Ηθική, οικονομική επιστήμη και κεντρικός σχεδιασμός

0
931
Ηθική, οικονομική επιστήμη και κεντρικός σχεδιασμός
"Ανόητε κρατιστή, άσε τα οικονομικά πάνω μας"

Εν τέλει, ο κεντρικός σχεδιασμός, πέραν από τα προβλήματα του οικονομικού υπολογισμού, έχει και να υπερπηδήσει και τον σκόπελο των υποκειμενικών αξιακών επιλογών των ατόμων. Στην ουσία επιθυμεί να επιβάλλει και μία ηθική ομοιογένεια, θυσιάζοντας την ταυτότητα κάθε ατόμου μπρος στην κολλεκτιβιστική ευμάρεια, φυσικά όμως όπως το κράτος την έχει ορίσει.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε δύο στόχους. Πρώτον, να δείξουμε ότι κάθε ανθρώπινη απόφαση είναι στην ουσία και ηθική ή αξιακή κρίση. Δεύτερον, να δείξουμε ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να αποκοπεί από την ηθική. Δηλαδή, κατ’ επέκταση, ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να έχει την αντικειμενικότητα των φυσικών επιστημών ως προς τις προτάσεις της στην οικονομική πολιτική.

Τι είναι ηθική;

Όταν αναφερόμαστε στην «ηθική», στην ουσία μιλάμε για ένα σύνολο προκειμένων σύμφωνα με τις οποίες κάνουμε αξιακές κρίσεις και ορίζουμε τι είναι «δέον», «καλόν», »κακόν» κοκ. Αντικειμενική ηθική δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει όσο δεν μπορούμε να υπερβούμε το χάσμα όντος-δέοντος (γι’αυτό και η επιστημονική προσέγγιση στην ανάδειξη ηθικών κανόνων είναι καταδικασμένη σε επιστημολογικά σφάλματα).

Ηθικές κρίσεις όμως μπορούμε να κάνουμε με δύο τρόπους και αυτό δεν είναι προφανές σε όλους. Οι δύο τρόποι είναι: 1) ο δεοντολογικός (υποκατηγορία του δεοντολογικού τρόπου είναι και η ηθικής της αρετής ή αλλιώς virtue ethics) και 2) ο συνεπειοκρατικός. Ο πρώτος τρόπος αφορά κρίση εκ των προθέσεων και εξετάζουμε αν αυτές συμβαδίζουν με την ηθική ιδεολογία του δρώντος ατόμου. Ο συνεπειοκρατικός αφορά τις ηθικές κρίσεις εκ του αποτελέσματος. Δηλαδή πρώτα περιμένουμε τη δράση και κρίνουμε βάσει αποτελεσμάτων.

Ένα απλό παράδειγμα που μπορούμε να φανταστούμε είναι του επιστήμονα που προσπαθεί να βρει μία θεραπεία για μία ασθένεια απαγάγοντας ανθρώπους και κάνοντας πειράματα, εν τέλει καταφέρνοντας να σώσει χιλιάδες ασθενών. Ανάλογα με την ηθική που ασπαζόμαστε θα μπορούσαμε να πούμε (μεταξύ άλλων) τα εξής:

1) Δεοντολογικά: Ο γιατρός παραβίασε την ελευθερία και αυτοδιάθεση των ατόμων άρα έκανε κάτι ανήθικο. Το αποτέλεσμα δεν έχει καμία σημασία. Καταδικάζεται ως ανήθικος.
2) Συνεπειοκρατικά: Ο γιατρός ναι μεν παραβίασε την ελευθερία ατόμων αλλά υπεράσπισε τη ζωή άλλων και τους έσωσε. Άρα, είναι συνολικά «καλός».

Φυσικά, το να είναι κάποιος δεοντολόγος σε κάποια ζητήματα και συνεπειοκράτης σε άλλα, δε συνιστά αντίφαση αν και μόνο αν δε συγκρούονται μεταξύ τους οι δεοντολογικές και οι συνεπειοκρατικές προκείμενες. Για παράδειγμα κάποιος που είναι δεοντολογικά κατά της βίας δεν αντιφάσκει αν πει ότι έχουμε δικαίωμα στην αυτοάμυνα και υποστηρίζει τα αρνητικά δικαιώματα (ζωή, αυτοδιάθεση, ελευθερία, ιδιοκτησία) σε δεοντολογικό επίπεδο. Δηλαδή, μπορεί να στηρίζει το δικαίωμα στη ζωή και να θεωρεί έναν θάνατο που προήλθε από αμυντική βία «σωστό» παρόλο που εν τέλει σαν αποτέλεσμα βλέπουμε τον θύτη νεκρό.

Ποιος ο σκοπός της ηθικής;

Οι περισσότερες ηθικές θεωρίες τείνουν να ορίζουν κανόνες σύμφωνα με τους οποίους, το συνολικό όφελος (για την κοινωνία ή το άτομο) θα μεγιστοποιούταν. Θα μπορούσαμε να πούμε στην ουσία ότι ο σκοπός της ηθικής είναι η μεγιστοποίηση των θετικών εμπειριών για τα άτομα (ή την κοινωνία) με παράλληλη ελαχιστοποίηση των αρνητικών. Αυτός θα λέγαμε είναι και ο σκοπός της σε ωφελιμιστικό επίπεδο.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη οπτική. Η ηθική έχει ως σκοπό την ηθική. Δηλαδή, η υπακοή σε ηθικούς κανόνες είναι και αυτοσκοπός της ηθικής ως ανθρώπινου δημιουργήματος.

Ανθρώπινη δράση, οικονομία και ηθική

Κάθε επιλογή είναι και μία οικονομική απόφαση

Η Αυστριακή μεθοδολογία λειτουργεί βάσει της πραξεολογίας. Η πραξεολογία είναι στην ουσία ένα κλάδος της λογικής, ο οποίος μελετάει και αναλύει την ανθρώπινη συμπεριφορά εκ της δράσης των ατόμων μίας οικονομίας. Η πραξεολογία εμπεριέχει (μεταξύ άλλων) ένα αξίωμα. Το αξίωμα της σπανιότητας. Το «αξίωμα της σπανιότητας» (scarcity) μας λέει ότι το άτομο, όταν θέλει να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του, χρησιμοποιεί πεπερασμένους πόρους και ότι η δράση του διαμορφώνεται από τη διάθεση των πόρων αυτών. Μόνο πεπερασμένοι πόροι τυγχάνουν οικονομικής αντιμετώπισης από τα άτομα. Για παράδειγμα, το νερό, ως πεπερασμένος πόρος, μπορεί να γίνει προϊόν για να πωληθεί, να εξοικονομηθεί κ.ο.κ.

Πόροι οι οποίοι δεν είναι πεπερασμένοι είναι οικονομικά αδιάφοροι για τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, το οξυγόνο που αναπνέουμε (ο αέρας δηλαδή, όχι το πεπιεσμένο οξυγόνο), μιας και είναι ουσιαστικά άπειρο και παρέχεται αυτομάτως από τη φύση αποτελεί και πόρο «μη-οικονομισμού». Είναι μία κατάσταση «γενικής ευημερίας» (welfare condition), όπως θα έλεγε και ο Murray Rothbard στο «Man, economy and state».

Μιας και οι σκοποί του ανθρώπου απαιτούν και τη χρήση πεπερασμένων πόρων, θα λέγαμε, ότι κάθε απόφαση του ατόμου προς την πραγματοποίησή τους είναι και μία οικονομική απόφαση. Αυτό ισχύει για κάθε του δράση ακόμα και αν αυτή δεν απαιτεί κάποιον υλικό πόρο για να πραγματοποιηθεί. Μία τέτοια δραστηριότητα είναι και η ξεκούραση. Παρατηρούμε ότι ένας πόρος βρίσκεται συνεχώς σε χρήση για κάθε δραστηριότητα. Αυτός ο πόρος είναι φυσικά ο χρόνος. Ο χρόνος, μιας και δεν είναι άπειρος (είμαστε όλοι θνητοί, κάποτε θα μας τελειώσει) πρέπει επομένως, συνεχώς να γίνεται αντικείμενο οικονομισμού (economization). 

Κατηγορία για οικονομισμό

Παραπάνω χρησιμοποιήσαμε την έννοια «οικονομισμός» για να αναφερθούμε στην οικονομική χρήση των διάφορων πεπερασμένων πόρων. Θα λέγαμε ότι η λέξη αναφέρεται στην αναγωγή της ανθρώπινης δράσης σε οικονομικά πλαίσια και οικονομικές συνέπειες. Ο Λένιν είχε χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο όρο για να επιτεθεί ηθικά στον σοσιαλδημοκράτη Καρλ Κάουτσκι. Τον κατηγόρησε (όπως και κάθε ρεβιζιονιστή), ότι ανήγαγε κάθε πολιτικό ζήτημα σε οικονομικό και ότι, όπως κάθε μπουρζουάς, κάθε ζήτημα το «μείωνε» σε οικονομικό ζήτημα.

Έχοντας όμως εξετάσει τη σύνδεση της ανθρώπινης δράσης και της οικονομίας, θα λέγαμε ότι γενικά αυτή η κατηγορία είναι κενή νοήματος. Δεν ανάγει κανένας τα πάντα σε οικονομικά ζητήματα. Θα λέγαμε ότι αυτό είναι μία διαπίστωση για την πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης. Η ανθρώπινη δράση είναι και οικονομική δράση εξ ορισμού.

Περατότητα πόρων και ηθική

Συνεχίζοντας το σκεπτικό μας μπορούμε να εξάγουμε και ακόμα ένα συμπέρασμα. Από τη στιγμή που οι πόροι είναι πεπερασμένοι και επομένως η πρόσβαση δεν είναι ίση απαραίτητα για όλους, τότε κάθε ανθρώπινη επιλογή εκτός από οικονομική είναι και ηθική. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σημαίνει, ότι, βλέποντας την περατότητα των πόρων μας, κάθε μας επιλογή συνοδεύεται και από μία αξιακή κρίση περί «σωστού» ή «λάθους». Για παράδειγμα, αν διαθέσω δέκα λεπτά για τρέξιμο, τότε συνεπάγεται ότι εκείνη τη στιγμή θεώρησα το τρέξιμο ως «σωστή» χρήση των δέκα μη επιστρέψιμων πλέον λεπτών. Φυσικά, μετά το πέρας ή κατά τη διάρκεια μίας δραστηριότητας, η απόφανση μπορεί να αλλάξει. Θα μπορούσα να μετανιώσω για το πόσο «σωστό» ήταν να διαθέσω το χρόνο μου εκεί.

Όπως μας πληροφορεί και ο von Mises στο επικό «Human Action» («Ανθρώπινη δράση»): «Tα άτομα σκέφτονται και πράττουν έλλογα (rational) αλλά δεν είναι και αλάνθαστα (infallible)«. Αυτή η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων παρεξηγείται συχνά από επικριτές της Αυστριακής Σχολής καθώς δεν κατανοούν ότι ο Mises δεν τις χρησιμοποιεί με τη συμβατική τους έννοια.

Ενδιαφέρον θα ήταν, να φανταστούμε ένα εναλλακτικό σύμπαν, όπου όλοι οι πόροι θα ήταν άπειροι. Σε έναν τέτοιον κόσμο όπου θα είχαμε άπειρο χρόνο στα χέρια μας και άπειρες πρώτες ύλες δε θα υπήρχε λόγος οι άνθρωποι να εφευρίσκουν κανόνες ώστε να μεγιστοποιήσουν το όφελος στις μεταξύ τους σχέσεις. Το όφελος θα ήταν ήδη μεγιστοποιημένο λόγω απειρότητας των διαθέσιμων πόρων.

Μιας και αντικειμενική ηθική δεν υπάρχει, θα μπορούσαμε, εν τέλει, να εξάγουμε ένα επιπλέον συμπέρασμα. Κάθε άτομο έχει και δική του κλίμακα αξιών σύμφωνα με την οποία πραγματοποιεί και τις επιλογές του. Σε κάθε μας απόφαση θα λέγαμε ότι και «ηθικολογούμε».

Οικονομική επιστήμη και ηθική

Η οικονομική επιστήμη, μιας και μελετάει την ανθρώπινη συμπεριφορά στα πλαίσια μίας οικονομίας δρώντων ατόμων, θα λέγαμε ότι μπορεί να διαχωριστεί σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία θα μπορούσε να είναι η παρατηρησιακή/εμπειρική και η δεύτερη, της εμπειρογνωμοσύνης.

Στην πρώτη κατηγορία, την παρατηρησιακή, ο οικονομολόγος, απλώς παρατηρεί τα δεδομένα μίας οικονομίας και τα καταγράφει. Για παράδειγμα, η μέτρηση του Α.Ε.Π., του πληθωρισμού, του επιπέδου των μισθών είναι θέματα τα οποία μπορούν να τυγχάνουν αμερόληπτης παρατήρησης. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκει όλο το φάσμα υπηρεσιών που μπορεί να παρέχει ο οικονομολόγος ανάμεσα στην ερμηνεία των στατιστικών δεδομένων και προτάσεις οικονομικών πολιτικών.

Αν και οι εργασίες ενός οικονομολόγου στην πρώτη κατηγορία μπορούν να πραγματοποιηθούν αντικειμενικά, καθώς και να διορθωθούν με τον ίδιο τρόπο, στην δεύτερη κατηγορία η αντικειμενικότητα είναι αδύνατη.  Ενώ η παρατήρηση αυτών των συμπεριφορών μπορεί να γίνει χωρίς να μπούμε σε κρίσεις περί «σωστού» και «λάθους», η ερμηνεία και η αξιολόγηση των συμπεριφορών και η πρόταση για οικονομικές πολιτικές αναγκαστικά θα είναι εν τέλει υποκειμενική.

Όπως είδαμε παραπάνω, η ανθρώπινη δράση εν τέλει ανάγεται σε οικονομικές και αξιακές κρίσεις. Λόγω περατότητας των πόρων αυτό είναι αναπόφευκτο. Εφόσον ο οικονομολόγος κρίνει τις αποφάσεις των ατόμων και προτείνει πολιτικές οι οποίες έχουν να κάνουμε με χρήση περιορισμένων πόρων, τότε και στις δύο περιπτώσεις, οι απόψεις του αντικατοπτρίζουν και την προσωπική του ηθική. Ο οικονομολόγος δεν μπορεί να αποδράσει από την υποκειμενικότητα της ηθικής και αξιακής του πυξίδας.

Von Mises και «Laissez Faire» χωρίς ηθικούς χρωματισμούς

Ο von Mises, πιστός στην πραξεολογία και στην προσπάθειά του να βλέπει τον οικονομολόγο ως έναν αντικειμενικό ειδήμονα, προσπάθησε να διαχωρίσει την ηθική από την οικονομολογία. Μας αναφέρει λοιπόν στο «Human action» (σελ. 879):

«Ένας οικονομολόγος ερευνά αν ένα μέτρο Χ μπορεί να φέρει το αποτέλεσμα Ψ για την επίτευξη και του οποίου αυτό προτείνεται και βρίσκει ότι το Χ δεν επιφέρει το Ψ αλλά μία συνέπεια που οι υποστηρικτές του μέτρου θέλανε να αποφύγουν. Εάν ένας οικονομολόγος αναφέρει ότι, βάσει του αποτελέσματος της έρευνας ότι αυτό το μέτρο ήταν ένα «κακό» μέτρο, τότε δεν το κάνει κρίνοντας ηθικά το αποτέλεσμα. Απλά αναφέρει ότι είναι «κακό» από την άποψη αυτών που είχαν τον συγκεκριμένο στόχο.»

Σίγουρα, αυτή είναι μία ευφυής διατύπωση που ίσως και να τη δεχόμασταν αν δεν υπήρχε ένα λογικό άλμα. Το πρόβλημα μας το επισημαίνει ο Murray Rothbard στο «Τhe Ethics of Liberty» (σελ. 207):

«Παρόλο που η επιχειρηματολογία είναι αρκετά έξυπνη, υπάρχει το εξής πρόβλημα. Πώς γνωρίζει ο von Mises τι θεωρούν οι υποστηρικτές του μέτρου ως επιθυμητό; Πώς γνωρίζει ότι οι κλίμακες αξιών τους θα παραμείνουν οι ίδιες μετά την εφαρμογή του μέτρου;»

Σίγουρα, η τελευταία πρόταση του Rothbard αποτελεί σφοδρή επίθεση στον διδάσκαλο του, οποίος φάνηκε προς στιγμήν να ξεχνάει ότι πραξεολογικά, μόνο μέσω της δράσης των ατόμων, μπορούμε να γνωρίζουμε και τις αξιακές τους κλίμακες. Δεδομένης της ανάλυσης του von Mises, πώς θα μπορούσε ένας οικονομολόγος να γνωρίζει τι πραγματικά θέλουν οι πολιτικοί; Πώς είναι σίγουρος ότι οι αντίθετες επιπτώσεις του μέτρου δεν ήταν και οι πραγματικές τους προθέσεις;

Κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός, ηθική και ανθρώπινη δράση

Έως τώρα έχουμε δει συνοπτικά ότι η ανθρώπινη δράση είναι εξ ορισμού και οικονομική δράση. Λόγω της περατότητας των πόρων όμως εν τέλει καταλήγει και σε ηθικές/αξιακές κρίσεις. O κεντρικός σχεδιασμός, ως οικονομικό σύστημα δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Τα στελέχη που απαρτίζουν τις γραφειοκρατικές δομές του κράτους, που ελέγχει τα μέσα παραγωγής, πρέπει να κάνουν τις ίδιες επιλογές που θα έκανε και ένα άτομο σε μία ελεύθερη οικονομία.

Εφόσον, ο κεντρικός σχεδιασμός, το κράτος, πρέπει εν τέλει να κάνει αξιακές και ηθικές κρίσεις και εφόσον πρέπει να επιβάλει τις κρίσεις αυτές στην επικράτειά του, θα λέγαμε ότι το κράτος αναγκαστικά θα επιβάλει και αντικειμενικούς κανόνες ηθικής. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό καθώς, όπως είδαμε παραπάνω, κάθε άτομο έχει διαφορετικές αξιακές και ηθικές κλίμακες. Σε μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα προκύψουν ηθικές συγκρούσεις ανάμεσα στο κράτος και τα άτομα της κοινωνίας. Όπως μας πληροφορεί ο Hayek στο «Ο Δρόμος προς τη δουλεία» :

«Εφόσον τα άτομα πραγματοποιούν τις επιθυμίες τους χρησιμοποιώντας πεπερασμένα οικονομικά μέσα και πόρους και εφόσον κάθε τους απόφαση είναι συνεπώς, εν τέλει, μία οικονομική απόφαση, τότε, μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία θέτει υπό τον έλεγχό της όλα τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνονται οι σκοποί των ατόμων».

Εφόσον όλα τα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος πραγματοποιεί τις επιθυμίες του ελέγχονται από το κράτος, τότε το κράτος επιβάλει και τη δική του ηθική θέαση ως προς την «σωστή» χρήση πόρων. Αρχικά, το κράτος, σεβόμενο τους δημοκρατικούς θεσμούς μέσω των οποίων αναδείχθηκε δεν επιχειρεί απευθείας σύγκρουση με την κοινωνία. Τα προβλήματα οικονομικού υπολογισμού όμως καθώς και οι ηθικές συγκρούσεις που αναπόφευκτα θα δημιουργηθούν, θα προκαλέσουν περαιτέρω προβλήματα συντονισμού και αδράνειας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ο κόσμος, η κοινωνία να ζητά όλο και πιο ριζοσπαστικά και απόλυτα μέτρα.

Συνήθως, όσον αφορά τον ολοκληρωτικό έλεγχο οικονομιών, τα άτομα που είναι πρόθυμα να τα βάλουν με όλους τους ηθικά διαφωνούντες είναι και αυτά που εν τέλει επιβάλλουν και τα πιο απολυταρχικά καθεστώτα. Δεν είναι τυχαίο που σε όλα τα καθεστώτα όπου επιχειρήθηκε κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, τελικά επιβλήθηκε και δικτατορία. Η Κίνα του Μάο, η Ε.Σ.Σ.Δ. του Στάλιν και η Γερμανία του Χίτλερ είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Σύγχρονα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι η Βενεζουέλα του Μαδούρο και η Βόρεια Κορέα του Κιμ Γιονγκ Ουν.

Τελικά τι έχουν να δείξουν τέτοια καθεστώτα;

Παρόλο που κάθε άτομο έχει τις δικές του αξιακές κλίμακες, θα λέγαμε ότι υπάρχουν και κάποιες αξίες που υπάρχουν ως ένα βαθμό σε κάθε άτομο. Συνήθως, αυτές οι αξίες και προτιμήσεις έχουν να κάνουν με τις απαιτήσεις από το σύστημα υγείας, παιδείας και στρατιωτικού εξοπλισμού. Αυτό θα αποτελούσε και πολύ καλή εξήγηση για το ότι, πέραν της κάποιας στρατιωτικής ικανότητας, τέτοια καθεστώτα δεν έχουν να επιδείξουν κάτι παραπάνω από ένα πενιχρό σύστημα υγείας και παιδείας. Μέχρι εκεί φτάνει συνήθως η κολλεκτιβιστική θα λέγαμε ομοφωνία των ατόμων μίας κοινωνίας.

Εν τέλει, ο κεντρικός σχεδιασμός, πέραν από τα προβλήματα του οικονομικού υπολογισμού, έχει και να υπερπηδήσει και τον σκόπελο των υποκειμενικών αξιακών επιλογών των ατόμων. Στην ουσία επιθυμεί να επιβάλλει και μία ηθική ομοιογένεια, θυσιάζοντας την ταυτότητα κάθε ατόμου μπρος στην κολλεκτιβιστική ευμάρεια, φυσικά όμως όπως το κράτος την έχει ορίσει.

Όλων των ειδών οι κεντρικοί σχεδιασμοί επιβάλλουν τις δικές τους ηθικές απόψεις

Η παραπάνω κριτική δεν χρειάζεται να περιοριστεί σε σοσιαλιστικά καθεστώτα αλλά και σε ημι-παρεμβατικά αλλά και «αναρχικά», δηλαδή σε «κοινωνικώς ελεγχόμενα» μέσα παραγωγής. Φυσικά το νεο-Κεηνσιανικό σύστημα κλασματικών αποθεματικών αποτελεί έναν τέτοιον κεντρικό σχεδιασμό. Με άλλα λόγια επιβάλει την κρατική ηθική στην χρήση του χρήματος. Δασμοί, φόροι και ρυθμιστικές παρεμβάσεις αποτελούν στην ουσία και ηθικές προσταγές ως προς τη χρήση των πόρων που αφορούν.

Η «κοινωνική» συνιδιοκτησία των μέσω παραγωγής (κομμουνισμός και αναρχοσυνδικαλισμός) αναθέτει την επιβολή της αντικειμενικής ηθικής χρήσης πόρων στην κοινωνία. Θα μπορούσε κάποιος να πει εδώ ότι το άτομο μπορεί να συνδιαμορφώσει τις αποφάσεις μέσω συνελεύσεων. Το πρόβλημα είναι ότι οι συνελεύσεις λειτουργούν πλειοψηφικά. Άρα οι μειοψηφίες, συνεχώς θα είναι ηθικά κατώτερες των πλειοψηφιών. Το άτομο είναι δέσμιο της κοινωνικής τάσης που υπάρχει την εκάστοτε στιγμή.

Η ελεύθερη αγορά μπορεί να συμβιβάσει τις αξιακές προτιμήσεις των ατόμων

Το κράτος θα λέγαμε ότι στον κεντρικό σχεδιασμό δίνει εντολές προερχόμενες αφ’ υψηλού και καταλήγοντας στον πάτο, στους πολίτες. Επίσης, μονοπωλεί την παραγωγική διαδικασία (ή μερικά μέρη της, π.χ. το χρήμα) άρα δεν την εκθέτει στην αξιολόγηση μέσω της αγοράς. Αν ένα κράτος για παράδειγμα ελέγχει τη βιομηχανία αυτοκινήτου, τότε δεν μπορεί να το αξιολογήσει κάποιος δίνοντας τα λεφτά του σε ανταγωνιστή και όχι σε αυτό. Αν θέλει κάποιος αυτοκίνητο, πρέπει αναγκαστικά να απευθυνθεί στο κράτος. Αν το αυτοκίνητο είναι κακής ποιότητας…τα παράπονα στο κράτος και καλή τύχη…

Η αγορά απεναντίας έχει την ικανότητα να παρέχει για μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διαφορετικών αξιακών προτιμήσεων. Στην ελεύθερη αγορά αν κάποιος θέλει κόκκινη γραβάτα, παράγεται κόκκινη γραβάτα. Αν το προϊόν δεν είναι της αρεσκείας του, μπορεί αμέσως να το αξιολογήσει δίνοντας τα λεφτά του αλλού. Και αυτή η αξιολόγηση ξεκινάει από τη βάση (τον πελάτη) και μεταφράζεται ως απώλεια κέρδους μέχρι και τους CEOs των εταιριών. Εκεί που το κράτος θα τιμωρούσε ενδεχομένως τον υπάλληλο και όχι τον εαυτό του, ο καταναλωτής στην ελεύθερη αγορά μπορεί να τιμωρήσει ολόκληρο το γραφειοκρατικό οικοδόμημα μίας εταιρείας. Επίσης οι σκοποί και οι αξιακές κλίμακες των ανθρώπων συγκρούονται και συνθέτονται αλλά μόνο μέσω της εθελοντικής συνεργασίας μεταξύ τους. Δεν μπορεί τόσο εύκολα να κυριαρχήσει μόνο μία αξιακή κλίμακα (όπως θα την επέβαλε το κράτος). Πολλές μπορούν να υπάρχουν παράλληλα η μία με την άλλη. Η αγορά μπορεί να τις καλύψει σχεδόν όλες.

Ο ανταγωνισμός της ελεύθερης αγοράς μας προστατεύει από την προπαγάνδα των δρώντων μέσα σε αυτή.

Σίγουρα θα έχει ακουστεί το εξής κατά καιρούς. Ότι η προπαγάνδα του κεφαλαίου μας έχει κάνει όλους υπερκαταναλωτικά ζώα. Ότι η πλύση εγκεφάλου που υφιστάμεθα καθημερινώς είναι ανελέητη και γινόμαστε ολοένα και περισσότερο όμηροι των πλουτοκρατών.

Την παραπάνω άποψη την εκφράζουν συχνά άτομα εκ του αριστερού χώρου. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα θα δει ότι αυτό δεν ισχύει για τον απλούστατο λόγο του ότι η «προπαγάνδα» του ενός «πλουτοκράτη» ανταγωνίζεται την «προπαγάνδα» άλλου. Η Microsoft θέλει να μας πείσει να αφήσουμε την Apple και να αγοράσουμε από εκείνη. Η Apple προσπαθεί να μας πείσει, ότι το να βλέπουμε τις ταινίες στο Mac μας είναι προτιμότερο από το να πηγαίνουμε στο σινεμά. Άρα, θα ρωτούσε κανείς πώς είναι δυνατόν να υφιστάμεθα πλύση εγκεφάλου όταν τα μηνύματα είναι αντικρουόμενα και αμοιβαίως αποκλειούμενα. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι όλες οι εταιρείες θέλουν να αυξήσουν την καταναλωτική μας συνήθεια, πρέπει μετά να μας στρέψουν προς αυτές αλλά ταυτόχρονα να μας απομακρύνουν και από τις άλλες εταιρείες. Είναι εντελώς άστοχη η υπόθεση ότι το «κεφάλαιο» μας θέλει καταναλωτικά «ζώα». Καταναλωτικά «ζώα» υπέρ ποιου απ’ όλους;

Αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα της ελεύθερης αγοράς. Σε αντίθεση με τον κεντρικό σχεδιασμό, οι ιδέες που προβάλλονται σε αυτή ανταγωνίζονται από άλλες αντίθετες και διαφορετικές. Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει να φοβηθεί την πλύση εγκεφάλου από πολλές ανταγωνιζόμενες μεταξύ των πηγές. Αυτό που πρέπει να φοβάται είναι η προπαγάνδα ενός βιαίως μονοπωλούντος οργανισμού, του κράτους.

Κλείνοντας

Καλό θα ήταν να μην εμπιστευόμαστε ποτέ οικονομολόγο ή πολιτικό ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι προτάσεις του προέρχονται από επιστημονική και «αντικειμενική» έρευνα, χωρίς υποκειμενικές ηθικές κρίσεις.Όταν ένας οικονομολόγος προτείνει κάποια κρατική οικονομική πολιτική, το κάνει έχοντας ως γνώμονα τη δική του ηθική πυξίδα που αφορά τη «σωστή» χρήση πόρων. Είναι λοιπόν κατάφωρο ψεύδος ο ισχυρισμός ότι «οι αριθμοί επιβάλλουν αυτό» και «τα δεδομένα επιβάλλουν το άλλο». Όχι, αυτό που επιβάλλουν τα δεδομένα είναι φιλτραρισμένο μέσα από την προσωπική ηθική στάση αυτών που τα ερμηνεύουν.

Τέλος, ο κεντρικός σχεδιασμός, για να λειτουργήσει, χρειάζεται να ισοπεδώσει τις προτιμήσεις μας και επομένως και τις αξιακές/ηθικές μας κρίσεις. Αυτό σημαίνει ότι ηθικά οι άνθρωποι θα είναι αξιωματικά κατώτεροι από αυτόν που έχει αναλάβει τα χρέη σχεδιασμού της οικονομίας μιας και αυτός επιβάλει τελικά το τι είναι «σωστό» ή «λάθος».

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε επίσης: