Η προέλευση του Φασισμού και οι σοσιαλιστικές του ρίζες

0
803
Φασισμός
Ο Μπενίτο Μουσολίνι

Η πρώτη συστηματική αριστερή και εθνικιστική αντίδραση ενάντια στην κομμουνιστική λαίλαπα που προερχόταν από την Μόσχα ήρθε από την Ιταλία. Ήταν ο Φασισμός και είχε ξεκάθαρα σοσιαλιστικές ρίζες

του Erik von Kuehnelt-Leddihn
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Από τον Μαρξισμό στον Φασιστικό Εθνικισμό

Η πρώτη συστηματική αριστερή και εθνικιστική αντίδραση ενάντια στην κομμουνιστική λαίλαπα που προερχόταν από την Μόσχα ήρθε από την Ιταλία. Ήταν ο Φασισμός και είχε ξεκάθαρα σοσιαλιστικές ρίζες. Τα fasces ήταν το Ρωμαϊκό σύμβολο της εξουσίας και επανεμφανίστηκαν στα σύμβολα της Γαλλικής Δημοκρατίας και την αμερικανική δεκάρα σε μεταγενέστερη φάση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τα fasci (κομπόδεμα από κλαδιά, σύνδεσμοι) εργατών, τα περίφημα fasci dei lavoratori, δημιουργούσαν επεισόδια κυρίως στη Σικελία, αλλά επίσης και σε μέρη της Τασκανίας. Είχαν εμποτιστεί με ρομαντικές σοσιαλιστικές ιδέες και μόνο με τη βία μπορούσαν να κατευναστούν.

Ο θεμελιωτής του Φασισμού σε αυτόν τον αιώνα ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο γιος ενός Ιταλού σοσιαλιστή μεταλλουργού, ο οποίος είχε δύο γιους: ο μεγαλύτερος ονομαζόταν Μπενίτο (όχι όμως από το ιταλικό Μπενεντίτο) εκ του Μπενίτο Χουάρες, τον Ινδο-Μεξικανό που υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ, είχε νικήσει και μετά εκτελέσει τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Φέρντιναντ Ζοζέφ, έναν Αψβούργο και αδερφό του Φρανζ Ζοζέφ. O νεότερος Μουσολίνι βαφτίστηκε Αρνάλντο από τον Αρνάλντο της Μπρέσια, έναν επαναστάτη κληρικό που αντέδρασε ενάντια στα πλούτη και την εξουσία του Πάπα. Ο νέος Μπενίτο Μουσολίνι ήταν επίσης ένας φανατικός σοσιαλιστής και ξεκίνησε, όπως και η μητέρα του, να γίνει δάσκαλος. Αργότερα, πήγε στον Ελβετία για να παρακολουθήσει μαθήματα φιλολογίας στα πανεπιστήμια της Λωζάνης και της Γενεύης ενώ έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας ως οικοδόμος. Είχε τρεχάματα με την αστυνομία, είχε φυλακιστεί προσωρινά και αργότερα πήγε στο Τρεντ, μετά στην Αυστρία, όπου εργάστηκε για δύο ιταλόφωνες εφημερίδες ως δημοσιογράφος, οι οποίες είχαν σοσιαλιστικές τάσεις. Απέκτησε την πεποίθηση ότι ο τοπικός πληθυσμός, παρόλο που ήταν εθνοτικά Ιταλικός κατά μεγάλη πλειοψηφία, προτιμούσε της Αυστριακή ηγεσία, και, λόγω θρησκευτικών επιρροών, μισούσε την ιδέα του να ενταχθεί στην Ιταλία. Ο Μουσολίνι επίσης θεωρούσε την Αυστριακή διοίκηση ανώτερη από αυτήν στη χώρα του. 1

Ο μελλοντικός duce de fascismo (ντούτσε του φασισμού) εκμεταλλεύτηκε την παραμονή του για να μελετήσει Γερμανικά αρκετά ενδελεχώς, αλλά τελικά αποβλήθηκε από τις Αυστριακές αρχές εξαιτίας της ύποπτης εθνικιστικής και αλυτρωτικής προπαγάνδας του. Πίσω στην Ιταλία, ο Μουσολίνι έγινε προπαγανδιστής ενάντια στον Ιταλικό πόλεμο εναντίον της Τουρκίας για την Τρίπολη (πρώην Λιβυκή επαρχία). Σαν καλός σοσιαλιστής ο νεαρός Μουσολίνι τον θεωρούσε ως έναν ιμπεριαλιστικό επιθετικό πόλεμο. Το 1913 εξέδωσε ένα βιβλίο στη Ρώμη, καρπός ορισμένων επαφών με Τσέχους εθνικιστές στο Τρεντ. Το βιβλίο ονομαζόταν «Giovanni Hus, if ver’idico» (Ιωάννης Χους ο Ειλικρινής). Ήταν κακογραμμένο, έδειχνε μία αντι-καθολική προκατάληψη (όπως έδειχνε και το μόνο του μυθιστόρημα «The Cardinal’s Mistress»), αλλά ήταν περισσότερο πολιτικό παρά θρησκευτικό. Στην πραγματικότητα, ο Μουσολίνι έδειχνε να ελκύεται στα νεανικά του χρόνια από τους ανορθόδοξους σοσιαλιστές όπως τον Σορέλ και αναρχικών, όπως τον Πρίγκηπα Κροπότκιν. 2

Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τον Μουσολίνι ήταν το δημοφιλές κίνημα που είχε ξεσπάσει μετά το κάψιμο του Χους στην πυρά το 1415 – ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα στην ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας. Οι πιο μετριοπαθείς οπαδοί του Χους, σύντομα συμφιλιώθηκαν με την Εκκλησία και τους δόθηκαν παραχωρήσεις για τις ιεροτελεστίες τους, ενώ οι Ταμπορίτες, η ριζοσπαστική πτέρυγα, αγκάλιασαν τις ακραίες θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές προτάσεις. Στο κίνημα των Ταμποριτών (που αποκαλείται έτσι από τη νεοϊδρυθείσα οχυρή πόλη του Ταμπόρ στη Βοημία), ο εθνικισμός («εθνισμός»), η δημοκρατία και οι διάφορες σοσιαλιστικές τάσεις ενώθηκαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη με μια νέα σύνθεση. Ήταν προφανές ότι ένα τέτοιο βίαιο κολεκτιβιστικό και ταυτοτικό ρεύμα αντιμετώπισε αμέσως την ισχυρότερη αντιπολίτευση της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία είναι υπερεθνική, αναγνώριζε πάντοτε την αρχή της προσαρμοστικότητας ενάντια σε όλες τις εγκαλιταριανές μανίες και έχει μακρά παράδοση πατριαρχισμού, ως σεβασμού προς την πατρική φιγούρα. 3

Οι Tαμπορίτες διεξήγαγαν βίαιους φυλετικούς ιδεολογικούς πολέμους όχι μόνο στα εδάφη του Βασιλείου του Αγίου Γουένσελας (Βοσνία, Μοραβία, Σιλεσία), αλλά και στις γύρω περιοχές – Αυστρία, Σαξονία, Άνω Ουγγαρία. Όλοι τους φοβόντουσαν για την απόλυτα απάνθρωπη στάση τους. Για την τάση τους να σκοτώνουν όλους τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά στις πόλεις που κατακτούσαν. Για το απεριόριστο μίσος τους για οτιδήποτε Γερμανικό. Στην Κομοτάου, για παράδειγμα, όλοι οι άνδρες σφαγιάστηκαν – εκτός από τριάντα που έπρεπε να θάψουν τους άλλους. 4 Οι γυναίκες των Χουσίτων ήταν εντελώς «χειραφετημένες» και χειρότερες από τους άνδρες στη διάπραξη βίαιων πράξεων – εναντίον άλλων γυναικών. Σε μια περίπτωση, έγδυσαν εντελώς τα θύματά τους και τα έκαψαν σε ομάδες, επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες σκληρότητες για όσες ήταν έγκυες. 5 Όταν οι Ταμπορίτες κατέλαβαν το Πράχατιτζ (Prachatice) το 1420, χάρισαν τη ζωή στους Utraquists, αλλά έκαψαν όλους τους άλλους ανθρώπους ζωντανούς 6. Η εχθρότητά τους για οτιδήποτε καθολικό και Γερμανικό συγκρινόταν μόνο με το μίσος τους για την αριστοκρατία – και αυτό παρά το γεγονός ότι, όπως και στην πρόσφατη αριστερή επανάσταση, μέλη της αριστοκρατίας συχνά λειτουργούσαν ως ηγέτες των μνημονευμένων μαζών. O Ζίζκα του Τρότσνοφ ήταν ένας από αυτούς7. Εδώ και πάλι πρέπει να θυμόμαστε ότι τα σαδιστικά βασανιστήρια είναι η έκφραση μίσους και ότι το μίσος προέρχεται πάντα από κάποια αίσθηση κατωτερότητας ή κάποιας αδυναμίας. Όταν αισθανόμαστε ή είμαστε πραγματικά ανώτεροι, έχουμε την επιλογή να αντιμετωπίζουμε τους άλλους με περιφρόνηση και λύπηση ή, πολύ καλύτερα, με αγάπη και μεγαλοσύνη. Είναι ο πραγματικά κατώτερος άνθρωπος σε θέση ισχύος που ενδίδει στις σαδιστικές τάσεις του. Επιπλέον, υπάρχει και στατιστική πτυχή αυτής της κατάστασης. Είναι σχεδόν πάντα οι κατώτερες πλειοψηφίες που προσπαθούν να εξοντώσουν τις ανώτερες μειοψηφίες, οι οποίες σίγουρα θα συμφωνούσαν με το ρητό του Οβιδίου «Bene vixit qui bene latuit» (αυτός που κρύβεται καλύτερα, θα ζήσει και καλύτερα). Οι προνομιούχες μειονότητες μπορεί να έχουν ισχυρή κυριαρχική λίμπιντο, αλλά η προσπάθεια για φυσική εξολόθρευση έχει πάντα ρίζες στο σύμπλεγμα κατωτερότητας των υποψιασμένων και ζηλόφθονων μαζών, οι οποίες με μια βαθύτερη έννοια πάντοτε είναι και αισθάνονται αβοήθητες και έτσι εξηγείται η σκληρότητα τους.

Η σημασία αυτών των γεγονότων, που επικεντρώνονται στη Βοσνία του δέκατου πέμπτου αιώνα, δεν μπορεί να είναι υπερβολική. Αποτελούν μια φάση στην ανάπτυξη ολόκληρου του δυτικού κόσμου που παρήγαγε ρεύματα καθοριστικού και αμετάκλητου χαρακτήρα. (Φυσικά, ολόκληρη η ιστορία είναι, κατά μία έννοια, αμετάκλητη.) Σαφώς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο John Hus είναι αδιανόητος χωρίς την πνευματική πατρότητα του John Wyclif, πρώιμου εθνικιστή (κατά την βρετανική-αμερικανική έννοια του όρου). Ο ίδιος ο Hus ήταν θεολόγος και όχι πολιτικός θεωρητικός, και ερευνήσαμε αλλού τις σχέσεις μεταξύ Χους και Λούθηρου. 8 Οι ιδέες του Hus παρέμειναν ζωντανές στις γερμανόφωνες περιοχές που γειτνιάζουν με τη Βοημία μέχρι τις ημέρες του Λούθηρου. Ποιος τότε ήταν ακριβώς ο πολιτικός χαρακτήρας των Ταμπορίτων, του ριζοσπαστικού Χουσιτικού κινήματος; Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, ενώ θεωρήθηκε όχι μόνο ως έντονα εθνικιστικός αλλά και ριζοσπαστικά αριστερός, πρέπει να μετριάσουμε κάπως αυτήν την ακραία κρίση. Αλλά αυτό που είναι σημαντικό για εμάς δεν είναι τόσο η πραγματικότητα του χαρακτήρα ενός κινήματος, αλλά μάλλον η ιστορική εξέλιξη της εικόνας του. (Κάτι παρόμοιο μπορεί να λεχθεί και για τον Αμερικανικό Πόλεμο Ανεξαρτησίας ο οποίος στην αμερικανική λαογραφία έχει μετατραπεί σε μια «Αμερικανική Επανάσταση» και ως τέτοια συχνά επηρεάζει το μυαλό του μέσου Αμερικανού.) Ωστόσο, υπερτονίζοντας την εικόνα του Ταμποριτισμού, είχε μεγάλη επιρροή κυρίως για τους Τσέχους, αλλά μακροπρόθεσμα και για τους Γερμανούς γείτονές τους (οι λεγόμενοι «Σουδήτες Γερμανοί») και ήταν συχνά διατεθειμένοι να ξεχάσουν τον αντι-γερμανικό χαρακτήρα του Ταμποριτισμού, ενώ αγαπούσαν την αντι-Καθολική και μερικές φορές και την αντι- Αυστριακή προκατάληψη του. Ο καθηγητής Josef Pekar ήταν ίσως σωστός στην έντονα αμφισβητούμενη διατριβή του, σύμφωνα με την οποία οι Tαμπορίτες δεν ήταν τόσο δημοκρατικοί ούτε σοσιαλιστές, όπως είχε διατυπωθεί προηγουμένως, και ότι η παρουσίαση άλλων μελετητών (Masaryk, Palacky, Krofta, Hajn, Czerwenka) ήταν εν μέρει λανθασμένη 9. Μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, το κίνημα των Ταμποριτών απορρίφθηκε ηθικά από τη συντριπτική πλειονότητα των Τσέχων και των Γερμανών ως ξέσπασμα πρωτόγονης αγριότητας. Η μυθολογική παρουσίαση του Palacky τα άλλαξε όλα αυτά.

Με την ταυτόχρονη άνοδο του εθνικισμού, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, οι Τσέχοι έφτασαν να αγαπήσουν την ιδέα ότι ήταν οι πρόδρομοι της νεωτερικότητας και ο Ταμποριτισμός έλαβε μια νέα ερμηνεία που συνοδευόταν από μια επανεκτίμηση του Hus ανάμεσα στους Γερμανούς. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η οργάνωση του κινήματος «Μακριά από τη Ρώμη» (Los-von-Rom-Bewegung)10 ήταν ιδιαίτερα ισχυρή ανάμεσα στους Γερμανούς από τη Βοημία και τη Μοραβία και τώρα η ανάμνηση του Χους, ενός μέχρι πρόσφατα απεχθούς εθνικιστή ήρωα, ξαφνικά έγινε ιερή. Μια ολόκληρη γερμανική εθνικιστική βιβλιογραφία αναδύθηκε με επαίνους για τον Χους (του οποίου το όνομα, γραμμένο με ένα «διπλό s», ξαφνικά ακουγόταν αρκετά Γερμανικό). Εδώ είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι στους Τσέχους εθνικιστές (τότε όπως και τώρα) η Καθολική Εκκλησία εμφανίστηκε ως η γερμανική-αυστριακή εκκλησία των Αψβούργων και όταν ο Thomas G. Masaryk εντάχθηκε στους Βοημούς Αδελφούς (bratfi), η διαμάχη του με τη Ρώμη είχε ταυτόχρονα θρησκευτική και εθνική σημασία. (Περιττό να πούμε ότι στους Γερμανούς εθνικιστές και τους Ναζί η «Εκκλησία της Ρώμης» φάνηκε να είναι «λατινική-σλαβική» και «αλλοδαπή» – artfremd – σχεδόν όπως οι φερόμενοι φιλοσλάβοι Εβραίοι, οι οποίοι αποκυρήχθηκαν από τον Masaryk ως Γερμανόφιλοι προστατευόμενοι των Αψβούργων.) Ως μία μορφή νεύρωσης, ο εθνικισμός που αγνοεί τη φυλή σχεδόν πάντοτε αγνοεί τη λογική και τη γνώση: Στους ανατολικούς εμφύλιους πολέμους μεταξύ 1918 και 1920 οι Εβραίοι σφαγιάστηκαν για διάφορους αντιφατικούς λόγους, σαν καπιταλιστές και κομμουνιστές, ως φίλοι των Ουκρανών, Πολωνόφιλοι, όπως και γερμανόφιλοι – ακριβώς όπως βόλευαν οι περιστάσεις. Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης ταυτίστηκαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις που τους έδωσαν πολιτική ισότητα (όπως για παράδειγμα στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, 1918).

Ποιες άλλες σημαντικές συνέπειες θα είχε η «εθνικοσοσιαλιστική» παρουσίαση του Ταμποριτισμού στην Κεντρική Ευρώπη θα το συζητήσουμε αργότερα: Σε αυτό το στάδιο ενδιαφερόμαστε πρωτίστως για την επιρροή του στον Μουσολίνι, Ιταλό Σοσιαλιστή με εθνικιστικές βλέψεις και που στο ξέσπασμα του Α’ Π.Π. αμέσως υποστήριξε τον παρεμβατισμό. Κατέκρινε την Καθολική Εκκλησία, τον Οίκο της Σαβοΐας και τους συντηρητικούς κύκλους επειδή δεν έφεραν αμέσως την Ιταλία στον πόλεμο από την πλευρά των συμμάχων και είναι πιθανό ότι έλαβε νομισματική βοήθεια από Γαλλία για τη νεοϊδρυθείσα αντιφρονούσα σοσιαλιστική εφημερίδα του, II Popolo d’ Italia. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε ότι ακόμα και βαθιά μέσα του, στάθηκε πραγματικά υπέρ της παρέμβασης από την πλευρά των δυτικών δυνάμεων, παρόλο που η Ιταλία, μαζί με τη Γερμανία και την Αυστρία-Ουγγαρία, σχημάτισαν την Τριπλή Συμμαχία και τα εθνικά της συμφέροντα θα είχαν εξυπηρετηθεί πολύ καλύτερα αν παρέμενε σε αυτή. 11 Η Ιταλία μπόρεσε και κέρδισε μάλλον λίγα από την ηττημένη Αυστρο-Ουγγαρία, εκτός από εδάφη που κατοικούνταν κυρίως από μη Ιταλούς. Η πολεμική ένταξη της Ιταλίας με την πλευρά των Κεντρικών Δυνάμεων θα είχε ως αποτέλεσμα την ταχεία νίκη τους, καθώς αυτό θα ανάγκαζε τους Γάλλους να πολεμήσουν στο βορρά καθώς και σε ένα δεύτερο μέτωπο στο νότο, επιτρέποντας έτσι στους Γερμανούς να τους ξεπεράσουν αριθμητικά πιο αποτελεσματικά και οι Αυστριακοί να αφιερωθούν ολόψυχα στον πόλεμο στην Ανατολή. Ωστόσο, ο Μουσολίνι είχε ιδεολογικούς λόγους για τη μετάβασή του από τον πασιφισμό στον πόλεμο και όταν η Ιταλία συμμάχησε με την Αγγλία και τη Γαλλία, προσφέρθηκε εθελοντής αμέσως στο στρατό και τραυματίστηκε σοβαρά στο μέτωπο από ένα εκρηκτικό κονίαμα 12. Μέχρι εκείνη την εποχή είχε επίσης παραιτηθεί από τις αμιγώς μαρξιστικές του απόψεις και, σύμφωνα με τη δική του δήλωση, όλο και περισσότερο ενδιαφερόταν για τον Proudhon, τον Sorel και το γαλλικό συνδικαλιστικό κίνημα 13. Ο Peguy, ο Nietzsche και ο Lagardelle είχαν επίσης μια βαθιά επιρροή πάνω του. 14.

Ο Μουσολίνι επέστρεψε από τον πόλεμο ως μη Σοσιαλιστής και για να αποτρέψει την παλίρροια του χάους και της αναρχίας, και ως ακόμα σταθερός ρεπουμπλικανός και αριστερός ίδρυσε τα fasci di combattimento, των οποίων η κύρια δύναμη αποτελούταν από τους squadristi. Ήθελαν να σώσουν την Ιταλία από τη συνολική αναρχία στην οποία κατευθυνόταν πραγματικά η χώρα. Ήθελαν επίσης να ιταλικοποιήσουν τις νεοαποκτηθείσες περιοχές που αρπάχτηκαν από την Αυστρία, σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της αυτοδιάθεσης. Θεώρησαν τη διαφύλαξη του αυστριακού-γερμανικού χαρακτήρα του Κεντρικού Τιρόλο ως «εθνικό σκάνδαλο» και επιτέθηκαν βίαια στον τοπικό πληθυσμό. Η επίσημη ίδρυση του φασιστικού κόμματος, ωστόσο, έλαβε χώρα μόνο αργά το 1921, η Πορεία προς τη Ρώμη τον Οκτώβριο του 1922. (Ο Μουσολίνι ταξίδεψε τον περισσότερο δρόμο με τρένο.) Μέχρι εκείνη την εποχή οι Φασίστες είχαν ήδη πλήρη υποστήριξη όχι μόνο από τους πρώην Σοσιαλιστές αλλά και από τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις.

Ποιος φταίει για αυτή την εξέλιξη; Κυρίως οι Κομμουνιστές και οι Σοσιαλιστές που είχαν βυθίσει τη χώρα σε μια απερίγραπτη σύγχυση, που οδήγησε σχεδόν σε κατάρρευση. Μια απεργία ακολουθούσε την άλλη. Η σημερινή κατάσταση της Ιταλίας (η οποία είναι αρκετά κακή και παρουσιάζει δυσοίωνες ιστορικές παραλληλίες) δεν προσφέρει μια πλήρη αναλογία. Την εποχή εκείνη οι κομμουνιστικές συμμορίες κατέλαβαν εργοστάσια, παρέλυσαν τις επικοινωνίες, δημιούργησαν τοπικά σοβιέτ και αψήφησαν την κεντρική εξουσία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η συνταγματική μοναρχία, η οποία τηρούσε υπερβολικά πιστά τους τότε συνταγματικούς νόμους, δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Θα ήταν καθήκον του Στέμματος να δημιουργήσει μια προσωρινή βασιλική δικτατορία με τη βοήθεια του Στρατού. Ωστόσο, ο Βικτώρ Εμμανουήλ Γ’ θεωρούσε πιθανώς πιο «δημοκρατικό» για ένα υφιστάμενο κόμμα να αναλάβει την ευθύνη και έτσι αρνήθηκε να διακηρύξει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που επιθυμούσε η αδύναμη κυβέρνηση Facta, η παραίτηση της οποίας έγινε αποδεκτή. Ο Μουσολίνι, διορίστηκε πρωθυπουργός, αλλά δυσκολευόταν να βάλει φρένο στους πιο ριζοσπαστικούς (και πιο εμφατικά αριστερούς) Φασίστες. Η πλήρης δικτατορία δεν αναπτύχθηκε μέχρι το 1925-1926. Η μεταβατική περίοδος διήρκεσε αρκετά χρόνια και η διαρχία (Βασιλιάς και Δούκας) μέχρι το 1943, όταν η μοναρχία έσωσε τη χώρα με τη σύλληψη του Μουσολίνι. Ένα τέτοιο φινάλε δεν ήταν δυνατό στη Γερμανία, όπου ο Χίτλερ αγωνίστηκε ως το πικρό τέλος και άφησε τη χώρα διχασμένη και σε ερείπια. Ο Μουσολίνι, που «σώθηκε» από τον Otto Skorzeny και μεταφέρθηκε στην έδρα του Χίτλερ, κήρυξε (κατά πάσα πιθανότητα υπό τη συμβουλή του Χίτλερ) την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία που κατέρρευσε το 1945 15. Ένα χρόνο αργότερα η Δημοκρατία αναζωπυρώθηκε με αποφασιστική κομμουνιστική υποστήριξη.

Σήμερα είναι δυνατόν να αναθεωρήσουμε περισσότερο τον ιταλικό φασισμό με λιγότερη συναισθηματική φόρτιση και να τον δούμε στο σωστό του πλαίσιο: ως ιδεολογία και ως ιστορικό φαινόμενο στην ιταλική σκηνή. Υποστηρίζουμε την άποψη της Hannah Arendt, η οποία επεσήμανε ότι, σε σύγκριση με τη ναζιστική Γερμανία ή τη Σοβιετική Ένωση, η ιταλική σκηνή υπό τον φασισμό ήταν με το ζόρι ολοκληρωτική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φασιστική Ιταλία ήταν πολύ πιο ανθρώπινη από τις δύο τυραννίες του Βορρά 16. Η ιδιοσυγκρασία των εθνών είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για το χαρακτήρα οποιασδήποτε κυβέρνησης, και ο ιταλικός ανθρωπισμός και ανθρωπιά είχαν την επιρροή τους. Υπήρχε μια άλλη πτυχή του φασισμού, αν και λιγότερο εμφανής από ότι στον ρωσικό κομμουνισμό και καθόλου παρούσα στο γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, έχοντας διαδραματίσει τόσο σημαντικό ρόλο στην ιστορία μέχρι που ο Διαφωτισμός, ο φιλελευθερισμός και η τεχνολογία επιτάχυναν την εξέλιξη του Βορρά, επισκιάστηκαν θανάσιμα και έμειναν πίσω. Η Ιταλία δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ενώ η Βρετανία, η Ολλανδία, η Γερμανία και η Σκανδιναβία προχώρησαν, αποκτώντας στρατιωτική και ναυτική φήμη και γρήγορα αυξάνοντας το βιοτικό τους επίπεδο, τα μεσογειακά έθνη που ασχολήθηκαν με το dolce vita και το dolce far niente, απολάμβαναν γαλάζιο ουρανό, απαλές μελωδίες και ευχάριστες συζητήσεις – με μεγάλη φτώχεια. Ωστόσο, η παρουσία τουριστών από τον πλούσιο βορρά δημιούργησε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας που με τη σειρά του ενθάρρυνε την επιθυμία να ανταγωνιστεί επιτυχώς αυτά τα προοδευτικά και ισχυρά έθνη. Η θεραπεία έμοιαζε να αφορά σκληρή δουλειά, πειθαρχία, ακρίβεια, καθαριότητα, καταπολέμηση της διαφθοράς, έλεγχος της ηθικής, στρατιωτική ανδρεία, τεχνητή εκβιομηχάνιση, υποχρεωτικό αθλητισμό και προπαγάνδα για «εθνικό μεγαλείο».

Ο φασισμός προσπάθησε να προωθήσει όλες αυτές τις προσπάθειες και κινήσεις. Οι ξένοι τουρίστες ήταν ευχαριστημένοι που έβλεπαν τους ζητιάνους να εξαφανίζονται από τους δρόμους και τα τρένα να τρέχουν εγκαίρως. Ο George Bernard Shaw, ο μεγάλος Φαμπιανός, δεν είχε τίποτε άλλο παρά επαίνους για τον Μουσολίνι και με αυτόν τον τρόπο προκάλεσε κραυγές διαμαρτυρίας από τους Σοσιαλιστές. Κατονομάστηκε προδότης, αλλά επέμεινε στις απόψεις του: οι φασίστες ήταν «προοδευτικοί». Ομοίως, πολλοί Ρώσοι εθνικιστές ενθουσιάστηκαν από την εκβιομηχάνιση της ΕΣΣΔ. Οι Ρώσοι πρόσφυγες περηφανεύτηκαν: «Θα τους δείξουν εκεί στην παρακμιακή Δύση!». Κάποιος πρέπει να γνωρίζει την ΕΣΣΔ, όπως και εγώ, για να συνειδητοποιήσει πόσο απεγνωσμένη είναι η σοβιετική επιθυμία να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες πάνω απ ‘όλα 17. Ακόμα και το σουρεαλιστικό σύνθημα του Λένιν: «Ο κομμουνισμός σημαίνει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, καθώς και ηλεκτροδότηση της χώρας», το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει παντού, είναι ένα νοσηρό κομμάτι ψευδο-αμερικανισμού.

Ωστόσο, εκτός από αυτή την ανταγωνιστική ώθηση  που διαμορφώθηκε από κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας, υπάρχει ακόμη μια καθαρά ιδεολογική πτυχή του φασισμού, ενός στερεού κομματιού σοσιαλιστικής κληρονομιάς και επίσης του Religionsersatz, της συνθετικής θρησκείας, που δυσχεραίνει τη συνύπαρξη του φασισμού με την καθολική εκκλησία. 18. Ο φασισμός είχε και μια μαυρασική πλευρά στο μέτρο που έλεγε «ναι» στην Καθολική Πίστη ως «εθνική θρησκεία» και αυτή η στάση είχε μια μακιαβελική, μια ρεαλιστική βάση. 19. Από αυτή και από άλλες απόψεις, ο φασισμός διέφερε έντονα από τον ισπανικό φαλαγγισμό και την Ρουμάνικη μάλλον πνευματική, ακόμα και άγρια ιδεολογία της Σιδηράς Φρουράς. 20.

Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι ομολογίες του Henri Guilbeaux, άλλου ιδρυτή της Κομιντέρν, ενώπιον του Serge. Ο Guilbeaux είδε στον Μουσολίνι τον πραγματικό κληρονόμο του Λένιν. Ο Serge κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο φασισμός προσέλκυσε τόσους πολλούς από τους επαναστάτες με τη «πληβεία δύναμη και βία του» και με το εποικοδομητικό του πρόγραμμα: να οικοδομήσει σχολεία, να στραγγίξει βάλτους, να προωθήσει την εκβιομηχάνιση, να ιδρύσει μια αυτοκρατορία. Επιπλέον, υπήρχε το όραμα μιας Νέας Τάξης, η οποία, στο αριστερό μυαλό, θα ιδρυόταν όταν η βάση που έθεσαν οι φασίστες στεφόταν με σοσιαλισμό. «Είναι αδύνατο να αναλύσουμε το φασιστικό φαινόμενο χωρίς να ανακαλύψουμε τη σημασία των σχέσεών του με τον επαναστατικό σοσιαλισμό», ομολόγησε ο Serge. 21

Στο καλά τεκμηριωμένο βιβλίο του Massimo Rocca «Πώς ο φασισμός έγινε Δικτατορία», βρίσκουμε ακόμα περισσότερο υλικό για τις αριστερές ρίζες του φασισμού. Ο Rocca επιμένει ότι ο Μουσολίνι στις τελευταίες του μέρες σκέφτηκε να παραδοθεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, αναμένοντας να συγχωρεθεί από τους παλιούς συντρόφους του. (Δύο φορές είχε σώσει τη ζωή του Pietro Nenni.) Προς τα τέλη του 1922 (πράγμα που σημαίνει στην αρχή της φασιστικής κυριαρχίας), ο Μουσολίνι προσπαθούσε ακόμα στην αίθουσα να κερδίσει την άκρα αριστερά μέσα από τις φλογερότερες εκκλήσεις. 22 «Για τον Μουσολίνι», ο Rocca γράφει, «ο φασισμός δεν ήταν παρά μια παρένθεση ανάμεσα στην έξοδο του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη μελλοντική του θριαμβευτική επανεισδοχή, μια ελπίδα που έτρεφε για είκοσι χρόνια» 23. Το 1919, ο Μουσολίνι είχε ακόμη εγκωμιάσει την κομμουνιστική κατάληψη των εργοστασίων στη Dalmine και το 1921 προσέφερε τη συνεργασία του στο σοσιαλιστικό κόμμα (P.S.I) σε μια αντιμοναρχική και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Η «μεταστροφή» του Μουσολίνι στη μοναρχία ήρθε λίγες εβδομάδες πριν από την Marcia su Roma, αλλά ο τελευταίος αληθινός φίλος του ήταν ο Σοσιαλιστής, ο Carlo Silvestri. Και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του για την «Κοινωνική Δημοκρατία» (με την πρωτεύουσα στο Σαλό), ο αποτροπιασμό του Μουσολίνι για την «αστική τάξη» και τους «καπιταλιστές» έγινε ξανά φανερός. Το μίσος και η περιφρόνησή του για την αριστοκρατία ήταν ισχυρά ανά πάσα στιγμή, όπως επιβεβαίωσε ο Βιτόριο, γιος του. Αυτό εξηγεί επίσης εν μέρει την εχθρική στάση του απέναντι στον γάμο της κόρης του, Edda 24. Από αυτή την άποψη ένιωθε πολύ σαν τον Χίτλερ, στου οποίου το ξόρκι υπέκυψε τραγικά προς το τέλος της ζωής του, δεχόμενος τις ρατσιστικές ιδέες του Φύρερ, αν και οι φυλετικές προκαταλήψεις δεν είχαν θέση στην ιταλική νοοτροπία. Μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Μουσολίνι είχε μια Εβραία ερωμένη που έγραψε την πρώτη του βιογραφία. Ο Χίτλερ, ο μαθητής του που έγινε δάσκαλος του, είχε επηρεαστεί από τον Ταμποριτισμό με πιο μοχθηρό τρόπο. Στην πράξη, ο Χίτλερ σίγουρα προσυπέγραφε στην άποψη του Μουσολίνι «Tutto nello Stato, niente al fuori dello Stato, nulla contro stato (Τα πάντα εντός του κράτους, τίποτα εκτός του κράτους, τίποτα εναντίον του κράτους)». 25. Θεωρητικά, ωστόσο, και οι δύο θα μπορούσαν να έχουν επαναλάβει έναν άλλο μονιστικό μότο που αναφέρεται στον δικό τους κανόνα, που προορίζεται να είναι μια «κυβέρνηση του λαού, από τον λαό και για τον λαό».

«Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι», γράφει ο Jules Romains στο «Les hommes de bonne volonte», είναι δεσπότες που ανήκουν στην εποχή της δημοκρατίας και απολαμβάνουν πλήρως την αμφίβολη υπηρεσία που η δημοκρατία έχει προσδώσει στον άνθρωπο στην κοινωνία μας μυώντας τον στην πολιτική, εθίζοντας τον σε αυτό το ναρκωτικό, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι ο τομέας των καταστροφών είναι η έννοια του, ότι η ιστορία τον καλεί, τον συμβουλεύει, τον χρειάζεται κάθε στιγμή. Η δικτατορία του ναζιστικού τύπου είναι ένας καρκίνος προχωρημένου σταδίου που έχει ανθίσει στο χώμα της Γαλλικής Επανάστασης» 26.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις και παραπομπές:

  1. Βλ. Benito Mussolini, Il Trentino veduto da un socialista (Florence: Casa Editrice Italiana, Quademi della Voce, 191 1).
  2. Ο Μουσολίνι, ηλικίας 21 ετών, μετέφρασε το Les paroles d ‘une revolte του Αναρχικού Πρίγκιπα Πιότρ Κροπότκιν. Έγραψε (ως Δούκας): «Έχουν περάσει είκοσι χρόνια, αλλά οι Λόγοι (Paroles) μοιάζουν αρκετά πρόσφατοι, τόσο επίκαιροι είναι με τα σημερινά συμφέροντα […] Ξεχειλίζουν με μεγάλη αγάπη για την καταπιεσμένη ανθρωπότητα». Πρβλ. Opera omnia di Benito Mussolini, (Φλωρεντία: La Nuova Italia, 1951), τομ. 1. σελ. 50.
  3. Οι πιο ριζοσπάστες από όλους – τόσο ριζοσπάστες που διώχθηκαν ακόμη και από τον Ziika και τους Ταμπορίτες του – ήταν οι Αδαμάντες που ασκούσαν γυμνισμό, την κοινοκτημοσύνη των γυναικών και την ιδιωτική περιουσία. Ο Ziika τους σφάζει όλους το 1421. Πρβλ. K. V. Adamek, «Adamite na Hlinecku v XIX veku,» Casopis Ceskeho Musea (Prague, 1897), μέρος 48. Επίσης, ο Ανταμέκ περιγράφει την αναβίωση των Αδαμάντων ως αποτέλεσμα του νόμου Ανοχής του Αυτοκράτορα Ιωσήφ του Β’ τον 18ο αιώνα, που τεκμηριώνει την ανθεκτικότητα αυτής της παράξενης αίρεσης. Πρβλ. επίσης Josef Dobrowsky, «Geschichte der bohmischen» Akademie der Wissenschaften (Πράγα, 1788). Η κύρια πηγή για ολόκληρη την περίοδο είναι ο Μάγιστρος Laurentius de Brezina (ή Brezowa). Το De gestis et variis accidentibus regnis Boemiae 1414-1422 μπορεί να βρεθεί, επιμελημένο από τον Karl Hofler στη σειρά «Geschichts-schreiber der hussitischen Bewegung», και αποτελεί το πρώτο μέρος του Fontes rerum Austriacarum (Βιέννη, 1856).
  4. Cf. Willy Lorenz, Monolog iiber Bahmen (Vienna: Herold, 1964), σελ.30.
  5. Βλ. Andreas de Broda, «Tractatus de origine Hussitarum,» Fantes rerum Austriacarum (Vienna), τομ. 6, σελ. 343-344.
  6. Βλ. Louis Leger, Nouvelles Etudes Slaves (Paris: Ernest Lerouex, 1886), σελ. 159.
  7. Βλ. Dr. Paul Toth-Szabo, A cseh-huszita mazgalmak es uralom tartenete Magyarorszagon (Budapest: Hornyanszky, 1917), p. 50.
  8. Cf. E. v. Kuehnelt-Leddihn, Freiheit oder Gleichheit? σελ. 328ff.
  9. Βλ. Josef Pekar» Zizka a jeho doba (Prague: Vesmir, 1927), 2 vols.
    Also Kamil Krofta, Zizka a husitska revoluce (Prague: Laichter, 1936); Th. G. Masaryk, Jan Hus, Nase ,obrozeni a nase reformace (Prague: Laichter, 1925); Alois Hajn, Jan Hus a jeho vyznam v dobe pfitomne (Prague: Svaz Narodniho Osvobozeni, 1925); Frantisek Palacky, Dejiny ndrodu ceskeho w Cachach a w Morawe (Prague: Tempsky, 1877), Vol. 3.
  10. Το Los-von-Rom-Bewegung («Μακριά από τη Ρώμη») ήταν μια συγκεντρωμένη προσπάθεια των Αυστραλιανών Ευαγγελικών να προσηλυτίσουν τους Καθολικούς Γερμανούς Αυστριακούς στην Λουθηρανική πίστη. Αυτή η δήθεν θρησκευτική δράση είχε μια έντονα εθνικιστική επίγευση και απολάμβανε την οικονομική υποστήριξη του «Gustav Adolf Verein» με κέντρο τη Γερμανία. Ο Georg von Schonerer, ο μέντορας του Χίτλερ, ήταν στενά συνδεδεμένος με το κίνημα, το οποίο σημείωσε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του (περίπου κατά την περίοδο 1895-1910) μεταξύ των Γερμανών της Βοημίας και της Μοραβίας.
  11. Πρβλ. J. Evola, Gli uomini e Ie rovine (Ρώμη: Edizioni dell ‘Ascia, 1953), σελ. 106ff. Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο Guglielmo Ferrero στο Pouvoir. Les genies invisibles de La cite (Νέα Υόρκη: Brentano, 1942), σ. 297.
  12. Πρβλ. Massimo Rocca (Libero Tancredi). Come il fascismo divenne una dittatura (Μιλάνο: Edizioni Libraria Italiana, 1952), σ. 329. Ο Rocca επιμένει ότι ο Μουσολίνι, με υψηλότερες εντολές, δεν στάλθηκε ποτέ στις πρώτες γραμμές, ενώ ο βασιλιάς πάντα επισκεπτόταν με θάρρος τα χαρακώματα.
  13. Πρβλ. Jean-Jacques Chevalier, Les grandes oeuvres politiques de Machiavel a nos jours (Paris: Armand Colin, 1949), p. 331.
  14. Πρβλ. Giulio Evola, lljascismo (Ρώμη: Volpe, 1964), σελ. 53-54. Το πιο σημαντικό για τη γνώση του φασισμού και του μυαλού του Μουσολίνι είναι η προσωπική συνεισφορά του Duce στην Encyclopedia Italiana, δηλαδή το άρθρο «Fascismo». (1912), τόμος 14, Μέρος 2, ο Mussolini επικαλείται ως «προγόνους» του φασισμού τους Sorel, Peguy και Lagardelle, αλλά απορρίπτει τον de Maistre (σελ. 848, 850). Ο Peguy ήταν ο μεγάλος προστάτης της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ένας από τους γιους του Πρβλ. Giulio Evola, lljascismo (Ρώμη: Volpe, 1964), σελ. 53-54. Το πιο σημαντικό για τη γνώση του φασισμού και του μυαλού του Μουσολίνι είναι η προσωπική συνεισφορά του Duce στην Encyclopedia Italiana, δηλαδή το άρθρο «Fascisfno». (1912), τόμος 14, Μέρος 2, ο Mussolini επικαλείται ως «πρoγόνους» του φασισμού τους Sorel, Peguy και Lagardelle, αλλά απορρίπτει τον de Maistre (σελ. 848, 850). Ο Peguy ήταν ο μεγάλος προστάτης της αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ένας από τους γιους του στήριζε δημοσίως το καθεστώς Πετέν που δείχνει πόσο αυθαίρετη είναι η ερμηνεία ενός αρχικού στοχαστή.
  15. Το προνόμιο της φασιστικής Ιταλίας (η διαρχία του βασιλιά και του ηγέτη), που έλειπε από τη ναζιστική Γερμανία υπογράμμισε έντονα ο Pietro Silva στο Ιο difendo la monarchia (Rome: Fonseca, 1946), σελ. xii ff.
  16. Πρβλ. Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism (New York: Harcourt, Brace, 1951), σελ. 303.
  17. Στο μυθιστόρημα του V. Dudintsev, Nye Khlyebom yedinym («Not by Bread Alone»), που δημοσιεύθηκε στο Novy Mir (Μόσχα, 1956), Vol. 32, αριθ. 8, 9, 10, ο γραφειοκράτης κακοποιός, διευθυντής εργοστασίου Drozdov, αρνείται να ζήσει ιδιωτική ζωή. Δεν έχει χρόνο. «Πρέπει να ξεπεράσουμε την καπιταλιστική Αμερική», είναι η συνεχής δικαιολογία του. Οι αφίσες σε όλη τη Σοβιετική Ένωση δείχνουν τη συγκριτική ισχύ και την πρόοδο και των δύο χωρών, της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ.
  18. Βρίσκουμε την καλύτερη περιγραφή της τεταμένης σχέσης μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και του Ιταλικού Φασισμού στο Church and State in Fascist Italy του Daniel A. Binchy (London-New York: Oxford University Press, 1941).
  19. Ως νεαρός, ο Μουσολίνι ομολόγησε στη σύζυγό του ότι ήταν άθεος, όμως επιβεβαίωσε στην τελευταία του επιστολή ότι πίστευε τώρα στο Θεό. Πρβλ. Ο Gino de Sanctis, «La Vedova dell’impero», L ‘Europeo, 30 Νοεμβρίου 1947, σ. 9. Ο Ντούτσε φαινόταν επίσης να έχει ένα περίεργο σεβασμό για τον παπισμό. Για τον γάλλο δημοσιογράφο Lucien Corpechot, ένας Μαυρασιάτης, ο Μουσσολίνι φώναξε αναφορικά με τον τίτλο «Non Possumus» στη «Action Francaise» (Γαλλική Δράση): «Ποιος τολμά να πει στον Πάπα ότι δεν «μπορούμε;!». «Πρβλ. Η Adrien Dansette, llistoire religieuse de La France contemporaine (Paris: Flammarion, 1951), Τομ. 2, σ. 595.
  20. Για το ισπανικό Falange, πρβλ. Bernd Nellesen, Jose Antonio Primo de Rivera, der Troubadour der spanischen FaLange, 1965). Σημαντικά όμως δεν είναι μόνο τα γραπτά του Primo de Rivera (Obras completas, Μαδρίτη, 1942) αλλά και του συνιδρυτή του Falange, Alfonso Garcia Valdecasas, ενώ η Ρουμανική Σιδηρά Φρουρά είχε μια ουσιαστικά θρησκευτική βάση και ο ισχυρός αντι-Ιουδαϊσμός της δεν είχε κανένα ρατσιστικό υπόβαθρο. Μία αξιόλογη εργασία πάνω σε αυτή την ενδιαφέρουσα και ίσως και φανταστική οργάνωση, δεν έχει ακόμα γραφτεί (η πλειονότητα των πηγών θα μπορούσε να βρεθεί μόνο ανατολικά του σιδερένιου παραπετάσματος, αν και πολλές έχουν καταστραφεί). Λόγω των έντονα θρησκευτικών (Ανατολική Εκκλησία) προοπτικών, το στέλεχος του ιδεαλισμού ήταν ισχυρότερο απ’ ότι στα άλλα ολοκληρωτικά κινήματα. Σοβαρά καταπιεσμένο από τον Κάρολο Β’, είχε πολλούς μάρτυρες, αλλά παρήγαγε και μία δική του βία.
  21. Πρβλ. Victor Serge, «Pages de Journal, 1945-1947,» Les Temps Modernes, τόμος 4, αρ. 45, Ιούλιος 1949, σελ. 78, 79. Ernst Nolte στο Der Faschismus στο Seiner Epoche , 1963), σελ. 300 δείχνει πολύ ξεκάθαρα πώς η γηράσκουσα Repubblica Socialei Italiana του Mussolini επέστρεψε στα παλιά του ιδεώδη – Mazzini, Garibaldi, ρεπουμπλικανισμό, και σοσιαλισμό.
  22. Πρβλ. Massimo Rocca, Op. cit. σελ. 359.
  23. Ομοίως, σελ. 360
  24. Πρβλ. «Le confessioni di Vittorio Mussolini,» Il Tempo (Rome), Vol. 5. February 23, 1948, p. 2.
  25. Πρβλ. Giulio Evola, Il Fascismo, σ. 32. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο Abraham Lincoln για τον τερματισμό της διοίκησης του Gettysburg υποτίθεται ότι είχε ληφθεί από τον Wyclif. Εξετάζοντας προσεκτικά τα γραπτά του Wyclif δεν μπορούσα να το βρω, αν και αυτές οι λέξεις αντικατοπτρίζουν κάπως το πνεύμα της πολιτικής σκέψης του Wyclif κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης φάσης της ζωής του. Είναι σίγουρα Μαρσιλιανές.
  26. Πρβλ. Jules Romains, «Le tapis magique», Vol. 25 του Les hommes de bonne volonte (Παρίσι: Flammarion, 1946), σ. 151. Δυστυχώς, οι Αμερικανοί διδάσκονταν από τον Τύπο ότι ο φασισμός και ο ναζισμός ήταν «αριστοκρατικοί». Πάρτε, για παράδειγμα, τον Harold Rugg στο Democracy and the Curriculum (Νέα Υόρκη: Appleton Century, 1939), σ. 524, «Έτσι, η λέξη fascism όπως χρησιμοποιείται σήμερα είναι πραγματικά μόνο ένα όνομα για τη χαρακτηριστική μέθοδο της διακυβέρνησης από τους «καλύτερους ανθρώπους » […] τους κορυφαίους πολίτες». Όσον αφορά τα αντιναζιστικά μυθιστορήματα που κατασκευάζονται στη Βρετανία και πάνω απ’ όλα στις Ηνωμένες Πολιτείες, σπανίως στερούνται έναν κορυφαίο ευγενή Ναζί. Τα ονόματα συγγραφέων όπως ο Sir Philip Gibbs, ο Ethel Vance, ο Louis Bromfield, ο Kressman Taylor, ο Ellin Berlin και η Nina Galen έρχονται στο νου. Ο Lillian Hellman εφηύρε ακόμη και έναν ναζιστή Ρουμάνο Δούκα (!) – όλα από το μεθύσι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο καθηγητής Helmut Kuhn (Μόναχο) είναι πολύ σωστός όταν μιλάει για τέσσερις ομάδες θυμάτων – τους Εβραίους, τους Πλούσιους, τους Ευγενείς, τους Ιερείς . Πρβλ. Der Staat (Kosel, Μόναχο, 1967), σελ. 443. (Ήταν χειρότερα για εκείνους που ανήκαν σε περισσότερες από μία από αυτές τις κατηγορίες.) Ο ναζισμός, ο F. Reck-Malleczewen, έγραψε, στο ίδιο σελ. 180, ήταν πράγματι η εξέγερση των ταχυδρόμων και των καθηγητών των δημοτικών σχολείων.