Hans-Hermann Hoppe: Ο εκφυλισμός του τραπεζικού συστήματος

0
454
Χρήμα

Μόνο ένα σύστημα καθολικού εμπορευματικού χρήματος (χρυσού), ανταγωνιστικών τραπεζών και 100% αποθεματικών τραπεζικών καταθέσεων με αυστηρό λειτουργικό διαχωρισμό δανείων και τραπεζικών καταθέσεων είναι σύμφωνο με τη δικαιοσύνη και μπορεί να εξασφαλίσει την οικονομική σταθερότητα και αντιπροσωπεύει μια πραγματική απάντηση στο τρέχον μονεταριστικό φιάσκο

του Hans-Hermann Hoppe
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

H λειτουργία των τραπεζών με 100% αποθεματικά

Οι τράπεζες εκτελούν δύο αυστηρά ξεχωριστά καθήκοντα, μόνο ένα από τα οποία έχει εξεταστεί μέχρι στιγμής1. Από τη μία πλευρά, χρησιμεύουν ως καταθετικά ιδρύματα, προσφέροντας υπηρεσίες φύλαξης και εκκαθάρισης. Δέχονται καταθέσεις χρημάτων (εμπορευματικού χρήματος) και εκδίδουν απαιτήσεις προς χρήμα (αποδείξεις αποθήκης, υποκατάστατα χρημάτων) στους καταθέτες τους, εξοφλούμενα στο άρτιο και κατόπιν αιτήσεως. Για κάθε αξίωση για χρήμα που εκδίδουν, κατέχουν ισοδύναμο ποσό γνήσιου χρήματος, έτοιμο για εξαγορά (100% τραπεζικό αποθεματικό). Δεν καταβάλλονται τόκοι για τις καταθέσεις. Αντίθετα, οι καταθέτες καταβάλλουν τέλος στην τράπεζα για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και εκκαθάρισης.

Υπό συνθήκες ελεύθερης εισόδου στον τραπεζικό κλάδο, το τέλος καταθέσεων, το οποίο αποτελεί έσοδο της τράπεζας και πιθανή πηγή κέρδους, τείνει να είναι ένα ελάχιστο τέλος συν τα κέρδη – ή τίποτα. Οι αποδόσεις των τόκων που κερδίζονται στον τραπεζικό τομέα τείνουν να είναι οι ίδιες, όπως και σε κάθε άλλο, μη τραπεζικό κλάδο. Από την άλλη πλευρά, αρχικά εντελώς ξεχωριστά θεσμικά από τα ιδρύματα καταθέσεων, οι τράπεζες χρησιμεύουν επίσης ως μεσάζοντες μεταξύ αποταμιευτών και επενδυτών – ως τράπεζες δανείων. Σε αυτή τη λειτουργία προσφέρουν και εισάγουν πρώτα συμβόλαια χρόνου με τους αποταμιευτές. Ο δανειστής αποταμιεύει χρήμα στην τράπεζα για συγκεκριμένο – μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε αντάλλαγμα της συμβατικής υποχρέωσης των τραπεζών για μελλοντική αποπληρωμή συν κάποια πρόσθετη επιστροφή τόκων.

Από τη σκοπιά των αποταμιευτών, ανταλλάσσουν χρήμα στο παρόν για μια υπόσχεση μελλοντικών χρημάτων: η επιστροφή τόκων αποτελεί την ανταμοιβή τους για την εκτέλεση της λειτουργίας της αναμονής. Έχοντας αποκτήσει προσωρινά την κατοχή αποταμιεύσεων από αποταμιευτές, η τράπεζα ξαναδανείζει τα ίδια χρήματα στους επενδυτές (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας) με αντάλλαγμα την υποχρέωση των τελευταίων για μελλοντική αποπληρωμή και τόκους. Η διαφορά επιτοκίου – η διαφορά μεταξύ των τόκων που καταβάλλονται στους αποταμιευτές και εκείνου που χρεώνεται στους δανειολήπτες – αντιπροσωπεύει την τιμή διαμεσολάβησης μεταξύ αποταμιευτών και επενδυτών και αποτελεί το εισόδημα της τράπεζας δανείων.

Πώς λειτουργεί το σύστημα κλασματικών αποθεματικών

Όσον αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις και τα τέλη καταθέσεων, υπό συνθήκες ανταγωνισμού το κόστος της διαμεσολάβησης τείνει επίσης να είναι το ελάχιστο κόστος και τα κέρδη από την τραπεζική δανειοδότηση τείνουν να είναι τα ίδια με εκείνα που μπορούν να κερδηθούν αλλού. Ούτε η καταθετική ούτε η τράπεζα δανείων, όπως χαρακτηρίζεται εδώ, συνεπάγονται αύξηση της προσφοράς χρήματος ή μονομερή αναδιανομή του εισοδήματος ή του πλούτου. Για κάθε νέο χαρτοφυλάκιο που έχει εκδοθεί, ένα ισοδύναμο χρηματικό ποσό αφαιρείται από την κυκλοφορία (μόνο η μορφή του χρήματος αλλάζει, όχι η ποσότητα του) και κατά τη διάρκεια του τραπεζικού δανεισμού το ίδιο χρηματικό ποσό απλώς αλλάζει χέρια επανειλημμένα. Όλες οι ανταλλαγές – μεταξύ των καταθετών και του καταθετικού ιδρύματος, καθώς και μεταξύ των αποταμιευτών, της ενδιάμεσης τράπεζας και των επενδυτών – είναι αμοιβαία επωφελής. Αντίθετα, τα κλασματικά τραπεζικά αποθεματικά συνεπάγονται σκόπιμη σύγχυση μεταξύ της κατάθεσης και της δανειοδότησης. Αυτό συνεπάγεται αύξηση της προσφοράς χρήματος και οδηγεί σε μονομερή ανακατανομή του εισοδήματος προς όφελος της τράπεζας, καθώς και σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες με τη μορφή επιχειρηματικών κύκλων.

Η σύγχυση και των δύο τραπεζικών λειτουργιών αναδεικνύεται στο γεγονός ότι στο πλαίσιο των κλασματικών τραπεζικών αποθεματικών, είτε οι καταθέτες πληρώνονται τόκους (αντί να χρεώνονται) είτε/και οι αποταμιευτές έχουν δικαίωμα άμεσης απόσυρσης (αντί να περιμένουν με την αίτηση τους για εξαργύρωση μέχρι μια καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία). Από τεχνικής απόψεως, η δυνατότητα συμμετοχής μιας τράπεζας σε τέτοιες πρακτικές προκύπτει από το γεγονός ότι οι κάτοχοι καταθέσεων όψεως (απαιτήσεων σε χρήματα που εξοφλούνται κατόπιν αιτήσεως, άμεσα, σε είδος) συνήθως δεν ασκούν το δικαίωμά τους ταυτόχρονα, έτσι ώστε όλοι να προστρέξουν στην τράπεζα με ταυτόχρονη αίτηση εξαργύρωσης. Συνεπώς, μια τράπεζα καταθέσεων θα διατηρεί κατά κανόνα ένα ποσό αποθεματικών (χρημάτων) που υπερβαίνει τις πραγματικές ημερήσιες αναλήψεις. Έτσι γίνεται εφικτό για την τράπεζα να δανείζει αυτά τα «υπερβάλλοντα» αποθεματικά στους δανειολήπτες, κερδίζοντας έτσι η τράπεζα επιστροφή τόκων (που η τράπεζα μπορεί εν μέρει να μεταβιβάσει στους καταθέτες της με τη μορφή τόκων σε λογαριασμούς καταθέσεων ).

Οι υποστηρικτές του συστήματος κλασματικών αποθεματικών συνήθως ισχυρίζονται ότι αυτή η πρακτική της κατοχής αποθεμάτων μικρότερων από 100 τοις εκατό αντιπροσωπεύει απλώς μία αβλαβή «εξοικονόμηση» χρήματος και αρέσκονται να επισημαίνουν ότι όχι μόνο η τράπεζα, αλλά οι καταθέτες (που εισπράττουν επιτόκιο) και οι αποταμιευτές (που έχουν δικαιώματα άμεσης ανάληψης) επωφελούνται επίσης από την πρακτική. Στην πραγματικότητα, το σύστημα κλασματικών αποθεματικών πάσχει από δύο αλληλένδετα θανατηφόρα ελαττώματα και είναι οτιδήποτε παρά αβλαβές και γενικά ευεργετικό.

Η απάτη σου συστήματος κλασματικών αποθεματικών

Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι οτιδήποτε λιγότερο από 100 τοις εκατό τραπεζικό απόθεμα επί των καταθέσεων περιλαμβάνει αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει νομική απιθανότητα. Γιατί η τράπεζα χρησιμοποιώντας τα πλεονάζοντα αποθεματικά της για τη χορήγηση πίστωσης, μεταβιβάζει προσωρινά την ιδιοκτησία τους σε κάποιον δανειολήπτη, ενώ οι καταθέτες, που έχουν το δικαίωμα να τα απαιτήσουν άμεσα, διατηρούν την κυριότητά τους στα ίδια κεφάλαια. Αλλά είναι αδύνατο για κάποιο χρονικό διάστημα ο καταθέτης και ο δανειολήπτης να έχουν τον αποκλειστικό έλεγχο των ίδιων πόρων. Δύο άτομα δεν μπορούν να είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης ενός και του αυτού πράγματος ταυτόχρονα. Κατά συνέπεια, κάθε τράπεζα που προσποιείται διαφορετικά – με αναλήψεις απαιτήσεων πέραν των πραγματικών αποθεματικών- πρέπει να θεωρείται ότι ενεργεί δόλια. Οι συμβατικές υποχρεώσεις της δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Από την αρχή, η τράπεζα πρέπει να θεωρηθεί ως εγγενώς χρεοκοπημένη – όπως αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε, αντίθετα με το δικό της τεκμήριο, να αντέξει πιθανό τραπεζικό πανικό. Δεύτερον, η τράπεζα δανείζοντας τα υπερβάλλοντα αποθεματικά στους δανειολήπτες αυξάνει την προσφορά χρήματος, ανεξάρτητα από το αν οι δανειολήπτες λαμβάνουν αυτά τα αποθεματικά με τη μορφή χρηματικών ποσών ή με καταθέσεις όψεως (τρεχούμενος λογαριασμός). Εάν το δάνειο παίρνει τη μορφή γνήσιου χρήματος, τότε το ποσό των χρημάτων που κυκλοφορούν κανονικά αυξάνεται χωρίς να αφαιρείται ένα ισοδύναμο χρηματικό ποσό από την κυκλοφορία. Και εάν παίρνει τη μορφή ενός τρεχούμενου λογαριασμού, τότε το ποσό των υποκατάστατων χρήματος αυξάνεται χωρίς να ληφθεί ένα αντίστοιχο ποσό από γνήσια χρήματα εκτός κυκλοφορίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, θα υπάρξουν περισσότερα χρήματα από ό,τι πριν, οδηγώντας σε μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος (πληθωρισμός) και, στην πορεία, σε μια συστηματική ανακατανομή του πραγματικού εισοδήματος υπέρ της τράπεζας και των δανειοληπτών της και εις βάρος του μη τραπεζικού κοινού και όλων των άλλων πελατών της τράπεζας. Η τράπεζα λαμβάνει πρόσθετο εισόδημα από τόκους, ενώ δεν συνεισφέρει καθόλου στον πραγματικό πλούτο του μη τραπεζικού κοινού (όπως θα συνέβαινε εάν η απόδοση των τόκων ήταν αποτέλεσμα μειωμένων τραπεζικών δαπανών, δηλαδή αποταμιεύσεων). Οι δανειολήπτες αποκτούν με τα κεφάλαιά τους πραγματικά, μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία, μειώνοντας έτσι τον πραγματικό πλούτο του υπόλοιπου κοινού κατά το ίδιο ποσό. Επιπλέον, στο βαθμό που η τράπεζα δεν ξοδεύει απλώς τα πλεονασματικά αποθέματα για δική της κατανάλωση, αλλά τα δανείζει έναντι χρεωστικών τόκων, πραγματοποιείται πάντοτε ένας επιχειρηματικός κύκλος 2.

Η ποσότητα της προσφερόμενης πίστωσης είναι μεγαλύτερη από ό,τι πριν. Ως εκ τούτου, η τιμή της πίστωσης – οι τόκοι που χρεώνονται για τα δάνεια – θα πέσει κάτω από αυτή που διαφορετικά θα ήταν. Σε χαμηλότερη τιμή, λαμβάνεται περισσότερη πίστωση. Δεδομένου ότι τα χρήματα δεν μπορούν να γεννήσουν περισσότερα χρήματα, οι δανειολήπτες θα πρέπει να μετατρέψουν τα δανειακά τους κεφάλαια σε επενδύσεις για να μπορέσουν να κερδίσουν τόκους – και ένα καθαρό κέρδος πάνω από αυτό – δηλαδή θα πρέπει να αγοράσουν ή να νοικιάσουν παραγωγική γη, εργασία και ενδεχομένως κεφαλαιουχικά αγαθά (συντελεστές παραγωγής) – ικανά να παράγουν μελλοντική παραγωγή αγαθών των οποίων η αξία (τιμή) υπερβαίνει την αξία των εισροών. Συνεπώς, με αυξημένο όγκο πιστώσεων, οι διαθέσιμοι σήμερα πόροι θα δεσμευτούν στην παραγωγή μελλοντικών αγαθών (αντί να χρησιμοποιηθούν για την τρέχουσα κατανάλωση) από ό,τι θα γινόταν διαφορετικά. Προκειμένου να ολοκληρωθούν όλα τα επενδυτικά σχέδια που βρίσκονται σε εξέλιξη, θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος από τον απαιτούμενο για την ολοκλήρωση μόνο εκείνων που θα είχαν ξεκινήσει χωρίς την πιστωτική επέκταση.

Θα πρέπει να παραχθούν όλα τα μελλοντικά αγαθά που θα είχαν δημιουργηθεί χωρίς την επέκταση, καθώς και αυτά που προστέθηκαν πρόσφατα λόγω της πιστωτικής επέκτασης. Ωστόσο, σε αντίθεση με την κατάσταση στην οποία το επιτόκιο πέφτει ανάλογα του ποσοστού της χρονικής προτίμησης, δηλαδή του βαθμού στον οποίο προτιμώνται τα σημερινά αγαθά έναντι των μελλοντικών αγαθών και, επομένως, όταν το κοινό έχει πράγματι αποταμιεύσει περισσότερο, ώστε να καταστήσει διαθέσιμο στους επενδυτές ένα μεγαλύτερο κεφάλαιο των σημερινών αγαθών σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης τους για επιστροφή μελλοντικών αγαθών, δεν υπήρξε τέτοια αλλαγή στις χρονικές προτιμήσεις και στην αποταμίευση στην υπό εξέταση υπόθεση. Το κοινό δεν έχει εξοικονομήσει περισσότερα και, ως εκ τούτου, το επιπλέον ποσό της πίστωσης που χορηγεί η τράπεζα δεν αντιπροσωπεύει την πίστωση εμπορευμάτων (πίστωση που καλύπτεται από μη χρηματικά αγαθά τα οποία το κοινό απέφυγε να καταναλώσει), αλλά είναι πιστωτικά μέσα ή πίστωση κυκλοφορίας (πίστωση που έχει δημιουργηθεί κυριολεκτικά από το τίποτα – χωρίς καμία αντίστοιχη θυσία, με τη μορφή μη καταναλωμένων μη χρηματικών αγαθών, από τον πιστωτή)3. Αν η πρόσθετη πίστωση ήταν πίστωση εμπορευμάτων, μία επέκταση του όγκου των επενδυτικών δραστηριοτήτων θα ήταν δικαιολογημένη. Θα υπήρχε επαρκώς μεγάλη προσφορά παρόντων αγαθών που θα μπορούσαν να αφιερωθούν στην παραγωγή μελλοντικών αγαθών, έτσι ώστε όλα τα παλιά καθώς και τα νεοεμφανιζόμενα επενδυτικά σχέδια να μπορέσουν να ολοκληρωθούν με επιτυχία και να επιτευχθεί υψηλότερο επίπεδο μελλοντικής κατανάλωσης. Αν όμως η πιστωτική επέκταση οφείλεται στη χορήγηση πίστωσης κυκλοφορίας (ανυποστήρικτων κλασματικών αποθεματικών), ο προκύπτων όγκος επενδύσεων θα αποδειχθεί απαραίτητα υπερβολικά φιλόδοξος.

Παραπλανημένοι από το χαμηλότερο επιτόκιο, οι επενδυτές ενεργούν σαν να είχαν αυξηθεί οι αποταμιεύσεις. Αποσύρουν περισσότερους από τους διαθέσιμους προς το παρόν πόρους για επενδυτικά έργα που πρέπει να μετατραπούν σε μελλοντικά κεφαλαιουχικά αγαθά, από ό,τι δικαιολογείται βάσει των πραγματικών αποταμιεύσεων. Κατά συνέπεια, οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών θα αυξηθούν αρχικά σε σχέση με τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, αλλά μόλις αρχίσει να επαναπροσδιορίζεται το υποκείμενο χρονικό περιθώριο προτιμήσεων του κοινού, θα προκύψει συστηματική έλλειψη καταναλωτικών αγαθών. Συνεπώς, το επιτόκιο θα προσαρμοσθεί ανοδικά και τώρα οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών αυξάνονται σε σχέση με τις τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών και απαιτούν την εκκαθάριση μέρους των επενδύσεων ως μη βιώσιμες και άστοχες. Η προηγούμενη άνθιση θα μετατραπεί σε ύφεση, μειώνοντας το μελλοντικό βιοτικό επίπεδο κάτω από το επίπεδο που διαφορετικά θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Κριτική στους υποστηρικτές του συστήματος κλασματικών αποθεματικών

Μεταξύ των πρόσφατων υποστηρικτών του συστήματος κλασματικών αποθεματικών οι περιπτώσεις του Lawrence White και του George Selgin4 αξίζουν μερικές κριτικές παρατηρήσεις, αν για κανέναν άλλο λόγο πέραν του ότι οι δύο είναι κριτικοί του Φριντμανικού μονεταρισμού και επιστρέφουν, αντ’ αυτού, στην παράδοση της Αυστριακής και ιδιαίτερα της νομισματικής θεωρίας του von Mises5. Το νομισματικό τους ιδανικό είναι ένα καθολικό χρηματικό προϊόν, όπως ένας διεθνής χρυσός κανόνας και, με βάση αυτό, ένα σύστημα ανταγωνιστικών τραπεζών το οποίο, όπως ισχυρίζονται, θα μπορούσε – και πρέπει να επιτρέπεται – για λόγους οικονομικής απόδοσης και δικαιοσύνης – να λειτουργεί ως σύστημα κλασματικών αποθεματικών παρέχοντας χρηματοπιστωτική πίστωση.

Όσον αφορά το ζήτημα της δικαιοσύνης, ο White και ο Selgin προσφέρουν ένα μόνο επιχείρημα που αποσκοπεί στο να αποδείξει τον υποτιθέμενο μη απατηλό χαρακτήρα των κλασματικών αποθεμάτων: η απαγόρευση μιας τέτοιας πρακτικής συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων εμποδίζοντας «τις τράπεζες και τους πελάτες τους από τη λήψη οποιωνδήποτε ειδών συμβατικών ρυθμίσεων είναι αμοιβαία αποδεκτές»6. Ωστόσο, αυτό είναι σίγουρα ένα ανόητο επιχείρημα.

Πρώτα απ’ όλα, ως ιστορικό γεγονός, οι τράπεζες με κλασματικά αποθεματικά δεν ενημέρωναν ποτέ τους καταθέτες ότι ορισμένες ή όλες οι καταθέσεις τους θα δανείζονταν στην πραγματικότητα και επομένως δεν θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι έτοιμες για ανάληψη ανά πάσα στιγμή. (Ακόμη και αν η τράπεζα έπρεπε να καταβάλει τόκους σε καταθετικούς λογαριασμούς και ως εκ τούτου θα έπρεπε να ήταν σαφές ότι η τράπεζα πρέπει να δανείζει καταθέσεις, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος από τους καταθέτες πραγματικά κατανοεί αυτό το γεγονός. Λίγοι, αν υπάρχουν καν, θα το καταλάβαιναν, ακόμη και μεταξύ εκείνων που δεν είναι οικονομικά αναλφάβητοι.) ​​Επίσης, οι τράπεζες κλασματικών αποθεματικών δεν ενημερώνουν τους δανειολήπτες τους ότι ορισμένες ή όλες οι πιστώσεις που τους χορηγήθηκαν έχουν δημιουργηθεί από το τίποτα και υπόκεινται σε ανάκληση ανά πάσα στιγμή. Πώς, λοιπόν, μπορεί η πρακτική τους να ονομάζεται οτιδήποτε παρά απάτη και υπεξαίρεση! Δεύτερον και πιο αποφασιστικής σημασίας είναι να πιστεύουμε ότι η το σύστημα κλασματικών αποθεματικών πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτει και προστατεύεται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, συνεπάγεται πλήρη παρανόηση της ίδιας της έννοιας αυτής της αρχής.

Η ελευθερία των συμβάσεων δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτρέπεται κάθε αμοιβαία συμφέρουσα σύμβαση. Είναι προφανές ότι αν ο Α και ο Β συμφωνήσουν συμβατικά να ληστέψουν τον Γ, διότι περί τούτου πρόκειται, αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με την αρχή αυτή. Η ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει ότι ο Α και ο Β θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνάψουν οποιαδήποτε σύμβαση σχετικά με την δική τους ιδιοκτησία, αλλά το σύστημα κλασματικών αποθεματικών συνεπάγεται τη σύναψη συμβάσεων που αφορά την περιουσία τρίτων. Κάθε φορά που οι τράπεζες δανείζουν τα «υπέρμετρα» αποθεματικά σε έναν δανειολήπτη, μια τέτοια διμερής σύμβαση επηρεάζει την ιδιοκτησία τρίτων με τρεις τρόπους. Πρώτον, με την αύξηση της προσφοράς χρήματος μειώνεται η αγοραστική δύναμη όλων των άλλων κατόχων χρήματος. Δεύτερον, όλοι οι καταθέτες βλάπτονται επειδή μειώνεται η πιθανότητα να ανακτήσουν με επιτυχία τα δικά τους αγαθά. Και τρίτον, όλοι οι άλλοι δανειολήπτες – δανειολήπτες κανονικής πίστωσης – υφίστανται βλάβη, διότι η εισροή κλασματικών πιστώσεων υπονομεύει την ασφάλεια ολόκληρης της πιστωτικής δομής και αυξάνει τον κίνδυνο επιχειρηματικής αποτυχίας για κάθε επενδυτή κανονικής πίστωσης.

Για να ξεπεραστούν αυτές οι ενστάσεις σχετικά με τον ισχυρισμό ότι το σύστημα κλασματικών αποθεματικών συνάδει με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι White και Selgin στη συνέχεια, ως τελευταία υπεράσπισή τους, προτάσσουν τη θέση ότι οι τράπεζες μπορούν να επισυνάψουν μια ρήτρα στα τραπεζογραμμάτια, ενημερώνοντας τους καταθέτες ότι η τράπεζα μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναστείλει ή να αναβάλει την ρευστοποίηση και να κάνει γνωστό στους δανειολήπτες ότι τα δάνειά τους μπορούν να ανακληθούν αμέσως7. Ενώ μια τέτοια πρακτική θα ήρε όντως την κατηγορία της απάτης, υπόκειται σε άλλη θεμελιώδη κριτική, διότι τέτοια χαρτονομίσματα δεν θα ήταν πια χρήματα, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή λαχειοφόρου εισιτηρίου8.

Είναι η λειτουργία του χρήματος να χρησιμεύει ως το πιο εύκολα ανταλλάξιμο και ευρύτερα αποδεκτό αγαθό, ώστε να προετοιμάσει τον ιδιοκτήτη του για άμεσες αγορές υπηρεσιών, καταναλωτικών ή παραγωγικών αγαθών, σε άγνωστες μελλοντικές ημερομηνίες. Επομένως, ό,τι μπορεί να χρησιμεύσει ως χρήμα, έτσι ώστε να μπορεί να είναι ανταλλάξιμο άμεσα σε οποιοδήποτε μελλοντικό χρονικό σημείο, πρέπει να είναι κάτι που προσφέρει ένα απόλυτο και άνευ όρων ιδιοκτησιακό δικαίωμα στον ιδιοκτήτη του. Σε έντονη αντίθεση, ο κάτοχος χαρτονομίσματος στο οποίο επισυνάπτεται ρήτρα επιλογής δεν διαθέτει τίτλο χωρίς όρους. Αντίθετα, όπως και ο κάτοχος ενός «κλασματικού εισιτηρίου στάθμευσης» (όπου πωλούνται περισσότερα εισιτήρια από τις θέσεις στάθμευσης, και οι θέσεις κατανέμονται σύμφωνα με τον κανόνα «πρώτος ερχόμενος-πρώτος εξυπηρετούμενος»), απλά δικαιούται να συμμετάσχει στην ανάληψη ορισμένων βραβείων, που συνίστανται σε υπηρεσίες μίσθωσης ιδιοκτησίας ή χρονομεριστικής μίσθωσης, σε συγκεκριμένα αγαθά, σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες. Αλλά ως δικαιώματα κλήρωσης – αντί για τίτλους άνευ όρων ιδιοκτησίας – έχουν μόνο προσωρινή υπό όρους αξία, δηλαδή μέχρι την κλήρωση και καθίστανται άνευ αξίας μόλις τα βραβεία έχουν διανεμηθεί στους κατόχους εισιτηρίων. Έτσι, θα ήταν αυστηρώς ακατάλληλα να χρησιμεύσουν ως μέσο ανταλλαγής.

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό: ότι το σύστημα κλασματικών αποθεματικών είναι οικονομικά αποδοτικό, πρέπει να επισημανθεί ότι ο White, αν και είναι αναμφισβήτητα εξοικειωμένος με τον ισχυρισμό της Αυστριακής Σχολής ότι οποιαδήποτε είσοδος χρηματοπιστωτικής επέκτασης πρέπει να οδηγήσει σε κύκλο άνθησης, πουθενά δεν αναφέρει ακόμη και το πρόβλημα των επιχειρηματικών κύκλων. Μόνο ο Selgin αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Στην προσπάθειά του να αποδείξει ότι το σύστημα κλασματικών αποθεματικών δεν προκαλεί επιχειρηματικούς κύκλους, ο Selgin έπεσε έπειτα στο βασικό Κεϋνσιανό σφάλμα της σύγχυσης της ζήτησης χρημάτων (που καθορίζεται από την χρησιμότητα των χρημάτων) και της αποταμίευσης (που καθορίζεται από την χρονική προτίμηση)9.

Σύμφωνα με τον Selgin, «το να κρατάτε μέσα τα χρήματα αποτελεί εθελοντική αποταμίευση» και κατά συνέπεια, «η αύξηση της ζήτησης για χρήματα απαιτεί αύξηση των τραπεζικών δανείων και επενδύσεων». Γιατί «κάθε φορά που μια τράπεζα επεκτείνει τις υποχρεώσεις της κατά τη διαδικασία λήψης νέων δανείων και επενδύσεων, οι κάτοχοι των υποχρεώσεων είναι οι τελικοί πιστωτικοί δανειστές και αυτό που δανείζουν είναι οι πραγματικοί πόροι που θα μπορούσαν να αποκτήσουν εάν, αντί να κρατούν χρήματα, τα ξόδευαν»10. Και βασιζόμενος σε αυτή την άποψη της κατοχής χρήματος ως να αντιπροσωπεύει την αποταμίευση και της αυξημένης ζήτησης για χρήματα ως το ίδιο πράγμα με την αυξημένη αποταμίευση, τότε ο Selgin συνεχίζει να επικρίνει τον ισχυρισμό του Mises ότι οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική επέκταση, μειώνοντας το επιτόκιο κάτω από το «φυσικό» επίπεδο, πρέπει να προκαλέσει έναν επιχειρηματικό κύκλο ως «σύγχυση». «Δεν υπάρχουν κακές συνέπειες από την έκδοση χρηματοπιστωτικών μέσων ως απάντηση σε μεγαλύτερη ζήτηση για λογαριασμούς εσωτερικών χρημάτων»11. Παρόλα αυτά η σύγχυση είναι όλη του Selgin.

Πρώτον, είναι φανερά ψευδές να πούμε ότι η κατοχή χρημάτων, δηλαδή η ενέργεια μη δαπάνης, ισοδυναμεί με αποταμίευση. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε – και αυτό θα ήταν εξίσου λανθασμένο – ότι η μη δαπάνη χρημάτων ισοδυναμεί με μη αποταμίευση. Στην πραγματικότητα, η αποταμίευση είναι μη κατανάλωση και η ζήτηση για χρήματα δεν έχει καμία σχέση με την αποταμίευση ή τη μη αποταμίευση. Η ζήτηση για χρήματα είναι η απροθυμία να αγοραστούν ή να μισθωθούν μη χρηματικά αγαθά – και αυτά περιλαμβάνουν καταναλωτικά αγαθά (σημερινά αγαθά) και κεφαλαιουχικά αγαθά (μελλοντικά αγαθά). Η μη δαπάνη χρημάτων είναι η μη αγορά ούτε καταναλωτικών αγαθών ούτε επενδυτικών αγαθών. Σε αντίθεση με τον Selgin, λοιπόν, το θέμα είναι το εξής: Τα άτομα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα νομισματικά τους περιουσιακά στοιχεία με έναν από τους τρεις τρόπους. Μπορούν να τα ξοδέψουν σε καταναλωτικά αγαθά. Μπορούν να τα ξοδέψουν για επενδύσεις. Ή μπορούν να τα κρατήσουν υπό μορφή μετρητών. Δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις. Ενώ ένα άτομο πρέπει πάντα να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τα τρία περιθώρια ταυτόχρονα, πάντοτε το αποτέλεσμα καθορίζεται από δύο διαφορετικούς και πραξεολογικά άσχετους παράγοντες. Η αναλογία κατανάλωσης / επένδυσης, δηλαδή η απόφαση για το πόσα από τα χρήματα ενός ατόμου θα δαπανηθούν για την κατανάλωση και πόσα για την επένδυση, καθορίζεται από τη χρονική προτίμηση του ατόμου, δηλαδή τον βαθμό στον οποίο προτιμά την παρούσα κατανάλωση έναντι της μελλοντικής κατανάλωσης.

Από την άλλη πλευρά, η πηγή της ζήτησης του για μετρητά είναι η χρησιμότητα που συνδέεται με τα χρήματα, δηλαδή η προσωπική ικανοποίηση που απορρέει από τα χρήματα που του επιτρέπουν άμεσες αγορές άμεσα ή έμμεσα καταναλώσιμων καταναλωτικών ή παραγωγικών αγαθών σε αβέβαιες μελλοντικές ημερομηνίες. Συνεπώς, αν η ζήτηση για χρήματα αυξάνεται ενώ το κοινωνικό απόθεμα χρημάτων μένει σταθερό, αυτή η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την μείωση στις χρηματικές τιμές των μη χρηματικών αγαθών. Η αγοραστική δύναμη του χρήματος θα αυξηθεί, η πραγματική αξία των ατομικών ταμειακών υπολοίπων θα αυξηθεί και σε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη ανά μονάδα χρήματος, η ζήτηση και η προσφορά χρήματος θα εξισορροπηθούν και πάλι. Η σχετική τιμή του χρήματος έναντι των μη χρηματικών αγαθών θα έχει αλλάξει. Αλλά αν δεν θεωρηθεί ότι άλλαξε η χρονική προτίμηση ταυτόχρονα, η πραγματική κατανάλωση και οι πραγματικές επενδύσεις θα παραμείνουν οι ίδιες με τις προηγούμενες: η πρόσθετη ζήτηση χρήματος ικανοποιείται με τη μείωση της ονομαστικής κατανάλωσης και των επενδυτικών δαπανών σύμφωνα με την ίδια προϋπάρχουσα αναλογία κατανάλωσης / επένδυσης , οδηγώντας τις τιμές των χρημάτων τόσο των καταναλωτών όσο και των παραγωγών αγαθών προς τα κάτω και αφήνοντας την πραγματική κατανάλωση και επενδύσεις σε ακριβώς τα παλιά τους επίπεδα. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι η χρονική προτίμηση θα αλλάζει ταυτόχρονα με την αυξημένη ζήτηση για χρήματα, τότε όλα είναι δυνατά.

Πράγματι, εάν οι δαπάνες μειώνονταν αποκλειστικά σε επενδυτικά αγαθά, η αυξημένη ζήτηση για χρήματα μπορούσε να συμβαδίζει με αύξηση του επιτοκίου και μείωση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων. Ωστόσο, αυτό ή το εξίσου πιθανό αντίθετο αποτέλεσμα δεν θα οφειλόταν σε αλλαγή στη ζήτηση χρήματος αλλά αποκλειστικά σε μια αλλαγή (αύξηση ή πτώση) στο χρονοδιάγραμμα χρονικής προτίμησης. Σε κάθε περίπτωση, εάν το τραπεζικό σύστημα ακολουθούσε τις συμβουλές του Selgin και εξυπηρετούσε την αυξημένη ζήτηση μετρητών με την έκδοση πιστωτικού χρήματος, ο κοινωνικός ρυθμός της χρονικής προτιμήσεως θα ήταν ψευδεπίγραφος, θα προέκυπταν υπερβολικές επενδύσεις και θα ετίθετο σε κίνηση ένας επιχειρηματικός κύκλος, καθιστώντας την πρακτική του συστήματος κλασματικών αποθεματικών δόλια και οικονομικά αναποτελεσματική.

Επιστροφή σε υγιές χρήμα

Η πρόταση του White και του Selgin για ένα σύστημα βασισμένο σε εμπορευματικό χρήμα με ανταγωνιστικές τράπεζες κλασματικών αποθεματικών – μερικού ακάλυπτου χρήματος – δεν είναι ούτε δίκαιη (και συνεπώς ο όρος «ελεύθερο τραπεζικό σύστημα» είναι ακατάλληλος) ούτε παράγει οικονομική σταθερότητα. Δεν είναι θεμελιώδης βελτίωση σε σύγκριση με τη μονεταριστική πραγματικότητα των μονοπωλιακά εκδοθέντων καθαρών ακάλυπτων νομισμάτων. Πράγματι, από μια άποψη, η πρόταση καθαρού ακάλυπτου χρήματος του Friedman περιέχει μια πιο ρεαλιστική και ορθή ανάλυση από ό,τι η πρόταση των White και Selgin, διότι ο Friedman αναγνωρίζει αυτό που αποκαλούσε «εγγενή αστάθεια του συστήματος κλασματικών αποθεματικών» και αντιλαμβάνεται ότι αυτή η έμφυτη αστάθεια ανταγωνιστικών τραπεζών κλασματικών αποθεματικών ή θα καταρρεύσει αργά ή γρήγορα σε μία «κρίση ρευστότητας» και στη συνέχεια θα οδηγήσει στο αγαπημένο καθεστώς του – ένα κυβερνητικά χορηγούμενο καθαρό ακάλυπτο νόμισμα – ούτως ή άλλως.

Μόνο ένα σύστημα καθολικού εμπορευματικού χρήματος (χρυσού), ανταγωνιστικών τραπεζών και 100% αποθεματικών τραπεζικών καταθέσεων με αυστηρό λειτουργικό διαχωρισμό δανείων και τραπεζικών καταθέσεων είναι σύμφωνο με τη δικαιοσύνη και μπορεί να εξασφαλίσει την οικονομική σταθερότητα και αντιπροσωπεύει μια πραγματική απάντηση στο τρέχον μονεταριστικό φιάσκο .

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:

  1. Δείτε συγκεκριμένα: Murray N. Rothbard, The Mystery of Banking (New York: Richardson and Synder, 1983). Ο ίδιος The Case forA 100Percent Gold Dollar (Auburn, Alabama: Ludwig von Mises Institute, 1991). Mises, Theory of Money and Credit; idem, Human Action. Επίσης Walter Block, «Fractional Reserve Banking: An Interdisciplinary Perspective,» in Man, Economy, and Liberty: Essays in Honor of Murray N. Rothbard, Walter Block and Llewellyn H. Rockwell, Jr., eds. (Auburn, Ala.: Ludwig von
    Mises Institute, 1988); J. Koch, Fractional Reserve Banking: A Practical Critque
    (Master’s thesis, University of Nevada, Las Vegas, 1992).
  2. Σχετικά με τον επιχειρηματικό κύκλο δείτε Ludwig von Mises, Geldwertstabilisierung und Konjunkturpolitik (Jena: Gustav Fischer, 1928). Ο ίδιος, Human Action, chap. 20. F. A. Hayek, Prices and Production (London: Routledge & Kegan Paul, 1931). Murray N. Rothbard, America’s Great Depression (Kansas City: Sheed & Ward, 1975).
  3. Mises, Theory of Money and Credit, σελ. 263 ff.
  4. Lawrence White, Competition and Currency (New York: New York University Press, 1989). George Selgin, The Theory of Free Banking (Totowa, N.J.: Rowman & Littlefield, 1988)
  5. Για μία κριτική στους White and Selgin ως παρερμηνευτές της βασικής θεωρίας χρήματος του Mises δείτε Joseph Salerno, «The Concept of Coordination in Austrian Macroeconomics», στο Austrian Economics: Perspectives on the Past and Prospects for the Future, Richard Ebeling, ed. (Hillsdale, Mich.: Hillsdale College Press, 1991). Του ιδίου «Mises and Hayek Dehomogenized,» Review of Αustrian Εconomics 6, no. 2 (1993): 113-46.
  6. White, Competition and Currency, σελ. 156, επίσης σελ. 55-56. George Selgin, «ShortChanged in Chile: The Truth about the Free-Banking Episode», Austrian Economics Newsletter (Winter/Spring, 1990):5.
  7. White, Currency and Competition, σελ. 157. Selgin, The Theory of Free Banking, σελ. 137.
  8. Block, «Fractional Reserve Banking: An Interdisciplinary Perspective,» σελ. 30
  9. Rothbard, America’s Great Depression, σελ. 39-43. Hans-Hermann Hoppe, «Theory of Employment, Money, Interest, and the Capitalist Process: The Misesian Case Against Keynes», στο The Economics and Ethics of Private Property, Hoppe, ed. (Boston: Kluwer, 1993), σελ. 119-20, 137-38.
  10. Selgin,The Theory of Free Banking, σελ. 54-55.
  11. Ομοίως, σελ 61-62