Murray Rothbard: Κάθε κρατικό χρέος είναι επαχθές και πρέπει να αποκηρυχτεί

0
1287
Το κρατικό χρέος είναι ανήθικο, επαχθές και χυδαίο. Πρέπει να αποκηρυχτεί.
Το κρατικό χρέος είναι ανήθικο, επαχθές και χυδαίο. Πρέπει να αποκηρυχτεί.

Ο Murray Rothbard είναι σαφής και κατηγορηματικός. όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος, οι πτωχευτικοί νόμοι κατασκευάστηκαν για να προστατεύουν απατεώνες μάνατζερ και ανίκανους μεγαλομετόχους. Επιπλέον, το κρατικό χρέος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι αποδεκτό από μια κοινωνία που σέβεται την ιδιοκτησία και την αυτοκτησία. Το κρατικό χρέος πρέπει να αποκηρυχτεί.

 

 

Του Murray N. Rothbard
Απόδοση – σχολιασμός: Ευθύμης Μαραμής

Τι είναι το χρέος

Για να σκεφτούμε ορθολογικά το κρατικό χρέος, πρέπει πρώτα να ανατρέξουμε στις βασικές αρχές και να εξετάσουμε το χρέος εν γένει. Με απλά λόγια, μια πιστωτική συναλλαγή συμβαίνει όταν ο πιστωτής Π παραχωρεί ένα χρηματικό ποσό (πχ 1.000 ευρώ) στον οφειλέτη Ο, σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης ότι ο Ο θα αποπληρώσει στον Π σε καθορισμένο χρόνο το κεφάλαιο συν τους τόκους. Εάν το συμφωνημένο επιτόκιο της συναλλαγής είναι 10%, τότε ο οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει σε διάρκεια ενός χρόνου 1.100 ευρώ στον πιστωτή. Αυτή η αποπληρωμή ολοκληρώνει τη συναλλαγή, η οποία σε αντίθεση με μια συνηθισμένη πώληση, λαμβάνει χώρα με την πάροδο του χρόνου.

Μέχρι στιγμής, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει τίποτα «λάθος» με το ιδιωτικό χρέος. Όπως συμβαίνει με κάθε ιδιωτική εμπορική συναλλαγή στην αγορά, τα δύο μέρη της ανταλλαγής επωφελούνται και κανείς δεν είναι χαμένος. Αλλά ας υποθέσουμε ότι ο οφειλέτης είναι απερίσκεπτος, ξεπερνά τις δυνατότητες του και στη συνέχεια διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει το ποσό που είχε συμφωνήσει. Αυτό, φυσικά, είναι ένα ρίσκο εγγενές στο χρέος και ο οφειλέτης θα έπρεπε να διατηρήσει τα χρέη του σε επίπεδα που μπορεί να αποπληρώσει. Αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα που αφορά μόνο το χρέος.

Οποιοσδήποτε καταναλωτής μπορεί να δαπανήσει απερίσκεπτα.

Ένας άνθρωπος μπορεί να ξοδέψει ολόκληρο το μισθό του σε ένα ακριβό μπιχλιμπίδι και στη συνέχεια να διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να ταΐσει την οικογένειά του. Έτσι, η απερισκεψία των καταναλωτών δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο στην περίπτωση του χρέους. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: εάν ένας άνθρωπος ξεπερνά τις δυνάμεις του και δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος του, υφίσταται ζημία και ο πιστωτής, επειδή ο οφειλέτης δεν επέστρεψε περιουσία που ανήκε στον πιστωτή. Με μια βαθύτερη έννοια, ο οφειλέτης που δεν αποπληρώνει τα 1,100 ευρώ που οφείλει στον πιστωτή, έχει κλέψει περιουσία που ανήκει στον πιστωτή. Δεν έχουμε εδώ απλώς ένα χρέος, αλλά μια αδικοπραξία, μια επίθεση εναντίον της ιδιοκτησίας κάποιου άλλου.

Συγχώρεση οφειλής

Σε προηγούμενους αιώνες, το αδίκημα του αφερέγγυου οφειλέτη θεωρούταν εξαιρετικά σοβαρό και, εκτός αν ο δανειστής ήταν πρόθυμος να «συγχωρήσει» την οφειλή, ο οφειλέτης συνέχιζε να χρωστάει τα χρήματα συν τους συσσωρευμένους τόκους, συν τις όποιες κυρώσεις για τη συνεχιζόμενη αθέτηση της σύμβασης/πληρωμής. Συχνά, οι οφειλέτες βρίσκονταν στη φυλακή μέχρις ότου μπορέσουν να αποπληρώσουν το χρέος – ίσως λίγο δρακόντειο μέτρο, αλλά τουλάχιστον στο σωστό πνεύμα της επιβολής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και της υπεράσπισης της ιερότητας των συμβάσεων. Το βασικό πρακτικό πρόβλημα, ήταν η δυσκολία που υφίστατο για τον οφειλέτη να κερδίσει χρήματα για την αποπληρωμή του δανείου, ευρισκόμενος στη φυλακή. Ίσως θα ήταν καλύτερο να επιτραπεί στον οφειλέτη να είναι ελεύθερος, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποπλήρωνε τα οφειλόμενα.

Ωστόσο, από τον 17ο αιώνα, οι κυβερνήσεις άρχισαν να «σπαράζουν» για τη δυστυχία των ατυχών οφειλετών, αγνοώντας το γεγονός ότι οι αφερέγγυοι οφειλέτες είχαν βρεθεί σε αυτή τη θέση με δικές τους ενέργειες. Έτσι, οι κυβερνήσεις άρχισαν να υπονομεύουν την ανακηρυγμένη λειτουργία τους, αυτήν της επιβολής της τήρησης των συμβάσεων. Πέρασαν νόμοι περί πτωχεύσεων οι οποίοι, όλο και περισσότερο, μεροληπτούσαν υπέρ των οφειλετών και εμπόδιζαν τους πιστωτές από το να διεκδικήσουν την ιδιοκτησία τους.

Η κλοπή επιδοκιμαζόταν όλο και περισσότερο ενώ επιδοτούταν η απρονοησία και υπονομευόταν η σύνεση. Στην πραγματικότητα, με τη σύγχρονη διάταξη του Κεφαλαίου 11, η οποία θεσπίστηκε με το νόμο περί μεταρρύθμισης της πτώχευσης του 1978, οι αναποτελεσματικοί μάνατζερ και οι αλόγιστοι μέτοχοι επιχειρήσεων, πλέον δεν λογοδοτούν. Τουναντίον, συχνά παραμένουν σε θέσεις ισχύος, απαλλαγμένοι από χρέη και εξακολουθούν να λειτουργούν επιχειρήσεις, οι οποίες μαστίζουν τους καταναλωτές, τους εργαζόμενους, τους προμηθευτές και τους πιστωτές, με την ανεπάρκεια και την αφερεγγυότητά τους.

Επιβάρυνση του αξιόχρεου και φερέγγυου κοινού

Οι σύγχρονοι ωφελιμιστές νεοκλασικοί οικονομολόγοι δεν βλέπουν τίποτα το κακό με κανένα από αυτά τα συμβάντα. Η αγορά, όπως υποστηρίζουν, «προσαρμόζεται» σε αυτές τις αλλαγές νόμων. Είναι αλήθεια ότι η αγορά μπορεί να προσαρμοστεί σε σχεδόν οτιδήποτε, αλλά αυτό δεν μας λέει τίποτα. Υπονομεύοντας τους πιστωτές σημαίνει ότι ο δανεισμός και τα επιτόκια καθίστανται προβληματικά για όλους, όχι μόνο για τους αφερέγγυους κακοπληρωτές και απατεώνες. Γιατί λοιπόν θα πρέπει να πληρώσει αυτή την επιβάρυνση το αξιόχρεο και συνεπές κοινό;

Σε μια δίκαιη κοινωνία, συνεπώς, μόνο η εθελοντική συγχώρεση εκ μέρους των πιστωτών θα απάλλασσε τους οφειλέτες. Διαφορετικά, οι νόμοι περί πτωχεύσεων είναι μια άδικη προσβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των πιστωτών.

Οι «πτωχευτικοί» νόμοι ευνοούν τους πλούσιους και τους απατεώνες. Όχι τους φτωχούς και συνεπείς

Ένας μύθος δικαιολόγησης των αφερέγγυων οφειλετών, είναι ότι αυτοί είναι συνήθως φτωχοί και οι πιστωτές πλούσιοι, οπότε η παρέμβαση για τη διάσωση των οφειλετών είναι «δίκαιη» απαίτηση για «ισονομία». Αλλά αυτή η υπόθεση ήταν πάντα ένα ψέμα: στις επιχειρήσεις, όσο πλουσιότερος είναι ο επιχειρηματίας, τόσο πιθανότερο είναι πως αποτελεί έναν καταχρεωμένο οφειλέτη. Είναι οι πιο πλούσιοι επιχειρηματίες αυτού του κόσμου, των οποίων τα χρέη τις περισσότερες φορές, υπερβαίνουν θεαματικά τις περιουσίες τους. Οι παρεμβάσεις υπέρ των οφειλετών, έχουν γενικά προκύψει από πολιτική διαπλοκή με μεγάλες καταχρεωμένες επιχειρήσεις.

Στις σύγχρονες επιχειρήσεις, το αποτέλεσμα των ολοένα και πιο χαλαρών πτωχευτικών νόμων, ήταν να υπονομευτούν οι ομολογιούχοι πιστωτές προς όφελος των μετόχων και των υφιστάμενων μάνατζερ.

Αυτοί οι μάνατζερ, συνήθως διορίζονται από τους μεγαλομετόχους και είναι συγγενείς τους. Το ίδιο το γεγονός ότι μια εταιρεία είναι αφερέγγυα αποδεικνύει ότι οι μάνατζερ της ήταν αναποτελεσματικοί και έπρεπε να απομακρυνθούν αμέσως από το παιχνίδι. Οι νόμοι περί πτωχεύσεων που παρατείνουν την παραμονή των υφιστάμενων μάνατζερ δεν επιβαρύνουν μόνο τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των πιστωτών.

Βλάπτουν επίσης τους καταναλωτές και ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, εμποδίζοντας την αγορά να εκκαθαρίσει τους αναποτελεσματικούς και ανεπαρκείς μάνατζερ και μετόχους. Εμποδίζει την μετατόπιση της ιδιοκτησίας των περιουσιακών τους στοιχείων και των μέσων παραγωγής, στους πιο αποτελεσματικούς πιστωτές, προμηθευτές κλπ. (σ.σ. Στην Ελλάδα, ανάλογες πρόσφατες ενστάσεις παρατηρήσαμε στην υπόθεση της κυβερνητικής διάσωσης της επιχείρησης «Μαρινόπουλος»).

Σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς που σέβεται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ο όγκος του ιδιωτικού χρέους αυτοελέγχεται από την ανάγκη αποπληρωμής του. Καμία κυβέρνηση – πατερούλης, δεν μπορεί να επιτρέψει από μόνη της την απαλλαγή του οφειλέτη. Επιπλέον, το επιτόκιο που ο οφειλέτης πρέπει να πληρώσει εξαρτάται όχι μόνο από το γενικό ποσοστό της (time preference) προτίμησης χρόνου, αλλά και από τον βαθμό κινδύνου που θα θέσει ο πιστωτής. Ένας «καλός» πιστωτικός κίνδυνος θα συνεπάγεται έναν «prime δανειολήπτη», ο οποίος θα πληρώσει σχετικά χαμηλό επιτόκιο. Από την άλλη πλευρά, ένα απερίσκεπτο άτομο ή κάποιος που έχει προηγουμένως χρεοκοπήσει και βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο επαναχρηματοδότησης, θα πρέπει να πληρώσει ένα πολύ υψηλότερο επιτόκιο, ανάλογα με το βαθμό ρίσκου για το δάνειο.

Το κρατικό χρέος είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, δυστυχώς, εφαρμόζουν την ίδια ανάλυση στην υπόθεση του κρατικού χρέους. Εάν η ιερότητα των συμβάσεων πρέπει να διέπει τον κόσμο του ιδιωτικού χρέους, δεν πρέπει να ισχύει εξίσου και στο κρατικό χρέος; Δεν πρέπει το κρατικό χρέος να διέπεται από τις ίδιες αρχές με αυτές του ιδιωτικού; Η απάντηση είναι όχι, αν και καταλαβαίνουμε πως μια τέτοια απάντηση μπορεί να κλονίσει τις ευαισθησίες των περισσότερων αναγνωστών.

Η κυβέρνηση δεν δεσμεύει τη δική της ζωή και περιουσία, όταν υπόσχεται να εξοφλήσει το χρέος, αλλά δεσμεύει τους πολίτες.

Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους από τους πολίτες, η κυβέρνηση δεν πουλάει κανένα παραγωγικό αγαθό ή υπηρεσία χωρίς αυθαίρετη απειλή βίας, η εφαρμοσμένης βίας και ως εκ τούτου δεν κερδίζει τίποτα χωρίς αυτήν. Μπορεί μόνο να αποσπάσει χρήματα μέσω λεηλασίας των ιδιωτικών πόρων, μέσω των φόρων, είτε μέσω του κρυφού φόρου της νομιμοποιημένης νομισματικής παραχάραξης.

Η συναλλαγή δημόσιου χρέους συνεπώς, είναι πολύ διαφορετική από το ιδιωτικό χρέος. Η κυβέρνηση λαμβάνει χρήματα από πιστωτές οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση ότι τα χρήματα θα επιστραφούν όχι από τις τσέπες των πολιτικών και των γραφειοκρατών, αλλά από τη λεηλασία των πορτοφολιών των άμοιρων φορολογουμένων. Η κυβέρνηση παίρνει τα χρήματα δια της βίαιης αρπαγής. Και οι δημόσιοι πιστωτές, μακριά από το να είναι αθώοι, γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα έσοδα τους θα προέλθουν ακριβώς απο αυτή τη λεηλασία.

Οι ομολογιούχοι και κρατικοί δανειστές, είναι ανάλογα ανήθικοι και ένοχοι με τις κυβερνήσεις

Με λίγα λόγια, οι δημόσιοι πιστωτές είναι πρόθυμοι να παραδώσουν τα χρήματα στην κυβέρνηση τώρα, προκειμένου να λάβουν ένα μερίδιο του κυβερνητικού πλιάτσικου στο μέλλον. Αυτό είναι πλήρως αντίθετο της ελεύθερης αγοράς και της πραγματικής εθελοντικής συναλλαγής. Οι πιστωτές του κράτους, όσοι αγοράζουν κρατικά ομόλογα και δανείζουν τις κυβερνήσεις, μακριά από το να είναι αθώοι, γνωρίζουν καλά ότι τα έσοδά τους θα προέλθουν από τον κρατικό εξαναγκασμό. Από την αυθαίρετη απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας αθώων παραγωγικών ανθρώπων.

Και τα δύο μέρη, κράτος και πιστωτές του κράτους, είναι ανήθικα συμβαλλόμενα και συμμετέχουν στην παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας άλλων ανθρώπων. Και τα δύο μέρη, ως εκ τούτου, κάνουν συμφωνίες για αρπαγή της ιδιοκτησίας άλλων ανθρώπων. Και τα δύο αυτά μέρη αξίζουν την καταδίκη μας.

Κάθε ταύτιση του κρατικού χρέους με ανάλογη ιδιωτική συναλλαγή, στηρίζεται στην κοινή αλλά παράλογη αντίληψη ότι η φορολογία είναι πραγματικά «εθελοντική» και ότι κάθε φορά που η κυβέρνηση κάνει οτιδήποτε, θεωρείται πως το κάνουμε πρόθυμα «εμείς». Αυτός είναι ένας εύχρηστος μύθος. Μια προπαγάνδα των κρατιστών.

σ.σ. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, το 67% του πληθυσμού βασίζεται στους φόρους του υπόλοιπου 33%. Με μια τέτοια συντριπτική πλειοψηφία, η αλλαγή αυτού του σοσιαλιστικού συστήματος με δημοκρατική διαδικασία είναι αδύνατη. Το 67% του πληθυσμού, έχει ισχυρά κίνητρα να συνεχίσει να ψηφίζει κατά τρόπο που θα αναγκάζει το υπόλοιπο 33% – αλλά και ξένους φορείς – να καλύπτουν τα έξοδα διαβίωσής του. Η  υπόθεση της «εθελοντικής συγκατάθεσης» μέσω δημοκρατικής διαδικασίας αποτελεί έναν κωμικοτραγικό μύθο.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για βίαιη καταναγκαστική επιβολή μιας παρασιτικής πλειοψηφίας εις βάρος μιας κάστας που σε άλλες εποχές θα ονομαζόταν «είλωτες».

Επιπλέον, μιλώντας καθαρά οικονομικά, στεκόμαστε ξεκάθαρα απέναντι στους νεο-κεϋνσιανούς σοσιαλιστές θιασώτες των κρατικών χρεών. Το κυβερνητικό χρέος δεν είναι «εθνική ευλογία». Το ετήσιο δημόσιο έλλειμμα, καθώς και η ετήσια πληρωμή τόκων που συνεχίζει να αυξάνεται καθώς το συνολικό χρέος συσσωρεύεται, παρεκτρέπει ολοένα και περισσότερο τις λιγοστές και πολύτιμες ιδιωτικές αποταμιεύσεις, σε κανάλια κυβερνητικής σπατάλης, η οποία εκτοπίζει (crowd out) τις ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις.

Η παρασιτική σπατάλη βαφτίζεται «επένδυση»

Οι καθεστωτικοί οικονομολόγοι, νομιμοποιούν με πονηριά την αυθαίρετη κυβερνητική αρπαγή και σπατάλη των πόρων ως «επενδύσεις». Καθιστούν έτσι ως να είναι όλα υπέροχα, καθώς οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις δήθεν επενδύονται παραγωγικά. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι κυβερνητικές δαπάνες μπορούν να χαρακτηριστούν ως «επένδυση» μόνο με Οργουελιανή έννοια.

Η κυβέρνηση ξοδεύει στην πραγματικότητα για καταναλωτικά αγαθά και το κάνει εκ μέρους των επιθυμιών των γραφειοκρατών, των πολιτικών και των εξαρτημένων ομάδων του πελατολογίου της. Οι κυβερνητικές δαπάνες, επομένως, αντί να είναι «επενδύσεις», είναι στην πραγματικότητα καταναλωτικές δαπάνες ιδιαιτέρως άχρηστες, ανήθικες και αντιπαραγωγικές. Αποτελούν δώρα προς παρασιτικές τάξεις, οι οποίες ζουν εις βάρος των ιδιωτών παραγωγών και ως εκ τούτου αποδυναμώνουν τον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα.

Δείτε σχετικά: Η φορολογίας ως βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας

Επομένως, τα ελλείμματα και το αυξανόμενο χρέος είναι ένα επαχθές βάρος για την κοινωνία και την οικονομία, τόσο επειδή αυξάνουν τη φορολογική επιβάρυνση, όσο και γιατί κατευθύνουν όλο και περισσότερο τους πόρους από τον παραγωγικό στον παρασιτικό, αντιπαραγωγικό, «δημόσιο» τομέα. Επιπλέον, όταν τα ελλείμματα χρηματοδοτούνται από την επέκταση των τραπεζικών πιστώσεων – με άλλα λόγια, δημιουργώντας νέα χρήματα – τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Ο νομισματικός πληθωρισμός δημιουργεί μόνιμο και αυξανόμενο πληθωρισμό τιμών και συνεπώς κλοπή των πραγματικών εισοδημάτων των ανθρώπων, καθώς και κύματα επιχειρηματικών κύκλων πρόσκαιρης πλασματικής ανάπτυξης και ακόλουθης μακροχρόνιας βίαιας ύφεσης.

Το σημερινό τραπεζικό σύστημα έχει καταργήσει de facto την έννοια της ιδιοκτησίας.

Μπορείτε να δείτε στην σελίδα μας λεπτομέρειες για την εξέλιξη του κρατικά ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος στο: οικονομικό χάος του κλασματικού συστήματος αποθεματικών.

Το σημερινό τραπεζικό σύστημα των κλασματικών αποθεματικών, έχει επιβάλει κοινή ιδιοκτησία σε όλους τους καταθέτες. Δεν ισχύει ένα σύστημα δανεισμού πραγματικών αποταμιεύσεων/καταθέσεων. Η κάθε εμπορική τράπεζα γεννά από το πουθενά «χρήμα», με εντολή, κάλυψη και διάσωση αυτών των πρακτικών, από τις κυβερνητικές κεντρικές τράπεζες. 

***

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα από το: Repudiating the National Debt

Ο Murray N. Rothbard (1916-1995) ήταν καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Nevada και ακαδημαϊκός αντιπρόεδρος του Ludwig von Mises institute. Ήταν επίσης συντάκτης του “The Journal of Libertarian Studies” και του “The Review of Austrian Economics”. Δικαίως θεωρείται ως ο κυριότερος Αμερικανός εκπρόσωπος της Αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης.

Δείτε σχετικά: