H παρέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα θα ενισχύσει το καθεστώς Μαδούρο

0
126
Βενεζουέλα

επιλέγοντας πλευρές στη σύγκρουση στη Βενεζουέλα, οι ΗΠΑ έχουν κάνει πιθανώς την αντικατάσταση του Maduro ακόμη λιγότερο πιθανή. Η εσωτερική σύγκρουση μετατράπηκε από μάχη για το ποια παράταξη θα ελέγχει την κεντρική κυβέρνηση σε δημοψήφισμα για την αποτροπή του αμερικανικού ελέγχου της Βενεζουέλας

του Ryan McMacken
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μια μακρά, βίαιη ιστορία παρέμβασης στη Λατινική Αμερική, αν και λίγοι Αμερικανοί το γνωρίζουν. Αν ρωτούσε κάποιος ρωτήσει τον μέσο Αμερικανό, για παράδειγμα, για την αμερικανική κατοχή της Δομινικανής Δημοκρατίας – η οποία διήρκεσε οκτώ χρόνια από το 1916 έως το 1924 – είναι πιθανόν να λάβει μόνο ένα βλέμμα απορίας σε αντάλλαγμα.

Ακόμη και στις περιπτώσεις των πιο διάσημων παρεμβάσεων – όπως ο ισπανικός – αμερικανικός πόλεμος ή η εισβολή στον Παναμά το 1989 – οι λεπτομέρειες παραμένουν ουσιαστικά άγνωστες για μεγάλο μέρος του ευρύτερου κοινού. σως αυτή η εσκεμμένη άγνοια να οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η συνολική κληρονομιά των πολυσέλιδων αμερικανικών καταγραφών επαναλαμβανόμενων παρεμβάσεων στη Λατινική Αμερική δεν είναι καλή.

Είτε μιλάμε για το πραξικόπημα της Γουατεμάλα που υποστηρίχθηκε από την Αμερική το 1954, την αμερικανική υποστήριξη του Μπατίστα στην Κούβα, τις πολλαπλές κατοχές και παρεμβάσεις στην Αϊτή είτε τη δεύτερη εισβολή στη Δομινικανή Δημοκρατία, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η παρεμβατική πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή κατέχει ρεκόρ για την επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής επιτυχίας.

Η σκοτεινή πλευρά του «ανθρωπισμού»

Αυτό δεν εμποδίζει ορισμένους Αμερικανούς παρεμβατιστές να προσπαθούν. Τους τελευταίους μήνες, Αμερικανοί παρεμβατιστές στην εξωτερικής πολιτικής, όπως ο John Bolton, ζήτησαν αμείλικτα την αλλαγή καθεστώτος με χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ – αυτή τη φορά στη Βενεζουέλα – και έχουν μετατρέψει τη Βενεζουέλα στο πιο πρόσφατο πολεμικό πεδίο μεταξύ των ΗΠΑ και της πυρηνικά ένοπλης Ρωσίας.

Η ρητορική γύρω από αυτήν την τελευταία αλλαγή καθεστώτος ακολουθεί ουσιαστικά το ίδιο μοτίβο με του Ιράκ, της Λιβύης, του Αφγανιστάν και της Συρίας. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν επιτεύχθηκαν πολιτικοί στόχοι των ΗΠΑ, αν και σε όλες τις περιπτώσεις, οι ΗΠΑ κατάφεραν να καταστρέψουν σε εντυπωσιακό βαθμό τις τοπικές υποδομές και την ανθρώπινη ζωή.

Ωστόσο, οι παρεμβατιστές βασίζονται στην βραχύβια μνήμη των Αμερικανών ψηφοφόρων, οι οποίοι ίσως έχουν ήδη ξεχάσει ότι οι «ανθρωπιστικές» παρεμβάσεις στο Ιράκ και στη Λιβύη δεν κατάφεραν παρά να δημιουργήσουν ένα κενό εξουσίας που καλύφθηκε από την Αλ Κάιντα και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις. Βεβαίως, ούτε η «ειρήνη» ούτε η «ευημερία» είναι όροι που θα μπορούσαν να περιγράψουν οποιαδήποτε χώρα που προσφάτως έγινε στόχος ανθρωπιστικών πολέμων.

Ο Bolton και οι σύμμαχοί του, επίσης, βασίζονται στην ιδέα ότι οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να αγκαλιάζουν την ιδέα ότι το να κάνουμε «κάτι» είναι καλύτερο από το να μην κάνουμε τίποτα, αν και το «κάτι» έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ως η πιο καταστροφική επιλογή.

Όπως σημείωσε ο ιστορικός David Kennedy στο βιβλίο του The Dark Sides of Virtue:

«Είναι εύκολο να υπερκεραστούν οι ανθρωπιστικές δυνατότητες της διεθνούς χάραξης πολιτικής. Πολλές από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκύπτουν εξίσου και στις εκστρατείες ανθρωπιστικής πολιτικής. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν επίσης να παραβλέπουν τις σκοτεινές πλευρές του έργου τους και να αντιμετωπίζουν πρωτοβουλίες, οι οποίες λαμβάνουν μια γνωστή ανθρωπιστική μορφή ως κάποια που μπορεί να έχει ανθρωπιστικό αποτέλεσμα. Είναι πάντα δελεαστικό να σκεφτόμαστε ότι κάποια παγκόσμια ανθρωπιστική προσπάθεια είναι καλύτερη από το να μην κάνουμε τίπορα. Όπως και οι ακτιβιστές, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής μπορούν να συγχέουν τις καλές τους προθέσεις ως ανθρωπιστικά αποτελέσματα ή να ευλογούν τα γένια τους – χρησιμοποιώντας ένα ανθρωπιστικό λεξιλόγιο που μπορεί να μοιάζει σαν ανθρωπιστική στρατηγική. […] Είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε ότι το ρητό «Είμαι από τα Ηνωμένα Έθνη και έχω έρθει να σας βοηθήσω», μπορεί να μην ακούγεται καθόλου ελπιδοφόρο».

 

Πράγματι, οι παρεμβάσεις ανθρωπιστικής βοήθειας με το ζόρι ήταν επιτυχείς ακόμα και σε περιπτώσεις όπως η γενοκτονία της Ρουάντα, όπως τόνισε ο Stephen Wertheim:

«Οι ανθρωπιστές παρεμβατιστές ανέλαβαν πολλές φορές στρατιωτικές προκλήσεις, δεν κατάφεραν να σκεφτούν συγκεκριμένα πώς θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί η επέμβαση … [Αλλά] ένας πόλεμος για να σταματήσει η γενοκτονία της Ρουάντα δεν θα ήταν τόσο απλός όσο οι παρεμβατιστές ισχυρίστηκαν αργότερα […] πρέπει να εκτιμήσουν τις δυσκολίες στην σφυρηλάτησης της ειρήνης μετά τον πόλεμο – και να καταγράψουν τις πιθανές βλάβες της μεταπολεμικής κατοχής στον υπολογισμό του κατά πόσον θα έπρεπε να παρέμβουν εξαρχής […] Συνολικά, οι ανθρωπιστές παρεμβατιστές τείνουν να υποτιμούν τις δυσκολίες στο να σταματήσουν τις εθνοτικές συγκρούσεις, αγνοούν τις προκλήσεις για την μετά την σύγκρουση ανασυγκρότηση, υποτιμούν τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινή γνώμη και ακυρώνουν τις πολυμερείς διαδικασίες».1

 

Δεδομένου ότι η σημερινή καταστροφή που προκαλείται από το σοσιαλισμό στη Βενεζουέλα δεν ανέρχεται σχεδόν στο επίπεδο που να προσεγγίζει ακόμα και τη γενοκτονία της Ρουάντα, είναι δύσκολο να δούμε πώς τα αμερικανικά ρεκόρ στις ξένες παρεμβάσεις τις τελευταίες δεκαετίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να παραβλεφθούν ώστε να χρησιμοποιηθούν ως υπεράσπιση για μία ακόμη εισβολή.

Φυσικά, το να διαφωνεί κάποιος με τον βομβαρδισμό των Βενεζουελανών από τις ΗΠΑ – κάτι που πιθανώς σημαίνει «ανθρωπιστική παρέμβαση» – δεν είναι το ίδιο με την υποστήριξη του ίδιου του καθεστώτος Maduro. Δεν αρκεί επίσης το γεγονός το ότι ανήθικοι οπορτουνιστές, όπως ο John Bolton και ο Michael Pompeo, μισούν το καθεστώς του Maduro τόσο, ώστε να γίνει αρεστό. Το πρόβλημα με τον Pompeo και τους φίλους δεν είναι ότι οι βωμολόχοι κλεπτοκράτες πολιτικοί όπως ο Maduro. Το πρόβλημα είναι ότι ο Bolton και άλλοι πιέζουν συνεχώς τη γραμμή που ισχυρίζεται ότι είναι ηθικό και αποτελεσματικό να ξεκινήσει ένας ακόμη «ανθρωπιστικός» πόλεμος.

Aυτοί οι παρεμβατιστές δεν προσφέρουν καν μια κριτική που είναι είτε μοναδική είτε διορατική. Σχεδόν όλοι όσοι δεν είναι αληθινός υποστηρικτής των σοσιαλιστικών καθεστώτων – δηλαδή, όπως ο Bernie Sanders και ο Jeremy Corbyn – μπορούν να δουν ότι ο μετασχηματισμός της οικονομίας της Βενεζουέλας από μια μικτή οικονομία σε μια πολύ σοσιαλιστική – γνωστός ως Chavismo – ήταν προφανώς άθλια για το βιοτικό επίπεδο της Βενεζουέλας.

Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες, οι ελλείψεις είναι αχαλίνωτες, οι διακοπές ρεύματος είναι συχνές, η επιχειρηματική οικονομία έχει αποδεκατιστεί και τα ποσοστά ανθρωποκτονίας είναι πολύ ψηλά.

Επιβεβαιώνοντας τους «Τσαβίστας»

Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι τόσο θλιβερό που η αμερικανική κυβέρνηση έχει κηρύξει ουσιαστικά πόλεμο στο σημερινό καθεστώς. Κηρύσσοντας πόλεμο στον Maduro, η αμερικανική κυβέρνηση βοηθά μόνο το καθεστώς να ανοίξει τη βάση του, να παίξει το θύμα και να αντλήσει εθνικιστικές τάσεις για να εξασφαλίσει τη θέση του. Η Κούβα, φυσικά, προσφέρει ένα διδακτικό προηγούμενο σε αυτό το θέμα.

Για παράδειγμα, οι υποστηρικτές του Maduro – και ο προκάτοχός του Hugo Chavez – είχαν πάντα μια αρκετά μεγάλη υποστήριξη από εθνικιστές της Βενεζουέλας που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε αμερικανική ανάμειξη στις εγχώριες υποθέσεις και που υποψιαζόταν ότι οι ΗΠΑ προσπαθούσαν συνεχώς να μετατρέψουν ουσιαστικά τη Βενεζουέλα σε καθεστώς μαριονέτα.

Ο Chaves ανέδειξε επανειλημμένα την ικανότητά του να αντέχει τις προσπάθειές των ΗΠΑ να τον αντικαταστήσουν μέσα από διάφορες μηχανισμούς της CIA και απόπειρες πραξικοπήματος. Είτε αυτοί ήταν πραγματικές είτε φανταστικές, τόσο ο Chaves όσο και ο Maduro κατάφεραν να εδραιώσουν τη βάση τους μέσα από τους φόβους της αμερικανικής εμπλοκής.

Τώρα, κηρύσσοντας ρητά τον πόλεμο στο καθεστώς της Βενεζουέλας, το αμερικανικό καθεστώς επιβεβαίωσε μόνο αυτό που έχουν ισχυριστεί όλοι μαζί ο Chavez και ο Maduro. Η Διοίκηση έχει, κατά μία έννοια, νομιμοποιήσει την εξωτερική πολιτική Chavismo. Επιπλέον, η αμερικανική κήρυξη πολέμου ενάντια στο καθεστώς επέτρεψε να καταστεί ευκολότερο να κατηγορηθούν όλοι οι αντίπαλοι του καθεστώτος ως υποχείρια των ΗΠΑ. Είναι εύκολο να δούμε πώς αυτό λειτουργεί μόνο με την παρατήρηση της αμερικανικής πολιτικής.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, είναι αρκετά εύκολο να κατηγορηθεί κάποιος ότι είναι στην υπηρεσία του Κρεμλίνου – όπως είπε ο John McCain για τον Rand Paul – έχοντας ορισμένες πολιτικές θέσεις. Συγκεκριμένα, όποιος υποστηρίζει τη διοίκηση Trump – η οποία λέγεται ότι αποτελεί θρίαμβο του Βλαντιμίρ Πούτιν – ή που πιέζει μια σχετικά περιορισμένη εξωτερική πολιτική, εκθέτει τον εαυτό του σε χαρακτηρισμούς όπως «ξένος πράκτορας» ή «προδότης». Αυτοί οι όροι ρίχνονται περιστασιακά σαν να είναι αυτονόητο ότι όποιος αντιτίθεται στο τελευταίο σχέδιο της CIA ή που επισημαίνει την προφανή προκατάληψη και την ανικανότητα του James Comey, πρέπει να είναι υπάλληλος της Μόσχας.

Τώρα, φανταστείτε αν το ρωσικό κράτος είχε βγει το 2016 και έλεγε ότι υποστήριξε ανοιχτά την υποψηφιότητα Trump και σχεδίαζε να εισβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν δεν είχε εκλεγεί το Trump. Είναι προφανές ότι αυτό θα έπληττε τα αισθήματα του εθνικισμού και θα ενίσχυε τη στήριξη εκείνων που θεωρούνταν εχθροί του Κρεμλίνου. Θα ήταν εύκολο να κατηγορήσουμε, όποιον υποστήριζε τον «φίλο της Ρωσίας, Τραμπ» ως προδότη. Το να είσαι «φιλοαμερικανός» μπορεί να γίνει συνώνυμο με το να είσαι αντίπαλος του Donald Trump. Η αναλογία αποτυγχάνει από ορισμένες απόψεις, φυσικά, γιατί κανένας καλά ενημερωμένος άνθρωπος δεν πιστεύει ότι η Ρωσία μπορεί πραγματικά να εισβάλει στη Βόρεια Αμερική.

Κλείνοντας

Στη Βενεζουέλα, από την άλλη πλευρά, η απειλή εισβολής από τις ΗΠΑ είναι πολύ εύλογη και πραγματική. Έτσι, τα ρίσκα στην πραγματική ζωή στη Βενεζουέλα είναι πολύ υψηλότερα από ό,τι στο φανταστικό αμερικανικό σενάριο μας. Αντιμέτωποι με μια πολύ πιθανή εισβολή – και έχοντας επίγνωση του άγριου ρεκόρ των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με την εξάπλωση της «ελευθερίας» στη Λατινική Αμερική – πολλοί Βενεζουελάνοι μπορεί να είναι ακόμη πιο διατεθειμένοι να υποστηρίξουν ένα καθεστώς που δεν τους αρέσει, αν θεωρείται ως προπύργιο κατά του να γίνει κανείς μαριονέτα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Επιπλέον, οι κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας παρέχουν αποδιοπομπαίο τράγο για τις αποτυχημένες οικονομικές πολιτικές του καθεστώτος. Καθώς η οικονομία της Βενεζουέλας εξακολουθεί να παραμένει στάσιμη, το καθεστώς μπορεί να πει απλά ότι «θα τα πηγαίναμε πολύ καλύτερα εάν δεν είχαμε τις αμερικανικές κυρώσεις να αντιμετωπίσουμε».

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στο Ιράν εδώ και δεκαετίες. Διάφορα διοικητικά στελέχη των ΗΠΑ απειλούν επανειλημμένα το Ιράν με εισβολή, κυρώσεις και καταστροφές, όμως οι κάτοικοι εκεί δεν ξεσηκώνονται για να καλωσορίσουν τους νέους Αμερικανούς υπερασπιστές τους. Πράγματι, ο συνεχής πόλεμος δηλώσεων δίνει στο ιρανικό καθεστώς έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο. Οι Αμερικανοί δεν διαφέρουν.

Έτσι, επιλέγοντας πλευρές στη σύγκρουση στη Βενεζουέλα, οι ΗΠΑ έχουν κάνει πιθανώς την αντικατάσταση του Maduro ακόμη λιγότερο πιθανή. Η εσωτερική σύγκρουση μετατράπηκε από μάχη για το ποια παράταξη θα ελέγχει την κεντρική κυβέρνηση σε δημοψήφισμα για την αποτροπή του αμερικανικού ελέγχου της Βενεζουέλας.

Η σκέψη του αμερικανικού ελέγχου, φυσικά, δεν βρίσκει τους πάντες να διαφωνούν. Ωστόσο, δεδομένης της μακρόχρονης ιστορίας του λατινοαμερικανικού εθνικισμού – που συχνά θυμίζει τον αμερικανικό εθνικισμό – δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί πολλοί Βενεζουελάνοι δεν κατάφεραν να βγουν στους δρόμους για να ζητήσουν να αντικατασταθεί το σημερινό καθεστώς από τον προτιμώμενο υποψήφιο της CIA.

***

Δημοσιευμένο στο Mises Institute
Ο Ryan McMaken είναι ανώτερος συντάκτης στο Ινστιτούτο Mises. Ο Ryan έχει πτυχίο οικονομικών και πολιτικών επιστημών από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο και ήταν ο οικονομολόγος του τμήματος στέγασης του Κολοράντο από το 2009 έως το 2014. Είναι ο συντάκτης του Commie Cowboys: The Bourgeoisie and the Nation-State in the Western Genre.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Stephen Wertheim, «A solution from hell: the United States and the rise of humanitarian interventionism, 1991–2003» στοJournal of Genocide Research (2010), 12(3–4), September–December 2010, 149–172.