Η τραγική ειρωνεία της μαρξιστικής ταξικής συνείδησης

0
488

Οι αντιφάσεις στη μαρξιστική θεωρία της ταξικής συνείδησης, μπορούν να εντοπιστούν σήμερα πολύ εύκολα στα πάμπλουτα στελέχη των μαρξιστικών κομμάτων.

 

 Του Antony Sammeroff

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Ας φανταστούμε τη σκηνή.

Εσείς και εγώ βρισκόμαστε στην τοπική παμπ, όπου συνειδητοποιούμε ότι έχουμε εμπλακεί σε μια έντονη συζήτηση με τους γείτονές μας σχετικά με την δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα, και το πώς μπορούμε να την διορθώσουμε. Εμείς λέμε ότι ελεύθερες οι αγορές και η αυθόρμητη τάξη θα λύσουν το θέμα. Εκείνοι λένε ότι ο σοσιαλισμός είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε. Καθώς μας τελειώνει και το τρίτο μεγάλο ποτήρι μπύρας, αρχίζει να διαφαίνεται ότι θα κάνουμε καιρό να επισκεφτούμε ξανά το ίδιο μπαρ για έναν άλλο γύρο με μπύρες. Οι θαμώνες στρέφονται από τα τραπέζια τους για να μας φιλοδωρήσουν με βλέμματα συμπάθειας όταν ένας από τους συνομιλητές μας, με αφρούς στο στόμα, με κατηγορεί για κακή προαίρεση, και εσάς για άθλια κίνητρα.

Υψώνω το ανάστημά μου κάπως υστερικά για να αμυνθώ, χτυπώντας το δεξί μου χέρι στο τραπέζι, ενώ του συστήνω να μην κάνει το θέμα προσωπικό. Εσείς με υποστηρίζετε, επιμένοντας: «Όχι, όχι! Δεν είναι έτσι, φίλε – απλώς επισημαίνουμε τα γεγονότα !!»

Με το που το ακούει αυτό ο σύντροφός του αρπάζεται, απαντώντας γρυλίζοντας, «Ανοησίες, σύντροφε! Δεν υπάρχει αμερόληπτη αναζήτηση της αλήθειας.»

«Ναι, συμπολίτη», ισχυρίζεται ο πρώτος, τραβώντας την προσοχή μου πάνω του, «τα λέτε αυτά γιατί απλά ανήκετε στη μεσαία τάξη».

Οι περισσότεροι άνθρωποι θα συμφωνούσαν ότι αυτός είναι ένας κουτός τρόπος για να τερματίσεις μια συζήτηση. Γιατί κατά πρώτον, το να επισημαίνεις σε ποια τάξη ανήκει ο άλλος δεν αποδεικνύει το γιατί η θέση του είναι λανθασμένη. Δεύτερον, ένα άτομο δεν μπορεί να αλλάξει την καταγωγή του –  ούτε ένα επιχείρημα δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Επομένως, εάν το γενεαλογικό τους δέντρο τους οδηγεί πραγματικά σε ακατάρριπτες προκαταλήψεις, θα πρέπει να μην χάσετε τον χρόνο σας μαζί τους. Εάν δεν υπάρχει απροκατάληπτη αναζήτηση της αλήθειας, γιατί να μην πείτε: «Λοιπόν, έχω την προκατάληψή μου και εσείς έχετε τη δική σας. Δεν υπάρχει τρόπος να γεφυρωθεί το χάσμα, οπότε ας παραγγείλουμε άλλο ένα ποτό και ας αφήσουμε το θέμα στην άκρη.» Για να είμαι ειλικρινής, συχνά εύχομαι να είχα μια τέτοια δύναμη θέλησης. Και ποια βάση θα είχαν οι αμφισβητίες μας για να γνωρίζουν εάν οι θέσεις τις οποίες υποστήριξαν ήταν σωστές, δεδομένης της προϋπόθεσής τους ότι η αλήθεια των γεγονότων είναι κάτι άπιαστο για την ανθρώπινη λογική;

Για μια πιο φιλοσοφική άποψη επί του θέματος, είναι αντιφατικό να προσπαθούμε να πείσουμε λογικά κάποιον ότι δεν υπάρχει αντικειμενική λογική. Να επιχειρηματολογήσουμε ορθολογικά για το ότι δεν υπάρχει ορθός λόγος; Οι φιλόσοφοι το αποκαλούν αυτό «ερμηνευτική αντίφαση» και το αναγνωρίζουν ως λογική πλάνη. Άλλα παραδείγματα ερμηνευτικών αντιφάσεων περιλαμβάνουν την φράση «η γλώσσα δεν έχει νόημα», η οποία από μόνη της χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μεταφέρει ένα νόημα και «δεν υπάρχουν απόλυτα», που είναι μια απόλυτη δήλωση. Ο Karl Marx επεσήμανε ότι ο Proudhon, ο αναρχικός που έγινε διάσημος για την δήλωσή του ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή», είχε υποπέσει σε ερμηνευτική αντίφαση, επειδή η «κλοπή» είναι η βίαιη παραβίαση της ιδιοκτησίας, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιοκτησίας!

Μία από τις σημαντικότερες επικρίσεις του von Mises εναντίον του Μαρξ, ήταν ότι ο τελευταίος ποτέ δεν αντέκρουσε πραγματικά τους σύγχρονους αντιπάλους του ή τις ιδέες των κλασικών οικονομολόγων. Απλώς τους απέρριπτε ως «αστούς» και προκατειλημμένους (μαζί με μια σειρά από «κοσμητικά επίθετα»).

Εάν έχετε συμμετάσχει ποτέ σε μια διαδικτυακή συζήτηση, πιθανότατα θα έχετε παρατηρήσει ότι η απόρριψη των επιχειρημάτων κάποιου με βάση την ταυτότητά του δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Μόλις σήμερα κάποιος σχολίασε: «Μπορεί να έχετε πάει στο πανεπιστήμιο, και μπορεί να έχετε γράψει μερικά βιβλία, αλλά δεν έχετε ζήσει πραγματικά την ζωή στον καπιταλισμό. Που σας αναγκάζει να υπογράψετε συμβόλαιο για να εργαστείτε περισσότερες από 45 ώρες την εβδομάδα γιατί αν δεν το κάνετε, δεν θα έχετε να φάτε.»

Οι άνθρωποι το κάνουν αυτό σχεδόν αυθόρμητα, όταν έρχονται αντιμέτωποι με πληροφορίες που δεν θέλουν να αποδεχτούν. Η πρώτη τους αντίδραση είναι να βρουν έναν τρόπο να απορρίψουν την πηγή των ισχυρισμών, και όχι να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς. Θυμάμαι πως, όταν ήμουν μικρός, είχα έναν κομμουνιστή φίλο που απαξίωνε συστηματικά τους στοχαστές που δεν του άρεσαν, απορρίπτοντας τον Karl Popper ως «αντιδραστικό» και τον Nietzsche ως «εντελώς δεξιό». Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν αφορά βεβαίως αποκλειστικά την Αριστερά. Οι συντηρητικοί είναι γνωστό ότι απορρίπτουν συνήθως τους αντιπάλους τους ως «libtards»[καθυστερημένους προοδευτικούς]. Ο Χίτλερ απέρριπτε όλα τα συμπεράσματα των Einstein, Freud και Adler ως «εβραϊκή επιστήμη». Όπως το έθεσε ο κοινωνικός ψυχολόγος Thomas Gilovich,

Για τα επιθυμητά συμπεράσματα, αναρωτιόμαστε «μπορώ να το πιστέψω αυτό;», αλλά για τα δυσάρεστα συμπεράσματα ρωτάμε, «γιατί πρέπει να το πιστέψω αυτό;»1 

Οι περισσότεροι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι, ενώ μπορεί να καταφεύγουμε σε προσωπικές επιθέσεις πάνω στην ένταση της στιγμής, ένα ad hominem [κατά του προσώπου] επιχείρημα δεν είναι ποτέ πραγματικά ορθολογικό. Αυτό που ξεχωρίζει τον Marx είναι ότι συστηματοποιεί αυτήν την τακτική μέσα στη φιλοσοφία του. Σύμφωνα με τον μαρξισμό, η κοινωνική θέση των ατόμων καθορίζει τις πεποιθήσεις τους. Δεν έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τον κόσμο, παρ’ εκτός μέσα από το πρίσμα των ταξικών τους συμφερόντων, τα οποία θα καθορίσουν τις απόψεις που εκφράζουν. Δεν υπάρχει λοιπόν η αμερόληπτη αναζήτηση της αλήθειας. Οι εργάτες είναι εξ ορισμού τοποθετημένοι σε μια ασυμβίβαστη ταξική πάλη ενάντια στους εργοδότες τους στην καπιταλιστική κοινωνία, και έτσι καθένας από αυτούς είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει δεδομένες ιδεολογίες οι οποίες, αν και εσφαλμένες, έχουν σκοπό να λειτουργήσουν μέσω αυτών [ενν. των ατόμων που τις εκφράζουν] για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της τάξης του.2 Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στην προλεταριακή επιστήμη, και έτσι ο Marx δεν χρειαζόταν να αντικρούσει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους – απλώς να τους ξεμπροστιάσει ως αστούς3 (αρκετά πλούσιους αστούς, εάν αναλογιστούμε ότι ο Μαρξ ήταν γιος ενός πλούσιου δικηγόρου, του οποίου η σύζυγος ήταν κόρη ενός ευγενή). Εκείνοι οι πρώιμοι οικονομολόγοι που υποστήριζαν τον φιλελευθερισμό είχαν σκόπιμες ή ασυνείδητες προκαταλήψεις που τους οδήγησαν να προτιμήσουν την ελεύθερη αγορά. Ήταν «συκοφαντικοί απολογητές των αθέμιτων ταξικών συμφερόντων των αστών εκμεταλλευτών, έτοιμοι να ξεπουλήσουν τους ανθρώπους στις μεγάλες επιχειρήσεις και τα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια».4 Και αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να πούμε γι ‘αυτούς – μοιάζει να λέει ο Marx.

Ο von Mises, φυσικά, δεν αρνήθηκε ότι οι άνθρωποι έχουν προκαταλήψεις. Δεν ήταν αφελής, ώστε να αγνοεί την ιδέα ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να έχουν μια προδιάθεση υπέρ συγκεκριμένων πολιτικών πεποιθήσεων, που τους ωφελούν προσωπικά. Εξάλλου, υπήρξε μεγάλος επικριτής των κρατικών επιδοτήσεων και των προστατευτικών δασμών. Είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι, όταν οι κατασκευαστές στην Αυστρία υποστήριξαν τους υψηλότερους φόρους επί των εισαγωγών, ήταν επειδή ήλπιζαν να αποφύγουν τον ξένο ανταγωνισμό. Αυτό που απέρριψε ήταν η ιδέα ότι είναι  αδύνατο να φτάσει κανείς σε στέρεες πεποιθήσεις μέσω του ορθού λόγου. Γι ‘αυτό υπάρχει ο διάλογος -για να αποκαλύπτει την εσφαλμένη λογική. Ο von Mises χαρακτήρισε την λογική ως «το μοναδικό όργανο της επιστήμης και της φιλοσοφίας»5 εννοώντας ότι η λογική μας – όσο και εσφαλμένα κι αν εφαρμόζεται κατά καιρούς – εξακολουθεί να είναι ο μόνος τρόπος για να διακρίνουμε μια αληθινή ιδέα από μια λανθασμένη.

«Το μόνο που μετράει είναι αν ένα δόγμα είναι βάσιμο ή αβάσιμο. Αυτό πρέπει να αποδειχθεί μέσω διερευνητικής συλλογιστικής. Το να αποκαλυφθούν οι ψυχολογικές δυνάμεις που ώθησαν τον εμπνευστή της, δεν μειώνει ούτε κατ’ ελάχιστον την ορθότητα και την ακρίβεια μιας θεωρίας …. Εάν οι αποτυχίες και τα λάθη ενός δόγματος αποκαλυφθούν… οι ιστορικοί και οι βιογράφοι μπορεί να προσπαθήσουν να τα εξηγήσουν εντοπίζοντάς τα πίσω στην μεροληψία του συγγραφέα. Όμως… η αναφορά στη μεροληψία ενός στοχαστή δεν υποκαθιστά τη διάψευση των δογμάτων του με εύλογα επιχειρήματα.»6

Είναι σημαντικό για τον von Mises να τονίσει ότι τα οικονομικά, ως επιστήμη, δεν κάνουν αξιακές κρίσεις ( wertfrei ). Στόχος τους είναι να περιγράψουν το πώς είναι ο κόσμος, και όχι πώς θα έπρεπε να είναι. Είναι περιγραφική επιστήμη, κι όχι συμβουλευτική. Ο σκοπός της είναι να μας προσφέρει τα εργαλεία για να ανακαλύψουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής, ανεξάρτητα από αυτό που εμείς – ή οι αντίπαλοί μας – μπορεί να ελπίζουμε, να επιθυμούμε, να ονειρευόμαστε, να προτιμούμε, ή να διεκδικούμε. Ο μόνος τρόπος για να ανακαλύψουμε εάν ένας οικονομικός ισχυρισμός είναι αληθινός (όπως λόγου χάρη ο ισχυρισμός ότι οι έλεγχοι των τιμών οδηγούν σε ελλείψεις) είναι η διαλεκτική συλλογιστική. Οι εκκλήσεις στη φυλή, τη θρησκεία, τον «εθνικό χαρακτήρα», ή τα «ταξικά συμφέροντα» του εμπνευστή του ισχυρισμού, είναι άχρηστες. Ο von Mises προειδοποιεί για τις σοβαρές συνέπειες του να πιστέψουμε κάτι διαφορετικό. Αυτό που ξεκινά με την φαινομενικά αθώα αποκάλυψη της αστικής προκατάληψης (για την Αριστερά) ή της φυλετικής τάσης (για την Δεξιά) μπορεί να οδηγήσει μόνο στη δίωξη των αντιφρονούντων και στην τελική «εκκαθάριση» τους.7 Με απλά λόγια, το ζήτημα είναι: ορθός λόγος, ή βία.

Τώρα, ο Bertrand Russell (ίσως ο πιο εξέχων φιλόσοφος του εικοστού αιώνα μέχρι το θάνατό του το 1970) έλεγε συχνά: «Νομίζω ότι αν κάτι είναι αληθινό, οφείλει να το πιστεύει κάποιος, και αν δεν είναι αληθινό, δεν οφείλει να το πιστεύει». Πίστευα πάντα ότι αυτή η φράση είναι αληθής, αν και κάποτε ένας από τους καθηγητές μου στην φιλοσοφία επεσήμανε ότι μερικές φορές υπάρχουν καλά επιχειρήματα κατά της πίστης στην αλήθεια. Για παράδειγμα, εάν είστε αθλητής Ολυμπιακών αγώνων, ίσως να ωφελήσει την απόδοσή σας το να έχετε μια υπερβολική πίστη στην ικανότητά σας. Ωστόσο, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι ως γενικός τρόπος ζωής είναι προτιμότερο να πιστεύουμε την αλήθεια αντί την ονειροφαντασία. Γι ‘αυτόν τον λόγο κλείνουμε παραληρηματικούς ανθρώπους σε ιδρύματα και τσακωνόμαστε με συγγενείς μας που ισχυρίζονται ότι ο Πρόεδρος F.D. Roosevelt έβαλε τέλος στη Μεγάλη Ύφεση. Αποδεχόμαστε ότι, ακόμη και αν η «υπέρτατη αλήθεια» είναι πέρα ​​από την αντιληπτική ικανότητα των κοινών θνητών, η αλήθεια είναι ένα πρότυπο που μπορούμε τουλάχιστον να επιδιώκουμε.

Ο von Mises λέει ότι θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε τη διαμάχη σχετικά με το εάν η λογική δομή του νου διαφέρει μεταξύ των ατόμων διαφορετικών τάξεων. Θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε – για χάρη της συζήτησης – τον αμφίβολο ισχυρισμό ότι το κύριο μέλημα των διανοουμένων είναι να προωθήσουν τα ταξικά τους συμφέροντα (ακόμη και αν συγκρούονται με τα προσωπικά τους συμφέροντα). Θα μπορούσαμε ακόμη και να πάρουμε ως δεδομένη την ιδέα ότι δεν υπάρχει αμερόληπτη αναζήτηση της αλήθειας. Επιπλέον, ακόμη και αν δεχόμασταν όλες τις βασικές αξιώσεις του Marx, το δόγμα του περί ταξικής ιδεολογίας θα εξακολουθούσε να είναι απελπιστικά άκυρο!8

Η λογική του von Mises για την υποστήριξη του συγκεκριμένου συμπεράσματος είναι ότι, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι οι ψευδείς απόψεις θα προωθούσαν το συμφέρον της τάξης κάποιου περισσότερο από τις σωστές απόψεις – μια πολύ έξυπνη παρατήρηση. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα του εγκλεισμού παραληρηματικών ανθρώπων σε ιδρύματα, το κάνουμε αυτό γιατί οι ψευδείς πεποιθήσεις κάνουν τους ανθρώπους να συγκρούονται με την πραγματικότητα. Βασικά, η αλήθεια είναι λειτουργική.

Εάν θέλετε να χτίσετε ένα σπίτι, καλύτερα να συμμορφωθείτε με τους νόμους της βαρύτητας. Εάν θέλετε τα φυτά σας να μεγαλώσουν, καλύτερα τα ποτίζετε και να τα τοποθετείτε δίπλα στο παράθυρο, όπου θα έχουν ηλιοφάνεια. Οι άνθρωποι άρχισαν να μελετούν την μηχανική για πρακτικούς λόγους, γράφει ο von Mises. Ήθελαν να λύσουν προβλήματα μηχανικής. Πόσο μακριά θα τους πήγαιναν οι εσφαλμένες ιδέες; Καμία ατμομηχανή δεν θα μπορούσε να επινοηθεί βασισμένη σε ψευδείς παραδοχές. «Όπως και να το δει κανείς», γράφει ο von Mises, «δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο να μπορεί μια εσφαλμένη θεωρία να εξυπηρετήσει έναν άνθρωπο, ή μια τάξη, ή ολόκληρη την ανθρωπότητα, καλύτερα από μια σωστή θεωρία».9 O Μαρξ δεν προσπαθεί ποτέ να εξηγήσει γιατί μια ιδεολογική παραμόρφωση θα βοηθούσε κάποιον να εξυπηρετήσει τα ταξικά του συμφέροντα καλύτερα από την αλήθεια.

Ο von Mises συνεχίζει, ρωτώντας γιατί ο Marx κατέληξε να διδάσκει αυτό το δόγμα – τόσο γεμάτο αντιφάσεις. Στη συνέχεια, προχωρά αμφισβητώντας τα κίνητρα του Marx. Κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει απερίσκεπτα ειρωνικό, δεδομένου του πλαισίου. Προσωπικά, με έκανε να σκάσω στα γέλια.  Λάβετε όμως υπ’ όψη ότι ο von Mises έχει ήδη δηλώσει ότι μόλις αποκαλύψετε τις πλάνες κάποιου, ουσιαστικά τον στέλνετε  στον καναπέ του ψυχαναλυτή. Επομένως, απλά θυμηθείτε – την επόμενη φορά που θα μπείτε στον πειρασμό να αποκαλέσετε κάποιον «ηλίθιο προοδευτικό» στο Facebook, ή «δεξιό παλαβιάρη» στο Twitter, βεβαιωθείτε ότι αντικρούσατε πρώτα τα επιχειρήματά του.

Ο Μarx διέδωσε αυτή τη φιλοσοφία, γιατί το πάθος του ήταν ο αγώνας για την επικράτηση του σοσιαλισμού. Σύμφωνα με τον von Mises, ήταν «πλήρως ενήμερος» ότι δεν μπορούσε πραγματικά να καταρρίψει τις συντριπτικές επικρίσεις του σοσιαλισμού, που είχαν διατυπώσει οι [πραγματικοί] οικονομολόγοι. Επιπλέον, η εργασιακή θεωρία της αξίας, στην οποία είχε βασιστεί η φιλοσοφία του, προσαρμόζοντάς την από τον J.S. Mill, τον David Ricardo και τον Adam Smith, είχε ανατραπεί από τους οικονομολόγους Carl Menger και William Stanley Jevons μόνο τέσσερα χρόνια αφ’ ότου ο Μαρξ δημοσίευσε τον πρώτο τόμο του μεγαλεπήβολου έργου του,  Das Kapital (Το Κεφάλαιο), το 1867. Ντροπιαστικό.

Ο Marx δεν κατανόησε τη νέα και πιο ακριβή «οριακή θεωρία της αξίας», η οποία υποστήριζε ότι ο καθένας μας αξιολογεί κάθε επιπρόσθετη μονάδα ενός αγαθού λιγότερο από ό,τι την αμέσως προηγούμενη μονάδα. Αν έχουμε μόνο ένα ποτήρι νερό, θα το θεωρήσουμε πολύτιμο και σίγουρα θα το πιούμε. Εάν έχουμε αρκετό νερό, σύντομα θα κάνουμε μπάνιο με αυτό, και θα ποτίζουμε το γκαζόν μας. Δεδομένου ότι αφιερώνουμε κάθε επιπρόσθετη μονάδα νερού σε μια λιγότερο επείγουσα ανάγκη από την αμέσως προηγούμενη, το εκτιμούμε ολοένα και λιγότερο.

Ο Adam Smith και ο Ricardo δεν έζησαν αρκετά για να συνεισφέρουν στην κατάρριψη της πρώιμης σοσιαλιστικής σκέψης, που εμφανίστηκε ως υπολογίσιμη δύναμη μόνο στις δεκαετίες του 1830 και του ’40. Ο von Mises σημειώνει ότι ο Marx δεν τους επιτέθηκε, αλλά εκδήλωσε την «πλήρη απαξίωση του» (ο von Mises είχε ευχέρεια στις συναισθηματικά ουδέτερες φράσεις) για εκείνους που ακολούθησαν τα βήματά τους υπερασπιζόμενοι την οικονομία της αγοράς, έναντι των επικριτών της. Ο Marx τους απέρριψε με την τεχνική της γελοιοποίησης, αποκαλώντας τους «χυδαίους οικονομολόγους» και «συκοφάντες της μπουρζουαζίας». Γυμνοσάλιαγκες που έγλειφαν την άρχουσα τάξη.10

Ο von Mises παρατηρεί κι εδώ μια αντίφαση, καθώς ο Marx απορρίπτει τους κλασικούς οικονομολόγους επειδή παρακινούνται από την αστική τους καταγωγή, και την προκατάληψη τους υπέρ της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα δανείζεται δικές τους ιδέες, για να καταλήξει σε συμπεράσματα κατά της αγοράς.11 Το θέμα είναι όμως, ότι αν δεν «είχε εξυψώσει αυτήν την τακτική στο επίπεδο κύρους ενός γενικού νόμου», θα ήταν απολύτως ξεκάθαρο πως ο Marx απλά χρησιμοποιούσε αυτήν την τακτική στιγματισμού ως ένα επίχρισμα για να απαξιώσει τους οικονομολόγους,. Έτσι, οι μαρξιστές ερμήνευσαν όλα τα φιλοσοφικά συστήματα υπό το πρίσμα του δόγματος περί ταξικής ιδεολογίας – επικρίνοντας ακόμα και τους φυσικούς επιστήμονες Mendel, Hertz, Planck, Heisenberg και Einstein για τα ταξικά τους συμφέροντα.

Αλλά εδώ είναι η ειρωνεία. Οι Μαρξιστές δεν εφάρμοζαν τη θεωρία της ταξικής συνείδησης, στα δικά τους δόγματα. Οι δοξασίες του μαρξισμού, φυσικά, δεν μπορούσαν να είναι προκατειλημμένες. Δεν ήταν καν ιδεολογίες. Ήταν «μια πρόγευση της γνώσης της μελλοντικής αταξικής κοινωνίας, η οποία, απελευθερωμένη από τα δεσμά των ταξικών συγκρούσεων, θα είναι σε θέση να συλλάβει την καθαρή γνώση, αμόλυντη από ιδεολογικά ψεγάδια».12

Ο Marx επιτίθεται στα επιχειρήματα που διατυπώνονται υπέρ του καπιταλισμού ως ιδεολογήματα, αλλά, ο von Mises ρωτά, γιατί οι καπιταλιστές θα χρειάζονταν καν να δικαιολογήσουν τον καπιταλισμό εάν, σύμφωνα με την θεωρία του ίδιου του Marx, κάθε τάξη είναι «αδυσώπητη στην επιδίωξη των δικών της, εγωιστικών, ταξικών συμφερόντων»; Σίγουρα, αν  ντρέπονταν για το ρόλο τους ως «βαρόνοι της ληστείας, τοκογλύφοι και εκμεταλλευτές»13, δεν θα μπορούσαν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Θα χρειάζονταν μια καλή ιδεολογία για να τους κάνει να νιώσουν καλά σχετικά με το τι έκαναν. Αλλά τι ανάγκη υπάρχει να ικανοποιηθεί μια συνείδηση που είναι ​​απαλλαγμένη από ενοχές;14 Σύμφωνα με τον Marx, η αστική τάξη δεν μπορεί καν να καταλάβει τους εργάτες, γιατί σκέφτονται διαφορετικά. Χρησιμοποιούν ένα διαφορετικό σύστημα λογικής.

Τέλος, σύμφωνα με το σύστημα του Marx, ο καπιταλισμός είναι ένα απαραίτητο στάδιο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Δεδομένου ότι κανένας κοινωνικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ πριν ωριμάσουν αρκετά όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που θα καταστήσουν αναγκαία την αλλαγή, ο καπιταλισμός χρειάζεται, για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ του φεουδαρχικού συστήματος και του τελικού στόχου που είναι ο παγκόσμιος κομμουνισμός. Οι καπιταλιστές, με την στάση τους προκαθορισμένη από τη θέση τους στην κοινωνική διαστρωμάτωση, οδηγούνται παθητικά στην εκπλήρωση των νόμων της ιστορίας. Δεν μπορούν να κάνουν κάτι λάθος! Αν μη τι άλλο, αυτοί οι ίδιοι παίζουν τον απαραίτητο ρόλο τους στην οικοδόμηση μιας γέφυρας προς την ευδαιμονία μιας αταξικής κοινωνίας. Δεν είναι παρά εργαλεία της ιστορίας, που λειτουργούν σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο για την εξέλιξη της ανθρωπότητας σύμφωνα με τους αιώνιους νόμους, ανεξάρτητα από τη δική τους βούληση – ή οποιαδήποτε ανθρώπινη βούληση. Δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν αυτό το σχέδιο, ακόμα κι αν το επιχειρούσαν! Και σίγουρα δεν θα χρειαζόταν μια ιδεολογία ή μια ψευδή συνείδηση ​​για να τους πει ότι είναι σωστό να το πράξουν. Τους το λέει ο ίδιος ο Marx.

Και κάπου εδώ, ο von Mises μας αποχαιρετά με αυτήν την χαριστική βολή:

Εάν ο Μαρξ ήταν συνεπής, θα είχε προτρέψει τους εργάτες: «Μην κατηγορείτε τους καπιταλιστές. Καθώς σας ‘εκμεταλλεύονται’ κάνουν ό,τι το καλύτερο για εσάς. Στρώνουν τον δρόμο για τον σοσιαλισμό».

 

***

Για περισσότερα, δείτε το βιβλίο «Θεωρία και Ιστορία» (1957), κεφάλαιο 7, ενότητα 4 και κεφάλαιο 2, ενότητες 1 και 4.

Ο Antony Sammeroff συμπαρουσιάζει το Scottish Liberty Podcast και έχει εμφανιστεί σε άλλες θεματικές εκπομπές για τον φιλελευθερισμό, όπως το The Τhome Woods Show , το Lions of Liberty , το School Sucks Podcast και πολλά άλλα. Το βιβλίο του Universal Basic Income – For and Against (με πρόλογο του Robert P. Murphy) είναι διαθέσιμο ως χαρτόδετο βιβλίο και στο Amazon Kindle. Το προηγούμενο βιβλίο αυτοβοήθειας του Procrastination Annihilation προσφέρεται δωρεάν για κατέβασμα από το  BeYourselfAndLoveIt.com . Το blog του Antony σχετικά με οικονομικά ζητήματα στο SeeingNotSeen.Blogspot.com και τα άρθρα του έχουν επίσης δημοσιευτεί από το Σκωτσέζικο Φιλελεύθερο Κόμμα, το Κέντρο Cobden, το The Backbencher , το The Rational Rise, και το ActualAnarchy.com.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Thomas Gilovich, Πώς ξέρουμε τι δεν είναι αλήθεια: Τα λάθη του ανθρώπινου λόγου στην καθημερινή ζωή(Νέα Υόρκη: The Free Press, 1993).
  2. Ludwig von Mises, Θεωρία και Ιστορία: Μια Ερμηνεία της Κοινωνικής και Οικονομικής Εξέλιξης, εκδ. Bettina Bien Greaves (1957, Indianapolis, IN: Liberty Fund Inc., 2005), σελ. 82.
  3. Ludwig von Mises, σοσιαλισμός: Μια οικονομική και κοινωνιολογική ανάλυση, μετφρ. J. Kahane (1922; Indianapolis, IN: Liberty Fund Inc., 1981), σελ. 17–18.
  4. Ludwig von Mises, Bureaucracy(New Haven, CT: Yale University Press, 1944), σελ. 86.
  5. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, μέρος II, κεφάλαιο. 5, σελ. 49.
  6. von Mises, Θεωρία και ιστορία, σελ. 19.
  7. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 23.
  8. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 82.
  9. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 83.
  10. Όποιος έχει κλίση προσανατολισμένη στην αγορά είναι μάλλον αρκετά συνηθισμένος να δέχεται τέτοιες κατηγορίες, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε γιατί οι τάξεις των δισεκατομμυριούχων χρηματοδοτούν τις εκστρατείες φιλελεύθερων υποψηφίων που υποστηρίζουν το ελεύθερο επιχειρείν. Η προφανής αλήθεια είναι ότι οι ελεύθερες αγορές δεν είναι ευνοϊκές για τους πλούσιους και τους ισχυρούς, οι οποίοι επωφελούνται από την ευνοϊκή νομοθεσία, τις κρατικές συμβάσεις, τις επιδοτήσεις, τους προστατευτικούς δασμούς και την εταιρική πρόνοια.
  11. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 85.
  12. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 84.
  13. Karl Marx, Μια συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, μετφρ. NI Stone (1859, Σικάγο: Charles H. Kerr and Company, 1904).
  14. von Mises, Θεωρία και Ιστορία, σελ. 85.