John Maynard Keynes: Ο Μαρξ του 20ου αιώνα

0
492
Κέηνς ο Καρλ Μαρξ

ο Κέηνς δεν αντιλαμβανόταν ότι, όταν οι τιμές πέφτουν, επειδή πέφτουν και τα κόστη παραγωγής, αυτή η πτώση στις τιμές δεν έχει και μεγάλη σημασία καθώς αυτό που μας ενδιαφέρει στην οικονομική ανάλυση είναι η διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και στην τελική τιμή πώλησης ενός προϊόντος

του Μιχάλη Γκουντή

Τα σφάλματα του Κέηνς

Η προτίμηση του Κέηνς για έναν γενικό νομισματικό πληθωρισμό ως προς την καταπολέμηση της ανεργίας αντί για μία ευελιξία στην προσαρμογή των τιμών εργασίας (μισθών) ανάλογα με την παραγωγικότητα, της προσφοράς και τη ζήτησή της, αποτελεί αποτέλεσμα πολλών λογικών σφαλμάτων που διέπουν την «Γενική θεωρία» του. Δεν κατανοεί ότι ο πληθωρισμός δεν μπορεί να ξεγελάσει για πολύ τους πιστωτές, τους εργοδότες ή ακόμα και τους συνδικαλιστές. Κάποια στιγμή θα αντιληφθούν, ότι η άνοδος των τιμών των αγαθών δεν οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης για αυτά, αλλά στην αύξηση της ποσότητας του χρήματος (Αυτό είναι και στην ουσία ο πληθωρισμός, η αύξηση των τιμών είναι επακόλουθο αυτού).

Τα πράγματα θα είναι χειρότερα εφόσον οι πιστωτές, εργοδότες και οι διάφοροι οικονομικοί δρώντες γνωρίζουν εξ αρχής (η διαρρεύσει) το σχέδιο της κυβέρνησης να πληθωρίσει το νόμισμα. Οι προσδοκίες των δρώντων θα συμμορφωθούν στο να συμπεριλάβουν την άνοδο των τιμών στις προβλέψεις τους και τα αποτελέσματα του πληθωρισμού θα έρθουν ταχύτερα. Οι συντελεστές πληθωρισμού στα επιτόκια θα αυξηθούν, οι συνδικαλιστές θα πιέζουν για μεγαλύτερους μισθούς και γενικά οι τιμές θα ακολουθήσουν την ανάλογη τιμαριθμική προσαρμογή από την αρχή.

Η επιχειρηματικότητα και ο ρόλος των προσδοκιών

Επίσης, ο Κέηνς δεν αντιλαμβανόταν ότι, όταν οι τιμές πέφτουν, επειδή πέφτουν και τα κόστη παραγωγής, αυτή η πτώση στις τιμές δεν έχει και μεγάλη σημασία καθώς αυτό που μας ενδιαφέρει στην οικονομική ανάλυση είναι η διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και στην τελική τιμή πώλησης ενός προϊόντος. Μία επιχείρηση μπορεί να είναι κερδοφόρα ακόμα και με πτώση των τιμών εφόσον το κόστος παραγωγής πέφτει γρηγορότερα από τις τιμές πώλησης των προϊόντων. Τέλος, εφόσον ο επιχειρηματίας αναμένει πτώση των τιμών στα καταναλωτικά αγαθά που πουλάει, τότε θα προσφέρει και λιγότερο χρήμα για την αγορά και συντήρηση των συντελεστών παραγωγής. Για ακόμα μία φορά, οι προσδοκίες των επιχειρηματιών μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντής προς την επίτευξη καινούριου επιπέδου τιμών σε μία οικονομία ακόμα και με το ίδιο περιθώριο κέρδους, απλά σε μικρότερους απόλυτους αριθμούς.

Μαζί με όλα αυτά τα σφάλματα (τα οποία στην ουσία βασίζονται στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι γενικώς είναι ηλίθιοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως και επομένως πρέπει το «σοφό» κράτος να έρθει να ρυθμίσει τη συμπεριφορά τους) υπάρχει και ακόμα ένα. Παρ’ όλη τη σφοδρή επίκριση που κάνει στον Ricardο σχεδόν σε κάθε μέρος του έργου του, ο ίδιος υιοθετεί μία θεωρία τιμών που βασίζεται στο «κόστος παραγωγής», σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μπορεί να διατηρήσει τεχνητά υψηλά το «γενικό επίπεδο τιμών» του διατηρώντας το επίπεδο μισθών εξίσου ψηλά 1

Για να εξηγήσω αυτό το σφάλμα απλά θα παραπέμψω σε άλλους κορυφαίους οικονομικούς διανοητές που το έχουν κάνει καλύτερα από εμένα: Menger, von Mises, Bohm-Bawerk, Wicksteed, Knight, Jevons. Καλύτερα οι Κεηνσιανοί να μπουν στον κόπο να τους διαβάσουν.

Το σφάλμα σχετικά με την ανεργία

Ούτε φυσικά μπορώ σε αυτό το σύντομο άρθρο να αναλύσω τους λόγους στους οποίους ο Κέηνς κάνει λάθος στο να αποδίδει την ανεργία στις στρεβλώσεις ανάμεσα στα επιτόκια, την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου (ένας όρος που ουσιαστικά δε σημαίνει τίποτα ξεκάθαρο) και των επενδύσεων. Αρκεί να επισημάνουμε ότι όχι μόνο η θεωρία του είναι παντελώς λάθος, αλλά και ότι τα επιτόκια διαμορφώνονται εξ ολοκλήρου από τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε δανειστές και δανειζόμενους και δεν διατηρούνται παγωμένα από εξαναγκαστικές διαπραγματεύσεις των συνδικαλιστών και ξυλοδαρμούς των απεργοσπαστών και εργοδοτών.

Είναι πιο σημαντικό θεωρώ να εξετάσουμε το γιατί ο Κέηνς εξέφρασε αυτή τη θεωρία, παρόλο που κάποιος θα έπρεπε να είναι πραγματικά οικονομικά αναλφάβητος για να μην παρατηρήσει τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Και θα απαντήσω ότι, εφόσον ετάχθη με την αρχέγονη άποψη ότι τα συνδικάτα είναι οι «άγγελοι επί γης» που προσπαθούν να προστατευτούν από την καπιταλιστική εκμετάλλευση και ότι οι τεχνητά υψηλοί μισθοί για τους οποίους αυτά πιέζουν δεν προκαλούν εκτεταμένη ανεργία, έπρεπε να βρει κάποιον άλλον υπεύθυνο για αυτήν.

Και επειδή δεν μπορούσε να κατηγορήσει τους συνδικαλιστές (κάτι το οποίο θα σήμαινε και πολιτική καταστροφή), ποιος θα ήταν πιο εύκολο θύμα από το αρχέγονο κακό που καιροφυλακτεί συνεχώς στον καπιταλιστικό κόσμο; Το κέρδος. Οι δανειστές, οι τοκογλύφοι, οι επιχειρηματίες, οι πλούσιοι. Αυτό αποτελεί ταξική ερμηνεία των οικονομικών. Όπως οι μαρξιστές, έτσι και ο Κέηνς αποδίδει κάθε συμφορά στο καπιταλιστικό σύστημα στην ασυδοσία και την φιλαργυρία των καπιταλιστών. Όπως στον Μαρξισμό, έτσι και στον Κεϋνσιανισμό, οι καπιταλιστές γίνονται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, με την μόνη διαφορά ότι ο κύριος εχθρός δεν είναι ο «μπουρζουάς» αλλά ο δανειστής.

Κλείνοντας

Η εχθρότητα του Κέηνς προς τους πλούσιους εκφράζεται με το ίδιο σαρκαστικό ύφος που χρησιμοποιεί και ο Μαρξ:

«Στο βαθμό που οι εκατομμυριούχοι αντλούν την ικανοποίησή τους χτίζοντας τρομερές βίλες για να φιλοξενήσουν τα σώματά τους όσο βρίσκονται εν ζωή και πυραμίδες για να τους παρέχουν καταφύγιο μετά το θάνατό τους, ή, μετανιώνοντας για τις αμαρτίες τους, χτίζουν καθεδρικούς και κάνουν δωρεές σε μοναστήρια και σε ξένες ιεραποστολές, η μέρα όπου η αφθονία κεφαλαίου θα παρέμβει στην αφθονία της παραγωγής θα αναβάλλεται». 2

 

Τέτοιες απόψεις ρίχνουν περισσότερο φως στη συναισθηματική εφόρμηση του Κέηνς και όχι στην οικονομική του συλλογιστική. Δεν κάνει δηλαδή «οικονομικά» αλλά «ηθικολογία». Αν χρειαζόμασταν ηθικολογία, θα πηγαίναμε να διαβάσουμε την Καινή Διαθήκη. Κάποιος λοιπόν δε θα έπρεπε να εκπλήσσεται με το γεγονός ότι η «Γενική Θεωρία» έχει γίνει ανάρπαστη στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο: δίνει ηθική και οικονομική δικαιολόγηση οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης. Θα τολμούσα να πω, ότι οι αντιφάσεις, τα οικονομικά σφάλματα αλλά και η ασάφεια με την οποία ο Κέηνς περιγράφει τη θεωρία του, συγκρίνονται με αυτές του Μαρξ. Η «Γενική Θεωρία», λοιπόν, του Κέηνς είναι το Das Κapital του 20ου αιώνα.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

 

  1. John Maynard Keynes, «The General Theory of Employment, Interest and Money» (1936), σελ. 268 και 271
  2. Ομοίως, σελ. 220