Καταρρίπτοντας την εργασιακή θεωρία αξίας του Μαρξ

0
860
Eugen von Böhm-Bawerk vs Μαρξ
Ο Eugen von Böhm-Bawerk ασκεί μία συντριπτική κριτική ενάντια στη Μαρξιστική θεωρία εργασιακής αξίας. Το Μαρξιστικό σύστημα δέχτηκε ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα σε οικονομικό επίπεδο.

Αντί να ισχυριστούμε ότι η ποσότητα της εργασίας είναι ο τελικός και ισχυρότερος παράγων διαμόρφωσης των τιμών, γιατί να μην ισχυριστούμε, ανάποδα, ότι αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει ο ανταγωνισμός; Εφόσον ο Μαρξ άφησε τις δυνάμεις του ανταγωνισμού να «διαρρεύσουν» στο συλλογισμό του, τότε δεν έχει μείνει και πολλή «εργασιακή θεωρία της αξίας» στο σκεπτικό του

 του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Μεγάλος αριθμός ανθρώπων συνεχίζει να πιστεύει στην Μαρξιστική (στην ουσία Ρικαρντιανή βέβαια) θεωρία περί αξίας 1. Θεωρούν δηλαδή ότι η αξία ενός αγαθού είναι ανάλογη με την κοινωνικώς απαραίτητη ποσότητα εργασίας που χρειάστηκε για να παραχθεί. Αν και η Μαρτζιναλιστική επανάσταση στα οικονομικά άφησε λίγα περιθώρια ακόμα και σε Μαρξιστές να διατηρήσουν την πεποίθηση αυτή, εντούτοις, η σύγχυση συνεχίζει να υπάρχει. Θεωρούμε καλό λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε γιατί η θεωρία αξίας του Μαρξ είναι εντελώς λανθασμένη. Από εδώ και στο εξής, όποτε αναφερόμαστε στον Μαρξ θα παραθέτουμε σε παρένθεση τον εκάστοτε τόμο του «Κεφαλαίου» με λατινικά γράμματα, ακολουθούμενο από τη σελίδα στην οποία βρίσκεται το χωρίο.

Θα χρησιμοποιήσουμε επίσης στοιχεία από την ανάλυση του Eugen von Böhm-Bawerk στο «Karl Marx and the Close of His system» (1896). Αυτά θα αναφέρονται με το όνομα του συγγραφέα σε παρένθεση και μετά θα αναφέρεται η εκάστοτε σελίδα (π.χ. Böhm-Bawerk, σελ. Χ)

Ο Μαρξ και η εργασιακή θεωρία της αξίας (labour theory of value)

Από την αρχή, στο αρχικό κεφάλαιο του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ περιορίζει την ανάλυσή του στον κόσμο των εμπορευμάτων, ένα υποσύνολο των αγαθών εν γένει:

«Ο πλούτος των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται ως μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων, με μία μονάδα της να αποτελεί και ένα εμπόρευμα. Συνεπώς, μια οικονομική ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας πρέπει να ξεκινήσει με την ανάλυση του εμπορεύματος». (Ι, σελ 27)

 

Ποια, λοιπόν, είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός εμπορεύματος; Ένα εμπόρευμα πρέπει, καταρχάς, να είναι χρήσιμο. Πρέπει να ικανοποιεί κάποιες «ανθρώπινες ανάγκες», είτε άμεσα ως «αντικείμενο κατανάλωσης είτε έμμεσα ως μέσο παραγωγής» (I, σελ. 27). Επιπλέον, πρέπει να παραχθεί για ανταλλαγή στην αγορά. Ένα άτομο που παράγει αγαθά για να ικανοποιήσει τις δικές του επιθυμίες «δημιουργεί αξία χρήσης, αλλά όχι εμπόρευμα». Για να παράγει εμπορεύματα πρέπει να «όχι μόνο να παράγει αξία χρήσης αλλά και αξία χρήσης για τους άλλους, κοινωνικές αξίες χρήσης» (I, σελ. 30)Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά ενός εμπορεύματος αποτελούν τη βάση της θεωρίας της αξίας του Μαρξ. Η αξία χρήσης ενός εμπορεύματος βασίζεται και καθορίζεται πλήρως από τη χρησιμότητά του, από το γεγονός ότι μπορεί να τεθεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ικανοποίηση επιθυμιών. Η αξία, με αυτή την έννοια, αναφέρεται στη σημασία που έχει ένα εμπόρευμα για την ευημερία ή την ικανοποίηση ενός ατόμου.

Αλλά, όταν ένα εμπόρευμα εισέρχεται στο πλαίσιο της διαπροσωπικής ανταλλαγής κερδίζει επίσης αξία ανταλλαγής. Τώρα, σύμφωνα με τον Μαρξ, «η ανταλλακτική αξία εμφανίζεται πρώτα απ’ όλα ως η ποσοτική σχέση, η αναλογία, στην οποία οι χρηστικές αξίες ενός είδους ανταλλάσσονται για χρηστικές αξίες άλλου είδους» (Ι, σελ. 30). Μια πράξη ανταλλαγής, με άλλα λόγια, χαρακτηρίζεται πάντα από τη μεταβίβαση δύο αγαθών που διαθέτουν χρηστικότητα.

Ανταλλακτική αξία κατά τον Μαρξ

Ωστόσο, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος δεν καθορίζεται από την αξία χρήσης του. Στην πραγματικότητα, η ακριβής έκταση ή το μέγεθος του δεν φέρουν καμία συστηματική σχέση με τη σημασία που έχει ένα εμπόρευμα για την ευημερία ενός ατόμου. Αποσυνδεδεμένη από τις υποκειμενικές επιθυμίες και αντιλήψεις των ενεργών ατόμων, αποτελεί αντικειμενική ιδιότητα ενός αγαθού. Και όπως και άλλες αντικειμενικές ιδιότητες, όπως το ύψος, το βάρος κ.λπ., είναι «εγγενείς» σε ένα εμπόρευμα, «εγγενείς σε αυτό», και είναι «άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτό» (I, σελ. 27).

Πώς φτάνει ο Μαρξ στο συμπέρασμα αυτό; Η ανάλυσή του βασίζεται σε μια παρατήρηση που έκανε πολλούς αιώνες πριν ο Αριστοτέλης. «Δεν μπορεί να υπάρξει ανταλλαγή», ισχυρίζεται ο Έλληνας φιλόσοφος, «χωρίς ισότητα, και ισότητα δεν υπάρχει χωρίς αναλογικότητα» (παράθεση από Μαρξ, Ι, σελ. 40). Κάθε πράξη ανταλλαγής, με άλλα λόγια, περιλαμβάνει μια ισότητα αξίας. Οι μονάδες των δύο προϊόντων που ανταλλάσσονται έχουν την ίδια αξία ανταλλαγής. Και, αν συμβαίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει κάποιο «κοινό στοιχείο» «ίδιου μεγέθους» που υπάρχει στα «δύο διαφορετικά πράγματα» που ανταλλάσσονται και καθορίζει αυτή την ισοτιμία ανταλλαγής (Ι, σελ. 28).

Το παζλ του τι ρυθμίζει την αξία της ανταλλαγής θα λυθεί έτσι, αν μπορεί κανείς να προσδιορίσει τι είναι αυτό το «κοινό στοιχείο» «ίδιου μεγέθους». Και αυτό ακριβώς θέλει να κάνει ο Μαρξ. Το κάνει, όχι προσπαθώντας να προωθήσει ένα θετικό επιχείρημα του γιατί ένα συγκεκριμένο στοιχείο ή παράγοντας είναι αυτός που αναζητά. Αντ’ αυτού, προσπαθεί να βρει το κοινό στοιχείο καταργώντας όλους τους παράγοντες που δεν θέλει να είναι αυτοί που αναζητά, αφήνοντας τον με το Άγιο Δισκοπότηρο του στο τέλος. Την ποσότητα εργασίας.

Απόρριψη της χρηστικής αξίας ως διαμορφωτή της αξίας των αγαθών

Ξεκινά πετώντας την χρηστική αξία από το παράθυρο. Οι αξίες χρήσης των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται, ισχυρίζεται ο Μαρξ, στηρίζονται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, «γεωμετρικές, υλικές, χημικές ή άλλες φυσικές ιδιότητές τους» (Ι, σελ. 28). Τώρα, δεδομένου ότι αυτές οι ιδιότητες και οι χρηστικές αξίες που μεταδίδουν χρησιμεύουν για να διακρίνουν και να διαφοροποιήσουν τα δύο προϊόντα που ανταλλάσσονται, δεν μπορούν να είναι το «κοινό στοιχείο» του «ιδίου μεγέθους» που αναζητά.

Έχοντας ξεμπερδέψει με τις αξίες χρήσης και τις διάφορες ποιοτικές ιδιότητες των δύο βασικών προϊόντων που τα χαρακτηρίζουν, ο Μαρξ φτάνει γρήγορα στον προορισμό του. «Αν […] αγνοήσουμε τη χρηστική αξία των εμπορευμάτων», ισχυρίζεται, «παραμένει μόνο μία ιδιότητα, ότι είναι προϊόντα της εργασίας» (Ι, σελ. 28). Ωστόσο, για να ακριβολογούμε, δεν είναι οι «συμπαγείς μορφές εργασίας» που συνθέτουν αυτό το κοινό στοιχείο, επειδή αυτές επίσης αποκηρύχθηκαν, όταν οι αξίες χρήσης απορρίφθηκαν. Από την άποψη της αξίας ανταλλαγής και του κοινού στοιχείου που την καθορίζει, τα διάφορα συγκεκριμένα και διακριτικά χαρακτηριστικά των ανταλλασσόμενων προϊόντων εξαφανίζονται από την ανάλυση. Όλα τα «αισθητικά χαρακτηριστικά τους διαγράφονται». Και αφού δεν υπάρχει πια «τραπέζι, σπίτι, κομμάτι νήματος ή οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο πράγμα», δεν υπάρχει πλέον η «εργασία του ξυλουργού, του μαστόρου ή του κλωστοϋφαντουργού, ή οποιοδήποτε άλλο είδος παραγωγικής εργασίας» (Ι, σελ. 28).

Το μόνο που παραμένει τότε είναι η «αφηρημένη ανθρώπινη εργασία», «ομοιογενής ανθρώπινη εργασία», που «δαπανάται ανεξάρτητα από τη μορφή της δαπάνης της» (Ι, σελ. 28). Εδώ βρίσκεται το Άγιο Δισκοπότηρο του Μαρξ. Είναι η ποσότητα της αφηρημένης, ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας «που μετράται από τη διάρκειά της […] σε συγκεκριμένη κλίμακα ωρών, ημερών, κλπ.» (Ι, σελ. 28), δηλαδή το «κοινό στοιχείο» «ίδιου μεγέθους» που καθορίζει τις αξίες ανταλλαγής των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται.

«Νόμος της αξίας» κατά τον Μαρξ

Η κύρια επίπτωση αυτής της θεωρίας της ανταλλακτικής αξίας για τις τιμές που υπάρχουν σε διάφορες αγορές είναι η ακόλουθη: κάθε πραγματοποιηθείσα τιμή αντανακλά τη διαπροσωπική μεταφορά μονάδων δύο αγαθών που ενσωματώνουν ίσα μεγέθη ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας.

Πάρτε, για παράδειγμα, την ανταλλαγή ενός πουκάμισου για ένα καρβέλι ψωμί σε έναν κόσμο ανταλλακτικής οικονομίας. Το καθένα, απαιτεί τον ίδιο χρόνο εργασίας για να παραχθεί και θα έχουν έτσι την ίδια αξία ανταλλαγής. Το ίδιο ισχύει και σε μια νομισματική οικονομία, όπου τα αγαθά ανταλλάσσονται με μονάδες χρήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι μονάδες του αγαθού και οι μονάδες του χρήματος θα ενσωματώνουν τον ίδιο χρόνο εργασίας. Αυτό, κατ’ ουσίαν, είναι ο «νόμος της αξίας» του Μαρξ, ένας νόμος που είναι «έμφυτος κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων» (I, σελ. 67)

Υπάρχουν τρία πολύ σημαντικά σημεία που πρέπει να σημειώσουμε σχετικά με αυτόν τον νόμο. Πρώτον, ο χρόνος εργασίας που ενσωματώνεται σε ένα εμπόρευμα περιλαμβάνει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση εργασία που απαιτείται για την παραγωγή. Στην περίπτωση του ψωμιού, για παράδειγμα, ο χρόνος εργασίας που διέπει την αξία της ανταλλαγής δεν περιλαμβάνει μόνο τον εργασιακό χρόνο του αρτοποιού, αλλά και του μυλωνά που αλέθει το αλεύρι, τον αγρότη που καλλιεργεί το σιτάρι κλπ.

Δεύτερον, τεχνικά, δεν είναι η απόλυτη ποσότητα ομοιογενούς ανθρώπινου εργατικού δυναμικού ή η «πανομοιότυπη ανθρώπινη εργατική ισχύς» που διέπει την ανταλλακτική αξία ενός αγαθού (Ι, σελ. 33). Δεν μπορεί απλώς να ισχύει το γεγονός ότι ένα εμπόρευμα θα είναι πιο πολύτιμο «όσο πιο ανειδίκευτος και τεμπέλης είναι ο εργάτης που το παρήγαγε» (Ι, σελ. 32-33). Ομοίως, η αξία μίας λίβρας βαμβακερού νήματος δεν μπορεί να αυξηθεί, εάν το βαμβάκι είναι τόσο χαμηλής ποιότητας «ώστε να σκιστεί την άλλη στιγμή» (Ι, σελ. 137).

Αντ’ αυτού, η αξία ανταλλαγής ενός προϊόντος εξαρτάται μόνο από το «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας» που απαιτείται για την παραγωγή του ή από το «χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή οποιασδήποτε χρηστικής αξίας υπό κανονικές συνθήκες παραγωγής για μια συγκεκριμένη κοινωνία και με το μέσο βαθμό εξειδίκευσης και έντασης εργασίας που επικρατεί σε αυτή την κοινωνία» (Ι, σελ. 29).

Και τρίτον, ο νόμος της αξίας δεν ισχύει σε κάθε ιστορική στιγμή, αλλά αντιπροσωπεύει μόνο μια τάση που επικρατεί στον πραγματικό κόσμο. Οι πραγματικές τιμές από στιγμή σε στιγμή κυμαίνονται γύρω από τα επίπεδά τους, καθώς διέπονται από τον «νόμο της αξίας». Για παράδειγμα, ένα πουκάμισο μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να πουληθεί είτε κάτω είτε πάνω από την αξία ανταλλαγής του. Μπορεί να ενσωματώσει μια ώρα κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, όπως και μια χρυσή ουγκιά, αλλά να πουληθεί μερικές φορές για μισή χρυσή ουγγιά και άλλες φορές για δύο χρυσές ουγγιές. Αλλά η τιμή του πάντοτε περιστρέφεται γύρω από την τιμή μιας χρυσής ουγκιάς και πάντα τείνει προς αυτήν.

Έτσι, «εν μέσω των τυχαίων και διαρκώς μεταβαλλόμενων σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ των προϊόντων, ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή τους επιβεβαιώνεται ως κανονιστικός νόμος της φύσης» (Ι, σελ. 49). Ο νόμος της αξίας είναι πάντα παρών, αλλά ξεχασμένος στην καθημερινότητα, αλλά σαν τον «νόμο της βαρύτητας» τελικά δείχνει τα δόντια του και «επιβεβαιώνεται, όταν το σπίτι ενός ατόμου καταρρέει πάνω στο κεφάλι του», υπενθυμίζοντας σε όλους τη σταθερή λειτουργία του (Ι, σελ. 49).

Υπεραξία, κέρδη και εκμετάλλευση του εργάτη

Ο Μαρξ δομεί τη θεωρία εκμετάλλευσης πάνω στην εργασιακή θεωρία της ανταλλακτικής αξίας και στον νόμο της αξίας που εμπεριέχεται σε αυτή. Οι δραστηριότητες ενός καπιταλιστή, ο Μαρξ παρατηρεί, συμμορφώνονται με ένα σύνηθες μοτίβο. Κάθε καπιταλιστής ξεκινά με ένα κεφάλαιο ή ένα χρηματικό ποσό (Μ). Αυτός (ή αυτή) προχωρά στην επένδυση αυτού του ποσού σε διάφορες εισροές που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία ή σε σύνολο μη χρηματικών αγαθών (C). Αυτό το σύνολο περιλαμβάνει την εργατική δύναμη των εργαζομένων καθώς και τα υλικά κεφαλαιουχικά αγαθά, τα δε τελευταία συμπεριλαμβάνουν λιγότερο ανθεκτικές πρώτες ύλες, καθώς και μηχανές και εργαλεία μεγαλύτερης ανθεκτικότητας. Αυτές οι εισροές στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενός προϊόντος ή άλλου εμπορεύματος που τελικά πωλείται στην αγορά για μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από το αρχικά επενδεδυμένο (Μ’). Η κυκλική ροή και βασικών προϊόντων του M-C-M συνοψίζει τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες των καπιταλιστών που ασχολούνται με την παραγωγή.

Όταν βλέπουμε μέσα από το πρίσμα του νόμου της αξίας, όμως, η παρουσία αυτού του κυκλώματος M-C-M παρουσιάζει το εξής παζλ: ο καπιταλιστής «πρέπει να αγοράσει τα εμπορεύματά του στην αξία τους, να τα πουλήσει στην αξία τους, και όμως στο τέλος της διαδικασίας να αποσπά περισσότερη αξία από την κυκλοφορία από ότι αυτή που έριξε στην αρχή» (Ι, σελ. 116). Όλες οι εισροές που αγοράζονται από τον καπιταλιστή αγοράζονται σε τιμές που αντανακλούν τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτές, όπως και η τιμή στην οποία το προϊόν τελικά πωλείται. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή οδηγεί σε αξία ανταλλαγής του προϊόντος που υπερβαίνει εκείνη των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του. Ποια είναι η πηγή αυτής της «υπεραξίας» 2 που παράγεται από τον καπιταλιστή;

Το πρώτο βήμα για την επίλυση αυτού του παζλ είναι να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο πώς οι τιμές των εισροών αντικατοπτρίζουν τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτές. Πάρτε, για παράδειγμα, την παραγωγή βαμβακερών νημάτων. Ας υποθέσουμε ότι ο καπιταλιστής παίρνει δέκα λίβρες βαμβάκι, τη χρήση μιας μηχανής για μερικές ώρες και έξι ώρες εργασίας για να παράγει δέκα λίβρες νήματα.

Το κόστος των δέκα λιβρών βαμβακιού είναι δέκα χρυσές ουγγιές. Υποθέτοντας ότι μια χρυσή ουγγιά απαιτεί δύο ώρες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για να παραχθεί, οι δέκα λίβρες βαμβακιού ενσωματώνουν είκοσι ώρες απαραίτητου χρόνου εργασίας. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι οι δύο μηχανο-ώρες που χρησιμοποιούνται για την περιστροφή των δέκα λιβρών βαμβακιού σε νήματα αξίζουν δύο ουγγιές χρυσού. Έτσι, η μηχανή που ενσωματώνει τέσσερις ώρες εργασίας καταναλώνεται, και συνολικά δώδεκα ουγγιές υλικών εισροών που απαιτούν είκοσι τέσσερις ώρες εργασίας καταναλώνονται στην παραγωγή των βαμβακερών νημάτων.

Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας στην περίπτωση της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στην παραγωγή νήματος. Όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα, «η αξία της εργατικής ισχύος», δηλώνει ο Μαρξ, «καθορίζεται από τον χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος για την παραγωγή και συνεπώς και την αναπαραγωγή αυτού του συγκεκριμένου αγαθού» (Ι, σελ. 120). Ο εργαζόμενος, για να εργαστεί και να τοποθετήσει την εργατική του ισχύ στη διάθεση του καπιταλιστή, πρέπει να καταναλώσει κάποια «μέσα διαβίωσης», ένα σύνολο εμπορευμάτων που «επαρκούν για να τον διατηρήσουν στην κανονική του κατάσταση ως εργαζόμενο άτομο» (Ι, σελ. 121).

Η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, η οποία αντανακλάται στους μισθούς που πρέπει να καταβληθούν για να την μίσθωσή της, καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή αυτών των μέσων διαβίωσης που είναι απαραίτητα για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο καπιταλιστής που παράγει τα βαμβακερά νήματα μπορεί να αγοράσει την εργατική δύναμη μιας ημέρας για τρεις χρυσές ουγγιές. Επομένως, δεδομένου ότι ο νόμος της αξίας επικρατεί, τα μέσα διαβίωσης που απαιτούνται για την παραγωγή της εργατικής δύναμης μιας ημέρας, σε αυτή τη δεδομένη περίπτωση, απορροφούν έξι ώρες αναγκαίου χρόνου εργασίας.

Προσθέτοντας το ποσό που δαπανήθηκε σε όλες τις εισροές, ο καπιταλιστής καθορίζει συνολικά δεκαπέντε χρυσές ουγγιές, ένα ποσό που ενσωματώνει τριάντα ώρες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Ομοίως, η παραγωγή δέκα λιβρών νήματος ενσωματώνει ταυτόχρονα τριάντα ώρες εργασίας: είκοσι τέσσερις ώρες για τις δέκα λίβρες βαμβακιού και το μηχάνημα που καταναλώνεται και έξι επιπλέον ώρες για την εργασία που καταναλώνεται. Συνεπώς, τα δέκα κιλά νήματα θα πωληθούν επίσης για τριάντα ουγγιές χρυσού, και δεν θα υπάρξουν κέρδη για τον καπιταλιστή.

Γιατί δεν προέκυψαν κέρδη από αυτή τη διαδικασία παραγωγής; Επειδή δεν δημιουργήθηκε πλεονάζουσα αξία κατά την παραγωγή του νήματος. Η αξία ανταλλαγής των εισροών ήταν ίδια με αυτή της παραγωγής και, κατά συνέπεια, το ίδιο θα ισχύει το κόστος και τα έσοδα του καπιταλιστή.

Στην πραγματικότητα, δεν προέκυψε υπεραξία, επειδή ο καπιταλιστής που παράγει τα νήματα διατάζει τον εργαζόμενο να ασκεί μόνο «αναγκαία εργασία» (Ι, σελ. 152). Δεδομένου ότι ο εργαζόμενος παρέχει μόνο έξι ώρες εργατικής δύναμης, ο αριθμός των ωρών που εργάστηκε ο εργάτης ισούται με τον κοινωνικά απαραίτητο χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται στα μέσα διαβίωσης που απαιτούνται για να τον συντηρήσουν για μια ημέρα.

Το σημαντικότερο είναι ότι ο εργαζόμενος λαμβάνει την αξία που δημιούργησε. Συνδύασε την εργατική του δύναμη με υλικές εισροές που ενσωμάτωσαν είκοσι τέσσερις ώρες εργασίας και πρόσθεσε την αξία της αναγκαίας εργασίας σε αυτές. Και γι’ αυτό πληρώθηκαν έξι χρυσές ουγγιές γι’ αυτές, οι οποίες ισοδυναμούν με την αξία που προστίθεται στο προϊόν από αυτή την απαραίτητη εργασία. Έτσι, όταν ο καπιταλιστής δεν κερδίζει κέρδος, ο εργαζόμενος δεν τυγχάνει εκμετάλλευσης.

Ας υποθέσουμε τώρα ένα ελαφρώς διαφορετικό σενάριο. Ο καπιταλιστής εξακολουθεί να μισθώνει έναν εργάτη για μια μέρα, δίνοντάς του σε αντάλλαγμα τρεις χρυσές ουγγιές. Τώρα όμως τον κάνει να δουλεύει όχι για έξι, αλλά για δώδεκα ώρες και συνδυάζει αυτές τις δώδεκα ώρες με 20 λίβρες βαμβάκι και τέσσερις ώρες εργασίας της μηχανής για να παράγει 20 λίβρες νήματος. Η δαπάνη του στις εισροές είναι τώρα είκοσι επτά χρυσές ουγγιές: είκοσι για το βαμβάκι, τέσσερις για το χρόνο μηχανής και τρεις για την εργατική δύναμη της ημέρας. Και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας που ενσωματώνουν αυτές οι εισροές είναι τώρα συνολικά πενήντα τέσσερις ώρες: σαράντα ώρες για το βαμβάκι, οκτώ για μηχανή και έξι για εργατική δύναμη.

Πόσες ώρες εργασίας ενσωματώνει το προϊόν, δηλαδή οι είκοσι λίβρες νήματα από βαμβάκι; Συνολικά εξήντα ώρες: ενσωματώθηκαν σαράντα οκτώ ώρες στις εισροές υλικών, ενώ δώδεκα επιπλέον ώρες εργασίας απορροφήθηκαν κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτές οι είκοσι λίβρες βαμβακιού πωλούνται έτσι για τριάντα χρυσές ουγγιές, και ο καπιταλιστής κερδίζει τώρα τρεις ουγγιές ως κέρδος.

Το κέρδος προέρχεται από την υπεραξία που παράγεται κατά την παραγωγική διαδικασία: οι εισροές ενσωματώνουν πενήντα τέσσερις ώρες εργασίας, αλλά το προϊόν ενσωματώνει εξήντα ώρες, αφήνοντας ένα πλεόνασμα έξι ωρών εργασίας που ενσωματώνεται στην αξία ανταλλαγής του προϊόντος. Και ας ρωτήσουμε ξανά: ποια είναι η πηγή αυτής της πλεονάζουσας αξίας; Οι ρίζες της έγκεινται στο γεγονός ότι ο εργάτης τώρα παρέχει περισσότερο από την απαραίτητη εργασία. Αντ’ αυτού, ο καπιταλιστής εξάγει «υπεραξία» από αυτόν, χρόνο εργασίας που υπερβαίνει τις έξι ώρες που απαιτούνται για την παραγωγή των μέσων διαβίωσης του εργάτη.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο εργαζόμενος δεν αποζημιώνεται πλέον για την αξία που προσθέτει στη διαδικασία παραγωγής. Δουλεύει για δώδεκα ώρες και προσθέτει αξία δώδεκα ωρών για τις υλικές εισροές πάνω στις οποίες εργάζεται. Και όμως πληρώνεται ένας μισθός που ενσωματώνει μόνο έξι ώρες εργασίας. Δεν πληρώνεται για το πλεονάζον του εργατικό δυναμικό, ο εργαζόμενος βρίσκεται υπό εκμετάλλευση, είναι θύμα εκμετάλλευσης από τον καπιταλιστή. Τα κέρδη του τελευταίου προέρχονται από αυτή την πράξη ολοφάνερης ληστείας. 3

Η κριτική του Böhm-Bawerk

Ο Böhm-Bawerk ξεκινά την κριτική του για το θεωρητικό οικοδόμημα του Μαρξ, με στόχο την προκείμενη που χρησιμεύει ως θεμέλιο του: την εργασιακή θεωρία της ανταλλακτικής αξίας.

Η πρώτη κριτική του απευθύνεται στην πρόταση που ο Μαρξ δανείστηκε από τον Αριστοτέλη, ότι αγαθά ίσης αξίας ανταλλάσσονται σε συναλλαγή. Αυτό, για τον Böhm-Bawerk, «φαίνεται … να είναι μια λανθασμένη ιδέα», γιατί, σημειώνει, όπου υπάρχει ισότητα αξίας δεν υπάρχει κίνητρο για ανταλλαγή. «Όπου επιτυγχάνεται η ισότητα και η ακριβής ισορροπία, καμία αλλαγή δεν θα διαταράξει την ισορροπία» (Böhm-Bawerk, σελ. 68). Η μεταβίβαση των εμπορευμάτων που χαρακτηρίζουν μια πράξη ανταλλαγής, από την άλλη πλευρά, προκύπτει από την επικράτηση μιας ανισότητας αξίας, όπου εκείνο που αποτιμάται λιγότερο ανταλλάσσεται για αυτό που αποτιμάται περισσότερο.

Αλλά, ακόμα κι αν κάποιος θέσει στην άκρη αυτή την αντίρρηση και υποθέσει ότι αυτή η ανταλλαγή χαρακτηρίζεται από μια ισότητα αξιών, καταφέρνει ο Μαρξ να δείξει ότι είναι η ποσότητα της εργασίας που είναι το «κοινό στοιχείο» «ιδίου μεγέθους» που καθορίζει αυτές τις ισοδύναμες τιμές ανταλλαγής; Ο Böhm-Bawerk απαντά αρνητικά στην ερώτηση αυτή και το πράττει για τρεις κύριους λόγους. 4

Πρώτον, ο Böhm-Bawerk σημειώνει ότι στην προσπάθειά του να βρει αυτό το κοινό στοιχείο, ο Μαρξ περιορίζει την ανάλυσή του σε «μόνο εκείνα τα ανταλλάξιμα πράγματα που περιέχουν την ιδιότητα που επιθυμεί τελικά να ορίσει ως «κοινό παράγοντα», αφήνοντας όλα τα άλλα εκτός» (Böhm-Bawerk, σελ. 70). Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάλυσής του, εμμέσως (και μερικές φορές ρητά) υποθέτει ότι ένα εμπόρευμα πρέπει να είναι το προϊόν της εργασίας. Αυτό, ευθύς εξ αρχής, συνεπάγεται ότι τα πεπερασμένα αγαθά της φύσης («gifts of nature») δεν μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα.

Αλλά τα αγαθά, «όπως το χώμα, το ξύλο στα δένδρα, η υδροηλεκτρική ενέργεια, τα ανθρακωρυχεία, τα λατομεία, τα πετρελαϊκά αποθέματα, το νερό, τα ορυχεία χρυσού κ.λπ.» αποτελούν συχνά αντικείμενα ανταλλαγής (Böhm-Bawerk, σελ. 70) και δεν περιέχουν χρόνο εργασίας! Πώς μπορεί τότε να εξηγήσει ο Μαρξ την αξία ανταλλαγής αυτών των αγαθών; Ασφαλώς το κοινό στοιχείο που διέπει τις συναλλαγματικές αξίες αυτών των αγαθών δεν μπορεί να είναι το ποσό του χρόνου εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά.

Όπως ορθώς και με σαρκασμό παρατηρεί ο Böhm-Bawerk αποκλείοντας εξ υποθέσεως τέτοια αγαθά της φύσης από την ανάλυσή του, ο Μαρξ «ενεργεί ως κάποιος που επειγόντως επιθυμεί να βγάλει μια λευκή μπάλα από μια γυάλα φροντίζοντας να εξασφαλίσει αυτό το αποτέλεσμα τοποθετώντας λευκές μόνο μπάλες στη γυάλα» (Böhm-Bawerk, σελ. 70).

  • Δείτε σχετικά: Βασικά Οικονομικά: Σε ποιον ανήκει η αξία ενός αγαθού;

Δεύτερον, ο Böhm-Bawerk αντικρούει τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ εξαλείφει την αξία χρήσης ως το πιθανό κοινό στοιχείο που καθορίζει την αξία ανταλλαγής. Οι αξίες χρήσης και οι διάφορες ιδιότητες των εμπορευμάτων που δημιουργούν αυτές τις αξίες, υποστηρίζει ο Μαρξ, χρησιμεύουν για τη διαφοροποίηση και τη διάκριση των δύο βασικών προϊόντων. Αλλά, σημειώνει ο Böhm-Bawerk, κάτω από αυτό το ετερογενές περίβλημα υπάρχει ένα ομοιογενές υπόστρωμα. Και για τα δύο εμπορεύματα σε μια ανταλλαγή έχουν αξία χρήσεως. Και οι δύο φέρουν αιτιώδη σύνδεση με την ικανοποίηση του ατόμου.

Και, όπως και στην περίπτωση της εργασίας, «μπορούμε να συγκρίνουμε τις διαφορετικές αξίες χρήσης ανάλογα με το ποσό της αξίας χρήσης» (Böhm-Bawerk, σελ. 76). Γιατί πρέπει να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στις ποιοτικές πτυχές της αξίας χρήσης που χρησιμεύουν για τη διαφοροποίηση των αγαθών και να αγνοήσουμε την πιθανή ποσοτική πτυχή που τα καθιστά ομοιογενή; Ο Μαρξ ποτέ δεν απαντά σε αυτήν την ερώτηση.

Και τρίτον, ο Μαρξ, ενώ επισημαίνει ότι η εργασία έχει ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές, συνεχίζει να αγνοεί τις πρώτες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι τελευταίες είναι το κοινό στοιχείο που αναζητά. Αλλά γιατί αντιμετωπίζει την εργασία διαφορετικά από την αξία χρήσης;

Όπως ο Böhm-Bawerk ρωτά, δεν βλέπει ο Μαρξ ότι «τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία ο Μαρξ διατύπωσε την ετυμηγορία του για αποκλεισμό της αξία χρήσεως είναι επίσης το ίδιο καλά για να κάνουν το ίδιο σε σχέση με την εργασία»; (Böhm-Bawerk, σελ. 76). Γιατί, μόνο στην περίπτωση του εργατικού δυναμικού, είναι διατεθειμένος να παραβλέψει τις «συγκεκριμένες μορφές» του, «τη δουλειά του ξυλουργού, του μαστόρου ή του κλωστοϋφαντουργού» και επικεντρώνεται στην «αφηρημένη ανθρώπινη εργασία» που υπάρχει σε όλα τα αγαθά (I, σελ. ); Με το να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις, στην ουσία αποκαλύπτουμε το «διαλεκτικό αμπρακατάμπρα» που είναι το επιχείρημα του Μαρξ για την υποστήριξη της εργασιακής θεωρίας της αξίας (Böhm-Bawerk, σελ. 77).

Θα μπορούσαμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τον συλλογισμό που ο Μαρξ πραγματοποιεί στην σελίδα 28 του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» εναντίον του. Μας λέει:

«Ας πάρουμε δύο αγαθά, π.χ. καλαμπόκι και σίδηρο. Οι αναλογίες στις οποίες μπορούν να ανταλλαχθούν, όποιες και αν είναι αυτές, μπορούν πάντοτε να αντιπροσωπεύονται από μια εξίσωση στην οποία μια δεδομένη ποσότητα καλαμποκιού εξισώνεται με κάποια ποσότητα σιδήρου: π.χ. 1 τέταρτο του κιλού καλαμπόκι = Χ κιλά σίδερο. Τι μας λέει αυτή η εξίσωση; Μας λέει ότι σε δύο διαφορετικά πράγματα – σε ένα τέταρτο του κιλού καλαμπόκι και σε Χ κιλά από σίδηρο, υπάρχει σε ίσες ποσότητες κάτι κοινό και για τα δύο. Επομένως, τα δύο πράγματα πρέπει να είναι ίσα ως προς ένα τρίτο, το οποίο από μόνο του δεν είναι το ένα ούτε το άλλο. Καθένα από αυτά, στο μέτρο που περιέχει ανταλλακτική αξία, πρέπει να μπορεί να αναχθεί σε αυτό το τρίτο».

 

Κατά τον Μαρξ, τα αγαθά αυτά αμφότερα περιέχουν τόσο «χρηστική αξία», αλλά και ποσότητα «κοινωνικά απαραίτητης εργασίας» για την παραγωγή τους. Αμφότερα επίσης εκφράζονται ή συγκρίνονται με βάση μονάδες μέτρησης (κιλά). Επομένως, ποιο θα μπορούσε να είναι το κριτήριο με το οποίο μπορούμε να επιλέξουμε το ποιοτικό χαρακτηριστικό εκείνο εκφρασμένο ποσοτικά, ώστε να συγκρίνουμε την ανταλλακτική αξία των αγαθών αυτών; Γιατί να μην αποκλειστεί η ποσότητα εργασίας και η μονάδα μέτρησης, ώστε να αγαθά να συγκριθούν βάσει της χρηστικής τους αξίας ως το «τρίτο» αυτό μέγεθος σύγκρισης; Το να κάνουμε αυτήν την ερώτηση είναι σαν να να την απαντάμε. Δεν υπάρχει κάποια απάντηση εκ μέρους του Μαρξ εδώ. Η μεθοδολογία του βασίζεται σε επιλεκτική επιλογή μεταβλητών προς μελέτη, χωρίς να μας εξηγεί με κάποιον συμπαγή τρόπο τη μέθοδο αποκλεισμού των υπολοίπων.

Η αντίφαση του νόμου της αξίας του Μαρξ

Χάριν συζήτησης ας υποθέσουμε, προς το παρόν, ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είναι αληθής και ας στρέψουμε την προσοχή μας στο νόμο της αξίας που υπονοείται σε αυτή. Κυμαίνονται στην πραγματικότητα οι τιμές, οι δείκτες ανταλλαγής των εμπορευμάτων σε χρήματα, τείνοντας προς ποσά που αντανακλούν τις αντίστοιχες συναλλαγματικές αξίες τους, όπως αυτές καθορίζονται από το ποσό του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτές; Μήπως η εργασιακή θεωρία της αξίας, μέσω του νόμου της αξίας, παρέχει μια ακριβή εξήγηση για τα φαινόμενα διακύμανσης των τιμών που βλέπουμε γύρω μας;

Για να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις, ο Böhm-Bawerk θέτει τη θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία και την εκμετάλλευση υπό μεγαλύτερο κριτικό έλεγχο. Ας στραφούμε ξανά στο παράδειγμά μας για την παραγωγή νήματος από βαμβάκι. Ας επικεντρωθούμε στη σχέση μεταξύ της υπεραξίας και των κερδών που δημιουργεί και των διαφόρων συνιστωσών του κεφαλαίου που δαπανήθηκε από τον καπιταλιστή.

Σημειώστε ότι κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας η τιμή ανταλλαγής των υλικών εισροών, των είκοσι λιβρών βαμβακιού και των τεσσάρων ωρών του χρόνου λειτουργίας της μηχανής, απλά περνάνε στις είκοσι λίβρες βαμβακερού νήματος που παράγεται. «Η αξία των μέσων παραγωγής», η οποία στην περίπτωση αυτή είναι σαράντα οκτώ ώρες αναγκαίου χρόνου εργασίας: σαράντα ώρες για το βαμβάκι και οκτώ για το χρόνο μηχανής, «διατηρείται» και «επανεμφανίζεται με διαφορετική μορφή στην αξία του προϊόντος, αλλά δεν προσθέτει πλεονάζουσα αξία» (Böhm-Bawerk, σελ. 16).

Δεδομένης της αμετάβλητης ανταλλακτικής αξίας των υλικών εισροών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, ο Μαρξ καλεί το κεφάλαιο που επενδύεται σε αυτά «σταθερό κεφάλαιο» (δηλωμένο ως c) (I, σελ. 150). Στο παράδειγμα μας, ανέρχεται σε είκοσι τέσσερις ουγγιές χρυσού.

Η περίπτωση του κεφαλαίου που επενδύεται στην εργασία είναι εντελώς διαφορετική 5. Αυτό το τμήμα του κεφαλαίου, το οποίο ο Μαρξ ορίζει ως «μεταβαλλόμενο κεφάλαιο» (που υποδηλώνεται από το v) «υφίσταται μεταβολή αξίας στη διαδικασία παραγωγής», αναπαράγοντας τόσο το «ισοδύναμο της δικής του αξίας», όσο και ένα «πλεόνασμα, μία υπεραξία» (Ι, σελ. 150). Στο παράδειγμά μας, όταν ο καπιταλιστής εξάγει δώδεκα ώρες εργασίας από τον εργαζόμενο, περιλαμβάνει τόσο την αναγκαία εργασία έξι ωρών όσο και την πλεονάζουσα εργασία έξι ωρών, με την τελευταία να δημιουργεί την υπεραξία που είναι η πηγή των κερδών του καπιταλιστή. Το ποσό του μεταβλητού κεφαλαίου είναι συνεπώς τρεις ουγγιές, με αποτέλεσμα να προκύπτουν κέρδη αξίας τριών ουγγιών.

Με βάση αυτές τις έννοιες, ο Μαρξ ορίζει το «ποσοστό υπεραξίας» (Ι, σελ. 152 ) που είναι «ο λόγος της υπεραξίας (που υποδηλώνεται ως s) ως προς το μεταβαλλόμενο κεφάλαιο (v)» (Ι, σελ. 153 ). Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι πάντα ίσος με τον λόγο της ποσότητας του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού προς το ποσό της αναγκαίας εργασίας, χρησιμεύει ως μέτρο του βαθμού εκμετάλλευσης που υφίσταται ο εργαζόμενος από τους καπιταλιστές. Στο παράδειγμά μας, ο λόγος αυτός (s / v) είναι 1 ή 100%, δεδομένου ότι τόσο η υπεραξία όσο και το μεταβλητό κεφάλαιο ανέρχονται σε τρεις ουγγιές.

Τώρα, ενώ το ποσοστό υπεραξίας δεν εξαρτάται από το ποσό του σταθερού κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους που κερδίζει ο καπιταλιστής προκύπτει διαιρώντας το ποσό της υπεραξίας με το άθροισμα των σταθερών και μεταβλητών τμημάτων του κεφαλαίου (s / c + v). Επομένως, το ποσοστό αυτό δεν είναι ίσο με το ποσοστό υπεραξίας. Στο παράδειγμά μας, για παράδειγμα, το ποσοστό κέρδους είναι 11,1%, το οποίο είναι σημαντικά χαμηλότερο από το ποσοστό υπεραξίας.

Σκεφτείτε τώρα μια διαφορετική διαδικασία παραγωγής. Eκείνη του ψησίματος ψωμιού. Ο αρτοποιός, για να ψήσει δέκα ψωμιά, πρέπει, όπως και ο κατασκευαστής νήματος, να πληρώσει τρεις χρυσές ουγγιές και να μισθώσει τις υπηρεσίες ενός εργάτη για μια μέρα. Και εξάγει επίσης έξι ώρες πλεονάζουσας εργασίας από αυτόν τον εργαζόμενο πέρα από τις έξι ώρες αναγκαίας εργασίας. Έτσι, το μεταβλητό του κεφάλαιο είναι επίσης τρεις ουγγιές, όπως και η υπεραξία του, με ποσοστό υπεραξίας ίσο με το 100%, όπως συμβαίνει και με τον κατασκευαστή νήματος. Όμως, σε αντίθεση με τον κατασκευαστή νήματος, ο αρτοποιός πρέπει να συνδυάσει αυτές τις δώδεκα ώρες εργασίας με σταθερό κεφάλαιο αξίας μόνο έξι χρυσών ουγγιών για να παράγει τα δέκα ψωμιά. Ο ρυθμός κέρδους του είναι επομένως υψηλότερος (s / c + v = 3/9) και ανέρχεται στο 33,3%.

Από τα δύο αυτά παραδείγματα προκύπτει ένα σημαντικό σημείο: οι καπιταλιστές με τον ίδιο ρυθμό υπεραξίας μπορούν να κερδίσουν διαφορετικά ποσοστά κέρδους λόγω των διαφορετικών συνθέσεων κεφαλαίου τους. Ο κατασκευαστής νήματος, για παράδειγμα, είχε μια πολύ υψηλότερη αναλογία σταθερού προς μεταβλητού κεφαλαίου (c / v) σε σύγκριση με τον αρτοποιό. Παρά τον ίδιο ρυθμό υπεραξίας (s / v), είχε χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Αυτό το σημείο, όπως υπογραμμίζει ο Böhm-Bawerk, έχει σημαντικές συνέπειες για την εμπειρική επαλήθευση του νόμου της αξίας και επομένως για τη θεωρία περί υπεραξίας και εκμετάλλευσης του Μαρξ, η οποία είναι απλά η λογική επέκταση αυτού του νόμου.

Στην πραγματικότητα, όπως σημειώνει ο Böhm-Bawerk, ο Μαρξ, στον μεταθανάτιο τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, παραδέχεται δύο κρίσιμα σημεία. Πρώτον, ότι για τεχνικούς λόγους, η αναλογία του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο, και επομένως η σύνθεση του κεφαλαίου, «διαφέρει πολύ ανά τις διάφορες σφαίρες παραγωγής και συχνά ακόμα και σε διάφορους κλάδους της ίδιας βιομηχανίας» (ΙΙΙ, σελ. 112) . Έτσι, αν υποθέσουμε ότι ο νόμος της αξίας ισχύει και τα εμπορεύματα πωλούνται σε τιμές που αντικατοπτρίζουν τον χρόνο εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά, αυτό σημαίνει ότι τα ποσοστά κέρδους θα διαφέρουν επίσης μεταξύ των βιομηχανιών. Και αυτό παρά το ότι επικρατεί ίδιο ποσοστό υπεραξίας στις βιομηχανίες αυτές.

Δεύτερον, ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι σε ένα σενάριο όπου διαφορετικοί κλάδοι δεν κερδίζουν το ίδιο ποσοστό κέρδους οι δυνάμεις του ανταγωνισμού μπορούν και ενεργούν. Ξεκινώντας από την παρατήρηση ότι «αν τα εμπορεύματα πωλούνται στις αξίες τους […] πολύ διαφορετικά ποσοστά κέρδους προκύπτουν στις διάφορες σφαίρες παραγωγής», προσθέτει ότι «το κεφάλαιο αποσύρεται από μια σφαίρα με χαμηλό ποσοστό κέρδους και εισβάλλει σε άλλους , που αποφέρουν υψηλότερα κέρδη» (ΙΙΙ, σελ. 142). Και ως αποτέλεσμα αυτής της «αδιάκοπης εκροής και εισροής» του κεφαλαίου (ΙΙΙ, σελ. 142), τα ποσοστά κέρδους στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας τείνουν να εξισώνονται. 6

Αυτό το σημείο, όπως υποστηρίζει ο Böhm-Bawerk, υπονομεύει ολόκληρο το μαρξιστικό οικονομικό οικοδόμημα. 7 Διότι, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, σημειώνει, «υποστηρίχθηκε, με τη μεγαλύτερη έμφαση, ότι όλη η αξία βασίζεται μόνο στην εργασία και μόνο την εργασία» και ότι «εκτός […] από προσωρινές και περιστασιακές διακυμάνσεις […] εμπορεύματα που ενσωματώνουν το ίδιο ποσό εργασίας πρέπει κατ’ αρχήν, μακροπρόθεσμα, να ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο»(Böhm-Bawerk, σελ. 29, 30).

Αυτό, όπως υπογραμμίστηκε προηγουμένως, ήταν εκείνο που έδωσε εμπειρική αξία στο νόμο της αξίας του Μαρξ και στη θεωρία της εκμετάλλευσης. Ακριβώς αυτή η πρόταση υποδηλώνει ότι οι πραγματικές, πραγματοποιηθείσες τιμές κυμαίνονται και τείνουν προς τα ποσά που υπαγορεύει ο νόμος αυτός. Ότι αυτός ο νόμος, όπως ο νόμος της βαρύτητας, είναι ένας συνεχώς καθοριστικός παράγοντας των τιμών που βλέπουμε στον πραγματικό κόσμο.

Αλλά, «στον τρίτο τόμο (του «Κεφαλαίου»)», λέει ο Böhm-Bawerk, «μας λέει εν συντομία και ευθέως ότι αυτό που, σύμφωνα με τη διδασκαλία του πρώτου τόμου πρέπει να ισχύει, δεν ισχύει και δεν μπορεί ποτέ να ισχύει. Ότι τα μεμονωμένα εμπορεύματα όντως πρέπει να ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο σε αναλογία διαφορετική από εκείνη της εργασίας που ενσωματώνεται σε αυτά, και αυτό δεν είναι τυχαίο και προσωρινό, αλλά αναγκαστικό και μόνιμο». Οι τιμές των εμπορευμάτων δεν τείνουν τότε στον πραγματικό κόσμο σε εκείνες που υπαγορεύονται από τον νόμο της αξίας του Μαρξ, αλλά σε ποσά που αντικατοπτρίζουν το υποκείμενο κόστος παραγωγής, όπου, «εκτός από τον χρόνο εργασίας, η επένδυση κεφαλαίου αποτελεί καθοριστικό συντελεστή της σχέσης ανταλλαγής των εμπορευμάτων»(Böhm-Bawerk, σελ. 89). 8

Εάν λοιπόν, οι δυνάμεις του ανταγωνισμού επηρεάζουν τελικά τα ποσοστά κερδών σε βιομηχανίες, όπου υπάρχουν ίδια ποσοστά υπεραξίας, τότε γιατί να μην αντιστρέψουμε το συλλογισμό του Μαρξ; Αντί να ισχυριστούμε ότι η ποσότητα της εργασίας είναι ο τελικός και ισχυρότερος παράγων διαμόρφωσης των τιμών, γιατί να μην ισχυριστούμε, ανάποδα, ότι αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει ο ανταγωνισμός; Εφόσον ο Μαρξ άφησε τις δυνάμεις του ανταγωνισμού να «διαρρεύσουν» στο συλλογισμό του, τότε δεν έχει μείνει και πολλή «εργασιακή θεωρία της αξίας» στο σκεπτικό του.

Κλείνοντας

Επομένως, η εμπειρική μη-επαλήθευση του συνόλου της θεωρίας της εργασιακής θεωρίας της αξίας, του νόμου της αξίας και της θεωρίας της εκμετάλλευσης αποκαλύπτεται. Ολόκληρο το σύστημα καταλήγει να σκοντάφτει στα εμπόδια των δυνάμεων του ανταγωνισμού, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τα κέρδη που κερδίζουν οι καπιταλιστές τελικά δεν καθορίζονται από την πλεονάζουσα αξία που υποκλέπτεται από τους εργαζόμενους, από τις δυνάμεις εκμετάλλευσης και την ολοφάνερη ληστεία. Για μια ορθή και εμπειρικά έγκυρη εξήγηση των φαινομένων επιτοκίου και κέρδους, πρέπει να κοιτάξουμε αλλού.

Εν τέλει, απουσία εγκυρότητας του θεωρητικού πλαισίου περί αξίας του Μαρξ, ολόκληρη η θεωρία περί εκμετάλλευσης καταρρέει και συμπαρασύρει μαζί της και όλο το σκεπτικό της ταξικής πάλης ανάμεσα σε προλεταρίους και αστούς. Η Μαρξιστική θεωρία, τόσο σε οικονομικό όσο και πολιτικό επίπεδο είναι άτοπη.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Βιβλιογραφία:
  • Marx, Karl: «Capital», Τόμος Ι και ΙΙΙ (Δωρεάν από το Marxists.org)
  • Böhm-Bawerk, Eugen: «Karl Marx and The Close of His System» (1896), Δωρεάν από το Mises Institute
Σημειώσεις:
  1. Ο Carl Menger (1871), ο Léon Walras (1872) και ο William Stanley Jevons (1871 και 1888), κατέρριψαν την εργασιακή θεωρία των κλασικών και των σοσιαλιστών οικονομολόγων ( Adam Smith, John Stewart Mill, David, Ricardo, Karl Marx) και έβγαλαν στο προσκήνιο δυναμικά το ρόλο των ατομικών προτιμήσεων για τον καθορισμό των τιμών. Ο Μαρξ, για να είμαστε ακριβείς, απλά αντέγραψε μια θεωρία της αξίας βασισμένος στα έργα των Smith, Ricardo, Mill. Κοντά σε αυτή τη θεώρηση, βασίζεται και το σύνολο των σφαλμάτων των Κεϋνσιανών οικονομικών τα οποία κάλλιστα μπορούν να χαρακτηριστούν ως labor based economics.
  2. Ο ίδιο όρος «υπεραξία» βασίζεται στην εργασιακή θεωρία αξίας. Σύμφωνα με αυτή, η οικονομική αξία ενός αγαθού διαμορφώνεται από το συνολικό ποσό κοινωνικά χρήσιμης εργασίας που χρειάστηκε για να παραχθεί και όχι από το πόση ευχαρίστηση ή ωφέλεια γενικά εισπράττει ο κάθε υποψήφιος αγοραστής. Ο ίδιος ο Μαρξ ποτέ δε χρησιμοποίησε τον όρο «Εργασιακή θεωρία της Αξίας» (Labor Theory of Value). Αντιθέτως προτιμούσε τον όρο «Ο νόμος της αξίας» καθώς δεν ήθελε να προσδώσει κάποια υπερφυσική ιδιότητα στην εργασία καθεαυτή (Critique of the Gotha Program κεφάλαιο πρώτο)
  3. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις διαφορές στην σκέψη του καπιταλιστή και του προλετάριου, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τη σημασία ενός όρου: της χρονικής προτίμησης. Χρονική προτίμηση είναι η τάση των ανθρώπων να αποταμιεύουν και να δαπανούν σε διαφορετικό βαθμό. Κάποιος με χαμηλή χρονική προτίμηση τείνει να αποταμιεύει περισσότερο από το ότι ξοδεύει. Ένας με υψηλή χρονική προτίμηση αντιθέτως δαπανά περισσότερο από ότι αποταμιεύει. Δεδομένου ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά ως επένδυση αποκτούνται μέσω της αποταμίευσης, θα λέγαμε ότι ο καπιταλιστής έχει χαμηλότερη χρονική προτίμηση από τον προλετάριο, που δεν επενδύει σε κεφαλαιουχικά αγαθά. Για να το απεικονίσουμε καλύτερα, ας φανταστούμε το παρακάτω παράδειγμα. Έχουμε ένα κλειδωμένο σεντούκι με 120 χιλιάδες ευρώ στο εσωτερικό του και μας γίνεται η εξής προσφορά: α) είτε περιμένουμε 1 χρόνο για να χρησιμοποιήσουμε το κλειδί που ανοίγει το σεντούκι με τα ευρώ ή β) ανοίγουμε το σεντούκι και παίρνουμε από μέσα μόνο τα 100 χιλιάδες ευρώ τώρα. Η διαφορά αυτή του 20% είναι αυτό που ονομάζουμε «επιτόκιο». Ο καπιταλιστής επιλέγει το πρώτο. Περιμένει, θυσιάζει κατανάλωση στο τώρα με σκοπό μία πιο κερδοφόρα επένδυση στο μέλλον. Ο προλετάριος προτιμά τα χρήματα στο τώρα και ως εκ τούτου δεν τον ενδιαφέρει μία μελλοντική κερδοφόρα επένδυση στον ίδιο βαθμό. Γι’ αυτό και φυσικά βλέπουμε ότι ο προλετάριος πληρώνεται αρκετά νωρίτερα για την εργασία του, πριν δηλαδή ο καπιταλιστής αρχίσει να έχει κέρδη από την τελική πώληση του καταναλωτικού αγαθού. Δείτε αναλυτικά εδώ.

  4. Έστω ότι δύο άτομα έρχονται σε συναλλαγή και αποφασίζουν να την πραγματοποιήσουν. Το ένα άτομο έχει ένα αντικείμενο Α που θέλει να ανταλλάξει για ένα αντικείμενο Β που έχει το άλλο άτομο. Το δεύτερο άτομο θέλει και αυτό το αντικείμενο Α. Εφόσον η ανταλλαγή πραγματοποιείται, σύμφωνα με το αξίωμα της ανθρώπινης δράσης, τότε κάθε άτομο εκ των προτέρων (ex ante) έχει αποφανθεί ότι η συναλλαγή θα το ωφελήσει. Ανταλλάσσοντας τα αντικείμενα βλέπουμε ότι κάθε άτομο έχει στην κορυφή της αξιακής του κλίμακας το αντικείμενο του άλλου ατόμου. Επίσης, το κόστος κάθε ατόμου είναι στην ουσία το αντικείμενο που δίνει (η ωφέλεια που θα εισέπραττε από αυτό). Μιας και οι δύο θυσιάζουν κάτι που δε θέλουν και αποκτούν κάτι που θέλουν, τότε έχουμε αμοιβαία αύξηση του συνολικού οφέλους και για τα δύο άτομα. Από αυτό προκύπτει, ότι για να γίνει μία ανταλλαγή πρέπει οι αξιακές κλίμακες των συναλλασσομένων να είναι αντίθετες (ο καθένας να ιεραρχεί στην κορυφή το αντικείμενο του άλλου).

    Ας δούμε ένα παράδειγμα. Έστω ότι θέλω να ανταλλάξω τη γραβάτα μου, με το στυλό κάποιου. Με την πραγματοποίηση της συναλλαγής, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι εγώ εκτιμάω το στυλό, περισσότερο από τη γραβάτα, ειδάλλως δε θα ήθελα να την αποχωριστώ. Αντίστροφα, ο άλλος εκτιμά το στυλό λιγότερο από τη γραβάτα, ειδάλλως δε θα ήθελε να το αποχωριστεί ούτε αυτός. Μπορούμε να το επαληθεύσουμε αυτό, ήτοι ότι εγώ εκτιμάω το στυλό παραπάνω από τη γραβάτα, και ο άλλος τη γραβάτα παραπάνω από το στυλό; Μπορούμε να τρέξουμε ένα πείραμα τέτοιο και να μετρήσουμε για παράδειγμα τη διαφορά της αξίας που εγώ προσδίδω στο στυλό έναντι της γραβάτας μου; Όχι. Είναι αδύνατον. Μπορούμε επομένως να ισχυριστούμε ότι αυτό το αξίωμα είναι αναληθές; Και πάλι όχι. Γιατί; Διότι, αν προσπαθούσαμε να διατυπώσουμε για παράδειγμα το ανάποδο, ότι και τα δύο μέλη θα ζημιώνονταν από την ανταλλαγή, δε θα υπήρχε κάποιος τρόπος για να συμπεράνουμε ότι μία τέτοια ανταλλαγή θα λάμβανε χώρα. Δεν έχει σημασία ο λόγος για τον οποίο ο ένας επιθυμεί το αντικείμενο του άλλου. Μπορεί ο λόγος να έγκειται στην ωφέλεια που θα εισέπρατταν τα δύο μέρη από τη χρήση των αντικειμένων αυτών. Μπορεί η ανταλλαγή να έγινε, ώστε κάποιο από τα δύο μέρη να έρθει σε πιο στενή φιλική σχέση με το άλλο. Υπάρχει δηλαδή μία υποκειμενική ανάθεση αξίας στο αντικείμενο που επιθυμούμε, η οποία μπορεί να πηγάζει από το οτιδήποτε. Αναλυτικότερα εδώ.

  5. Το εγγενές πρόβλημα του Μαρξιστικού σκεπτικού αφορά την έλλειψη μίας συμπαγούς θεωρίας παραγωγής. Το χρονικό σημείο από το οποίο ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του είναι αυτό όπου τα μέσα παραγωγής υπάρχουν ήδη. Ποτέ δεν ανέλυσε τον τρόπο προέλευσης τους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες αυτά κατασκευάζονται. Αποταμίευση και εργασία ως προς αυτή, επένδυση, ρίσκο κ.ο.κ. ήταν πολύ προχωρημένες έννοιες για τον οικονομικά ανεπαρκή Καρλ Μαρξ. Η θεωρία του ήταν κυρίως μία θεωρία κατανάλωσης και όχι παραγωγής. Δεύτερο εγγενές πρόβλημα αποτελεί το ότι το οικονομικό έργο του Μαρξ («Το Κεφάλαιο») είναι συνάμα και ιδεολογικό πόνημα. Έως εκ τούτου, είναι καταδικασμένο σε ηθικολογίες και πολιτικές τοποθετήσεις. Παρατηρήσατε ίσως, ότι στην ανάλυσή μας δεν κάναμε κάποια ηθική κρίση, δεν μιλήσαμε για «καλό ή κακό» αφεντικό, καταπιεσμένο εργάτη, μισθωτή καταπίεση και εκμετάλλευση. Δεν υπάρχει κανένας ηθικά φορτισμένος όρος. Τα πορίσματα των συλλογισμών μας είναι αδιαμφισβήτητα καθώς δεν μπορεί να υπάρξει λογική αντι-επιχειρηματολογία σε αναλυτικό-προτασιακό επίπεδο. Η ιδεολογική αυτή θα λέγαμε φόρτιση που κάνει ο Μαρξ, μεταφέρεται, θα λέγαμε, και στους οπαδούς του. Αυτό προφανώς θολώνει την κρίση τους χωρίς να τους επιτρέπεται μία καθαρή θέαση των λογικών τους σφαλμάτων.
  6. Αν αναρωτιέστε τι σας θυμίζει κάτι τέτοιο…έχετε δίκιο, αποτελεί και ένα πραξεολογικό αξίωμα. Κεφάλαιο συνεχώς μετακινείται στις πιο κερδοφόρες χρήσεις του, έως ότου επιτευχθεί το σημείο ισορροπίας. Αυτό δεν επιτυγχάνεται ποτέ, βέβαια, εν τέλει, αλλά η τάση υφίσταται παρόλα αυτά. Στο σημείο ισορροπίας, κέρδη δεν υφίστανται παρά μόνο εισόδημα από επιτόκιο, μισθούς και ενοίκιο.
  7. Ο Murray N. Rothbard, στο Austrian perspective of the history of economic thought Before Adam Smith (σελ. 448-451), είναι εξίσου επικριτικός και για τον Adam Smith όσον αφορά την θεωρία της αξίας. Μας λέει πως o Adam Smith πριν γράψει τον «Πλούτο των εθνών», στις διαλέξεις του, επισήμαινε την σπανιότητα όπως έκαναν για αιώνες όλοι όσοι ασχολήθηκαν με τα οικονομικά φαινόμενα. Στον πλούτο των εθνών όμως δεν αναφέρει τίποτα.

    H σπανιότητα – μια έννοια θεμελιώδης και κρίσιμη για την οικονομική θεωρία – δεν παίζει ουσιαστικά κανένα ρόλο στον πλούτο των εθνών του Smith. Και με την έννοια της σπανιότητας απούσα ως λύση για το παράδοξο της αξίας, η υποκειμενική ωφέλεια τίθεται ουσιαστικά εκτός πλαισίου της οικονομικής θεωρίας, καθώς επίσης και η κατανάλωση και η καταναλωτική ζήτηση. Η ωφέλεια δεν μπορεί πλέον να εξηγήσει την αξία και την τιμή και οι δύο παραμελημένες αυτές έννοιες θα επανεμφανιστούν στις επόμενες γενιές, καθώς οι αριστεροί και οι σοσιαλιστές επισημαίνουν πανευτυχείς την κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην «παραγωγή για κέρδος» και στην «παραγωγή για ωφέλεια», που τους άφησε κληρονομιά ο Smith. Ο οποίος ακριβώς έδωσε έμφαση στο φερόμενο χάσμα μεταξύ της «αξίας για χρήση» και της «ανταλλακτικής αξίας».

    Ξαφνικά, ο Smith εμφανίζει την «φυσική τιμή» και τους υποτιθέμενους καθοριστικούς παράγοντες της και τα καθιστά πιο σημαντικά, πιο αληθινά και «πραγματικά» στοιχεία από την τιμή της αγοράς του πραγματικού κόσμου που ήταν πάντα ο πρωταρχικός στόχος των οικονομολόγων. Η θεωρία των τιμών και των αξιών μετατοπίστηκε το 1776 λόγω της παράλογης και δραστικής αλλαγής του προσανατολισμού του Smith στον πλούτο των Εθνών. Από τις τιμές στον πραγματικό κόσμο, περάσαμε σε μια μυστικιστική ανύπαρκτη τιμή στην neverland της «μακροπρόθεσμης ισορροπίας».

  8. Ο Μαρξ προσπαθεί να διασώσει τον νόμο της αξίας ισχυριζόμενος ότι, αν και οι τιμές δεν τείνουν στα ποσά που υπαγορεύονται από αυτόν τον νόμο και, αντ’ αυτού, κυμαίνονται γύρω από και τελικά επικαλύπτουν τις τιμές που αντανακλούν το κόστος παραγωγής, το ποσοστό κέρδους που τελικά καθορίζεται από τις δυνάμεις του ανταγωνισμού, τον οποίο θεωρεί ως το «μέσο ποσοστό κέρδους», είναι ίσο με το μέσο ποσοστό υπεραξίας που επικρατεί σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας που θεωρούνται συνολικά. Έτσι, υποστηρίζει, ο νόμος της αξίας καθορίζει αυτό το μέσο ποσοστό κέρδους και συνεπώς διατηρεί επίσης την εμπειρική του σημασία. Ο Böhm-Bawerk παρουσιάζει μια ενδελεχή κριτική σε αυτά τα επιχειρήματα και στο τρίτο κεφάλαιο του «Karl Marx and The Close of His System» (σελ. 28-63).