Η κρατική κοινωνική ασφάλιση, χρεοκόπησε την κοινωνία οικονομικά και ηθικά.

0
2278
Η κρατική κοινωνική ασφάλιση κατέστρεψε τις οικογενειακές δομές και πέραν της οικονομικής της χρεοκοπίας, έπληξε την αυθόρμητη οργανική εξέλιξη της κοινωνίας.
Η κρατική κοινωνική ασφάλιση κατέστρεψε τις οικογενειακές δομές και πέραν της οικονομικής της χρεοκοπίας, έπληξε την αυθόρμητη οργανική εξέλιξη της κοινωνίας.

Η ασφάλιση γήρατος θα γίνει πολύ καλύτερη, όταν οι άνθρωποι αφεθούν ελεύθεροι να επιδιώξουν τους δικούς τους στόχους και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους με ατομική ευθύνη, κοινή προσπάθεια στις τοπικές κοινότητες και αμοιβαία επωφελείς συναλλαγές στην αγορά.

 

Ανάλυση του Oskari Juurikkala και σχόλια του Ευθύμη Μαραμή

Τα κυβερνητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης στον ανεπτυγμένο κόσμο, αντιμετωπίζουν επικείμενη οικονομική κατάρρευση. Τα αναδιανεμητικά προγράμματα οδηγούνται μαθηματικά στην πτώχευση λόγω της αύξησης, του ορίου ζωής, της υπογεννητικότητας και της μείωσης των ποσοστών συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.

Πολλά από αυτά τα γεγονότα δεν είναι τυχαία. Τα υποχρεωτικά αναδιανεμητικά συστήματα, τείνουν να αποθαρρύνουν την εργασία στις μεγαλύτερες ηλικίες, να τιμωρούν τις πολυμελείς οικογένειες και να αποθαρρύνουν την δημιουργία οικογένειας. Έτσι προκαλούν την ίδια τους τη χρεοκοπία, ηθική και οικονομική.

Χαμένη υπόθεση η κρατική ασφάλιση γήρατος

Το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει σχετικά με την δύσκολη αυτή κατάσταση. Στην Ευρώπη (όπου τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά), ορισμένες χώρες δεν κάνουν τίποτα, ενώ άλλες αυξάνουν τα όρια στις ηλικίες συνταξιοδότησης και τα ποσοστά των εισφορών. Αυτό θα κρατήσει τα συστήματα σε λειτουργία βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν καταφέρνει να χτυπήσει στην ρίζα του προβλήματος.

Μακροπρόθεσμα, τέτοια μέτρα αποθαρρύνουν ακόμη περισσότερο την εργασία και θα μετατρέψουν τους επιμελείς εργαζόμενους και την νέα γενιά, σε σκλάβους ενός αποτυχημένου συστήματος, όπως συνέβη ήδη στην Ελλάδα.

Μια καλύτερη λύση είναι να διώξουμε το κράτος από την ασφάλιση γήρατος. Το πρόβλημα με αυτό, είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να διανοηθούν την ασφάλεια γήρατος χωρίς το κράτος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου ελάχιστοι άνθρωποι έχουν ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Κατά την άποψή τους, η κατάργηση των υφιστάμενων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν από την πείνα ή θα παγώσουν στους δρόμους.

Στις κομμουνιστικές χώρες, πολλοί πίστευαν ότι οι καπιταλιστικές οικονομίες στερούσαν τους πολίτες τους ακόμα και από τις βασικές ανάγκες, ενώ οι καλοπροαίρετες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις φρόντιζαν τους ίδιους. Όμως, αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα δούμε πως υπάρχουν τρόφιμα, σπίτια, αυτοκίνητα, μουσική και λογοτεχνία χωρίς το κράτος. Όλα αυτά θα είναι πολύ περισσότερα, όταν οι άνθρωποι αφεθούν ελεύθεροι να επιδιώξουν τους δικούς τους στόχους και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους με ατομική ευθύνη, κοινή προσπάθεια στις τοπικές κοινότητες και αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές στην αγορά. Το ίδιο ισχύει και για την ασφάλιση γήρατος.

Συνδυασμός πηγών εισοδήματος

Ωστόσο, πολλοί από αυτούς που, βασικά, υποστηρίζουν τις αρχές της ελεύθερης αγοράς, πιστεύουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να παρεμβαίνει σε ορισμένους τομείς και ότι η ασφάλιση γήρατος είναι μία από αυτές. Η συνταξιοδότηση, θεωρούν, πως είναι πολύ μακρινό στο χρόνο γεγονός και επομένως δεν μπορεί να ανατεθεί στις αγορές. Εκτός αυτού, ορισμένοι άνθρωποι δεν είναι αρκετά έξυπνοι ώστε να αποταμιεύσουν για τη συνταξιοδότησή τους, οπότε η κυβέρνηση πρέπει να τους υποστηρίξει.

Υπάρχει αλήθεια σε αυτούς τους ισχυρισμούς. Ωστόσο, τα συμπεράσματα δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς. Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η ασφάλεια γήρατος είναι ένα δύσκολο μακροπρόθεσμο ζήτημα, δεν θα πρέπει να ανατίθεται σε πολιτικούς που ανησυχούν περισσότερο για την ικανοποίηση των βραχυπρόθεσμων αναγκών της μιας η της άλλης ομάδας ειδικών συμφερόντων.

Επιπλέον, η ασφάλιση γήρατος σε μια ελεύθερη κοινωνία, δεν θα αφορούσε μόνο την αγορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα βασίζονταν σε ένα συνδυασμό πηγών: οικογένεια, αγορές, αμοιβαία βοήθεια, φιλανθρωπία και εργασία.

1) Οικογενειακή υποστήριξη

Οι κυβερνήσεις δεν εφηύραν την αναδιανεμητική κοινωνική ασφάλιση. Την αντέγραψαν από τον παλαιότερο κοινωνικό θεσμό στον κόσμο – την οικογένεια. Πριν από την ίδρυση του σύγχρονου κράτους πρόνοιας, οι οικογένειες λειτουργούσαν ως πηγή άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Η ασφάλεια στην τρίτη ηλικία παρεχόταν με βάση την αμοιβαία μεγαθυμία: οι γονείς γεννούσαν παιδιά, τα υποστήριζαν και τα εκπαίδευαν. Σε αντάλλαγμα, τα παιδιά υποστήριζαν τους ηλικιωμένους γονείς τους με χρήματα, στέγαση και φροντίδα. Αυτό εξακολουθεί να είναι το βασικό μοτίβο σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο.

Πριν οι άνθρωποι αναγκαστούν να χρηματοδοτήσουν τη συνταξιοδότηση της υπόλοιπης κοινωνίας, είχαν πολλά περισσότερα παιδιά. Όχι για πλάκα, αλλά επειδή τα πολλά παιδιά ήταν, μεταξύ όλων των άλλων, ένα οικονομικά υγιές γεγονός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες έχουν και σήμερα μεγαλύτερες οικογένειες. Όπως το έθεσε κάποτε ο Julian Simon:

…[εκείνοι που] πιστεύουν ότι οι φτωχοί δεν ζυγίζουν τις συνέπειες και τα οφέλη της γέννησης περισσότερων παιδιών, είναι απλά αλαζόνες ή άσχετοι ή και τα δύο μαζί.

Αυτό ήταν γνωστό στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Όταν ο σοσιαλιστής Otto von Bismarck καθιέρωσε το πρώτο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στον κόσμο, το έπραξε για τον ίδιο αυτό λόγο: να αντικαταστήσει την οικογένεια με το κράτος. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι του για αυτή την κίνηση, τα κατάφερε άψογα. Πριν τον Bismarck, η Γερμανία είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γεννητικότητας σε όλη την Ευρώπη. Σήμερα, το συνολικό ποσοστό γεννητικότητας είναι χαμηλότερο από 1,4. Αυτό θα μειώσει το ισχυρό αυτό ευρωπαϊκό έθνος στο μισό του σημερινού μεγέθους του σε περίπου 40 χρόνια – εκτός εάν, φυσικά, αποφασίσουν να αντικαταστήσουν τα παιδιά των Γερμανών με Άραβες και Βορειοαφρικανούς.

Τώρα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η κυβερνητική κοινωνική ασφάλιση είναι πιο αποτελεσματική από την οικογένεια. Για τον λόγο πως η οικογενειακή υποστήριξη έχει την τάση να αντιμετωπίζει πιο τοπικά ρίσκα. Αυτό είναι σωστό. Ωστόσο, αυτά τα ρίσκα μπορούν να μετριαστούν με τη μέθοδο risk pool. Ο κανόνας risk pool στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η πολυμελής οικογένεια.

Εκτός αυτού, υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους τα δημόσια προγράμματα είναι στην πραγματικότητα λιγότερο αποτελεσματικά από την οικογένεια. Δημιουργούν μια σειρά από απερίσκεπτες συμπεριφορές και ηθικούς κινδύνους, όπως είναι η υπερβολική πρόωρη συνταξιοδότηση, η πλασματική αναπηρία και η απουσία παιδιών. Η πολυμελής οικογένεια αποφεύγει αυτά τα προβλήματα, καθώς τα μέλη της ασχολούνται τακτικά μεταξύ τους, γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και έχουν καλύτερα κίνητρα να ενεργούν για το κοινό καλό.

2) Χρηματοοικονομικές αγορές

Δεν μπορεί ο καθένας να έχει οικογένεια, ή πραγματικά να επιθυμεί να έχει μία. Αυτά τα άτομα μπορούν να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους μέσω της αγοράς. Οι σύγχρονες χρηματοπιστωτικές αγορές παρέχουν πολλές σειρές συνταξιοδοτικών προγραμμάτων και προγραμμάτων αποταμίευσης. Ακόμη και όσοι επενδύουν στην πολυμελή οικογένεια, θα αποταμιεύσουν πιθανώς μέσω της αγοράς.

Υπάρχουν κάποιες κοινές ανησυχίες σχετικά με την αγορά αποταμίευσης και ασφάλισης. Το ένα είναι ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να επενδύσουν, έτσι ώστε να μπορούν να προστατευτούν από απατεώνες. Το άλλο είναι ότι οι αγορές δεν είναι άξιες εμπιστοσύνης, καθώς τα κεφάλαια τους ενδέχεται να χρεοκοπήσουν. Ένα τρίτο μέρος ανησυχίας, είναι ότι οι άνθρωποι είναι πολύ απερίσκεπτοι ώστε να αποταμιεύσουν αρκετά για συνταξιοδότηση.

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι στην πραγματικότητα δεν έχουμε ελεύθερες χρηματοπιστωτικές αγορές. Δεν αναφερόμαστε μόνο στην άσκοπη και αντι-ανταγωνιστική υπερβολική ρύθμιση που ισχύει. Η ιδιωτική αποταμίευση και επένδυση θα ήταν πολύ πιο εύκολη και απλούστερη, εάν οι κυβερνήσεις δεν ανακατευόταν στο νομισματικό σύστημα.

Κυβερνητικές παρεμβάσεις, χειραγώγηση του νομισματικού συστήματος και κυβερνητικά μονοπώλια.

Κατ ‘αρχάς, οι κυβερνήσεις προσθέτουν υπερβολικό χρήμα στην οικονομία, πληθωρίζοντας διαχρονικά το νόμισμα και καθιστώντας πιο δύσκολο για τους ιδιώτες να αποταμιεύσουν. Σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου, θα ήταν παράλογο να αποταμιεύσεις χαρτονομίσματα τα οποία χάνουν την αξία τους κατά διψήφια ποσοστά κάθε χρόνο. Στη Ζιμπάμπουε, η σημερινή κατάσταση είναι ένας πραγματικός εφιάλτης: ο ετήσιος πληθωρισμός τιμών έχει ξεπεράσει το 1000%. Στις χώρες αυτές υπάρχουν λίγες θέσεις για να επενδυθεί με ασφάλεια ο πλούτος. Αλλά ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, με τον δήθεν «ελεγχόμενο πληθωρισμό», πρέπει κανείς να αναζητήσει ενεργά ασφαλέστερα καταφύγια.

Και τα ασφαλή καταφύγια είναι λίγα, λόγω των δευτερογενών συνεπειών της πιστωτικής επέκτασης των κεντρικών τραπεζών. Η χειραγώγηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα δημιουργεί τεχνητούς επιχειρηματικούς κύκλους, οι οποίοι καθιστούν τις αγορές εξαιρετικά ασταθείς. Σε αυτό το σύστημα, οι ιδιώτες έχουν κάθε λόγο να είναι δύσπιστοι προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές, τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Το γενικό αποτέλεσμα της κυβερνητικής παρέμβασης στις νομισματικές υποθέσεις είναι ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τις κυβερνήσεις τους για να τους φροντίσουν σε περιόδους ανάγκης.

Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, είναι η περίπτωση crowd out (εκτοπισμού) των ιδιωτικών επιχειρήσεων ασφάλισης. Όλοι θυμόμαστε την περίπτωση της Aspis ασφαλιστικής και τις απώλειες των πελατών της. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπ όψη πως οι ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, πρακτικά, λειτουργούν σε μονοπωλιακό περιβάλλον και τίθενται εκτός παιχνιδιού από τα ασφαλιστικά ταμεία του κράτους. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πως τα κρατικά ταμεία υποχρεώνοντας δια εξαναγκασμού τους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες να ασφαλίζονται σε αυτά, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και λειτουργούν μονοπωλιακά.

Στερούν έτσι πόρους από την αγορά ασφάλισης, τους οποίους αποκτούν δια εξαναγκασμού.

Αυτοί οι πόροι δεν τίθενται σε ελεύθερο ανταγωνισμό, ώστε να επιλέξει το καλύτερο ο καταναλωτής και ως εκ τούτου υπονομεύουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Δημιουργείται συνεπακόλουθα και ηθικός κίνδυνος και θέμα περιορισμένων και, ενδεχομένως, τυχοδιωκτικών επιλογών εκ μέρους των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών.

Και πάλι, οι αγορές είναι καλύτερες

Παρά τα προβλήματα του ισχύοντος συστήματος, οι χρηματοπιστωτικές αγορές λειτουργούν καλύτερα από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι. Πρώτον, ο ανταγωνισμός είναι η καλύτερη εγγύηση καλής υπηρεσίας και ασφαλών προϊόντων (όπως είδαμε πιο πάνω, η Aspis ασφαλιστική ήταν εκτός ανταγωνισμού, καθώς το Ελληνικό κράτος, επιτρέπει μεν την λειτουργία «ανταγωνιστών», όμως αποσπά δια εξαναγκασμού τα κεφάλαια ασφάλισης από όλους τους Έλληνες). Ναι, μπορεί πάντα να υπάρχουν μερικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να κάνουν βραχυπρόθεσμα κέρδη, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να βασίζονται σε πιο εδραιωμένους φορείς ασφάλισης με μακροπρόθεσμο ασφαλές ιστορικό – ειδικά εάν μιλάμε για ασφάλεια γήρατος .

Ελλείψει κρατικής ασφάλειας γήρατος, οι άνθρωποι θα αναπτύξουν επίσης επενδυτικές δεξιότητες. Σήμερα, το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα διατηρεί τους ανθρώπους, σχετικά, οικονομικά αναλφάβητους (αν όχι κυριολεκτικά αναλφάβητους) που αναρωτιούνται πώς μπορούν να αντεπεξέλθουν στον σύγχρονο κόσμο. Στην πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις διατηρούν εσκεμμένα τους ανθρώπους οικονομικά αναλφάβητους, διδάσκοντας ως «οικονομικά» τον αέναο πληθωρισμό, τον κυβερνητικό εξαναγκασμό και την βίαια αρπαγή. Ελλείψει κυβερνητικής παροχής γήρατος, οι οικογένειες και οι ιδιώτες θα έχουν καλύτερα κίνητρα για να μάθουν τις επενδυτικές αγορές, ώστε να μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι θα μπορούσαν επίσης να ενωθούν και να σχηματίσουν μη κερδοσκοπικούς επενδυτικούς ομίλους, οι οποίοι θα τους βοηθούσαν να επιλέγουν καλά επενδυτικά προϊόντα και να παρακολουθούν τις αγορές.

Χειρότερες οι προοπτικές της κυβερνητικής διαχείρισης.

Η δεύτερη ανησυχία, ο κίνδυνος πτώχευσης, είναι πιο περίπλοκη. Πρώτον, πρέπει να θυμηθούμε ότι τα κυβερνητικά προγράμματα δεν είναι επίσης ασφαλή – όπως μάθαμε από πρώτο χέρι στην Ελλάδα – καθώς οι συνταξιοδοτικές παροχές εξαρτώνται από διάφορους οικονομικούς, δημογραφικούς και, κυρίως, πολιτικούς παράγοντες. Με ένα κατάλληλο νομικό πλαίσιο, οι αγορές μπορούν να παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Δεύτερον, μεγάλο μέρος των ανησυχιών για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα, οφείλεται στις επιβλαβείς κυβερνητικές ρυθμίσεις, οι οποίες στο παρελθόν κατεύθυναν τα κεφάλαια σε τοξικά και δύσκολο να διαχειριστούν προγράμματα παροχών, αντί για ασφαλέστερα προγράμματα καθορισμένων εισφορών.

Μια τρίτη ανησυχία είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να αποταμιεύουν πολύ λίγα. Αυτό είναι το κοινό επιχείρημα για τα υποχρεωτικά κυβερνητικά συστήματα ασφάλισης. Η υποχρεωτική κρατική ασφάλιση είναι πολιτικώς πιο δημοφιλής από αυτήν μιας πραγματικής ελεύθερης αγοράς, αλλά όχι απαραίτητα και καλή ιδέα, όπως είδαμε στην Ελλάδα. Πρώτον, τα υποχρεωτικά συστήματα ασφάλισης υποδηλώνουν ότι η κυβέρνηση φροντίζει για ολόκληρη την αγορά, γεγονός που τείνει να δικαιολογεί τις επιβλαβείς υπερβολικές ρυθμίσεις.

Επιπλέον, υφίσταται μια προβληματική υπόθεση, η οποία είναι ότι όλοι πρέπει να αποταμιεύσουν για το σύνολο της συνταξιοδότησης τους. Αυτός είναι ένας εγγενώς αντί-οικογενειακός ισχυρισμός. Παραβλέπει ότι τα παιδιά πρέπει (μεταξύ όλων των άλλων λόγων για τούς οποίους χρειάζονται παιδιά οι άνθρωποι) να είναι μια οικονομικά πολύτιμη επένδυση, όπως ακριβώς ήταν και στο παρελθόν.

Πράγματι, οι ακαδημαϊκοί συχνά ισχυρίζονται ότι, σε χώρες χωρίς εκτεταμένη κρατική κοινωνική ασφάλιση, οι άνθρωποι δεν έχουν αρκετά συνταξιοδοτικά εισοδήματα. Αλλά οι υπολογισμοί για το τι σημαίνει «αρκετά» είναι ανακριβείς επειδή αποκλείουν παράγοντες που δεν μπορούν να μετρηθούν – για παράδειγμα, η υποστήριξη που λαμβάνει μια μητέρα πολυμελούς οικογένειας από τα παιδιά της, δεν καταγράφεται σε κανένα στατιστικό στοιχείο. Αλλά αυτός είναι ο πιο φυσικός και κοινός τύπος ασφάλειας γήρατος.

3 και 4: Αμοιβαία βοήθεια και φιλανθρωπικές οργανώσεις

Εκτός από τις οικογένειες και τις αγορές, υπάρχει μια μεσοπρόθεσμη λύση, που ονομάζεται αμοιβαία βοήθεια ή κοινωνίες αμοιβαίας βοήθειας. Πριν από την εμφάνιση κυβερνητικών προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας, τέτοια σχήματα παρείχαν σχεδόν κάθε είδους υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας, όπως τα ορφανοτροφεία, τα νοσοκομεία, οι ανταλλαγές εργασίας, τα γηροκομεία και τα προγράμματα υποτροφιών. Παρείχαν επίσης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με πολύ χαμηλότερα κόστη από τα σημερινά επίσημα συστήματα. Ο λόγος για τον οποίο μπορούσαν να το πράξουν ήταν ότι τα μέλη γνώριζαν ο ένας τον άλλο και υποστήριζαν ο ένας τον άλλον, επέλεγαν το πιο συμφέρον για την κοινότητα και υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες (και λιγότερη επιθυμία) για ηθικό κίνδυνο, διαφθορά και απερισκεψία.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία, τέτοια σχήματα αμοιβαίας κοινωνικής κάλυψης θα έχουν αρκετά πλεονεκτήματα ως παροχείς ασφάλειας γήρατος. Διαχειρίζονται από ανθρώπους που γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και υπάρχει η αίσθηση της κοινότητας που αποφεύγει τις αδυναμίες των επίσημων γιγάντιων κυβερνητικών προγραμμάτων. Λειτουργούν καλύτερα για εκείνους που δεν διαθέτουν οικονομικές δεξιότητες. Στο παρελθόν, αυτές οι κοινότητες βοήθειας δεν ήταν ομάδες ελίτ, αλλά συνήθως διοικούταν από άτομα της εργατικής τάξης που γνώριζαν ο ένας τον άλλον και ήξεραν πώς να λύσουν τα προβλήματα τους.

Όσο για σήμερα, θα μπορούσαν να συνδυάσουν το άτυπο της οντότητας τους με τα οφέλη των εξελιγμένων χρηματοπιστωτικών αγορών, ώστε να περιορίσουν καλύτερα τους κινδύνους. Θα μπορούσαν επίσης να λειτουργούν ιδιωτικές λέσχες επενδύσεων.

Η φιλανθρωπία έχει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι του βραδυκίνητου κράτους.

Επιπλέον, θα υπήρχαν φιλανθρωπικές οργανώσεις. Αυτές θα στόχευαν στις ανάγκες των φτωχότερων μελών της κοινωνίας, εκείνων που δεν έχουν κανέναν άλλο να τα φροντίσει. Ελλείψει κυβερνητικών προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης, αυτοί οι άνθρωποι θα αποτελούσαν μάλλον μια μικρή ομάδα, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από ένα συνδυασμό οικογένειας, αποταμιεύσεων και σχημάτων αμοιβαίας κοινωνικής βοήθειας. Η φιλανθρωπία θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει εκείνους των οποίων η εναλλακτική υποστήριξη είναι ανεπαρκής. Στην Ελλάδα, μεγάλο ρόλο μπορεί να παίξει το επαρκές κατά τόπους δίκτυο της ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας, όπως ακριβώς κάνει και σήμερα.

Η πιο κοινή ανησυχία σχετικά με την φιλανθρωπία είναι ότι βασίζεται πάρα πολύ στα συναισθήματα.

Έτσι μπορεί να είναι μεταβλητή και οι δωρητές μπορεί να καθυστερήσουν πολύ στο να να αντιδράσουν στις άμεσες, μη παρατηρούμενες, ανάγκες. Αλλά στην πραγματικότητα, ισχύει ακριβώς το αντίθετο: οι φιλανθρωπικές οργανώσεις (και ειδικά η ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα) είναι πιο δυναμικές και προσαρμόσιμες από τις κρατικές υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Επιπλέον, υπάρχουν διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις – ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός είναι ένα εύκολο παράδειγμα – που λειτουργεί πάρα πολλά χρόνια έχοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο υποστηρικτών.

Οι φιλανθρωπικές οργανώσεις λειτουργούν επίσης καλύτερα από τα κυβερνητικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Επιτυγχάνουν περισσότερα με πολύ λιγότερους πόρους και αντιμετωπίζουν τον κόσμο τους με περισσότερη ανθρωπιά και αξιοπρέπεια. Ανησυχούν επίσης περισσότερο για τη γενική ευημερία όσων έχουν ανάγκη. Σε αντίθεση με την κρατική κοινωνική πρόνοια, οι ιδιωτικές φιλανθρωπικές οργανώσεις δεν τιμωρούν την προσπάθεια και την σύνεση, αλλά ενθαρρύνουν την πρωτοβουλία και την ευθύνη. Πολλοί βοηθούν επίσης τα μέλη τους να βρουν δουλειά, να μάθουν χρήσιμες δεξιότητες και να αποκτήσουν προσωπικές αρετές. Το μεγάλο πλεονέκτημα των φιλανθρωπικών οργανώσεων είναι ότι συνήθως τις διαχειρίζονται άνθρωποι που πιστεύουν σε κάτι μεγαλύτερο από ότι το κράτος.

Μια πρακτική πρόκληση είναι ότι ακόμη και οι γενναιόδωροι άνθρωποι δεν ξέρουν πάντα πώς να βοηθήσουν και είναι απρόθυμοι να δώσουν χρήματα σε οργανώσεις που δεν γνωρίζουν καλά. Αυτό σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί από το internet και τα κοινωνικά δίκτυα. Οι πληροφορίες διασταυρώνονται σχετικά εύκολα και γρήγορα.

5. Εργασία

Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, οι άνθρωποι μπορούν να εργαστούν στο γήρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποχρεωθούν να το πράξουν, αλλά θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να συνεχίσουν να εργάζονται χωρίς να τιμωρούνται από τους περιορισμούς που ενσωματώνονται στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Στην πραγματικότητα, η ίδια η έννοια της «συνταξιοδότησης» είναι μια εφεύρεση του κράτους. Πριν δημιουργηθούν κρατικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων συνέχισε να εργάζεται στα 65. Σήμερα θα ήταν ακόμα ευκολότερο να εργαστούμε περισσότερο, καθώς η υγειονομική περίθαλψη είναι ποιοτικότερη και πάρα πολλές θέσεις εργασίας δεν απαιτούν σωματική άσκηση.

Ελλείψει κυβερνητικής ασφάλισης γήρατος, οι περισσότεροι άνθρωποι θα εργάζονται πιθανότατα περισσότερο, είτε σε πλήρη είτε σε μερική απασχόληση. Αυτό θα ήταν οικονομικά πιο υγιές από ό, τι η πρόωρη – μία για πάντα – συνταξιοδότηση . Η εργασία θα αποτελούσε μια πρόσθετη πηγή ασφάλισης για όσους διαφορετικά θα μπορούσαν να υπόκεινται σε στερήσεις κατά την τρίτη ηλικία. Η μερική απασχόληση παρέχει επίσης κατά μέσο όρο καλύτερη υγεία. Η πλήρης συνταξιοδότηση προκαλεί επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής υγείας.

Σύμφωνα με αποτελέσματα ερευνών, πολλοί άνθρωποι προτιμούν να συνεχίσουν να εργάζονται ούτως ή άλλως, ακόμα και αν είναι οικονομικά ασφαλείς. Η εργασία τους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους και μια σημαντική πηγή κοινωνικής ζωής με νόημα. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να είναι δύσκολο για τους μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένους να διατηρήσουν τη δουλειά τους, ιδίως στις ευρωπαϊκές χώρες όπου οι αγορές εργασίας είναι υπερβολικά ρυθμισμένες και ανελαστικές. Επομένως, μια υγιής πολιτική ασφάλειας γήρατος πρέπει να συνοδεύεται από την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας.

Τα οικονομικά και ηθικά οφέλη της ελευθερίας

Η ασφάλεια γήρατος δεν είναι απλώς δυνατή χωρίς το κράτος. Θα ήταν πολύ καλύτερη χωρίς το κράτος. Θα ήταν πιο ασφαλής από την κρατική κοινωνική ασφάλιση, η οποία βασίζεται σε κενές υποσχέσεις πολιτικών. Τα υφιστάμενα κυβερνητικά συστήματα κατευθύνονται ολοταχώς προς την αναπόφευκτη χρεοκοπία τους τα επόμενα μόλις 40-60 χρόνια . Μια τακτοποίηση αυτού του θέματος χωρίς το κράτος θα ήταν πιο ασφαλής, επειδή οι άνθρωποι θα βασίζονταν σε ένα συνδυασμό πηγών εισοδήματος τα οποία θα έκαναν το σύστημα πιο ισχυρό, ευέλικτο και δυναμικό. Θα καλύπτει επίσης διαφορετικές ατομικές περιστάσεις και προτιμήσεις και θα παρέχει καλύτερα κίνητρα για εργασία, αποταμίευση και γέννηση/απόκτηση παιδιών.

Τα οφέλη ενός συστήματος ασφάλισης γήρατος χωρίς το κράτος, θα ήταν επιπλέον περισσότερο από οικονομικά. Θα προωθούσαν επιπρόσθετα την απόκτηση προσωπικών αρετών και υπευθυνότητας, οι οποίες θα απεικονιζόταν σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής και της κοινωνικής ζωής. Ένα μη κυβερνητικό σύστημα θα αντιμετώπιζε ακόμη και τα πιο άτυχα μέλη της κοινωνίας με περισσότερη ανθρωπιά και αξιοπρέπεια και θα υπήρχαν λιγότεροι τέτοιοι άνθρωποι συνολικά.

Η ασφάλιση γήρατος και η κοινωνική προστασία και εξέλιξη, είναι πολύ σημαντικά θέματα για να παραμείνουν στα ανίκανα και μακριά χέρια του κράτους.

***

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises: Old-age Security Without the State. Τα σχόλια για την Ελλάδα, καθώς και κάποιες οικονομικές παρατηρήσεις, είναι πρόσθετα.

Διαβάστε περισσότερα για τον Λιμπερταριανισμό: