Von Mises: Η φορολογία ως μέσο καταστροφής της καπιταλιστικής οικονομίας

0
680
O von Mises υποστήριξε πως δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η οικονομία της αγοράς μπορεί να καταστραφεί από τις υψηλές κυβερνητικές δαπάνες. Είναι επίσης πρόθεση πολλών ανθρώπων να την καταστρέψουν με αυτόν τον τρόπο.
O von Mises υποστήριξε πως δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η οικονομία της αγοράς μπορεί να καταστραφεί από τις υψηλές κυβερνητικές δαπάνες. Είναι επίσης πρόθεση πολλών ανθρώπων να την καταστρέψουν με αυτόν τον τρόπο.

Ο von Mises επισήμανε ήδη από το 1940, πως δεν υπάρχει λόγος να θέσουμε το ερώτημα για το αν είναι αλήθεια πως «καμία χώρα δεν καταστράφηκε ακόμη από τις υψηλές κυβερνητικές δαπάνες». Αυτό το γεγονός αποτελεί a priori γνώση

 

Του Ευθύμη Μαραμή

Ο Ludwig von Mises, στο magnum opus του Human Action (1940), άνοιξε έναν νέο δρόμο στην οικονομική επιστήμη, θεμελιώνοντας την νέα γενιά της Αυστριακής οικονομικής σκέψης. Η a priori-κή, πραξεολογική του προσέγγιση στα οικονομικά φαινόμενα, παρουσιάζεται ακόμα και σήμερα καινοτόμος, ακριβής και εξαιρετικά επαρκής στην επεξήγηση των φαινομένων της οικονομικής ανθρώπινης δράσης. Ας δούμε μαζί ένα απόσπασμα το οποίο εξετάζει την φύση της φορολόγησης, ενός επίκαιρου Ελληνικού (και όχι μόνο) προβλήματος.

Οι οικονομικοί και οι μη οικονομικοί στόχοι της φορολογίας δεν συμφωνούν μεταξύ τους.

Μας λέει ο von Mises:

Εξετάστε, για παράδειγμα, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στο αλκοόλ. Αν κάποιος τους θεωρεί ως πηγή κυβερνητικών εσόδων, όσο περισσότερο αυτοί αυξάνονται, θεωρητικά, τόσο το καλύτερο. Φυσικά, καθώς ο φόρος αυξάνει και την τιμή του ποτού, περιορίζει έτσι τις πωλήσεις και την κατανάλωση. Είναι απαραίτητο να εξακριβωθεί, με βάση ποιο ποσοστό φόρου, γίνεται υψηλότερη η απόδοση των κυβερνητικών εσόδων. Αλλά, αν κάποιος θεωρεί τους φόρους στα αλκοολούχα ποτά, ως ένα μέσο για να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η κατανάλωση του αλκοόλ, τότε, όσο υψηλότερη είναι η φορολογία, τόσο το καλύτερο. Εκτοξευόμενος πέρα από ένα ορισμένο όριο, ο φόρος καθιστά την κατανάλωση σημαντικά μειωμένη, όμως εξίσου μειώνονται και τα κυβερνητικά έσοδα.

Παρατηρούμε πως ο von Mises αναπτύσσει μια θεωρία, η οποία έγινε πολύ αργότερα, το 1978, γνωστή ως η «καμπύλη Lafer».  Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, όσο αυξάνονται οι φόροι, τόσο μειώνεται η οικονομική δραστηριότητα και μαζί της, κατά συνέπεια, μειώνονται και τα κυβερνητικά έσοδα.

Συνεχίζει:

Εάν ο φόρος επιτύχει πλήρως τον μη οικονομικό στόχο του, να αποτρέψει δηλαδή εξ ολοκλήρου τους ανθρώπους από την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, τότε και τα έσοδα θα είναι μηδενικά. Δεν εξυπηρετείται πλέον κανένας δημοσιονομικός σκοπός: οι επιπτώσεις της φορολογίας είναι απλώς απαγορευτικές σε αυτήν την περίπτωση. Το ίδιο ισχύει, όχι μόνο για όλα τα είδη έμμεσης φορολογίας, αλλά επίσης και για την άμεση φορολογία. Οι διακρινόμενοι φόροι που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις, εάν αυξηθούν πάνω από ένα ορισμένο όριο, θα οδηγήσουν στη συνολική εξαφάνιση αυτών των επιχειρήσεων. Οι φόροι κεφαλαίου, κληρονομιάς, ακίνητης περιουσίας, εισοδήματος και κάθε φόρος, καθίστανται εξίσου αυτοκαταστροφικοί εάν οδηγηθούν στα άκρα.1
Δεν υπάρχει λύση για την ασυμβίβαστη σύγκρουση μεταξύ του οικονομικού και του μη οικονομικού χαρακτήρα της φορολογίας. Η δύναμη του να φορολογείς συνεπάγεται, όπως επεσήμανε ο ανώτατος δικαστής Marshall, την δύναμη να καταστρέφεις. Αυτή η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταστροφή της οικονομίας της αγοράς και είναι μία σταθερή λύση που χρησιμοποιούν πολλές κυβερνήσεις και κόμματα για να επιτύχουν το σκοπό αυτό. Με την υποκατάσταση του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό, εξαφανίζεται ο δυϊσμός της συνύπαρξης δύο ξεχωριστών πεδίων δράσης. Η κυβέρνηση καταπίνει όλη την σφαίρα των αυτόνομων ατομικών ενεργειών και γίνεται ολοκληρωτική. Δεν εξαρτάται πλέον από τη χρηματοδοτική στήριξη βασισμένη στα μέσα που απαιτούνται από τους πολίτες. Δεν υφίσταται πλέον διαχωρισμός δημόσιων κεφαλαίων και ιδιωτικών κεφαλαίων.

Αιτιολογική συνάφεια

Αξιοσημείωτο πως, σύμφωνα με τον von Mises, η φορολόγηση μπορεί να γίνει – και έχει γίνει – όπλο σκόπιμης καταστροφής της καπιταλιστικής οικονομίας εκ μέρους κυβερνήσεων. Δεδομένης της πολιτικής σύγχυσης του κοινού στην Ελλάδα, σχετικά με πιθανές υποκείμενες σκοπιμότητες της άγριας φορολόγησης που επικρατεί σήμερα, γεννάται εύλογα η υποψία για τις προθέσεις της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, η φορολογική καταστολή της αγοράς και οι επιθέσεις κατά της ατομικής ιδιοκτησίας, ξεκίνησαν και συνεχίστηκαν από σοσιαλδημοκρατικές και, φερόμενες ως, φιλελεύθερες πολιτικές παρατάξεις. Για την ακρίβεια, η φορολογική επίθεση κατά της οικονομίας και της ατομικής ιδιοκτησίας και ελευθερίας, προέκυψε ως αιτιολογική συνέπεια προηγηθέντων κυβερνητικών δαπανών. Η αυθεντικότητα τους, ανήκει στις προ του ΣΥΡΙΖΑ πολιτικές παρατάξεις, οι οποίες δήθεν αποδέχονται, η κατανοούν, την σημασία του καπιταλισμού ως οργανισμού κοινωνικής ευημερίας.

Σύμφωνα με τον von Mises:

Η φορολογία είναι ζήτημα της οικονομίας της αγοράς. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς, πως η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρεμβαίνει στα φαινόμενα της αγοράς και ότι οι λειτουργίες της θα είναι τόσο μικρές, ώστε η συντήρησή τους να απορροφά μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό του συνόλου των εισοδημάτων των μεμονωμένων πολιτών. Έτσι, οι φόροι αρμόζουν ως το κατάλληλο μέσο για την παροχή των απαιτούμενων πόρων από την κυβέρνηση. Αρμόζουν, ακριβώς επειδή είναι χαμηλοί και δεν καταστέλλουν αισθητά την παραγωγή και την κατανάλωση. Εάν οι φόροι αυξηθούν πέραν ενός διαχειρίσιμου από την αγορά ορίου, παύουν να είναι φόροι και μετατρέπονται σε μηχανισμό καταστροφής της οικονομίας της αγοράς.
Αυτή η μεταμόρφωση των φόρων σε όπλα καταστροφής, είναι το χαρακτηριστικό των σημερινών δημόσιων οικονομικών. Δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με τις εξαιρετικά αυθαίρετες εκτιμήσεις πως «η βαριά φορολογία είναι αναγκαίο κακό». Δεν ωφελεί να εξετάζουμε εάν οι κυβερνητικές δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τη φορολογία, είναι ή δεν είναι συνετές και ωφέλιμες. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, όσο βαρύτερη γίνεται η φορολογία, τόσο καθίσταται λιγότερο συμβατή με τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς. Δεν υπάρχει λόγος να θέσουμε το ερώτημα για το αν είναι αλήθεια πως «καμία χώρα δεν καταστράφηκε ακόμη από τις υψηλές δαπάνες του κοινού για το κοινό». Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η οικονομία της αγοράς μπορεί να καταστραφεί από τις υψηλές κυβερνητικές δαπάνες. Είναι επίσης πρόθεση πολλών ανθρώπων να την καταστρέψουν με αυτόν τον τρόπο.

Η επιστημονική ανωτερότητα της πραξεολογίας

Είναι εμφανής στις ανωτέρω παραγράφους και αξίζει να σημειωθεί, η αυθεντική a priori-κή κατανόηση και ερμηνεία των κυβερνητικών δαπανών, όπως ακριβώς τις προσεγγίζει ο von Mises. Στο μεγαλειώδες αυτό έργο του της «Ανθρώπινης Δράσης» (Human Action) o μεγάλος Αυστριακός θέτει αφαιρετικά τις απαραίτητες προϋποθέσεις – sine qua non – που διέπουν την εκλογικευμένη σκόπιμη ατομική δράση.

Έτσι, με το εργαλείο της πραξεολογίας, καταλήγει σε σειρές λογικών μη αντιφατικών συμπερασμάτων, πρότερων θεμελιωδών, προ εμπειρικής επιβεβαίωσης. Ένα από τα βασικά  θεμελιώδη αυτής της θεωρίας, είναι πως οι κυβερνητικές δαπάνες είναι a priori βλαπτικές για την οικονομία. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, καθώς οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να κατέχουν την πληροφορία των επί μέρους ατομικών προτιμήσεων των δρώντων/συμμετεχόντων στην οικονομία. H, δεν μπορούν να κατέχουν ταυτόχρονα κάθε πληροφορία τιμών των υποκείμενων παραγωγικών συντελεστών.

Κυρίως, όμως, συμβαίνει καθώς συνθλίβει το κυριότερο αξίωμα της ανθρώπινης δράσης. Δηλαδή, στερεί πόρους από κάποιο παραγωγικό άτομο, με συνέπεια να καθίσταται η δράση του μη επωφελής για τον ίδιο και τους οικείους του. Παύει να υπάρχει το κίνητρο του κέρδους και της ικανοποίησης που επιφέρει η απόκτηση αγαθών, ως αποτέλεσμα κόπου και παραγωγικής προσπάθειας. Δεν προκαλεί έκπληξη, ως εκ τούτου, σε κανέναν μελετητή της Αυστριακής σχολής, η εξαθλίωση και η φτώχεια που επικρατεί στα σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Συνεπώς, όπως αναφέρει ο von Mises:

«…Δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με τις εξαιρετικά αυθαίρετες εκτιμήσεις πως «η βαριά φορολογία είναι αναγκαίο κακό». Δεν ωφελεί να εξετάζουμε εάν οι κυβερνητικές δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τη φορολογία, είναι ή δεν είναι συνετές και ωφέλιμες. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, όσο βαρύτερη γίνεται η φορολογία, τόσο καθίσταται λιγότερο συμβατή με τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς. Δεν υπάρχει λόγος να θέσουμε το ερώτημα για το αν είναι αλήθεια πως «καμία χώρα δεν καταστράφηκε ακόμη από τις υψηλές δαπάνες του κοινού για το κοινό».

Δεν χρειάζεται να θέσουμε το ερώτημα αν είναι αλήθεια πως «καμία χώρα δεν καταστράφηκε ακόμη από τις υψηλές δαπάνες του κοινού για το κοινό», διότι αυτό είναι a priori γνώση, επαρκώς επεξηγημένη πραξεολογικά. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ, πως ακόμα και σήμερα που επιβεβαιώνεται εμπειρικά πως οι κυβερνητικές δαπάνες έφτασαν την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής, ο von Mises δεν θα το αποδεχόταν ως «αποδεικτική επιβεβαίωση» της πραξεολογίας. Για την επιστήμη της πραξεολογίας, αυτό αποτελεί απλά μια ιστορική καταγραφή. Είναι a priori γνωστό πως κάθε μορφή κυβερνητικής δαπάνης είναι βλαπτική για την οικονομία της αγοράς και, γίνεται καταστροφική, όταν ξεπεράσει κάποιο όριο.

Ανάλογα, είναι περιττή και η διαγραμματική απεικόνιση της πραξεολογικής θεωρίας πως οι υψηλότεροι φόροι, οδηγούν σε μειωμένα κυβερνητικά έσοδα. Η μαθηματική προσέγγιση και απεικόνιση της λεγόμενης «καμπύλης Lafer» το 1978, δεν είναι σε καμία περίπτωση πιο «ακριβής» από την a priori ερμηνεία του von Mises το 1940. Κάθε άλλο, η πραξεολογική ερμηνεία, εισάγει και όλη την απαραίτητη θεωρία. Για να δανειστούμε και μια έκφραση του Friedrich von Hayek: «Κάθε πράξη, χωρίς μια θεωρία πίσω της, είναι βουβή».

Ολοκληρώνει λοιπόν ο von Mises:

Οι επιχειρηματίες διαμαρτύρονται για την καταπίεση των βαρέων φόρων. Οι πολιτικοί ανησυχούν για τον κίνδυνο «να χάσουν τη χήνα με τα χρυσά αυγά.» Ωστόσο, η πραγματική ουσία του φορολογικού θέματος, πρέπει να παρατηρηθεί υπό το πρίσμα της παραδοξότητας πως: όσο περισσότερο αυξάνονται οι φόροι, τόσο περισσότερο υπονομεύουν την οικονομία της αγοράς και, παράλληλα, το ίδιο το σύστημα της φορολογίας και των κυβερνητικών εσόδων. Έτσι, γίνεται αντιληπτό το γεγονός, τελικά, πως η διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τα μέτρα δήμευσης είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Κάθε συγκεκριμένος φόρος, καθώς και ολόκληρο το φορολογικό σύστημα ενός έθνους, καθίστανται αυτοκαταστροφικά, αν ξεπεράσουν ένα ορισμένο ύψος συντελεστών.

Σήμερα, θα μπορούσε ίσως να επικρίνει κάποιος Λιμπερταριανός τον von Mises, για την «αφέλεια» του να θεωρεί πως οι κυβερνήσεις θα αυτοπεριοριστούν. Είναι θεμιτό. Ωστόσο, το Human Action γράφτηκε σε μία περίοδο όπου ο κλασικός φιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός δεχόταν χτυπήματα και βρισκόταν υπό αμφισβήτηση σε ολόκληρο τον κόσμο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, με την ήττα των φασιστικών-σοσιαλιστικών δυνάμεων αρχικά, καθώς και με την σταδιακή απομυθοποίηση του μπολσεβίκικου σοσιαλισμού, ο von Mises αναθεώρησε αυτή του την προσέγγιση. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, πως ο Murray N. Rothbard, ο «πατέρας» του αναρχοκαπιταλισμού, ήταν μαθητής του von Mises.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ludwig von Mises επάξια χαρακτηρίστηκε ως ο τελευταίος ιππότης του κλασικού φιλελευθερισμού.

*** 

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Σημειώσεις:

  1. οι αποποιήσεις κληρονομιάς στην Ελλάδα το 2013 ανήλθαν σε 29.199, το 2014 σε 41.388, το 2015 σε 45.628, το 2016 σε 54.422 και για το 2017 αναμένεται να ξεπεράσουν τις 100.000. Όλο και περισσότεροι νόμιμοι ιδιοκτήτες, εγκαταλείπουν ως νεκρό απόθεμα γη και ακίνητα, τα οποία θα μείνουν αναξιοποίητα. Δείτε περισσότερα εδώ