Η ψυχολογική μάχη ενάντια στον κρατισμό

0
363
Κράτος

Το κράτος στην ουσία είναι ένας κακός εκμεταλλευτικός γονιός που ποτέ δεν θα αναγνωρίζει στον υπήκοό του την αυτοκτησία του. Είναι μία συμμορία όπου θες δε θες, αν δεν επιθυμείς τουλάχιστον να γίνεις μέλος της, θα πρέπει να την υπακούς μέχρι να πεθάνεις

Σεπτέμβριος 2018
του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Ένα βρέφος, όταν έρχεται στον κόσμο, στην ουσία φυτοζωεί. Δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς την φροντίδα των γονιών του. Αυτοί του εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη φροντίδα που χρειάζεται για να επιζήσει. Δεν μπορεί να δει μακρύτερα από μερικούς πόντους και με το ζόρι διακρίνει αποχρώσεις του πορτοκαλί. Είναι ανελεύθερο και εξαρτώμενο. Αυτή είναι η φύση του ανθρώπου στην αρχή της ζωής του.

Από τη βρεφική στην παιδική ηλικία

Με την φροντίδα των γονιών του το παιδί αναπτύσσεται. Οι αισθήσεις και το μυαλό του τελειοποιούνται. Μπορεί και συντονίζει τα άκρα του, αρθρώνει τις πρώτες του λέξεις και κάνει προσπάθειες να επικοινωνήσει τις σκέψεις του στους γονείς του, όπως μπορεί. Καθώς αρχίζει και αναγνωρίζει το γεγονός ότι χωρίς τους γονείς του δεν θα είχε καμία ελπίδα επιβίωσης και επειδή αυτοί είναι στην ουσία το όχημα μέσω του οποίου έρχεται δειλά-δειλά σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, το παιδί βλέπει στους γονείς του μία αυθεντία. Ο λόγος τους είναι νόμος. Η συμπεριφορά τους θεωρείται σωστή (την έχουν οι άνθρωποι που το φροντίζουν εξάλλου) και αποτελεί αντικείμενο μίμησης από αυτό. Έτσι λοιπόν το παιδί, έχοντας τις γενετικές του προκαταβολές μεν, αλλά κυρίως βλέποντας και κάνοντας από τους γονείς του, αρχίζει διαμορφώνει την προσωπικότητά του, την οποία την επιδεικνύει μέσω των πράξεων και συμπεριφορών του.

Καθώς το παιδί μπαίνει στην παιδική ηλικία (ή και πιο πριν), αρχίζει και έρχεται σε επαφή με άλλα παιδιά. Ο λόγος που επιλέγει να κάνει παρέα μαζί τους είναι ότι θεωρεί ότι κάτι θα κερδίσει από αυτό. Το παιδί δεν είναι χαζό ή εντελώς άβουλο ως προς αυτό. Οι πρώτες επιλογές φίλων και σχέσεων αρχίζουν να πραγματοποιούνται από πολύ νωρίς. Όμως, τα ερεθίσματα είναι πάρα πολλά και αναγκαστικά πρέπει κάποια να επιλεχθούν έναντι άλλων. Στην ουσία το παιδί αρχίζει και καταλαβαίνει ότι ο κόσμος που του έδειξαν οι γονείς του δεν είναι ο μοναδικός. Οι φίλοι του και οι παρέες του συνειδητοποιεί ότι μεταφέρουν τις δικές τους καταβολές αξίες και ιδανικά. Θα επιλέξει ό,τι επιθυμεί από αυτούς και θα τα ενσωματώσει στον χαρακτήρα του, άλλες φορές συνειδητά και άλλες υποσυνείδητα.

Κοινωνικοποίηση του παιδιού και κράτος

Καθώς η ανάπτυξη του παιδιού συνεχίζεται και η αφηρημένη του σκέψη γίνεται πιο ικανή, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πιο αφηρημένες έννοιες: κοινωνία, θεσμοί και, φυσικά, κράτος. Το κράτος, αν και δεν το βιώνει άμεσα, με τον τρόπο που βιώνει τις παρέες των συνομηλίκων του και των γονιών του, ξεκινά να κατανοεί ότι «κάτι υπάρχει» εκεί πίσω που ελέγχει σε τελική ανάλυση την συμπεριφορά κάθε ατόμου. Αργότερα αντιλαμβάνεται το κράτος, όταν στην ουσία κάνει αισθητή την παρουσία του μέσω των οργάνων δημοσίας τάξης, του εκπαιδευτικού συστήματος, των δημοσίων έργων και λοιπών άλλων λειτουργιών. Στο βαθμό που το κράτος επεμβαίνει στην καθημερινότητα των ατόμων, και η αντίληψη αυτού του γεγονότος από τα άτομα λαμβάνει χώρα να έχει υπάρξει κάποια άμεση εμπειρία, το άτομο, από μόνο του δεν έχει κάποια άλλη επιλογή από το να το δεχθεί ως την φυσική τάξη των πραγμάτων, εφόσον δεν έχει ερεθίσματα που να του υποδεικνύουν το αντίθετο.

Κάθε άτομο είναι ξεχωριστό και χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης

Πολλά άτομα, εκτιθέμενα σε ερεθίσματα, γνώσεις, ή και άλλες συναισθηματικές καταστάσεις, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία που έχουν αναπτύξει μέχρι τότε, αρχίζουν να αμφισβητούν την ηθική δικαιολόγηση αυτής της καθεστηκυίας τάξης. Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να ρωτούσαμε κάθε αναρχικό για το πώς έφτασε στην αναρχία. Άλλοι το έκαναν με την λογική διερεύνηση, άλλοι από αντίδραση και άλλοι επειδή μεγάλωσαν έτσι εξ αρχής. Όπως και να έχει, το κράτος, ον πανταχού παρόν στην πραγματικότητα των ατόμων, από τη γέννηση και μέχρι τον θάνατό τους, έχει καταφέρει, ως θεσμός, να διεκδικήσει και να πετύχει μία συνολική αποδοχή από το κοινό. Οι περισσότεροι το θεωρούν χρήσιμο και πολλοί άλλοι «αναγκαίο κακό».

Η πορεία προς την αποδοχή του κράτους ως μία αναπόφευκτη πραγματικότητα δεν είναι σε καμία περίπτωση, έστω αρχικά, βασισμένη σε λογική επιχειρηματολογία εκ μέρους του (ή, καλύτερα, των διαχειριστών του που και αυτοί μπορεί να το αποδέχονται για τους ίδιους λόγους). Μόνο όταν το παιδί αρχίζει και αναπτύσσει τον νου του, αρχίζει το κράτος, φοβούμενο την αμφιβολία στα μυαλά της νέας γενιάς, να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στην διάπλαση του νου των παιδιών. Αυτό συμβαίνει μέσω δημόσιας προπαγάνδας («χωρίς κράτος θα είχαμε ζούγκλα»), είτε μέσω της εκπαίδευσης («κοινωνική και πολιτική αγωγή», «υποχρεώσεις του πολίτη» κοκ), είτε και μέσω διανοουμένων επιστρατευμένων γι’ αυτόν τον σκοπό.

Δεν χρειάζεται μόνο λογική επιχειρηματολογία

Η παραπάνω ανάλυση, παρόλο που είναι σύντομη και φυσικά αρκετά επιφανειακή, θέλει να δείξει ότι, η πεποίθηση ότι το κράτος είναι απαραίτητο και η πραγματικότητα χωρίς αυτό θα ήταν δυσάρεστη ή ακόμα πιο δυσάρεστη απ’ ότι είναι τώρα, έχει, πρωτίστως, ψυχολογικές βάσεις δεδομένης της πορείας βάσει της οποίας, εν τέλει, το άτομο αρχίζει να συνειδητοποιεί την ύπαρξη αυτού του θεσμού. Πάλι, δεδομένης αυτής της διαπίστωσης, ο αγώνας του αναρχικού στην πάλη ιδεών δεν πρέπει να είναι μονάχα βασισμένος στη λογική επιχειρηματολογία. Η λογική είναι ένα όπλο το οποίο έχει επίδραση σε αυτούς που έχουν σμιλευτεί από αυτή, που μπορούν να έχουν ανοιχτό μυαλό, ώστε να παραδέχονται τις λογικές πλάνες των προκαταλήψεών τους. Δεν έχει επίδραση σε άτομα που θεωρούν ότι η επίλυση προβλημάτων γίνεται με το συναίσθημα, ή ότι η αλήθεια επιτυγχάνεται ανάλογα με το πόσο συναισθηματικοί είμαστε απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε.

Γι’ αυτό, τα συναισθηματικά επιχειρήματα δεν πρέπει να λείπουν από τη φαρέτρα του Λιμπερταριανού. Σαφώς, πιο μόνιμα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν οι λογικές πλάνες διαλύονται μέσω της εύρεσης των εσφαλμένων λογικών άκρων στα οποία αυτές οδηγούν. Επίσης, αρκετά άτομα απορρίπτουν το κράτος λόγω κάποιας σοβαρά δυσάρεστης εμπειρίας που είχαν με αυτό. Το πρόβλημα όμως εδώ είναι να υπάρξει το ανάλογο ερέθισμα που θα οδηγήσει την εύρεση των πραγματικών αιτιών για την ύπαρξη αυτής της δυσάρεστης εμπειρίας. Εδώ είναι που έρχεται ο οικονομολόγος και ο θεωρητικός του Λιμπερταριανισμού προσφέροντας μία εξήγηση. Aν την αποδεχτεί εν τέλει το άτομο καλώς. Αν δεν την αποδεχτεί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό οφείλεται στο ότι ο Λιμπερταριανισμός είναι ενδεχομένως ελλιπής: δεν είναι όλα τα άτομα έτοιμα να εγκαταλείψουν (ιδιαίτερα δημοσίως) τις όποιες παγιωμένες θέσεις διατηρούσαν για όλα τα προηγούμενα χρόνια της ζωής τους.

Σε τελική ανάλυση, αυτό που μας ενδιαφέρει, αν θέλουμε να πείσουμε τους συνανθρώπους μας για την εγκυρότητα των ιδεών μας, είναι να κατανοήσουμε το ποιος τρόπος δουλεύει καλύτερα για τον καθένα. Αναμφίβολα, δεν είναι όλοι ικανοί να χρησιμοποιούν το ίδιο επιτυχημένα όλους τους τρόπους πειθούς (για παράδειγμα, προσωπικά, δεν είμαι καλός στις συναισθηματικές επικλήσεις). Κάθε άτομο είναι ξεχωριστό, και επειδή οι εμπειρίες και οι πραγματικότητες του καθενός μας είναι πάντα διαφορετικές, διαφορετικά μέσα αρμόζουν σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Συμπέρασμα

Κλείνοντας, ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα που θα έπρεπε να περάσουμε στους συνανθρώπους μας είναι το εξής. Μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι από εμάς, εν τέλει αποδεσμευόμαστε από τους γονείς μας, κάνουμε και διαμορφώνουμε τη δική μας ζωή, δεν είμαστε εξαρτημένοι, όπως όταν ήμαστε βρέφη υπό την σκέπη τους. Απελευθερωνόμαστε από αυτούς, όπως μπορούμε να απελευθερωθούμε από τις παρέες που δεν θέλουμε ή πολλές φορές οι ίδιες οι παρέες μας μας διώχνουν επειδή θεωρούν ότι οι ίδιες μας βλάπτουν. Πόσες φορές σας έχει διώξει κάποιος άνθρωπος από κοντά του ή εσείς αυτόν επειδή πιστεύατε ότι ήσαστε κακή επιρροή γι’ αυτόν;

Αντίθετα, κανένας δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από το κράτος χωρίς να το πληρώσει με την αφαίρεση της ελευθερίας του, με βλάβη στην σωματική του ακεραιότητα ή ως θύμα των παρακρατικών του μηχανισμών. Ενώ οι γονείς, στην τρομακτική τους πλειοψηφία, αλλά και οι παρέες μας, μας θέλουν ελεύθερους και ανεξάρτητους, και μας προετοιμάζουν μάλιστα και γι’ αυτό, το κράτος δεν νοιάζεται για κάτι τέτοιο. Το κράτος μας θέλει αιώνια παιδιά του, παιδιά τα οποία τα κάνει να πιστεύουν ότι δεν μπορούν να ζήσουν μακριά ή χωρίς αυτό.

Το κράτος στην ουσία είναι ένας κακός εκμεταλλευτικός γονιός που ποτέ δεν θα αναγνωρίζει στον υπήκοό του την αυτοκτησία του. Είναι μία συμμορία, όπου, θες δε θες, αν δεν επιθυμείς τουλάχιστον να γίνεις μέλος της, θα πρέπει να την υπακούς μέχρι να πεθάνεις. Μεγαλώνουμε όμως και μερικοί μεγαλώσαμε ήδη. Θέλουμε να φύγουμε από τον κακοποιητικό πατέρα και από τη χειριστική και εκβιαστική μάνα που είναι το Κράτος.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: