Ηθική υπεράσπιση του Καπιταλισμού: Ludwig von Mises

0
347
Ludwig von Mises
«Ο καθένας κουβαλά ένα μέρος της κοινωνίας στους ώμους του. Kανείς δεν απαλλάσσεται από το μερίδιο ευθύνης του από άλλους. Και κανείς δεν μπορεί να βρει μια ασφαλή διέξοδο για τον εαυτό του, εάν η κοινωνία κατευθύνεται προς την καταστροφή. Επομένως, ο καθένας, για τα δικά του συμφέροντα, πρέπει να ριχθεί δυναμικά στην πνευματική μάχη. Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει στο περιθώριο αδιάφορος. Το συμφέρον όλων μας κρέμεται από το αποτέλεσμα. Είτε επιλέγει είτε όχι, κάθε άνθρωπος έλκεται στον μεγάλο ιστορικό αγώνα, την αποφασιστική μάχη στην οποία μας έριξε η εποχή μας».
-Ludwig von Mises

 

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Καπιταλισμός: Το σύστημα όπου τα μέσα παραγωγής αποτελούν ιδιοκτησία ατόμων και όχι του κράτους ή της «κοινωνίας». Στις μέρες μας αυτό το σύστημα δέχεται συνεχώς επίθεση από πολλά ταυτόχρονα αναδυόμενα μέτωπα. Από σοσιαλιστές, κεντρώους, κοινωνικά «φιλελεύθερους», αλλά και από τον απλό κόσμο που βρίσκεται, υπό τα πλαίσια της κρατικής παιδείας και προπαγάνδας, σε πλήρη άγνοια για τα οικονομικά και την Ανθρώπινη Δράση. Στην εποχή του, ένας από τους μεγαλύτερους υπερασπιστές του Καπιταλισμού και της Ελεύθερης Αγοράς ήταν ο τελευταίος μεγάλος κλασικός φιλελεύθερος, ο Ludwig von Mises. Γεννημένος στο σημερινό Liv της Ουκρανίας (τότε Αυστρο-Ουγγαρία) το 1881, τα γραπτά και τα έργα του αποτελούν μνημεία στην οικονομική σκέψη, στην πολιτική φιλοσοφία και ιστορία.

Απεβίωσε στις 10 Οκτωβρίου 1973, έχοντας επηρεάσει το σύγχρονο Λιμπερταριανό κίνημα όσο κανένας άλλος και έχοντας συντρίψει τα οικονομικά και ιδεολογικά θεμέλια του σοσιαλισμού σε κάθε του βήμα και διάλεξη ιδρύοντας πρακτικά και τη σύγχρονη Αυστριακή Σχολή Οικονομικής σκέψης. Θα προσπαθήσουμε εδώ να συνοψίσουμε τη μεγάλη του αυτή προσφορά.

Χρήμα, κανόνας του χρυσού και επιχειρηματικοί κύκλοι

Το 1912 εκδίδεται το πρώτο μεγάλο έργο του Ludwig von Mises, «The theory of Money and credit». Μέχρι και πριν την έκδοση του πονήματος αυτού, το χρήμα αντιμετωπιζόταν ως κάτι ξεχωριστό στην οικονομική επιστήμη και δεν είχε συνδεθεί με την υποκειμενική θεωρία της αξίας και την οριακή ωφέλεια που είχαν διατυπωθεί από τους Leon Warlas στην Ελβετία, Stanley Jevons στην Αγγλία και τον Carl Menger στην Αυστρία σχεδόν ταυτόχρονα. Οι οικονομολόγοι της εποχής δεν μπορούσαν να διατυπώσουν μία συμπαγή θεωρία περί του πώς ορίζεται η αξία του χρήματος.

Ο Ludwig von Mises απέδειξε ότι το χρήμα αποκτά αξία ανάλογα με τις προσδοκίες των ανθρώπων του τι μπορεί να αγοραστεί στο μέλλον, βασισμένες πάντοτε στο τι μπορούσε να αγοραστεί με αυτό στο παρελθόν. Ο Mises αντιλήφθηκε βέβαια ότι οι επικριτές του θα χρησιμοποιούσαν αυτή τη διαπίστωση για να τον θέσουν σε έναν φαύλο κύκλο: πόσο πίσω θα πάμε στο παρελθόν μέχρι να βρούμε την πρωταρχική απόδοση αξίας στο χρήμα; Παρόλα αυτά τους πρόλαβε λέγοντας, βασισμένος στο «On the Origins of Money» (1892) του Menger, ότι ξέροντας πώς το χρήμα προήλθε από την αγορά λόγω του ότι πιο εμπορεύσιμα αγαθά αποτέλεσαν στο στάνταρ συναλλαγών για όλους τους ανθρώπους, δεν χρειάζεται να πάμε πολύ παραπάνω μέχρι την πρώτη εμφάνιση του χρήματος, δηλαδή πρακτικά του χρυσού, ως μέσου συναλλαγής. Αυτό ήταν το λεγόμενο «θεώρημα της αναδρομής» (the money regression theorem). Με αυτό το πρόβλημα λυμένο, προχώρησε σε περεταίρω ζητήματα.

Σε δεύτερο στάδιο, επεσήμανε τις αδυναμίες άλλων θεωριών ως προς το χρήμα, όπως για παράδειγμα τη Θεωρία περί της ποσότητας του χρήματος του Irving Fisher, λέγοντας ότι, σε τελικό στάδιο, η ποσότητα του χρήματος είναι απλά ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την αξία του, και ότι οι κλίμακες αξιών των δρώντων σε μία οικονομία είναι αυτό εν τέλει την διαμορφώνει. Συνεπαγωγικά, έδειξε επίσης ότι η σταθερότητα τιμών δεν θα έπρεπε να είναι σκοπός της νομισματικής πολιτικής του κράτους, διότι βασιζόταν σε ιστορικά δεδομένα τα οποία, πέραν της στατιστικής ιστορικής μελέτης, δεν είχαν την ικανότητα να προσφέρουν τίποτα παραπάνω στους οικονομολόγους που μελετούσαν το χρήμα. Έδειξε, ότι τέτοιες πρακτικές είναι στην ουσία πληθωριστικές και ότι ο πληθωρισμός φύσει αποτελεί τρόπο αναδιανομής πλούτου και προστασίας ή εύνοιας του δανειζόμενου εις βάρος του πιστωτή.

Στο ίδιο έργο χρησιμοποιώντας την θεωρία της χρονικής προτίμησης για το επιτόκιο, διαμόρφωσε την πρωτόλεια μορφή της θεωρίας των επιχειρηματικών κύκλων. Ο πληθωρισμός, ισχυρίστηκε, και η τεχνητή αύξηση της πίστωσης δεν αντικατοπτρίζουν την δεξαμενή πραγματικών αποταμιεύσεων. Οι επενδύσεις βασίζονται επομένως σε διαστρεβλωμένα δεδομένα. Τα επιχειρηματικά σχέδια, λόγω της διαστρέβλωσης των οικονομικών υπολογισμών καταλήγουν σε malinvestments, αποτυχίες: είτε δεν ολοκληρώνονται ποτέ, είτε δεν αντικατοπτρίζουν τις επιθυμίες των καταναλωτών καθώς η ζήτηση που αυτά υπολογίστηκε ότι θα έχουν κατά προσέγγιση είχε βασιστεί σε αλλοιωμένα δεδομένα. Απέδειξε ότι οι εμπορικές τράπεζες σε συνδυασμό με την κεντρική τράπεζα, η οποία τις προστάτευε από τραπεζικούς πανικούς, ήταν υπεύθυνες για τον κύκλο επιχειρήσεων, ολόκληρου του συστήματος άνθισης και ύφεσης.

Εξαιτίας αυτού του πορίσματος κατέληξε στο ότι ένα τραπεζικό σύστημα, για να είναι σταθερό και να μην προκαλεί τακτικές οικονομικές κρίσεις, θα πρέπει πρώτον, να επιστρέψει στον κανόνα του χρυσού από τον οποίο δεν πρέπει να παρεκκλίνει. Κατά δεύτερον, έδειξε την εμφανή δυσπιστία του για τη διατήρηση του κανόνα του χρυσού από τις κεντρικές και ομοσπονδιακές κυβερνήσεις. Υποστήριξε ένα ελεύθερο τραπεζικό σύστημα, ανταγωνιζόμενων τραπεζών. Οι τράπεζες, χωρίς την εγγύηση μίας κεντρικής τράπεζας θα ήταν φειδωλές ή και εντελώς αδιάφορες στο να προχωρούν σε χρηματοπιστωτικές επεκτάσεις. Ο φόβος για τον πανικό που θα δημιουργούσε μία τέτοια πολιτική καθώς και ο ανταγωνισμός για το ποια τράπεζα θα ήταν πιο φερέγγυα, υποστήριξε, θα κρατούσε τη χρηματοπιστωτική επέκταση στο ελάχιστο και κατά συνέπεια το ίδιο και τους επιχειρηματικούς κύκλους.

Παρεμβατισμός, γραφειοκρατία και σύγκρουση διακεκριμένων συμφερόντων

Ο Mises ανέπτυξε και μία εμπεριστατωμένη κριτική κατά του παρεμβατισμού των κυβερνήσεων στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Στα σύντομα, αλλά περιεκτικά έργα του «A Critique of Interventionism» (1929), «Bereaucracy» (1944) και «The Class of Group interests» (1945) καταρρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των παρεμβατιστών, αναφορικά με τα αποτελέσματα που επιθυμούν να πετύχουν με τις παρεμβάσεις τους. Ισχυρίστηκε και απέδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων είναι πάντοτε αντίθετα ή εντελώς διαφορετικά από τις προθέσεις του. Μάλιστα σε άλλο του δοκίμιο στο «Middle of the Road Policy Leads to Socialism» (1952), έδειξε ότι τέτοιες παρεμβάσεις, με όλες τις στρεβλώσεις που προκαλούν στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς οδηγούν αναπόφευκτα σε δύο εναλλακτικές: είτε η κυβέρνηση θα τις αποσύρει όλες, αποκαθιστώντας τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, είτε, για να καταπολεμήσει τις συνέπειες τους, θα προχωρήσει σε όλο και μεγαλύτερο παρεμβατισμό, με απώτατο αποτέλεσμα τον καθολικό έλεγχο της οικονομίας, δηλαδή τον Σοσιαλισμό.

Η κυβέρνηση είναι ένας καθαρά γραφειοκρατικός οργανισμός αποκομμένος από το σύστημα κέρδους και ζημίας. Το κράτος δεν έχει κανένα μέσο για να ελέγχει την αποδοτικότητα των υπηρεσιών που παρέχει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κάποιον ορθολογικό υπολογισμό. Ο Mises δίνει στο κράτος μόνο μία μέθοδο για να συγκρατήσει τις δαπάνες του και αυτή είναι ο περιορισμός του προϋπολογισμού του. Ο Mises αναγνωρίζει στο κράτος τις εξής βασικές λειτουργίες: στρατός, αστυνομία και δικαστικές υπηρεσίες. Θεωρεί το κράτος ως έναν θεσμό φύσει εξαναγκαστικό που πρέπει να περιορίζεται σε αυτές τις τρεις λειτουργίες. Οτιδήποτε παραπάνω το έβλεπε ως απειλή προς την ελευθερία. Θεωρούσε τη χρήση του εξαναγκασμού δικαιολογημένη μόνο ως άμυνα στον εξαναγκασμό άλλων.

Σημαντικότερη διαπίστωση του Mises ήταν ότι η κρατική παρέμβαση γεννά συγκρούσεις ανάμεσα σε ειδικά συμφέροντα τα οποία παλεύουν, με σκοπό τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, για να προωθήσουν παρεμβάσεις που ευνοούν τα μέλη τους. Ιδιαίτερη μνεία έκανε για τα συνδικάτα, τα οποία, πιέζοντας για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, προστατεύουν τον εαυτό τους από τον ανταγωνισμό φθηνότερων εργαζομένων καθώς και των επιχειρηματιών που προωθούν πολιτικές προστασίας τους από τον ανταγωνισμό νεοεισερχομένων επιχειρήσεων αλλά και άλλων ανταγωνιστών τους. Εν τέλει όμως, παρατήρησε το εξής: η γραφειοκρατική φύση του κράτους επεκτείνεται και στην αγορά ανάλογα με το μέγεθος των παρεμβάσεων του. Εν τέλει, οι παρεμβάσεις του κράτους αυξάνουν το γραφειοκρατικό βάρος στις επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να απομακρύνουν τη λειτουργία τους από το βασικό κριτήριο αποτελεσματικότητάς τους: το σύστημα κέρδους και ζημίας του καπιταλισμού. Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός, ώσπου οι επιχειρήσεις να ελεγχθούν πλήρως γραφειοκρατικά από το κράτος με αποτέλεσμα, πάλι, να έχουμε σοσιαλισμό και κοινωνικοποίηση της οικονομίας.

Οικονομικά και επιστημολογία

Ο Ludwig von Mises υπήρξε και εξαιρετικός επιστημολόγος, οποίος εφάρμοσε τις επιστημολογικές του γνώσεις στον τομέα των οικονομικών. Επηρεασμένος από τον ρασιοναλισμό του Kant παρατηρούμε την όλη εκθεσιακής φύσης παρουσίαση της επιστημολογίας του, την οποία ονόμασε «Πραξεολογία» ήδη από το «Epistemological Problems of Economics» (1933). Αναγνώρισε την αδυναμία του Εμπειρισμού να εντοπίσει αιτιακές σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα, και επιτέθηκε στην Ιστορική σχολή, η οποία προσπαθούσε να ανάγει τις παρελθούσες ιστορικές εμπειρίες σε νόμους καθολικής ισχύος καταργώντας έτσι την οικονομική επιστήμη, για την οποία χαρακτηριστικά ισχυριζόταν ότι οι νόμοι που διατύπωνε άλλαζαν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Το Methodensteit, η μονομαχία των μεθοδολογιών που ξεκίνησε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα ανάμεσα σε Carl Menger και Gustav Schmoller, αντιπροσώπων της Αυστριακής και Ιστορικής σχολής αντίστοιχα, ποτέ δεν έληξε για τον Mises. Ενώ αυτή η διαμάχη λοιπόν είχε λήξει, με φιλοσοφική νίκη του κύκλου της Βιέννης, δηλαδή της Αυστριακής Σχολής αλλά πολιτική νίκη της Ιστορικής, ο Mises δεν είχε πει την τελευταία λέξη. Μέσα σε αυτό το έργο του, δίνει το τελειωτικό χτύπημα στην Ιστορική σχολή δείχνοντας στην ουσία, ότι, πέραν της συλλογής στατιστικών και ιστορικών δεδομένων, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε παραπάνω στη μελέτη της ανθρώπινης δράσης. Αντ’ αυτού, επέμεινε ότι τα οικονομικά είναι καθαρά μία α-πριοριστική επιστήμη, η οποία, ξεκινώντας από αναμφισβήτητα αξιώματα καταλήγει παραγωγικά σε όλους τους οικονομικούς νόμους, οι οποίοι έχουν και οικουμενική ισχύ. Η θεωρία χρήματος και πίστωσης, του επιτοκίου, της προσφοράς και ζήτησης, των επιχειρηματικών κύκλων είναι αληθείς εφόσον οι κατηγορικές συνθήκες της σπανιότητας, του χρόνου και της ανθρώπινης δράσης συνεχίζουν να υπάρχουν.

Όταν ο Mises αντιλήφθηκε ότι, έχοντας υπάρξει ο ιδεολογικά υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλος των Σοβιετικών αλλά και των Ναζί, εγκατέλειψε την Ελβετία στην οποία είχε βρει καταφύγιο, φοβούμενος την έκδοσή του στις Ναζιστικές αρχές και κατέφυγε στην Αμερική το 1940. Εκεί, πέραν των λοιπών του έργων, συγκέντρωσε όλο το θεωρητικό οικοδόμημα της Αυστριακής Σχολής σε ένα οικονομικό magnum opus το 1949: το «Human Action». Το «Human Action», όμως, δεν είναι απλά ένα ακόμη εγχειρίδιο της σειράς από αυτά που τείνουν να εκδίδονται ανά διαστήματα από τους επαγγελματίες οικονομολόγους. Πέρα από τα οικονομικά και τα επιστημολογικά προβλήματα της οικονομικής επιστήμης, αποτελεί μία συστηματική, εμπεριστατωμένη και ασυμβίβαστη υπεράσπιση της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού. Για τον Mises και κάθε Αυστριακό, η ελεύθερη αγορά δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύστημα το οποίο αναπτύσσεται, όταν οι άνθρωποι αφεθούν να συνεργαστούν και να ανταλλάξουν αγαθά και υπηρεσίες με ειρηνικό τρόπο. Ως εκ τούτου, κατά τον Mises οι άνθρωποι δεν χρειάζονται προστασία από τις ίδιες τους τις επιλογές, αλλά από ανθρώπους που επιβουλεύονται να καταστρέψουν την ειρηνική κοινωνική συνεργασία. Το «Human Action», είναι ένα κλασικό οικονομικό εγχειρίδιο και μία από τις λίγες συμπαγείς προσπάθειες ηθικής υπεράσπισης του συστήματος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της απρόσκοπτης και απαρεμπόδιστης ανθρώπινης δράσης.

Η επιστημολογική του συνέπεια διαφαίνεται και σε ένα από τα τελευταία του δοκιμιακά έργα το «The Ultimate Foundation of Economic Science» (1962), όπου, αν και σε προχωρημένη ηλικία, βλέπουμε έναν Mises, να επιχειρηματολογεί και να γράφει με την ίδια σπιρτάδα που είχε στα νιάτα του. Σε αυτό του το έργο καταθέτει την τελευταία του επιχειρηματολογία για τον a-priori χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης, ενώ παράλληλα επιτίθεται σε διάφορες εμπειρικές προσεγγίσεις της επιστήμης καθώς και στον «επιστημονικό» διαλεκτικό υλισμό, δείχνοντας ότι, επειδή αγνοεί την ατομική δράση, την οποία και δεν μπορεί να εξηγήσει, όταν αυτή ξεφεύγει από τα «ταξικά συμφέροντα», δεν αποτελεί και έγκυρο τρόπο ερμηνείας της πραγματικότητας, αλλά και ούτε τρόπο εξαγωγής αιώνιων και καθολικών νόμων με βάση τους οποίους μπορεί να προβλεφθεί ο ρους της ιστορίας.

Σοσιαλισμός και ολοκληρωτισμός, αυτοδιάθεση και κολλεκτιβισμός

Τα οικονομικά θεμέλια του σοσιαλισμού είχαν δεχθεί ήδη σοβαρή κριτική από τους κλασικούς οικονομολόγους του 18ου και 19ου αιώνα, δηλαδή κριτικές όσον αφορά τα κίνητρα που θα κινητοποιούσαν τους ανθρώπους να πραγματοποιούν ανεπιθύμητες εργασίες ή των γραφειοκρατών να παρακάμπτουν τους πολιτικούς πειρασμούς του στον σχεδιασμό της οικονομία. Οι σοσιαλιστές ανταπάντησαν λέγοντας ότι ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας θα άλλαζε την εγωιστική φύση του ανθρώπου δημιουργώντας τον λεγόμενο «σοσιαλιστή άνθρωπο» που θα έβαζε τέτοιες έγνοιες στην άκρη και θα απασχολούταν με την ευημερία της κοινωνίας και των συνανθρώπων τους.

Ο Mises παραχώρησε όλα αυτά τα επιχειρήματα στους σοσιαλιστές. Τους έδωσε ακόμα και το προβάδισμα ότι η πολιτική καιροσκοπία δεν θα υφίσταται. Παρόλα αυτά στο εξαιρετικό του άρθρο «Economic Calculation in the Socialist Commonwealth» (1920), αποδεικνύει ότι, εφόσον τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν όλα στο κράτος ή την κοινωνία, η αγορά γι’ αυτά θα σταματήσει να υπάρχει εφόσον κανείς άλλος δεν θα μπορεί να είναι ιδιοκτήτης τους. Χωρίς αγορά, πραγματικές τιμές δεν θα μπορούσαν να διαμορφωθούν για τα μέσα παραγωγής και χωρίς αυτές, μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία δεν θα μπορούσε να οργανώσει την παραγωγή της αποτελεσματικά. Ένα σοσιαλιστικό κράτος θα ήταν σαν να «ψάχνεται στα τυφλά» για το τι θα παράγει, που και με ποιον τρόπο παραγωγής. Υπό αυτή τη διαπίστωση, ο σοσιαλισμός είναι «αδύνατος» από την άποψη του ορθολογικού υπολογισμού που είναι δυνατός μόνο μέσα στα πλαίσια ενός συστήματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Στα έργα του «Socialism» (1922), «Omnipotent Government: The Rise of Total State and Total War» (1944) καθώς και στο μεταγενέστερο «Theory and History» (1957) επιτίθεται εμφατικά εναντίον του κεντρικού σχεδιασμού τόσο σε οικονομικό αλλά και σε ιδεολογικό πλαίσιο. Καταρρίπτει τις Μαρξιστικές δοξασίες περί του αναπόφευκτου του σοσιαλισμού καθώς και τις ιδεολογικές καταβολές του συστήματος αυτού ήτοι την πάλη των τάξεων. Επίσης, ως ένας από τους γνήσιους προασπιστές της θεωρίας των δύο άκρων δεν αφήνει εκτός της κριτικής του και τον Εθνικοσοσιαλισμό αλλά και τον Φασισμό, αναγνωρίζοντας τους ως σοσιαλιστικά συστήματα διαφορετικής ποικιλίας. Απέδειξε ότι ο κεντρικός σχεδιασμός των οικονομιών και η υποταγή των ατόμων σε κολεκτιβιστικά ιδεώδη είναι η τέλεια συνταγή για τη μεγέθυνση και την εισβολή του κράτους σε κάθε πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής αλλά και η κύρια αιτία ιμπεριαλιστικών πολέμων. Κάθε κεντρικός σχεδιασμός, έδειξε, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε τυραννία και μιζέρια καθώς ο σοσιαλιστής ηγέτης δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει όλα τα συμφέροντα της κοινωνίας. Αναγκαστικά, τα δικά του σχέδια θα έπρεπε να επικρατήσουν έναντι όλων των υπόλοιπων ατόμων.

Αλλά ποιο πίστευε ο Mises ήταν το όπλο που έχει ο πολίτης και το άτομο ενάντια στις ορέξεις της κρατικής εξουσίας. Στο έργο του «Liberalism» (1927) απαντάει κατηγορηματικά: η απόσχιση από ένα καταπιεστικό κράτος θα έπρεπε να είναι δικαίωμα κάθε νομού, συνοικίας, σπιτιού και, αν είναι δυνατό, του κάθε ατόμου. Εάν ένα άτομο ζητούσε την απόσχιση από ένα κράτος το οποίο θεωρούσε τυραννικό , το αίτημα του θα έπρεπε να ικανοποιηθεί. Υπό αυτήν την έννοια ήταν ένας ακραιφνής φιλελεύθερος: ένας πραγματικός εξτρεμιστής.

Επίλογος

Το έργο του Ludwig von Mises είναι πραγματικά τεράστιο για να συμπυκνωθεί εδώ χωρίς να παραλειφθεί τίποτα. Είναι πραγματικά δύσκολο να αποδώσουμε φόρο τιμής στο έργο ενός τιτάνα της οικονομικής σκέψης και της πολιτικής οικονομίας. Τουλάχιστον όμως, μπορούμε να κάνουμε μερικά περεταίρω σχόλια.

Πρώτον, η υπεράσπιση του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς από τον Mises βασίζεται στα a-priori πορίσματα του πραξεολογικού του συστήματος. Στην πραγματικότητα, ο Mises, συνεπής στον ωφελιμισμό, έδειξε ότι ο καπιταλισμός είναι το μόνο σύστημα που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε όλο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Οποιοδήποτε άλλο σύστημα, και ειδικά το αντίπαλο δέος, ο σοσιαλισμός αποτελούν εγγύηση για καταστροφή του καταμερισμού εργασίας και την οικονομικής ευημερίας, καθώς και αιτία για κοινωνική και πνευματική αποσύνθεση και παρακμή. Η υπεράσπιση του καπιταλισμού ήταν κατά κόρον επιστημονική, τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνιολογική πλευρά. Το πόρισμα που θα μπορούσαμε να εξάγουμε από όλα αυτά είναι ότι οι υπερασπιστές οποιουδήποτε άλλου συστήματος πέραν της ελεύθερης αγοράς, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν τις προγραμματικές τους δηλώσεις, ήτοι ένα καλύτερο μέλλον για το σύνολο των ατόμων. Αυτό μπορεί μόνο να επιτευχθεί, σύμφωνα με τους οικονομικούς νόμους, όταν τα άτομα αφεθούν ελεύθερα να συναλλαχθούν μεταξύ τους, επικοινωνώντας τις επιθυμίες τους στους επιχειρηματίες, την κινητήριο δύναμη της αγοράς, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να τις ικανοποιήσουν όσο πιο αποτελεσματικά και οικονομικά μπορούν. Κατά τον Mises, οι καταναλωτές είναι κυρίαρχοι και οποιαδήποτε παράκαμψη των επιθυμιών τους από την κρατική παρέμβαση αποτελεί και δρόμο προς την καταστροφή.

Σε δεύτερη φάση, ο Mises επιτέθηκε εκτενώς προς τις οικονομικές προσεγγίσεις που, έχοντας λάθος μεθοδολογία, και βασιζόμενες στις αδυναμίες της εμπειριστικής προσέγγισης των κοινωνικών επιστημών, κατέληγαν πάντοτε στη δικαιολόγηση της κρατικής παρέμβασης στις οικονομικές υποθέσεις των ανθρώπων, μόνο και μόνο για να κατηγορήσουν εν τέλει την ελεύθερη αγορά για τις αποτυχίες αυτής. Ήταν ιδιαίτερα επικριτικός προς τον Κεϋνσιανισμό αλλά δεν λυπήθηκε ακόμα και τους διδασκάλους του, τον Carl Menger και τον Eugene Bohm-Bawerk, οι οποίοι δεν κατέληξαν σε απολύτως ορθά συμπεράσματα στις μελέτες τους. Ανέλαβε να τους διορθώσει και τα κατάφερε οικοδομώντας ένα πλήρες οικονομικό οικοδόμημα a-priori μεθοδολογίας ερμηνείας και εξήγησης της ανθρώπινης δράσης και κατά συνέπεια των οικονομικών φαινομένων. Τα οικονομικά εξάλλου είναι η επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, και ο Ludwig von Mises ποτέ δεν την άφησε εκτός της αντίληψής και του έργου του.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: