Η ελευθερία της αγοράς μπορεί να μειώσει τη φτώχεια και όχι το κράτος

0
633
Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούν να καταπολεμήσουν τη φτώχεια. Η αγορά μπορεί.

Η πρόχειρη αντίδραση πολλών υπερασπιστών των ελεύθερων αγορών, είναι απλώς να αρνηθούν ότι υπάρχει πολύ ή καθόλου φτώχεια ή ότι αν οι φτωχοί προσπαθήσουν λίγο πιο πολύ, ή δεν είναι «τεμπέληδες», θα πάψουν να είναι φτωχοί

του Ευθύμη Μαραμή

Εισαγωγή

Συζητώντας για τη φτώχεια ως υποστηρικτής των ελεύθερων αγορών, είναι μια δύσκολη υπόθεση στον σημερινό κόσμο. Αν κάποιος αντιμετωπίζει σοβαρά τη φτώχεια και εντοπίζει πραγματικά τα δεινά των φτωχών, συχνά υποτίθεται ότι πρέπει να υποστηρίζει κυβερνητικές «λύσεις» για το πρόβλημα. Η πρόχειρη αντίδραση πολλών υπερασπιστών των ελεύθερων αγορών, είναι απλώς να αρνηθούν ότι υπάρχει πολύ ή καθόλου φτώχεια ή ότι αν οι φτωχοί προσπαθήσουν λίγο πιο πολύ, ή δεν είναι «τεμπέληδες», θα πάψουν να είναι φτωχοί.

Αυτό το είδος αντίδρασης είναι φυσιολογικό για εκείνον που βρίσκεται υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι δυτικές οικονομίες είναι οικονομίες ελεύθερης αγοράς. Υποτίθεται πως, εφόσον η αμερικανική και οι Ευρωπαϊκές οικονομίες είναι τόσο ελεύθερες και γεμάτες από ευκαιρίες, δεν δικαιολογείται στην πραγματικότητα η ύπαρξη φτωχών.

Σοβαρή και επαρκής κατανόηση για συμπαγή επιχειρηματολογία

Αλλά, φυσικά, οι δυτικές οικονομίες δεν είναι καν ως επί το πλείστον ελεύθερες οικονομίες, με εξαίρεση ορισμένες Ευρωπαϊκές (για παράδειγμα Ιρλανδία, Ελβετία, Εσθονία) και κάποιες παραδοσιακά καπιταλιστικές Ασιατικές οικονομίες (Σιγκαπούρη, Χογκ Κονγκ). Ολόκληρος ο χρηματοπιστωτικός τομέας επιχορηγείται σε μεγάλο βαθμό και ρυθμίζεται ασφυκτικά. Το ρυθμιστικό κόστος που επιβάλλεται στις μικρές επιχειρήσεις είναι τεράστιο. Το εμπόριο όλων των τύπων ρυθμίζεται και πολλά αγαθά απαγορεύονται εντελώς. Οι νομοθεσίες για κατώτατους μισθούς, καθιστούν πολλές εργασίες εισόδου στην αγορά απασχόλησης ως παράνομες και κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει ανθρώπους με το αυτοκίνητο του έναντι αμοιβής χωρίς να αντιμετωπίσει μια σειρά κυβερνητικών κανονισμών και κυρώσεων.

Με όλα αυτά τα βαρίδια δεμένα γύρω από τους λαιμούς των φτωχών και των χαμηλής ειδίκευσης εργαζομένων, είναι λίγο παράλογο να δηλώνουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει απλώς να προσπαθήσουν σκληρότερα. Ίσως προσπάθησαν και η κυβέρνηση τους έστειλε το μήνυμα δυνατά και καθαρά: «απλά παράτα τα, έχουμε χαρακτηρίσει όλα όσα στα οποία είσαι εξειδικευμένος ως παράνομα».

Ναι, είναι αλήθεια ότι, στο βαθμό που οι αγορές εξακολουθούν να είναι ελεύθερες, έχουν οδηγήσει σε μια αφθονία των ανέσεων που ακόμη και οι φτωχοί μπορούν να αντέξουν οικονομικά: κλιματισμό, τηλεόραση, οικιακές συσκευές, κινητά τηλέφωνα και πολλά άλλα. Αλλά ταυτόχρονα, θα ήταν λάθος να πούμε «έχουν αρκετά», όταν θα μπορούσε να υπάρξει ακόμα μεγαλύτερη αφθονία, αν οι φτωχοί είχαν απλώς την ελευθερία να εργαστούν και να έχουν τις δικές τους επιχειρήσεις χωρίς να εξυπηρετούν μια πληθώρα κυβερνητικών απαιτήσεων και κανονισμών που συχνά αποτελούν ανυπέρβλητο κόστος ευκαιρίας.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ώστε η στροφή προς μεγαλύτερη ελευθερία της αγοράς, να ανοίξει άμεσα ένα ολόκληρο καινούριο κόσμο σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος και ανειδίκευτους εργαζόμενους.

Κατάργηση του βασικού μισθού

Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους παράγοντες, δεδομένου ότι καθιστά τις θέσεις εργασίας παράνομες για τους πιο ανειδίκευτους εργαζομένους και πλήττει σκληρότερα τους φτωχούς. Όπως εξηγείται, η πρωταρχική επίδραση του κατώτατου μισθού είναι να καταστούν οι εργαζόμενοι με τη χαμηλότερη εξειδίκευση νόμιμα άνεργοι. Με άλλα λόγια, εάν ο ελάχιστος μισθός είναι 5 ευρώ ανά ώρα και ένας εργαζόμενος παράγει μόνο 3 ευρώ αγαθών, ή υπηρεσιών ανά ώρα, δεν θα προσληφθεί ποτέ. Φυσικά, με χαμηλή εξειδίκευση, ένας μη παραγωγικός εργαζόμενος (με την οικονομική έννοια του όρου) γίνεται πιο παραγωγικός μέσω της επαγγελματικής εμπειρίας.

Αλλά με τον κατώτατο μισθό σε ισχύ, πώς να αποκτήσει ο εργαζόμενος την πρώτη του επαφή με την μισθωτή απασχόληση; Ως αποτέλεσμα, πολλοί εργαζόμενοι που εγκλωβίζονται σε αυτή τη ρυθμιστική παγίδα, γίνονται μακροπρόθεσμα δικαιούχοι κοινωνικών επιδομάτων ή απευθύνονται στη μαύρη αγορά όπου χαρακτηρίζονται εγκληματίες από το νομικό σύστημα.

Κατάργηση ασφαλιστικών εισφορών και φόρου εισοδήματος

Ακόμη και οι μισθωτοί χαμηλού εισοδήματος καταβάλλουν φόρους επί του εισοδήματος τους. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά φόροι εισοδήματος που πηγαίνουν κατευθείαν στο γενικό ταμείο. Οι δημοφιλείς ισχυρισμοί ότι το ήμισυ της χώρας δεν πληρώνει φόρους εισοδήματος, δεν είναι τίποτα περισσότερο από φτηνό λαϊκισμό του κράτους (οι μόνοι που δεν πληρώνουν εισφορές ασφάλισης είναι οι κρατικοί υπάλληλοι). Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι φόροι εισοδήματος, και όλοι γνωρίζουμε ότι το κράτος αποσπά ένα μεγάλο κομμάτι από όλα τα επίπεδα του εισοδήματος μας. Ενδεχομένως κάποιος να αντιδράσει επί τούτου, υποστηρίζοντας πως οι εισφορές είναι ανταποδοτικές, όμως αυτό δεν είναι αλήθεια σε καμία αναλυτική περίπτωση. Το ασφαλιστικό σύστημα, είναι σύστημα πυραμίδα το οποίο έχει κλείσει τον κύκλο του και, πλέον, μεταφέρει αμύθητα ποσά από την νέα γενιά προς τις παλαιότερες.

Έτσι, ακόμη και οι φτωχοί πληρώνουν φόρους για να χρηματοδοτήσουν τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, των ασφαλιστικών ταμείων και διάφορα άλλα προγράμματα διάσωσης φαλιρισμένων οργανισμών. Σαν αυτή η προσβολή να μην είναι αρκετή, τότε οι κυβερνήσεις βλάπτουν τους φτωχούς περαιτέρω μέσω των κεντρικών τραπεζών που τους τιμωρούν για τις πενιχρές τους αποταμιεύσεις.

Κατάργηση κεντρικών τραπεζών

Οι κεντρικές τράπεζες, έχουν λειτουργήσει τις τελευταίες δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό για να μειώσουν τα επιτόκια και να υποτιμήσουν ως εκ τούτου το νόμισμα.Οι κεντρικές τράπεζες – εκτός από το ότι είναι υπεύθυνες για τους άγριους επιχειρηματικούς κύκλους άνθισης – κρίσης – υπήρξαν το κλειδί για τη διάσωση τεράστιων «too big to fail» αποτυχημένων επιχειρήσεων, κυβερνήσεων, τραπεζών και διευκόλυναν τις υπερμεγέθεις κυβερνητικές δαπάνες για πάσης φύσεως σπατάλες, διαφθορά και καταστροφή της κοινωνικής ευημερίας. Το αν τα χρηματικά ποσά που παρέχονται σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος μέσω κρατικών κοινωνικών προγραμμάτων, αντισταθμίζονται από τα ποσά των χρημάτων που απορροφώνται από αυτά – υπό την μορφή υποτιμημένων χρημάτων και αρνητικών επιτοκίων στις αποταμιεύσεις χαμηλού εισοδήματος – απομένει να το δούμε.

Αυτό που γνωρίζουμε, είναι ότι η δέσμευση των κεντρικών τραπεζών για χαμηλά επιτόκια, κατέστησε σχεδόν αδύνατη την εξοικονόμηση χρημάτων μέσω λογαριασμών ταμιευτηρίου και άλλων παραδοσιακών επενδύσεων χαμηλού κινδύνου. Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δυνατό να βρεθούν χρήματα σε ένα λογαριασμό ταμιευτηρίου τα οποία ελάμβαναν ένα αξιοσέβαστο ποσό τόκων, ή τουλάχιστον κέρδιζαν από ένα επιτόκιο που ξεπερνούσε τον πληθωρισμό. Αυτό ασφαλώς δεν είναι δυνατό σήμερα. Αν είναι κάποιος φτωχός και προσπαθήσει να έχει οποιεσδήποτε επιστροφές από ένα λογαριασμό αποταμίευσης ή προθεσμιακές καταθέσεις, θα έχει ελάχιστα η καθόλου οφέλη. Οι αποταμιεύσεις χάνουν την αξία σε πραγματικούς όρους συνεχώς.

Αν αναλογιστεί κάποιος και τις κατασχέσεις λογαριασμών για «οφειλές» προς το κράτος (οφειλές κατασκευασμένες με δυσθεώρητους φόρους) καλύτερα να κρατήσουμε τα χρήματα στο στρώμα μας – όπου τα χρήματά θα χάνουν επίσης συνεχώς την αξία τους, αλλά μπορεί να σωθούν από την κρατική αρπαγή. Οι άνθρωποι με περισσότερα χρήματα είναι σε θέση να προσλαμβάνουν χρηματοοικονομικούς συμβούλους και μεσίτες χρηματιστηριακών εταιρειών και να αντιμετωπίζουν καλύτερα μια πληθωριστική οικονομία όπως αυτή που επικρατεί σήμερα. Οι φτωχοί, ωστόσο, είναι αβοήθητοι σε αυτό.

Πλήρης απελευθέρωση των μικρών επιχειρήσεων

Η έναρξη μικρών επιχειρήσεων είναι συχνά ο προτιμότερος τρόπος για του χαμηλού εισοδήματος εργαζομένους να βρουν εργασία και να δημιουργήσουν κάποιο κεφάλαιο. Οι μικρές επιχειρήσεις συχνά προσφέρουν ευελιξία και απασχόληση για άτομα που δεν είναι ελκυστικά σε μεγαλύτερες καθιερωμένες επιχειρήσεις. Ενώ οι μισθοί και τα εισοδήματα που συνδέονται με τις μικρές επιχειρήσεις είναι συχνά χαμηλότερα από ό, τι σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πολλοί προσανατολίζονται σε μικρές επιχειρήσεις, επειδή αυτές προσφέρουν πολλά μη χρηματικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων τύπων εισοδήματος.

Οι κυβερνήσεις επιχειρούν να συντρίψουν τις μικρές επιχειρήσεις σε καθημερινή βάση. Κάθε ιδιοκτήτης μικρής επιχείρησης πρέπει να ασχολείται με μια πληθώρα κυβερνητικών υπηρεσιών από τις περίπλοκες και αμέτρητες επιβαρύνσεις στην εφορία (τέλη επιτηδεύματος, εισφορές αλληλεγγύης, προκαταβολές φόρου κ.α.), τον δυσβάστακτο ΕΦΚΑ, τα επιμελητήρια και πολλές άλλες εξειδικευμένες γραφειοκρατίες. Κάθε νέος κανονισμός και κάθε νέος φόρος, καθιστά πιο δύσκολο για έναν ιδιοκτήτη μικρής επιχείρησης να προσφέρει μισθοδοσία και να αποκομίσει κέρδος. Τα κίνητρα για επιχειρηματικότητα συνεχώς μειώνονται. Ποιος ο λόγος κάποιος να ανοίξει επιχείρηση, να επενδύσει τις αποταμιεύσεις του, όταν θα βρεθεί από την πρώτη μέρα λειτουργίας του χρεωμένος στο κράτος; Θα προτιμήσει να γίνει υπάλληλος, ανεβάζοντας την προσφορά εργασίας στον εκάστοτε τομέα και με τη ζήτηση να μένει ίδια, τα μεροκάματα και οι μισθοί θα μειωθούν. Το καθαρό αποτέλεσμα, φυσικά, είναι να περιορίζεται η ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων και να περιορίζεται ο αριθμός τους. Η μείωση του ανταγωνισμού μειώνει τότε τα οφέλη τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους μισθωτούς στις κοινότητες όπου οι επιχειρήσεις αυτές είναι πιθανό να ανθίσουν – στις κοινότητες χαμηλού εισοδήματος.

Οι κυβερνήσεις, δυστυχώς, διασφαλίζουν ότι μόνο μεγάλες κεφαλαιοποιημένες εταιρείες μπορούν να αντέξουν οικονομικά να ανοίξουν νέες επιχειρήσεις, να έχουν φορολογικές ελαφρύνσεις και, ακόμα, να διασώζονται και να αποφεύγουν την τιμωρία όταν χρεοκοπούν, συνήθως εις βάρος των μικρών προμηθευτών τους.

Αφήστε ήσυχους τους φτωχούς και κάθε άνθρωπο

Παντού, όπου παρεμβαίνει η κυβέρνηση για να «βοηθήσει», δεν προκύπτουν περισσότερες επιλογές αλλά λιγότερες. Δεν βρίσκουμε περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά λιγότερες. Θέλεις να ξεκινήσεις τη δική σου υπηρεσία ταξί; Ξέχασε το, αν δεν λάβεις όλες τις ισχύουσες (και εξαιρετικά δαπανηρές) κυβερνητικές άδειες. Θέλεις να κάνεις μια καντίνα, ένα υπαίθριο σταντ πώλησης σε λαϊκή; Ξέχασε το αν δεν πληροίς τις αυστηρές κυβερνητικές προϋποθέσεις. Θέλεις να βρεις μια δουλειά για τον έφηβο γιο σου χωρίς εξειδίκευση με δύο ευρώ την ώρα; Λυπούμαστε, αυτό είναι παράνομο επίσης. Χρειάζεσαι ένα δάνειο, αλλά είσαι υψηλού κινδύνου δανειολήπτης; Λυπούμαστε αλλά δεν μας επιτρέπεται να χρεώσουμε υψηλά επιτόκια, είναι «τοκογλυφία».

Μας λένε καθημερινά ότι η μόνη λύση για την καταπολέμηση της φτώχειας είναι το κοινωνικό κράτος, η κυβερνητική ρύθμιση, ο κεντρικός σχεδιασμός, τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα και η λιγότερη ελευθερία.

Η αληθινή λύση, ωστόσο, βρίσκεται στην ελευθερία της αγοράς και στην αποκρατικοποίηση. Στην πρόσβαση των φτωχών στην ελεύθερη επιχειρηματικότητα η οποία παρεμποδίζεται από κυβερνητικά διατάγματα. Τόσοι πολλοί εργαζόμενοι στρέφονται προς τις μαύρες αγορές και τις χαμηλού μισθού ημι-νόμιμες εργασίες επειδή αυτό είναι το μόνο ανοιχτό πεδίο για αυτούς. Είναι απλώς παράνομο να βρουν απασχόληση που τους επιτρέπει να διατηρήσουν το εισόδημα τους, ή να ιδρύουν και να συντηρήσουν μικρές επιχειρήσεις.

Περιττό να πούμε ότι αυτές οι επιθέσεις στην ελευθερία της αγοράς, δεν βοηθούν κανέναν άλλο παρά τους πολιτικούς. Τολμούν και μας λένε για «κοινωνικό αποκλεισμό» όταν αυτοί έχουν οδηγήσει εκατομμύρια Ελλήνων στην απομόνωση της μαύρης εργασίας λες και είναι εγκληματίες. Όταν έχουν καταδικάσει άλλους τόσους να είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους αδυνατώντας να ξεμυτίσουν ακόμα και για έναν καφέ.  Αυτοί επιθυμούν να μοιράζουν «βασικά εισοδήματα», επιδόματα και να διορίζουν σε αναξιολόγητους οργανισμούς της κρατικής γραφειοκρατικής μηχανής. Έτσι, διατηρούν εξαρτημένη την κοινωνία και, ως εκ τούτου, την κομματική τους πελατεία.

Φυσικά, ο κ. Μητσοτάκης συμφωνεί με τον σοσιαλιστή κ. Τσίπρα. Αυτός είναι ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα αυτήν την στιγμή.

 

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.



Διαβάστε περισσότερα: