Η τεχνολογική εξάρτηση της Σοβιετικής Ένωσης από τον Δυτικό καπιταλιστικό κόσμο

0
1526
Τεχνολογική εξάρτηση Σοβιετικής ένωσης
Η όποια "επιτυχία" της ΕΣΣΔ οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στην δυτική τεχνογνωσία και στο δυτικό κεφάλαιο.

Μεταξύ του 1946 και του 1965, η μεγαλύτερη πρόοδος της σοβιετικής καινοτομίας εξαρτιόταν από την «κλιμάκωση» των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και τεχνολογιών που εισήχθησαν και αντιγράφηκαν από τη Δύση. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και την τεχνολογία πυραύλων.

του Philip Vander Elst Soviet Communism was dependent on Western technology
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Παρά τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι κρατικά ελεγχόμενες κεντρικές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, για να επιφέρουν τις συνθήκες που οδήγησαν στην παγκόσμια πιστωτική κρίση του 2008, οι ελεύθερες αγορές και ο καπιταλισμός και όχι η αποτυχία του κράτους, έχουν επωμιστεί όλη την ευθύνη για αυτή τη σύνθετη κρίση. Ο μαρξισμός και άλλες ποικιλίες του σοσιαλισμού προσελκύουν και πάλι την ενθουσιώδη υποστήριξη πολλών νέων στα πανεπιστήμια και τα κολέγια μας.

Δυστυχώς, όσο καλοπροαίρετο κι αν είναι, αυτό το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον σκληρό σοσιαλισμό και την πεποίθηση ότι προσφέρει σχετικές λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα, αγνοεί τα διδάγματα που διδάσκουν τα πολλά αποτυχημένα σοσιαλιστικά πειράματα του 20ού αιώνα, μερικά από τα οποία περιγράφονται από δύο Αμερικανούς οικονομολόγους: Τον Kevin D. Williamson, στο πρόσφατο βιβλίο του, «The politically incorrect guide to socialism», και τον Thomas J.D. Lorenzo, στην εξίσου ενημερωτική και καλά τεκμηριωμένη νέα μελέτη του, «The problem with socialism».

Αυτό που θέλω να κάνω σε αυτό το άρθρο, αλλά σε ένα πιο στενό πλαίσιο, είναι να προσελκύσω την προσοχή των ανοιχτόμυαλων αριστερών αναγνωστών στο σημαντικό αλλά ελάχιστα γνωστό και ιδιαίτερα σχετικό γεγονός ότι επί δεκαετίες η δυτική καπιταλιστική τεχνολογία διατήρησε το αποτυχημένο οικονομικό πείραμα του Σοβιετικού κομμουνισμού, και ότι το έσωσε από τις πλήρεις συνέπειες των εγγενών συστημικών αδυναμιών του, μέχρι την τελική κατάρρευση του το 1991.

Ο μύθος της «δυτικής παρέμβασης» ως αιτία για την αποτυχία της ΕΣΣΔ

Αυτή η αποτυχία του μαρξιστικού μοντέλου στην επαναστατική Ρωσία μετά το 1917 και η επακόλουθη παρασιτική εξάρτηση από το δυτικό καπιταλισμό, αναλύθηκαν λεπτομερώς στην εργασία μου, «Capitalist Technology for Soviet Survival», που δημοσιεύθηκε το 1981 από το Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων. Το μόνο που μπορώ να κάνω εδώ, τριάντα και πλέον χρόνια μετά, είναι να παράσχω μια σύντομη περίληψη μερικών από τα σχετικά επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται σε εκείνη την εργασία μου. Το ότι το να κάνω κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητο σχεδόν 30 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, υπογραμμίστηκε πρόσφατα από τις απόψεις που εξέφρασε η Fiona Lali, πρόεδρος της Μαρξιστικής Εταιρείας στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (SOAS), κατά τη διάρκεια πρόσφατης συνέντευξης στο Radio 4.

Ερωτηθείσα για την αποτυχία του Σοβιετικού Κομμουνισμού, μετά από προηγούμενο σχόλιό της ότι ο καπιταλισμός ήταν πλέον παρωχημένος, ισχυρίστηκε ότι «(ο κομμουνισμός) δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αναπτυχθεί λόγω παρεμβολής από τη Δύση». Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι ο Βρετανός ιστορικός Dominic Sandbrook, από το άρθρο του οποίου περιέχεται η παραπομπή στη Daily Mail, σχολίασε: «Οι πραγματικές σκέψεις μου για την εκδοχή της ιστορίας της κας Lali δεν είναι κατάλληλες για δημοσίευση» και μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει τη δυσπιστία του.

Αρχικά, η διαδεδομένη πεποίθηση στην Αριστερά ότι ο Σοβιετικός Κομμουνισμός ανέλαβε μια καταπιεσμένη κοινωνία και μια υποανάπτυκτη αγροτική οικονομία που στη συνέχεια μετατράπηκε με ηρωικό τρόπο σε ένα προηγμένο και ισχυρό βιομηχανικό κράτος, βελτιώνοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων και το βιοτικό επίπεδο της μάζας του πληθυσμού ταυτόχρονα, απέχει πάρα πολύ από την αλήθεια.

Ενώ η προ-επαναστατική Ρωσία ήταν συγκριτικά πίσω σε σύγκριση με τη Βρετανία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οικονομία της αναπτύχθηκε ταχέως και η οικονομία της υπέστη σημαντική φιλελευθεροποίηση στις τελευταίες δεκαετίες της Τσαρικής κυριαρχίας. Κατά τη διάρκεια των 18 από τα τελευταία 25 χρόνια πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, η τσαρική Ρωσία απολάμβανε τον υψηλότερο ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης στον κόσμο και το 1913 ξεπέρασε τη Γαλλία ως την τέταρτη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο.

Όσον αφορά την πρόοδο της φιλελευθεροποίησης, η ακόλουθη σύνοψη είναι μια περίληψη των επιτυχιών που θα προκαλούσε έκπληξη σε πολλούς αναγνώστες, όπως γράφτηκε από την πένα ενός μεγάλου Ρώσου ιστορικού και πολιτικού επιστήμονα ουγγρικής προέλευσης, του αείμνηστου καθηγητή Tibor Szamuely, ενός πρώην Βετεράνου του Κόκκινου Στρατού που φυλακίστηκε από τον Στάλιν και πρώην αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου της Βουδαπέστης και καθηγητή πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1971.

Παραθέτοντας από το φυλλάδιο του, «Κομμουνισμός και Ελευθερία», που δημοσίευσε το Συντηρητικό Πολιτικό Κέντρο τον Σεπτέμβριο του 1969:

«Λίγοι άνθρωποι στη Δύση συνειδητοποιούν σε ποιο βαθμό πριν από την Επανάσταση, στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, η Τσαρική Ρωσία είχε πλήρη ελευθερία λόγου- καμία λογοκρισία: ακόμη και τα μπολσεβίκικα έργα και βιβλία εκτυπώνονταν ελεύθερα – η πλήρης ελευθερία των ξένων μετακινήσεων, τα ανεξάρτητα συνδικάτα, τα ανεξάρτητα δικαστήρια, η δίκη με κριτική επιτροπή, ένα αρκετά προηγμένο σύστημα κοινωνικής νομοθεσίας κλπ. Η τσαρική Ρωσία είχε ένα κοινοβούλιο, με βουλευτές που εκλέγονταν από διάφορα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων. Αυτό δεν ήταν ένα πλήρες κοινοβούλιο με την αγγλική ουσία της λέξης (η εκτελεστική εξουσία δεν λογοδοτούσε στο κοινοβούλιο), αλλά σήμερα, συνολικά, η προ-επαναστατική Ρωσία θα θεωρούταν ως μοντέλο δημοκρατίας και σε σύγκριση με τις περισσότερες από τις εκατόν είκοσι οκτώ χώρες που ανήκουν στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ένα από τα δεκαπέντε ή είκοσι πιο φιλελεύθερα κράτη στον κόσμο».

 

Μετά από δεκαετίες κομμουνιστικής κυριαρχίας, με τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, της ιδιοκτησίας και των πόρων στα χέρια του παντοδύναμου μαρξιστικού κράτους, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από την εγχώρια καταστολή υπό τον Λένιν και τους διαδόχους του, οι σπόροι της ελευθερίας και η δημοκρατία εξαλείφθηκαν τελείως, τα συνδικάτα έγιναν τα παθητικά και υποτακτικά όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος, η διαφθορά είχε γίνει καθολική και η μάζα του πληθυσμού είχε καταντήσει σε κατάσταση εξαθλίωσης, δυστυχίας και δουλείας.

Εδώ είναι μερικά βασικά γεγονότα σχετικά με τις υλικές συνθήκες ζωής υπό τον σοβιετικό κομμουνισμό.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες όπως ο καθηγητής Sergei Propokovich, ο Dr. Naum Jasny και η κ. Janet Chapman, οι πραγματικοί μισθοί των σοβιετικών βιομηχανικών εργατών το 1970 ήταν ελάχιστα υψηλότεροι από ότι το 1913. Ομοίως, ο Ελβετός οικονομολόγος, Jovan Pavlevski, υπολόγισε το 1969 ότι οι πραγματικοί μισθοί των σοβιετικών βιομηχανικών εργατών έφθασαν το επίπεδο του 1913 μόνο το 1963. Ο Pavlevski διαπίστωσε επίσης ότι τα πραγματικά εισοδήματα των σοβιετικών γεωργικών εργατών το 1969 ήταν μόλις 1,2% υψηλότερα από ότι το 1913. Επιπλέον, ας θυμηθούμε, ότι, σε αντίθεση με την ευνοημένη πολιτική νομενκλατούρα, οι σοβιετικοί πολίτες έπρεπε να υπομένουν την καθημερινή δυστυχία της συνεχούς έλλειψης εξυπηρέτησης των πιο βασικών αναγκών, όπως της σκόνης πλυσίματος, των ξυριστικών λεπίδων, του κρέατος και των λαχανικών, και πολλών άλλων αγαθών που θεωρούμε δεδομένα στη Δύση.

Αυτή η εικόνα του γενικά χαμηλού επιπέδου διαβίωσης στον Σοβιετικό Κομμουνισμό μεταξύ 1917 και 1991 σκοτεινιάζει περαιτέρω όταν περιλαμβάνεται η απόδειξη της εκτεταμένης φτώχειας που υπήρχε μεταξύ των ηλικιωμένων και των κατοίκων κάποιων από τις πιο υποανάπτυκτες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Έτσι σύμφωνα με τον Ilja Zemstov, πρώην καθηγητή κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Λένιν του Μπακού (Αζερμπαϊτζάν), γράφει το 1976, ότι ένας στους δύο συνταξιούχους στη Σοβιετική Ένωση ζούσε στη φτώχεια και στη Σοβιετική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν το 75% του πληθυσμού ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας και υπήρχαν περισσότερα σπίτια χωρίς νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και τουαλέτες από ότι σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Άλλοι μελετητές, γράφοντας επίσης στη δεκαετία του ’70, υπολόγισαν ότι περίπου το ήμισυ του συνόλου των κατοικιών στη Σοβιετική Ένωση δεν είχε τρεχούμενο νερό ή αποχέτευση και ο χώρος διαβίωσης ανά άτομο ήταν μόνο περίπου το μισό εκείνου που ήταν διαθέσιμος στη Δυτική Ευρώπη.

Αλλά ίσως το πιο ξεκάθαρο γεγονός που αποκαλύπτει την οικονομική χρεοκοπία του Σοβιετικού Κομμουνισμού, ήταν η θεαματική αποτυχία του αναποτελεσματικού και μη παραγωγικού κολεκτιβοποιημένου γεωργικού τομέα. Παρά το γεγονός ότι αντιπροσώπευαν μόνο το 3% της συνολικής γεωργικής έκτασης της Σοβιετικής Ένωσης, οι μικρές ιδιωτικές φάρμες που καλλιεργούνταν στον ελεύθερο χρόνο τους από σοβιετικούς συνεταιρισμούς παρείχαν το ένα τρίτο της συνολικής αγροτικής παραγωγής της χώρας.

Απέχοντας πολύ από την αντίληψη πως ο κομμουνισμός ποτέ δεν είχε «την ευκαιρία να αναπτυχθεί» λόγω της ανάμειξης της Δύσης, όπως πιστεύει η Fiona Lali, η ενδημική οικονομική αποτυχία και ο καταπιεστικός χαρακτήρας της Σοβιετικής Ένωσης προήλθαν αναπόφευκτα από το μαρξιστικό μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Μια κοινωνία στην οποία το κράτος κατέχει και ελέγχει κάθε τομέα της οικονομίας και είναι ο μόνος ιδιοκτήτης, εργοδότης, γιατρός, εκπαιδευτικός και παροχέας κοινωνικής πρόνοιας, δεν μπορεί παρά να πετύχει να καταστρέψει την ελευθερία, τα προσωπικά κίνητρα, τη δημιουργικότητα και την επιχειρηματικότητα, ενώ η μονοπωλιακή κυβέρνηση ο κεντρικός σχεδιασμός, που αντανακλά τις περιορισμένες γνώσεις και τις πολιτικές προτεραιότητες της κυβερνητικής γραφειοκρατίας, αναστέλλει αναπόφευκτα την καινοτομία και την τεχνική πρόοδο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η καταστροφική εμπειρία του σοβιετικού κομμουνισμού επαναλήφθηκε σε κάθε άλλη Κομμουνιστική επανάσταση και χώρα κατά τον τελευταίο αιώνα.

Δεδομένων αυτών των αληθειών, η ιδέα ότι η δυτική παρέμβαση παρεμπόδισε την λειτουργία και επομένως την επιτυχία του κομμουνιστικού πειράματος στη Σοβιετική Ένωση, είναι παράλογη. Όπως θα φανεί παρακάτω, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το δυτικό τεχνολογικό κεφάλαιο και η τεχνογνωσία έβγαζαν τα «κάστανα από τη φωτιά» του Σοβιετικού Κομμουνισμού σχεδόν για κάθε δεκαετία της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης, κυρίως με την αναπλήρωσή της προαναφερθείσας συστημικής αδυναμίας να παράγει σημαντικά επίπεδα εγχώριας τεχνολογικής καινοτομίας.

Ενώ δεν υπήρχε τίποτα εγγενώς ελλιπές στην ποιότητα της σοβιετικής επιστημονικής έρευνας, οι περιορισμοί του κεντρικού σχεδιασμού και η απουσία μηχανισμών και κινήτρων της αγοράς εμπόδισαν τη συστηματική δοκιμή των καρπών της έρευνας εναντίον ανταγωνιστικών εναλλακτικών λύσεων. Αντί να επιτρέψει τη διασπορά γνώσεων, απόψεων και ταλέντων εκατομμυρίων ατόμων, που συνεργάζονται ελεύθερα στην αγορά, να καθορίσουν την επιτυχία ή την αποτυχία νέων ιδεών και ανακαλύψεων, σχεδόν όλη η οικονομική δραστηριότητα στη Σοβιετική Ένωση περιορίστηκε στενά μέσα στην αναπτυξιακή γραμμή που επέβαλαν όλοι οι ισχυροί κομμουνιστές ηγέτες.

Εξ ου και η ανάγκη εισαγωγής ειδικευμένου προσωπικού, τεχνογνωσίας και τεχνολογίας από τις πιο ελεύθερες και πιο δυναμικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Και η ανάγκη αυτή ήταν ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένου του επιχειρηματικού χάσματος και της έλλειψης δεξιοτήτων που δημιουργήθηκε από τη φυσική εκκαθάριση πολλών από τους πιο παραγωγικούς και μορφωμένους πολίτες της προ-επαναστατικής Ρωσίας και από τη «διαρροή νοητικού δυναμικού» στο εξωτερικό, όσων κατάφεραν να ξεφύγουν από τη φυλάκιση και την εκτέλεση στα χέρια των ομάδων δολοφόνων του Λένιν και της μυστικής αστυνομίας.

Η απίστευτη αλλά ελάχιστα γνωστή ιστορία του τρόπου και του βαθμού στον οποίο ο δυτικός καπιταλισμός έφτασε στη διαφύλαξη του σοβιετικού κομμουνισμού, αναδείχτηκε με εντυπωσιακή λεπτομέρεια πριν από μισό αιώνα, από τον Αμερικανό επιστήμονα, Anthony Sutton, πρώην ερευνητή του Hoover Institution στην Καλιφόρνια, στην τεράστια μελέτη τριών τόμων, «Δυτική Τεχνολογία και Σοβιετική Οικονομική Ανάπτυξη 1917-1965«.

Το βασικό εύρημα αυτής της εξαντλητικά τεκμηριωμένης ιστορικής έρευνας, που βασίζεται στις εκατοντάδες επίσημες και ανεπίσημες δυτικές και σοβιετικές πηγές, και είναι γεμάτη στατιστικά διαγράμματα, πίνακες, υποσημειώσεις και παραρτήματα, ήταν ότι το 90% της σοβιετικής τεχνολογίας προερχόταν από το δυτικό καπιταλισμό.

Για να εξηγήσει λεπτομερέστερα αυτό το συμπέρασμα, ο δρ. Sutton εξέτασε 75 σημαντικές τεχνολογικές διεργασίες σε κρίσιμους και ποικίλους τομείς όπως ο εξόρυξη, το πετρέλαιο, τα χημικά, η μηχανική, τα αεροσκάφη, οι επικοινωνίες, ο γεωργικός εξοπλισμός κλπ. και υπολόγισε το ποσοστό που αυτές οι διεργασίες προέκυψαν ή δημιουργήθηκαν στη Ρωσία. Τα εκπληκτικά αποτελέσματα ήταν: μεταξύ 1917 και 1930, 0 τοις εκατό, μεταξύ 1930 και 1945, μόνο 10 τοις εκατό, και μεταξύ του 1945 και του 1965, μόλις 11 τοις εκατό.

Ενώ υπήρξαν κάποιες εγχώριες σοβιετικές πρόοδοι μεταξύ 1930 και 1945 στην ανάπτυξη των πολυβόλων (!), του συνθετικού καουτσούκ, των τεχνικών γεώτρησης πετρελαίου και των λεβήτων, αυτές οι εξελίξεις ήταν προσωρινές και αργότερα εγκαταλείφθηκαν υπέρ των ξένων σχεδίων και διαδικασιών. Μεταξύ του 1946 και του 1965, η μεγαλύτερη πρόοδος της σοβιετικής καινοτομίας εξαρτιόταν από την «κλιμάκωση» των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και τεχνολογιών που εισήχθησαν και αντιγράφηκαν από τη Δύση. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και την τεχνολογία πυραύλων.

Ο «θηλασμός» του σοβιετικού κομμουνισμού από τον δυτικό καπιταλισμό ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920, κατά την περίοδο της «νέας οικονομικής πολιτικής» του Λένιν, όπου χρησιμοποιήθηκαν περισσότερες από 350 ξένες παραχωρήσεις σε όλα τα τμήματα της ρωσικής οικονομίας, εκτός από έπιπλα και εξαρτήματα. Μεταξύ των ξένων επιχειρήσεων που συνέρρευσαν στη Σοβιετική Ένωση με τους τεχνικούς τους, τα μηχανήματα και το κεφάλαιό τους ήταν διάσημα ονόματα όπως η General Electric, η Westinghouse, η Singer, η Du Pont, η Ford, η Standard Oil, η Siemens, η International Harvester, η Alcoa, και πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών εταιρειών της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Σουηδίας, της Δανίας και της Αυστρίας. Και η θετική επίδρασή τους στη σοβιετική οικονομία ήταν δραματική.

Έτσι, για παράδειγμα, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920, 80 τοις εκατό των σοβιετικών πετρελαϊκών γεωτρήσεων διεξήχθησαν από την αμερικανική περιστροφική τεχνική και όλα τα διυλιστήρια χτίστηκαν από ξένες εταιρείες. Ως αποτέλεσμα αυτής της μετάγγισης του δυτικού κεφαλαίου και της εμπειρογνωμοσύνης, υπήρξε ανάκαμψη της σοβιετικής παραγωγής από σχεδόν μηδενικές βάσεις το 1922, μετά τον εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε η μπολσεβίκικη κατάκτηση της εξουσίας τον Οκτώβριο του 1917, στα προ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μεγέθη το 1928.

Το ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε και στην δεκαπενταετία από το 1930 έως το 1945. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, οι τεράστιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν για τις βιομηχανίες μηχανοκίνητων εργαλείων, αυτοκινήτων, αεροσκαφών και μύλων κατασκευάστηκαν από ξένες εταιρείες και 300.000 υψηλής ποιότητας ξένα μηχανικά εργαλεία εισήχθησαν μεταξύ του 1929 και του 1940. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι Σοβιετικοί (παρά την προηγούμενη προδοσία τους στην υπογραφή του Ναζιστικού-Σοβιετικού Συμφώνου του 1939) έλαβαν 11 δισεκατομμύρια δολάρια από πόρους και εξοπλισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Νόμο εκμισθώσεως και Δανεισμού.

Η ήττα του Χίτλερ στη συνέχεια επέτρεψε στη Σοβιετική Ένωση να λεηλατήσει την Ανατολική Ευρώπη για τις μεταπολεμικές ανάγκες της. Τα δύο τρίτα της γερμανικής βιομηχανίας αεροσκαφών, το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανίας παραγωγής πυραύλων της, περίπου τα δύο τρίτα της ηλεκτρικής της βιομηχανίας και τόνοι στρατιωτικού εξοπλισμού κατασχέθηκαν από τον Στάλιν. Οι γερμανικές εγκαταστάσεις πυραύλων που αποκτήθηκαν από τους Ρώσους περιλάμβαναν εξάλλου το τεράστιο υπόγειο εργοστάσιο V-2 στο Nordhausen και έθεσαν τα θεμέλια του σοβιετικού προγράμματος Sputnik, οπότε ακόμη και η μεγάλη αναγγελθείσα σοβιετική διαστημική προσπάθεια είχε μεγάλη επιτυχία λόγω της βίαιας απόκτησης της δυτικής τεχνολογίας. Ως πρόσθετο πλεονέκτημα, οι Ρώσοι έλαβαν αποσυναρμολογημένες εγκαταστάσεις στην αμερικανική ζώνη, περιλαμβανομένων και στρατηγικών αγαθών, όπως εγκαταστάσεις αεροσκαφών, εγκαταστάσεις ρουλεμάν και πυρομαχικών.

Ο τεχνολογικός θηλασμός του σοβιετικού κομμουνισμού από το δυτικό καπιταλισμό συνεχίστηκε ακόμα και κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Από το 1959 έως το 1963 η Σοβιετική Ένωση αγόρασε τουλάχιστον 50 πλήρεις χημικές εγκαταστάσεις για χημικά προϊόντα που δεν παράγονταν προηγουμένως στη Σοβιετική Ένωση και οι σοβιετικές εισαγωγές αυξήθηκαν δεκαπλάσια μεταξύ 1946 και 1966 από 692 εκατομμύρια ρούβλια σε 7,122 δισεκατομμύρια. Εκτός από όλα αυτά, τα δύο τρίτα του σοβιετικού εμπορικού στόλου είχαν κατασκευαστεί στη Δύση από το 1967.

Τα στοιχεία, λοιπόν, είναι συντριπτικά. Ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν απέτυχε επειδή δεν του δόθηκε αρκετός χρόνος για να επιδιώξει τους ολοκληρωτικούς και δολοφονικούς στόχους του χωρίς «δυτική παρέμβαση». Απέτυχε ακριβώς λόγω αυτών των στόχων που είχε, και παρά τις επανειλημμένες εγχύσεις δυτικού κεφαλαίου, τεχνογνωσίας και τεχνολογίας, που διήρκησαν τουλάχιστον πέντε δεκαετίες.

Κλείνοντας

Όπως πάντα, η κεντρική αλήθεια για το θέμα αυτό αναφέρθηκε με τη μεγαλύτερη καθαρότητα και σαφήνεια από τον μεγαλύτερο συγγραφέα και αντιρρησία της Ρωσίας του 20ού αιώνα, τον αείμνηστο Αλέξανδρο Σολτζενιτσίν, σε μια ομιλία του 1975 προς τους Αμερικανούς συνδικαλιστές:

«Η σοβιετική οικονομία έχει εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο αποτελεσματικότητας […] Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα ταυτόχρονα: τον πόλεμο, τη διαστημική έρευνα (που είναι μέρος της πολεμικής προσπάθειας), τη βαριά βιομηχανία, την ελαφρά βιομηχανία και ταυτόχρονα την ανάγκη τροφοδότησης του δικού της πληθυσμού. Οι δυνάμεις ολόκληρης της σοβιετικής οικονομίας επικεντρώνονται στον πόλεμο […] ό, τι λείπει […] το παίρνουν από σας. Έτσι, έμμεσα, τους βοηθάτε με το να τους αναπληρώνετε. Βοηθάτε το σοβιετικό αστυνομικό κράτος».

Αφήστε αυτούς που αγκαλιάζουν τον μαρξισμό στα κολέγια και τα πανεπιστήμια να αναλογιστούν αυτά τα γεγονότα και να αναρωτηθούν, αν ο σκοπός που υποστηρίζουν τώρα είναι πραγματικά άξιος του χρόνου και του ιδεαλισμού τους.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: