ίδιος παράγει. Ή από μία συνολική, μακρο-οικονομική σκοπιά, η αξία των αγαθών και υπηρεσιών που αποκτάται σε μία οικονομία ισούται με την συνολική αξία των αγαθών και υπηρεσιών που πωλείται. Ο νόμος του Say «λειτουργεί» ακόμα και αν αξία των αγαθών που πωλείται είναι μηδενική, δηλαδή όταν τα αγαθά μένουν απούλητα ή δεν παράγονται καθόλου εξαρχής. Δεν αλλάζει κάτι θεμελιώδες στην ταυτολογική θα λέγαμε διατύπωση του νόμου. Το εισόδημα εκ της παραγωγής χρησιμοποιείται, ώστε να εκδηλωθεί ζήτηση άλλων αγαθών. Το πόση ζήτηση θα μπορούσε εκδηλωθεί δυνητικά έχει να κάνει με το μέγεθος δηλαδή της αξίας της παραγωγής που έχει πωληθεί.

Κάποιος που είναι «φτωχός» λοιπόν, στην ουσία έχει πολύ μικρό ή μηδενικό εισόδημα. Για να είναι το εισόδημά του μηδενικό ή πολύ μικρό, σημαίνει, βάσει του νόμου του Say, ότι είτε δεν παράγει τίποτα, είτε αυτό που παράγει δεν έχει αρκετά μεγάλη αξία στην αγορά.

Παραγωγή και παραγωγικότητα

Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να κάνουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε δύο έννοιες: παραγωγή και παραγωγικότητα. Η παραγωγή αφορά το μέγεθος της ποσότητας του φυσικού προϊόντος που κατασκευάζεται. Για παράδειγμα, αν ένα εργοστάσιο κινητών τηλεφώνων έχει παραγωγή Χ αριθμού τηλεφώνων, τότε μιλάμε για τη φυσική του παραγωγή, το πόσα κινητά σε απόλυτους αριθμούς παρήγαγε.

Απεναντίας, η παραγωγικότητα ορίζεται ως το μέγεθος της παραγωγικότητας επί της τιμής ανά μονάδα προϊόντος που επιτεύχθηκε στην αγορά. Αν κάθε κινητό πωλείτο για 110 ευρώ στην αγορά, τότε η παραγωγικότητα του εργοστασίου θα ήταν: Π= 110Χ. Τώρα, κάθε παραγωγικός συντελεστής στο εργοστάσιο έχει και αυτός τη δική του παραγωγικότητα. Το άθροισμα της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών μας δίνει και τη συνολική παραγωγικότητα του εργοστασίου γενικότερα.

Δε χρειάζεται να μπούμε σε ειδικότερες αναλύσεις σε αυτό το σημείο, αλλά αρκεί να πούμε ότι κάθε παραγωγικός συντελεστής τείνει να αμείβεται την παραγωγικότητα του, μείον του επιτοκίου (interest rate) που προκύπτει λόγω της διαφοράς στη χρονική προτίμηση από το ένα στάδιο παραγωγής στο άλλο, από τον εργαζόμενο στον καπιταλιστή. Έτσι για παράδειγμα, αν ένας καπιταλιστής ξοδεύει 100 ευρώ τώρα για να παραχθεί ένα κινητό το οποίο θα πουλήσει για 110 ευρώ, ο εργαζόμενος που θα το παράξει (ας υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν άλλοι συντελεστές παραγωγής, έχει η εργασία δηλαδή γίνει εξ ολοκλήρου «στο χέρι») θα τείνει να αμειφθεί κοντά στα 100 ευρώ, δηλαδή 110 ευρώ μείον το επιτόκιο 10% επί των 100 ευρώ που επενδύθηκαν. Τα οποιαδήποτε κέρδη που αργότερα προκύπτουν στην ουσία υπάρχουν λόγω της αβεβαιότητας που οδηγεί σε λάθη εκτίμησης στην αποτίμηση των παραγωγικών συντελεστών. Δεν μας αφορούν αυτά εδώ όμως.

Η μικρή παραγωγικότητα ως αιτία της φτώχειας

Η φτώχεια επομένως είναι αποτέλεσμα της χαμηλής παραγωγικότητας. Παραγωγικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, αν πρώτα δεν παραχθεί κάτι και δεύτερον, δεν πωληθεί. Χώρες επομένως που μαστίζονται από φτώχεια και χαμηλά ή και μηδενικά εισοδήματα (υπολογισμένα σε χρηματικές μονάδες), έχουν και χαμηλή συνολική παραγωγικότητα ανά κεφαλή. Η λύση λοιπόν, είναι να αυξηθεί η παραγωγικότητα ανά κεφαλή των χωρών αυτών. Όταν η παραγωγικότητα αυξηθεί, οι μισθοί αναγκαστικά θα πιεστούν προς τα πάνω καθώς η αυξημένη παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, θα ωθήσει ανταγωνιστές στο να δημοπρατήσουν εργαζόμενους μακριά από άλλους για να εκμεταλλευτούν την παραγωγικότητα αυτή.

Τρόποι αύξησης της παραγωγικότητας

Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με τους εξής τρόπους: εμπειρία, εκπαίδευση και κεφαλαιοποίηση (δηλαδή επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά). Οι δύο πρώτοι τρόποι όμως έχουν πολύ περιορισμένα όρια βελτίωσης. Υπάρχει ένα μέγιστο «ταβάνι» όπου η εκπαίδευση και η εμπειρία μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό ισχύει διότι κάθε άνθρωπος έχει συγκεκριμένα όρια νοημοσύνης και δεξιοτήτων. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να εκπαιδεύσουμε τους πιο έξυπνους νέους μας σε ξένα πανεπιστήμια, ώστε με το που επιστρέψουν να μην υπάρχουν κεφαλαιουχικά αγαθά ώστε να εφαρμόσουν τις νέες ιδέες που διδάχτηκαν στο εξωτερικό. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημαία η ύπαρξη γνώσης και εμπειρίας δηλαδή, αν δεν υπάρχουν τα απαραίτητα αγαθά, ώστε αυτή να αξιοποιηθεί στο έπακρο.

Σημαντικότερη δηλαδή είναι η αύξηση του βαθμού κεφαλαιοποίησης της εργασίας από την βελτίωση της εργασίας καθεαυτής. Για να συμβεί αυτό όμως, πρώτα πρέπει να προηγηθούν επενδύσεις. Και για να προηγηθούν επενδύσεις, πρώτα πρέπει να υπάρξει αποταμίευση. Να σημειώσουμε εδώ ότι η αποταμίευση δε χρειάζεται απαραίτητα να είναι σε μορφή «ρευστού» (δηλαδή χρήματος). Ακόμα και η συσσώρευση κεφαλαίου υπό τη μορφή εξοπλισμού και συντελεστών παραγωγής λογίζεται ως αποταμίευση. Για παράδειγμα ένας ενοικιαστής σκαφών αγοράζει μερικά τζετ σκι ώστε να επενδύσει στη χρήση τους στην καλοκαιρινή σεζόν. Δεν κάνει χρηματική αποταμίευση αλλά απευθείας αποταμίευση κεφαλαίου.

Η αποταμίευση έχει γίνει ήδη

Ο δυτικός κόσμος έχει περάσει από το στάδιο της αποταμίευσης και συνεχίζει να μπορεί να την πραγματοποιεί ως κάποιον βαθμό. Το απαύγασμα αυτής της συσσώρευσης κεφαλαίου και αποταμιεύσεων οδήγησε και την έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης όπου στην πραγματικότητα αυξήθηκε κατακόρυφα το διαθέσιμο τεχνολογικό υλικό που αύξησε εν τέλει με τη σειρά του την παραγωγικότητα των ανθρώπων, άρα και τα εισοδήματά τους. Ο καταμερισμός εργασίας επεκτάθηκε, οι τιμές προϊόντων μειώθηκαν σε πραγματικά μεγέθη, τα πραγματικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά συνέπεια. Καινούριες ανάγκες δημιουργήθηκαν και η φτώχεια πήρε για τα καλά την κατιούσα.

Πριν από αυτό όμως το γεγονός η ζωή στην Ευρώπη δεν διέφερε και πολύ συγκριτικά με μία φτωχή περιοχή της Ινδίας ή της υποσαχάριας Αφρικής. Το πραγματικό ζητούμενο εδώ, είναι ότι στην Ευρώπη, οι συνθήκες και οι πολιτικές δυναμικές και ιδέες διαμόρφωσαν το ιδανικό πλαίσιο, ώστε να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη αποταμίευση που θα μας οδηγούσε εν τέλει σε επένδυση σε καινούριες τεχνολογίες και μεθόδους παραγωγής. Το θετικό εδώ είναι ότι οι χώρες του τρίτου κόσμου δε χρειάζεται να περιμένουν μισή χιλιετία για να συμβεί κάτι τέτοιο. Έχει ήδη συμβεί στον Δυτικό κόσμο. Το κεφάλαιο υπάρχει ήδη και απλά περιμένει να επενδυθεί σε άλλα μέρη του κόσμου.

Το κράτος ως υπεύθυνο για τη φτώχεια ενός λαού

Επομένως, για να γίνει αυτή η μετακίνηση κεφαλαίων από το δυτικό κόσμο στον υποανάπτυκτο ή αναπτυσσόμενο, πρέπει αρχικά να αρθούν οι κρατικοί περιορισμοί στην επιχειρηματική δραστηριότητα με παράλληλη προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Κατά δεύτερον, πρέπει να παύσουν οι πολιτικές εκείνες που καταστρέφουν τις δυνατότητες αποταμίευσης, όπως ο πληθωρισμός (βλ. Ζιμπάμπουε) και η υψηλή φορολογία. Μόνο έτσι θα αναδυθούν κίνητρα, ώστε να εισέλθει σε φτωχές χώρες κεφάλαιο από πλουσιότερες.

Εδώ κάποιος θα κάνει λόγο για εκμετάλλευση των εργαζομένων από μεγάλες εταιρίες και «συμφέροντα». Προφανώς ξεχνάει ότι την ίδια πορεία ακολούθησε και ο Δυτικός κόσμος μερικούς αιώνες πριν ώστε να φτάσει στα σημερινά επίπεδα πλούτου και παραγωγικότητας. Αυτή η ένσταση αποτελεί απλά ένα ξεδιάντροπο διπλό στάνταρ. Οι εκφραστές της απλά περιμένουν ως δια μαγείας φτωχές χώρες να φτάσουν στα επίπεδα του Δυτικού κόσμου εν μία νυκτί κυριολεκτικά. Έτσι όμως καταδικάζουν αυτές τις περιοχές στην απόλυτη φτώχεια στην οποία και ήδη βρίσκονται.

Κλείνοντας

Η επένδυση στην παραγωγικότητα είναι μονόδρομος για την ανάπτυξη των οικονομιών του τρίτου κόσμου. Η λύση που προτείνεται πολλές φορές αντί αυτού αφορά την οικονομική στήριξη με πακέτα ενίσχυσης και δωρεών τροφίμων ή «περισσευούμενου»  πλούτου της δύσης. Αυτές οι πρακτικές όμως αποτελούν μόνο προσωρινές λύσεις και στην καλύτερη περίπτωση ενισχύουν τα διεφθαρμένα καθεστώτα των περιοχών εκείνων και προκαλούν εξάρτηση ολόκληρων λαών από εξωτερική βοήθεια. Ο νόμος του Say μας έχει δείξει τη λύση για να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια ήδη αιώνες πριν. Το ότι ακόμα δεν έχουμε μπει στη διαδικασία να την ακολουθήσουμε σε πλήρη έκταση αποτελεί και δείγμα άγνοιας προς την ιστορική πραγματικότητα.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: