Οι συνέπειες της απουσίας ελεύθερης αγοράς ανθρωπίνων οργάνων

0
469
Είκοσι χρόνια πριν, ο αριθμός των οργάνων ήταν περίπου ο ίδιος. Παρά τις τεράστιες δαπάνες και την πρόοδο στην υγειονομική περίθαλψη, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί και όσοι έχουν ανάγκη για μεταμόσχευση είναι σε χειρότερη θέση.

Επικρατεί η άποψη, πως η αγοραπωλησία οργάνων προς μεταμόσχευση, αποτελεί ηθικά αποκρουστικό θέμα, καθώς κατά κάποιο τρόπο δεν είναι «δίκαιο» να επιλέξουμε την λύση της αγοράς, διότι κάτι τέτοιο θα συνεπάγετο ότι μόνο οι πλουσιότεροι θα είχαν πρόσβαση σε αυτήν.

Πρώτη δημοσίευση Μάρτιος 2018

Του Ευθύμη Μαραμή

Τι ισχύει σήμερα με τη μεταμόσχευση νεφρού

Οι κακές κυβερνητικές πολιτικές, οδηγούν τα κόστη σε μεγάλες αποκλίσεις από ο,τι θα ίσχυε, όταν αποσυνδέουν την προσφορά από την ζήτηση. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τομείς αυτού του φαινομένου, είναι η περίπτωση των πωλήσεων οργάνων. Η πώληση οργάνων είναι παράνομη στην Ελλάδα όπως και στις περισσότερες χώρες σε όλο τον κόσμο. Το 2016 έγιναν μόλις 75 μεταμοσχεύσεις νεφρού από πτωματικό δότη και άλλες 49 από ζώντα δότη ενώ υπήρχαν 1200 άνθρωποι σε λίστα αναμονής. Αυτό μεταφράζεται σε ένα σιωπηρό χρόνο αναμονής 10 ετών για να ληφθεί  ένας νεφρός.

Ούτε υπάρχει βελτίωση σε σχέση με την πρόσφατη ιστορία. Είκοσι χρόνια πριν, ο αριθμός των οργάνων ήταν περίπου ο ίδιος. Παρά τις τεράστιες δαπάνες και την πρόοδο στην υγειονομική περίθαλψη, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί και όσοι έχουν ανάγκη για μεταμόσχευση είναι σε χειρότερη θέση.

Όταν η προσφορά περιορίζεται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση με το νομικό πλαίσιο που απαγορεύει τις πωλήσεις οργάνων, αναπτύσσεται μαύρη αγορά για να παρέχει το αγαθό σε έλλειψη. Δυστυχώς, η δωρεά οργάνων δεν είναι τόσο απλή υπόθεση και αυτό είναι λυπηρό καθώς το ανθρώπινο σώμα παρέχει αντιστοιχία για τα περισσότερα εκ των σημαντικότερων οργάνων μας, για την περίπτωση που κάτι πάει στραβά. Θα μπορούσαμε να δωρίσουμε (ή να πωλήσουμε) έναν εφεδρικό νεφρό, ένα μέρος του ήπατος, έναν πνεύμονα ή ακόμη και ένα μάτι σε κάποιο/α που τα έχει ανάγκη, έχοντας τη δυνατότητα να συνεχίσουμε να ζούμε μια μακρά και υγιή ζωή. Αλλά η πώληση απαγορεύεται από τον νόμο. Χωρίς μαύρη αγορά για να εκκαθαριστεί η αγορά, όσοι έχουν ανάγκη για μεταμόσχευση, βιώνουν πόνο και αγωνία ή πεθαίνουν νωρίτερα από ότι θα συνέβαινε διαφορετικά.

Τα οικονομικά κόστη

Εκτός από την θλίψη και τον πόνο, είναι κρίμα διότι προκαλείται επίσης μεγάλο οικονομικό κόστος. Οι μαύρες αγορές που υφίστανται σε όλο τον κόσμο, μας δείχνουν πως τα μοσχεύματα δεν είναι πολύ ακριβά. Τουλάχιστον, τα κόστη τους δεν σχετίζονται με το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης για την υποστήριξη των ανθρώπων που την έχουν ανάγκη σήμερα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας , ένας νεφρός κοστίζει περίπου 20.000 δολάρια στην Ινδία, 40.000 δολάρια στην Κίνα και περίπου 160.000 δολάρια στο Ισραήλ. Το 2012 ένας Έλληνας προσέφερε τον δικό του νεφρό για 100.000 € αν και τελικά δεν ολοκλήρωσε την πώληση.

Αυτές οι τιμές μπορεί να φαίνονται υψηλές, αλλά εξετάστε την εναλλακτική. Το ετήσιο κόστος της αιμοκάθαρσης είναι περίπου 60.000 €, όπως επισημαίνει ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Νεφροπαθών. Αν τα πολλαπλασιάσουμε με τον μέσο όρο 10 χρόνων αναμονής για έναν νέο νεφρό, μας κάνει 600.000 €. Σκεπτόμενοι παράλληλα την αναχαίτιση του πόνου και της αγωνίας, τα κόστη των νεφρών για μεταμόσχευση στη μαύρη αγορά, φαντάζουν ελάχιστα.

Στην παρούσα φάση, ένα θετικό αλλά πολύ ελάχιστο βήμα, έκανε η Ισπανία το 2010. Στη Μαδρίτη δημιουργήθηκε το πρώτο «χρηματιστήριο» ανταλλαγής ανθρωπίνων οργάνων στην Ευρώπη, με σκοπό να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις μοσχευμάτων. Το σπουδαίο με την παρουσία ανταλλαγής οργάνων και σχετικών τιμών αγοράς, είναι ότι απλοποιεί πολύ τη διαδικασία επιλογής. Οι αγοραστές μπορούν εύκολα να καθορίσουν το κόστος ευκαιρίας τους για να δουν αν θα ήθελαν να προβούν σε αγορά, οι πωλητές μπορούν να κρίνουν αν αξίζει τον χρόνο τους να προμηθεύσουν ένα αγαθό και το καλύτερο από όλα, η προσφορά ικανοποιεί τη ζήτηση – χωρίς ελλείψεις ή πλεονάσματα. Ωστόσο, η  ανταλλαγή ομοιάζει με τον αντιπραγματισμό και όπως γνωρίζουμε, ο αντιπραγματισμός είναι πάντα ένας αναποτελεσματικός τρόπος να οργανωθούν συναλλαγές.

Στην πραγματικότητα, η τιμή ενός νεφρού δεν χρειάζεται να είναι τόσο υψηλή όσο ίσως φαντάζεται κάποιος, για να εκκαθαριστεί η αγορά, υπό την προϋπόθεση πως υπάρχει νόμιμη αγορά. Περίπου 15.000 με 10.000 € θα ήταν η μέση τιμή. Στο Ιράν, τη μόνη χώρα στον κόσμο όπου κάποιος μπορεί νομίμως να αγοράσει ή να πουλήσει νεφρό, η τιμή είναι περίπου 4.000 $ και η λίστα αναμονής είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η Σιγκαπούρη και η Αυστραλία έχουν χαλαρώσει πρόσφατα τις κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με τις πωλήσεις οργάνων για να προσεγγίσουν αυτά τα αποτελέσματα, τα οποία είναι απολύτως φυσιολογικά σε άλλα είδη αγορών – μηδενική αναμονή και χαμηλό κόστος – αλλά φαίνονται αξιοθαύμαστα σε όσους είναι ανενημέρωτοι σχετικά με την αγορά οργάνων.

Οι φτωχοί και οι αδύναμοι είναι τα μεγαλύτερα θύματα του κράτους

Στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε σε εκτενείς ηθικές κρίσεις. Ο συντάκτης της σελίδας Μιχάλης Γκουντής έχει σκιαγραφήσει το δεοντολογικό σκέλος της αγοραπωλησίας ανθρώπινων οργάνων στο πλαίσιο του Λιμπερταριανισμού.

Επικρατεί η άποψη, πως η αγοραπωλησία οργάνων προς μεταμόσχευση, αποτελεί ηθικά αποκρουστικό θέμα, καθώς κατά κάποιο τρόπο δεν είναι «δίκαιο» να επιλέξουμε την λύση της αγοράς, διότι κάτι τέτοιο θα συνεπάγετο ότι μόνο οι πλουσιότεροι θα είχαν πρόσβαση σε αυτήν. Αυτή είναι μια εσφαλμένη οπτική.  Ποιος λαμβάνει ταχεία θεραπεία σήμερα; Στις αγορές όπου οι τιμές ελέγχονται για να εξασφαλιστεί ότι οι φτωχοί και οι λιγότερο τυχεροί θα έχουν ίση πρόσβαση σε αυτά τα είδη αγαθών και υπηρεσιών, οι φτωχοί και οι λιγότερο τυχεροί, παραδόξως, είναι αυτοί που εξυπηρετούνται λιγότερο . Αυτό συμβαίνει γιατί οι τιμές οδηγούνται υψηλότερα από ο, τι θα ίσχυε διαφορετικά, κάτι που επιδεινώνει το πρόβλημά των φτωχών και λιγότερο τυχερών. Αυτοί που έχουν τα μεγαλύτερα μέσα για να αναζητήσουν λύσεις στη μαύρη αγορά ή να προσπεράσουν  την λίστα αναμονής, είναι όσοι έχουν οικονομική άνεση ή διαπλέκονται με πολιτικούς.

Οι κανονιστικές ρυθμίσεις δεν περιπλέκουν απλώς τις ζωές μας άσκοπα, αλλά καθίστανται ενίοτε και σε ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια από τις μεγαλύτερες συνεισφορές του Ludwig von Mises, αποτέλεσε το έργο του Α Critique of Interventionism. Δημοσιεύτηκε αρχικά στη γερμανική γλώσσα το 1929 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1977, συνοψίζοντας τη θέση του ως εξής:

«Σε ένα καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η απομονωμένη παρεμβατικότητα αποτυγχάνει να επιτύχει αυτό που ήλπιζαν οι σχεδιαστές της. Η κρατική παρεμβατικότητα δεν είναι απλά άχρηστη, αλλά εντελώς ακατάλληλη επειδή επιδεινώνει το «κακό» που επιθυμούσε να βελτιώσει… Εάν η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να εκτονώσει την κατάσταση, αποσύροντας την παρέμβασή της και αίροντας τον έλεγχο των τιμών, το πρώτο της βήμα ακολουθείται απαραίτητα και από άλλα.»

Εν ολίγοις, η παρεμβατικότητα επιφέρει επιπλέον παρεμβατικότητα. Το χάος που βλέπουμε σήμερα στην υγειονομική περίθαλψη, δεν έχει καμία σχέση με την υγειονομική περίθαλψη καθαυτή. Έχει να κάνει με το κάκιστο νομικό πλαίσιο και τις κανονιστικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τις επιλογές των καταναλωτών. Εάν το κράτος επιθυμεί να περιορίσει το οικονομικό κόστος και να ανακουφίσει τον ανθρώπινο πόνο, θα ήταν προτιμότερο να να εξαλείψει αυτές τις περιττές παρεμβάσεις, αντί να σπαταλά περισσότερα χρήματα.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.