Η επίδραση του σοσιαλισμού στην επιχειρηματικότητα στο κράτος των Ναζί

0
787
«Από όλους τους επιχειρηματίες, ο μικρός καταστηματάρχης είναι αυτός που ελέγχεται περισσότερο και βρίσκεται στο έλεος του κόμματος», εξηγεί ο Reimann. «Ο άνθρωπος του κόμματος των Ναζί, του οποίου η καλή θέληση είναι απαραίτητη, δεν ζει στο μακρινό Βερολίνο· ζει δίπλα ή στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο."

Μέσα από τις επαφές του με ιδιοκτήτες γερμανικών επιχειρήσεων, ο Reimann κατέγραψε πώς η «τερατώδης μηχανή» των Ναζί συνέθλιψε την αυτονομία του ιδιωτικού τομέα μέσω επαχθών κανονισμών, σκληρών επιθεωρήσεων και της απειλής βαριών προστίμων και κατασχέσεων για ασήμαντα «αδικήματα».

Του Ralph Reiland

Απόδοση Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Το 1944, ο Ludwig von Mises δημοσίευσε ένα από τα λιγότερο γνωστά αριστουργήματα του το Omnipotent Government: Η άνοδος του ολοκληρωτικού κράτους και του ολοκληρωτικού πολέμου. Με βάση την προπολεμική του εμπειρία στη Βιέννη, παρακολουθώντας την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στη Γερμανία, οι οποίοι κατέλαβαν τελικά την πατρίδα του, εξήγησε τους παραλληλισμούς μεταξύ της ρωσικής και της γερμανικής σοσιαλιστικής εμπειρίας.

Έλεγχος των μέσων παραγωγής από το κράτος

Εκείνη την εποχή, ήταν σύνηθες όπως είναι και στη δική μας εποχή, να αναφέρονται οι κομμουνιστές ως αριστεροί και οι Ναζί ως δεξιοί, σαν να βρίσκονταν στα αντίθετα άκρα του ιδεολογικού φάσματος. Αλλά ο von Mises αναγνώριζε τις ομοιότητες. Και οι δύο είχαν την ιδεολογική καταγωγή τους στον σοσιαλισμό. «Τα γερμανικά και ρωσικά σοσιαλιστικά συστήματα έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο των μέσων παραγωγής. Η κυβέρνηση αποφασίζει τι θα παραχθεί και πώς. Η κυβερνητική γραφειοκρατία κατανέμει σε κάθε άτομο ένα καθορισμένο μερίδιο αγαθών προς κατανάλωση».

Η διαφορά μεταξύ των συστημάτων, εξήγησε ο von Mises, είναι ότι το γερμανικό μοτίβο «διατηρεί την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και διατηρεί την παρουσία των συνήθων τιμών, των μισθών και των αγορών». Αλλά στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση κατευθύνει τις αποφάσεις για την παραγωγή, περιορίζει την επιχειρηματικότητα και την αγορά εργασίας και καθορίζει τους μισθούς και τα επιτόκια μέσω της κεντρικής κυβερνητικής διοίκησης. «Η ανταλλαγή στην αγορά,» λέει ο von Mises, «είναι απλώς μια απάτη».

Οικονομία Βαμπίρ

Η τοποθέτηση του von Mises επιβεβαιώνεται από ένα αξιόλογο βιβλίο που εμφανίστηκε το 1939, το οποίο κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Vanguard Press της Νέας Υόρκης (που δυστυχώς δεν εκδίδεται σήμερα).Τίτλος του βιβλίου: Η οικονομία βαμπίρ: η επιχειρηματικότητα υπό τον φασισμό και συγγραφέας ο 35χρονος τότε Γερμανός Guenter Reimann. Μέσα από τις επαφές του με ιδιοκτήτες γερμανικών επιχειρήσεων, ο Reimann κατέγραψε πώς η «τερατώδης μηχανή» των Ναζί συνέθλιψε την αυτονομία του ιδιωτικού τομέα μέσω επαχθών κανονισμών, σκληρών επιθεωρήσεων και της απειλής βαριών προστίμων και κατασχέσεων για ασήμαντα «αδικήματα».

«Οι βιομήχανοι ελέγχονταν από κρατικούς ελεγκτές οι οποίοι είχαν αυστηρές εντολές να εξετάζουν τους ισολογισμούς και όλες τις καταχωρήσεις λογιστικών βιβλίων των εταιρειών ή των μεμονωμένων επιχειρηματιών που αφορούσαν τα προηγούμενα δύο, τρία ή περισσότερα χρόνια, μέχρι να βρεθεί κάποια εσφαλμένη καταχώρηση», εξηγεί ο Reimann. «Το παραμικρό τυπικό λάθος τιμωρούταν με βαρύτατες ποινές. Επιβαλλόταν πρόστιμα εκατομμυρίων μάρκων για ένα απλό λογιστικό σφάλμα.»

Ο Reimann παραθέτει απόσπασμα από επιστολή ενός επιχειρηματία: «Δεν έχετε ιδέα πόσο μακριά φτάνει ο κρατικός έλεγχος και πόση δύναμη έχουν οι εκπρόσωποι των Ναζί επί των εργασιών μας. Το χειρότερο όλων είναι η απόλυτη άγνοια τους. Αυτοί οι φανατικοί Ναζί δεν σκέφτονται τίποτα άλλο πέρα από την «αναδιανομή του πλούτου». Ορισμένοι επιχειρηματίες έχουν αρχίσει να μελετούν μαρξιστικές θεωρίες, έτσι ώστε να αποκτήσουν καλύτερη κατανόηση του σημερινού Ναζιστικού οικονομικού συστήματος.

«Κερδοσκόποι» και «σαμποτέρ»

«Καθώς οι κρατικοί εκπρόσωποι ασχολούνται με τη διερεύνηση και την παρεμβατικότητα, οι αντιπρόσωποι και οι πωλητές μας παραλύουν επειδή δεν γνωρίζουν ποτέ εάν μια πώληση σε υψηλότερη τιμή θα σημάνει πως θα κατηγορηθούν ως «κερδοσκόποι» ή «σαμποτέρ», με συνέπεια να φυλακιστούν. Ο καθένας μας αμφισβητεί αυτό το σύστημα, εκτός και αν είναι πολύ νεαρός, πολύ ηλίθιος ή απλά απολαμβάνει προνόμια από το κράτος των Ναζί.

«Έρχονται πολύ άσχημες μέρες. Εάν κατάφερνα να εξάγω λαθραία 10.000 δολάρια ή ακόμα και 5.000, θα έφευγα από την Γερμανία με την οικογένειά μου. Φίλοι μου επιχειρηματίες είναι πεπεισμένοι πως θα έρθει και η σειρά των «λευκών Εβραίων», (εννοώντας εμάς τους Άριους επιχειρηματίες), μετά την απαλλοτρίωση των Εβραίων. Η διαφορά μεταξύ αυτού και του ρωσικού οικονομικού συστήματος είναι πολύ μικρότερη από ό, τι νομίζει κάποιος, παρά το γεγονός ότι θεωρούμαστε ακόμα ανεξάρτητοι επιχειρηματίες.

Όπως λέει ο von Mises, «ανεξάρτητος» μόνο με διακοσμητική έννοια. Υπό τον φασισμό, μας εξηγεί ο επιχειρηματίας αυτός στην επιστολή του, ο καπιταλιστής «πρέπει να είναι εξυπηρετικός στους εκπροσώπους του κράτους» και «δεν πρέπει να επιμείνει στα δικαιώματα, δεν πρέπει να συμπεριφέρεται σαν να ήταν ακόμα σε ισχύ τα προσωπικά του δικαιώματα ιδιοκτησίας». Ο επιχειρηματίας που χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητος, είναι αυτός ο οποίος «κινδυνεύει περισσότερο να βρεθεί σε μπελάδες με τη Γκεστάπο».

Ο Χίτλερ της γειτονιάς

«Από όλους τους επιχειρηματίες, ο μικρός καταστηματάρχης είναι αυτός που ελέγχεται περισσότερο και βρίσκεται στο έλεος του κόμματος», εξηγεί ο Reimann. «Ο άνθρωπος του κόμματος των Ναζί, του οποίου η καλή θέληση είναι απαραίτητη, δεν ζει στο μακρινό Βερολίνο· ζει δίπλα ή στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο. Αυτός ο τοπικός Χίτλερ που λαμβάνει κάθε μέρα αναφορά για ό, τι συζητείται στο αρτοποιείο του κυρίου Schultz και στο κρεοπωλείο του κυρίου Schmidt, θα μπορούσε να θεωρήσει αυτούς τους ανθρώπους ως «εχθρούς του κράτους» εάν διαμαρτύρονται. Αυτό θα σήμαινε, στην καλύτερη περίπτωση, την περικοπή της ποσόστωσής τους για σπάνιες προμήθειες αγαθών ή θα μπορούσε να σημάνει την απώλεια της άδειας του καταστήματος τους. Οι μικροί καταστηματάρχες και τεχνίτες δεν πρέπει να διαμαρτύρονται.»

«Οι αξιωματούχοι του κόμματος, εκπαιδεύονται μόνο να υπακούν σε εντολές και δεν έχουν ούτε την επιθυμία, ούτε τον εξοπλισμό, ούτε το όραμα να τροποποιήσουν κανόνες ώστε να ταιριάζουν σε μεμονωμένες καταστάσεις», εξηγεί ο Reimann. «Οι γραφειοκράτες του κράτους των Ναζί, επομένως, εφαρμόζουν αυστηρά και μηχανικά τους νόμους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα ζωτικά συμφέροντα ουσιωδών τμημάτων της εθνικής οικονομίας. Το μόνο κίνητρό τους για να τροποποιήσουν το γράμμα του νόμου είναι οι δωροδοκίες από τους επιχειρηματίες, οι οποίοι από την πλευρά τους χρησιμοποιούν τη δωροδοκία ως το μόνο μέσο ελάφρυνσης από την καταστροφική ανελαστικότητα της ναζιστικής γραφειοκρατίας».

Λέει ένας άλλος επιχειρηματίας: «Κάθε επιχειρηματική κίνηση έχει γίνει πολύ περίπλοκη και είναι γεμάτη νομικές παγίδες που ο μέσος επιχειρηματίας δεν μπορεί να καθορίσει καθώς υπάρχουν αμέτρητα νέα διατάγματα. Όλοι όσοι βρισκόμαστε στον τομέα των επιχειρήσεων, είμαστε συνεχώς φοβισμένοι πως θα τιμωρηθούμε για την παραβίαση κάποιου διατάγματος ή νόμου.»

Φεουδάρχες και κομισάριοι

Οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, εξηγεί ένας άλλος επιχειρηματίας, δεν μπορούν να υφίστανται χωρίς έναν «συνεργάτη», δηλαδή έναν «δικηγόρο» με καλές επαφές στη ναζιστική γραφειοκρατία, που «γνωρίζει ακριβώς σε ποιο σημείο μπορεί να παρακαμφθεί ο νόμος». Οι Ναζί αξιωματούχοι, εξηγεί ο Reinmann, «λαμβάνουν χρήματα από τους καπιταλιστές που διαθέτουν κεφάλαια για να έχουν επιρροή και προστασία». Πληρώνουν για προστασία «όπως οι αβοήθητοι αγρότες στις εποχές της φεουδαρχίας.

«Φτάσαμε στο σημείο που δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα και στο ίδιο μου το εργοστάσιο», λέει με θλίψη ένας ιδιοκτήτης εργοστασίου. «Τυχαία, ένας από τους εργαζόμενους με άκουσε να διαμαρτύρομαι για κάποια νέα γραφειοκρατική ρύθμιση και αμέσως με κατέδωσε στο κόμμα και στο τμήμα Εργατικού Μετώπου».

Ένας άλλος ιδιοκτήτης εργοστασίου αναφέρει: «Το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας δεν βλέπω το εργοστάσιό μου καθόλου. Όλο αυτό το διάστημα επισκέπτομαι δεκάδες κυβερνητικές επιτροπές και γραφεία για να αποκτήσω τις πρώτες ύλες που χρειάζομαι. Κατόπιν, υφίστανται διάφορα φορολογικά προβλήματα προς διευθέτηση και πρέπει να έχω συνεχείς διασκέψεις και διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή Τιμών. Δεν έχω πλέον άλλη δουλειά να κάνω και οπουδήποτε κι αν πάω, προκύπτουν περισσότεροι υπεύθυνοι, γραμματείς κόμματος και κομισάριοι που πρέπει να δω».

Σε αυτό το παράδειγμα ολοκληρωτισμού, ο επιχειρηματίας εκτελεί τα διατάγματα των Ναζί και ασκεί τα καθήκοντά του πρωτίστως ως εκπρόσωπος του κράτους και μόνο δευτερευόντως για τον εαυτό του. Αν διαμαρτυρηθεί, θα του αφαιρεθεί και η ελάχιστη ελευθερία που του απέμεινε. Το 1933, έξι χρόνια πριν από την έκδοση του βιβλίου του Reimann, ο Victor Klemperer, ένας Εβραίος ακαδημαϊκός στη Δρέσδη, έκανε την ακόλουθη εγγραφή στο ημερολόγιό του στις 21 Φεβρουαρίου: «Είναι ένα αίσχος που επιδεινώνεται με κάθε μέρα που περνάει και δεν μιλάει κανείς. Όλοι κρατούν σκυμμένο το κεφάλι τους».

Τραγική ειρωνεία

Είναι αδύνατο να μην κάνουμε παραλληλισμούς ανάμεσα στις καταγραφές του Guenter Reimann όσον αφορά την επιχειρηματική δραστηριότητα υπό τον εθνικοσοσιαλισμό και του «συμπονετικού», «υπεύθυνου» και ρυθμιζόμενου «καπιταλισμού» των σημερινών δυτικών οικονομιών. Τουλάχιστον το Γερμανικό κράτος ήταν ειλικρινές και ονόμαζε σωστά το σύστημα οικονομικού ελέγχου που εφάρμοζε.

 

***

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.