Jair Messias Bolsonaro: Κατανοώντας τον «Ντόναλντ Τραμπ» της Βραζιλίας

0
695
Το 1993, ο Bolsonaro υπεράσπισε δημοσίως τη δικτατορία, λέγοντας ότι το στρατιωτικό καθεστώς
Το 1993, ο Bolsonaro υπεράσπισε δημοσίως τη δικτατορία, λέγοντας ότι το στρατιωτικό καθεστώς "οδήγησε σε μια πιο βιώσιμη και ευημερούσα Βραζιλία". Το 2015 ενίσχυσε περαιτέρω τη ρητορική υποστήριξης του καθεστώτος, λέγοντας ότι ήταν ένα Δημοκρατικό και "καθοδηγούμενο από το λαό" πολιτικό κίνημα, που αναπτύχθηκε όταν ο τότε πρόεδρος της Βραζιλίας απέκτησε στενές σχέσεις με την Κίνα του Μάο και με την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.

το 2016, αφού χλεύασε τη διανοητική επάρκεια της τότε προέδρου Rousseff, ο Bolsonaro είπε ότι το στρατιωτικό καθεστώς ήταν πολύ ελαστικό με τους κομμουνιστές εκείνης της εποχής.

Της 

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Η συντακτική ομάδα της Wall Street Journal, παρουσίασε άρθρο το οποίο ξεκινώντας υπερασπίζεται τον συντηρητικό προεδρικό υποψήφιο της Βραζιλίας Jair Messias Bolsonaro αναφέροντας ότι οι «προοδευτικοί» παγκοσμίως εξαπέλυσαν «αγχωμένη επίθεση» εναντίον της δημοτικότητας του.

Μετά από την νίκη του στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της χώρας, ο Bolsonaro αναμένεται να αντιμετωπίσει τον δεύτερο δημοφιλέστερο υποψήφιο, τον Fernando Haddad του Εργατικού Κόμματος, στις 28 Οκτωβρίου. Κερδίζοντας το 46% των ψήφων, ο Bolsonaro είναι το φαβορί για να επικρατήσει του Haddad, δημάρχου του Σάο Πάολο, ο οποίος πήρε το 29% των ψήφων στον πρώτο γύρο.

Η δημοτικότητα του Haddad αυξήθηκε πρόσφατα στα κοινωνικά δίκτυα λόγω της εκστρατείας #NotHim εναντίον του συντηρητικού ηγέτη, ίσως μια εμπνευσμένη εκστρατεία από το #NeverTrump, το οποίο γύρισε ωστόσο μπούμερανγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Λόγω της σχέσης του Haddad με τον πρώην πρόεδρο Luiz «Lula» Inácio da Silva, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στη φυλακή για τη συμμετοχή του σε ένα κύκλωμα διαφθοράς το οποίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της χώρας, πολλοί πιστεύουν ότι ο Bolsonaro πρόκειται να είναι ο επόμενος πρόεδρος της Βραζιλίας.

Αλλά ο Bolsonaro δεν έφτασε στο σημείο όπου βρίσκεται τώρα, επειδή ήταν ο αγαπημένος των ΜΜΕ.

Ως μέλος των ενόπλων δυνάμεων κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας της χώρας και αργότερα ως μέλος του κογκρέσου για 27 χρόνια εκπροσωπώντας το Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Bolsonaro εμφανίζονταν συχνά στις ειδήσεις για την άσχημη και μερικές φορές οριακά κωμική αντιπολίτευση του σε κάθε τι προερχόμενο εξ αριστερών.

Λαμβάνοντας υπόψη το παρελθόν του εργατικού κόμματος και την ανοιχτή υποστήριξη του στα κομμουνιστικά ιδεώδη, η αντιπολίτευση του Bolsonaro στις προηγούμενες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της χώρας τον έκανε να ξεχωρίσει ως δυναμική και συχνά ανταγωνιστική φιγούρα, υποστηρίζοντας την οπλοκατοχή, αντιδρώντας στην αναγνώριση μελών της LGBT κοινότητας ως προστατευόμενης ομάδας, καθώς και την αντίθεση του στο κίνημα υπέρ της νομιμοποίησης των ναρκωτικών.

Παρά την υποστήριξή του σε έναν ακόμα πιο επιθετικό πόλεμο κατά των ναρκωτικών, κάτι που είναι αναμφισβήτητα λανθασμένο, πολλές από τις προτεινόμενες πολιτικές του είναι θετικές και περιλαμβάνουν την αποσυναρμολόγηση του κρατικού μηχανισμού, κάτι που θα περιόριζε τη φορολογία στη Βραζιλία, την άδεια κατοχής πυροβόλων όπλων που θα επιτρέψει στους απλούς Βραζιλιάνους να προστατευτούν από το έγκλημα και την ενίσχυση της οικονομίας, διευκολύνοντας τη διαδικασία ανοίγματος μιας επιχείρησης στη χώρα.

Δυστυχώς, η αποκαλούμενη σοσιαλδημοκρατική ρητορική που διαμόρφωσε την πολιτική τις τελευταίες δύο δεκαετίες, παραμένει ζωντανή και καλά εδραιωμένη μεταξύ πολλών Βραζιλιάνων. Έτσι, όταν ένας φιλικός προς την επιχειρηματικότητα, αντι-κομμουνιστής υποψήφιος, αναδύθηκε ως το φαβορί για να κερδίσει την προεδρία μετά την καθαίρεση της Dilma Rousseff του Εργατικού Κόμματος, οι ακτιβιστές δεν έχασαν χρόνο.

Αλλά το μεγαλύτερο μέρος του φόβου που εμπνέει ο Bolsonaro στους άλλους, προέρχεται από τα σχόλια του σχετικά με τη στρατιωτική δικτατορία της Βραζιλίας.

Το 1993, ο Bolsonaro υπερασπίστηκε δημοσίως τη δικτατορία, λέγοντας ότι το στρατιωτικό καθεστώς «οδήγησε σε μια πιο βιώσιμη και ευημερούσα Βραζιλία». Το 2015 ενίσχυσε περαιτέρω τη ρητορική υποστήριξης του καθεστώτος, λέγοντας ότι ήταν ένα Δημοκρατικό και «καθοδηγούμενο από το λαό» πολιτικό κίνημα, που αναπτύχθηκε όταν ο τότε πρόεδρος της Βραζιλίας απέκτησε στενές σχέσεις με την Κίνα του Μάο και με την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Τελικά, το 2016, αφού χλεύασε τη διανοητική επάρκεια της τότε προέδρου Rousseff, ο Bolsonaro είπε ότι το στρατιωτικό καθεστώς ήταν πολύ ελαστικό με τους κομμουνιστές εκείνης της εποχής.

Είπε πως «το λάθος του καθεστώτος ήταν ότι δεν σκότωσε περισσότερους από δαύτους», όταν πιέστηκε από δημοσιογράφους για τα προηγούμενα σχόλια του για τη δικτατορία.

Είναι σαφές ότι η άξεστη φρασεολογία του τον έκανε άμεσο στόχο τόσο μεταξύ των συντηρητικών όσο και των σοσιαλιστών, οι οποίοι παρουσίασαν αυτή τη φράση ως απόδειξη ότι ο Bolsonaro ήταν «φασίστας».

Αλλά ενώ το στρατιωτικό καθεστώς κατάργησε τις νόμιμες διαδικασίες, βασανίζοντας εκατοντάδες νεαρούς άνδρες και γυναίκες που είτε υποστήριζαν ή ενεπλάκησαν άμεσα σε δραστηριότητες με στόχο την αποδυνάμωση του καθεστώτος για να εφαρμόσουν τις δικές τους πολιτικές, τα γεγονότα που οδήγησαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν, πράγματι, οδηγούμενα από τον λαό όπως εξήγησε ο Bolsonaro. Δυστυχώς, πολλοί σήμερα, ίσως λόγω της μακροχρόνιας αριστερής κατήχησης που επικρατεί στα σχολεία της Βραζιλίας, αγνοούν εντελώς την ιστορία της εποχής η οποία έφερε στην εξουσία το στρατιωτικό καθεστώς.

Ο σοσιαλιστικός τρόμος πριν από το πραξικόπημα

Ο João «Jango» Goulart του Βραζιλιάνικου Εργατικού Κόμματος (PTB) ήταν μαθητής του πρώην εθνικιστή-σοσιαλιστή δικτάτορα και προέδρου Getúlio Vargas. Το 1955, εξελέγη αντιπρόεδρος όταν ο Juscelino Kubitschek κέρδισε την προεδρία. Το 1960, ο Goulart εξελέγη και πάλι στην ίδια θέση με τον Jânio Quadros να κερδίζει την προεδρία. Το 1961, όταν ο Goulart επισκέφθηκε την Κίνα, υπό την κυριαρχία τότε του κομμουνιστή δικτάτορα Μάο Τσε Τουνγκ, ο Quadros παραιτήθηκε. Ο Goulart, ο οποίος επέστρεψε στη Βραζιλία, θα αναλάμβανε την προεδρία, αλλά μέλη του Κογκρέσου και στρατιωτικοί ηγέτες εξέφρασαν την ανησυχία τους για τις ριζοσπαστικές πολιτικές του.

Λόγω των εθνικιστικών και σοσιαλιστικών πολιτικών του, οι οποίες περιελάμβαναν την απαγόρευση των ιδιωτικών σχολικών ιδρυμάτων, 15% αύξηση του φόρου εισοδήματος, τον εξαναγκασμό των επιχειρήσεων με έδρα το εξωτερικό να επενδύσουν τα κέρδη τους στη χώρα, τη νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος της Βραζιλίας και την απαλλοτρίωση «μη παραγωγικών» εκτάσεων μεγαλύτερων από 600 εκτάρια, εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες αγροκτημάτων και γης να εγκαταλείψουν την ιδιοκτησία τους, ώστε να την αναδιανείμει η κυβέρνηση, οι πολιτικοί ηγέτες θεώρησαν ότι ο Goulart εργαζόταν στο παρασκήνιο ώστε να μετατρέψει τη Βραζιλία στην επόμενη Κούβα.

Ενώ το Κογκρέσο είχε αρχικά επιτρέψει στον Goulart να αναλάβει την προεδρία υπό την προϋπόθεση να περιοριστούν οι εξουσίες του από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα το 1961, ο πληθυσμός ψήφισε εναντίον των συνταγματικών αλλαγών σε δημοψήφισμα το 1963 και ο Goulart ανέλαβε με πλήρεις εξουσίες. Αλλά καθώς ο πρόεδρος συνασπίστηκε με κεντροαριστερές ομάδες, ευρισκόμενος απέναντι σε ομάδες όπως η εθνική δημοκρατική ένωση, ένα ισχυρό συντηρητικό κόμμα με το σύνθημα «τίμημα της ελευθερίας είναι η αιώνια επαγρύπνηση», οι στρατιωτικοί ηγέτες έγιναν εξαιρετικά ανήσυχοι με τον εσωτερικό κύκλο του Goulart και την ανοικτή του υποστήριξη στην Κούβα.

Το 1961, το μέλος του κογκρέσου Francisco Julião επισκέφθηκε τον Κάστρο στην Κούβα και όταν επέστρεψε στη Βραζιλία, πίεσε την κυβέρνηση να επιταχύνει την πολιτική της απαλλοτρίωσης, επαναλαμβάνοντας το σύνθημα «μεταρρύθμιση γης με νόμο ή με βία».

Μετά την κατάρρευση ενός Βραζιλιάνικου αεροσκάφους που πετούσε από την Κούβα προς το Περού, αποκαλύφθηκαν έγγραφα που καταδείκνυαν ότι ένας Κουβανός πράκτορας προσπαθούσε να οργανώσει ομάδες ένοπλων ανταρτών στη Βραζιλία. Καθώς οι ειδήσεις ανέφεραν την ανακάλυψη και το γεγονός ότι ο Κάστρο υποστήριζε μια βραζιλιάνικη ομάδα γνωστή ως το Κίνημα των Επαναστατών Tiradentes, ο Leonel Brizola, μέλος του κογκρέσου και κορυφαίος σύμβουλος του Goulart, πήγε στο ραδιόφωνο κάνοντας εμπρηστικές δηλώσεις και κάλεσε τους Βραζιλιάνους να οπλιστούν και να συμμετάσχουν σε ομάδες ανταρτών. Υποστηρίζοντας ότι η ανάληψη δράσης ήταν απαραίτητη για την υποστήριξη του Goulart, αν προσπαθούσαν οι επικριτές του να αναλάβουν την εξουσία, το σχέδιο είχε ως στόχο να προκαλέσει επανάσταση «ανάλογη της σοσιαλιστικής επανάστασης του 1917 στη Σοβιετική Ένωση», όπως είπε ο Brizola.

Υποστήριξε ακόμη και τη χρήση γυναικόπαιδων ως ανθρώπινες ασπίδες και την εκτέλεση συλληφθέντων αντιπάλων.

Στα μέσα Μαρτίου του 1964, οι Βραζιλιάνοι κατέβηκαν στους δρόμους κατά του Goulart σε σειρά διαδηλώσεων που διοργάνωσαν ομάδες της αντιπολίτευσης, η Καθολική Εκκλησία και μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν εναντίον των σοσιαλιστικών πολιτικών που πρότεινε ο Goulart και στις 31 Μαρτίου 1964 ο στρατηγός Olímpio Mourão Filho, ο οποίος ήταν επικεφαλής της 4ης Στρατιωτικής Περιφέρειας με έδρα το Minas Gerais, διέταξε τα στρατεύματά του να κινηθούν προς το Ρίο ντε Τζανέιρο για να καθαιρέσουν τον πρόεδρο. Αντιλαμβανόμενος την επικείμενη μοίρα του αν παρέμενε στο Ρίο, ο Goulart  έφυγε την 1η Απριλίου και πήγε στη Μπραζίλια. Όταν έφτασε εκεί, διαπίστωσε ότι δεν είχε καμία υποστήριξη από το Κογκρέσο, καθώς ο Πρόεδρος της Γερουσίας Auro Moura Andrade είχε ήδη ξεκινήσει εκστρατεία για να πείσει τους συναδέλφους του να υποστηρίξουν το πραξικόπημα.

Ο Goulart έφυγε τελικά προς τα νότια, όπου επίσης δεν είχε σημαντική υποστήριξη, επιτρέποντας στον Andrade να δηλώσει ότι η χώρα δεν είχε πρόεδροΣτις 2 Απριλίου, ο Pascoal Ranieri Mazzilli εκπρόσωπος τότε του κογκρέσου, ορκίστηκε πρόεδρος.

Ενώ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon B. Johnson θα προσέφερε στήριξη, αν κρινόταν απαραίτητη, στο στρατιωτικό καθεστώς της Βραζιλίας, αυτή η στήριξη δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ καθώς οι Βραζιλιάνοι υποστήριξαν μαζικά το πραξικόπημα, φοβούμενοι ότι η Βραζιλία θα καταλήξει στην κομμουνιστική σφαίρα επιρροής και υπό την κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης.

Μεταξύ του 1964 και του 1968, το καθεστώς ακολούθησε το πολιτικό δίκαιο, υποσχόμενο ότι θα διεξαχθούν εκλογές στο εγγύς μέλλον, αλλά το Δεκέμβριο του 1968, το Κογκρέσο έκλεισε και η εκτελεστική εξουσία άρχισε να εφαρμόζεται με διατάγματα.  Την προηγούμενη χρονιά, η Βραζιλία είχε βιώσει ανοδική πορεία βίαιων τρομοκρατικών επιθέσεων, με αντάρτες να εκτελούν ανθρώπους δημόσια, να επιτίθενται σε στρατιωτικές βάσεις, να ληστεύουν τράπεζες και να χρησιμοποιούν βόμβες σε επιθέσεις που σκότωσαν εννέα ανθρώπους και τραυμάτισαν πολλούς άλλους. Πολλά από τα θύματα ήταν περαστικοί πολίτες και όχι κυβερνητικοί ή στρατιωτικοί αξιωματούχοι.

Ένα από τα θύματα ήταν ο Edward Ernest von Westernhagen, ένας Γερμανός ταγματάρχης ο οποίος σκοτώθηκε κατά λάθος από την Διοίκηση Εθνικής Απελευθέρωσης (Colina), μια κομμουνιστική ομάδα στην οποία συμμετείχε και η πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας RousseffΗ ομάδα είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει τον Βολιβιανό ταγματάρχη Gary Prado, ο οποίος είχε σκοτώσει τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, αλλά σκότωσαν κατά λάθος τον von Westhagen.

Καθώς το καθεστώς εγκατέστησε ένα εφιαλτικό αστυνομικό κράτος, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία τις τρομοκρατικές επιθέσεις, φοιτητές που κατηγορούνταν ότι ήταν κομμουνιστές, πολιτικοί και καλλιτέχνες, βασανίστηκαν, συνελήφθησαν και στάλθηκαν στην εξορία, καθώς η χώρα ανέστειλε τις νόμιμες διαδικασίες.

Bolsonaro: η σημερινή απάντηση στον κόκκινο τρόμο;

Ο Bolsonaro, ο οποίος υπηρέτησε στο πυροβολικό και στις ειδικές δυνάμεις αλεξιπτωτιστών του στρατού της Βραζιλίας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και του 1980, ήταν προϊόν του καθεστώτος, το οποίο βασίστηκε στην υποστήριξη του κοινού χάρη στην αντι-κομμουνιστική ρητορική του, αλλά τελικά εγκατέστησε δικτατορία παρόμοια με αυτές που βλέπουμε στις σοσιαλιστικές χώρες, όπου ο πληθωρισμός και η κρατικοποίηση επιχειρήσεων είναι συνηθισμένα φαινόμενα.

Στο μυαλό πολλών από εκείνους που έζησαν εκείνη την περίοδο, ωστόσο, αυτό που έμεινε ήταν πως είχαν γλιτώσει από ένα κομμουνιστικό μέλλον – ένα μέλλον που θα απομόνωσε τη Βραζιλία, μετατρέποντάς την σε μια ακόμα Κούβα. Ο Bolsonaro φαίνεται να πιστεύει το ίδιο, βλέποντας το πραξικόπημα εκείνης της εποχής, ως την μόνη εναλλακτική λύση έναντι της ανάληψης της εξουσίας από τους κομμουνιστές. Και σε πολλούς από τους υποστηρικτές του σήμερα, η Βραζιλία έχει περάσει κάτι παρόμοιο, καθώς η κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καταστροφική οικονομία της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Για να κατανοήσει κάποιος λοιπόν τον Bolsonaro, πρέπει να κατανοήσει τον μακροχρόνιο ιδεολογικό πόλεμο της Βραζιλίας μεταξύ των κλασσικών φιλελεύθερων και των σοσιαλιστών και τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές παρατάξεις ασχολούνται με αυτές τις ιδεολογίες όποτε είναι δυνατόν.

Όπως εξηγεί η WSJ, ο Haddad προσπαθεί να αλλάξει το σύνταγμα της Βραζιλίας αντικατοπτρίζοντας αυτό που έκανε ο Hugo Chávez στη Βενεζουέλα, δίνοντας στον πρόεδρο την εξουσία να διορίζει τις στρατιωτικές διοικήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη το τι βλέπουν οι Βραζιλιάνοι να συμβαίνει στη γειτονική χώρα, η πολιτική πλατφόρμα του Bolsonaro, που περιλαμβάνει υποσχέσεις ιδιωτικοποιήσεων, τον περιορισμό των κυβερνητικών δαπανών και την απελευθέρωση μεγάλου μέρους της οικονομίας, ακούγεται πιο ρεαλιστική και εύλογη, ακόμα κι αν ο υποψήφιος είναι θερμοκέφαλος και  αθυρόστομος.

Όπως συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατηγοριοποιούν τον Bolsonaro ως υποψήφιο του «μίσους», χωρίς να αναλύουν ούτε να λαμβάνουν υπόψη πόσο έχουν υποφέρει οι Βραζιλιάνοι.

Είναι σαφές ότι ο μέσος Βραζιλιάνος έχοντας την ανάγκη να υπάρχει τροφή στο τραπέζι του, δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε φαινομενικές αρετές. Ο «κόκκινος τρόμος» είναι και πάλι πολύ αληθινός, καθώς ισχυροί πολιτικοί στη χώρα θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη Βραζιλία σε άλλη Βενεζουέλα στο άψε σβήσε.

***

 

Η Alice Salles γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βραζιλία, αλλά ζει στην Αμερική τα τελευταία δέκα χρόνια. Τώρα ζει στο Compton της California και αρθρογραφεί στο Advocates for Self-Government, στο Liberty Conservative και στο Anti-Media .

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.