Λιμπερταριανισμός: Δημοκρατικές εκλογές και Αρχή μη Επίθεσης

0
625
Εκλογές
Η δημοκρατική διαδικασία εκλογής πολιτικών αντιπροσώπων στην ουσία ανακηρύσσει εντολοδόχους των πολιτών. Πρόσωπα δηλαδή τα οποία, φαινομενικά λαμβάνουν εντολές από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης και τις οποίες καλούνται να εφαρμόσουν από θέση εξουσίας.

Κάθε φορά που πλησιάζουν οι εκλογές, και δεδομένης της απέχθειας μας για το κράτος, τους θεσμούς και τους υπηρέτες του, ως λιμπερταριανοί αντιμετωπίζουμε το εξής δίλημμα. Να συμμετάσχουμε ή όχι στην εκλογική διαδικασία ως ψηφοφόροι;

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Κάθε φορά που πλησιάζουν οι εκλογές, και δεδομένης της απέχθειας μας για το κράτος, τους θεσμούς και τους υπηρέτες του, ως λιμπερταριανοί αντιμετωπίζουμε το εξής δίλημμα. Να συμμετάσχουμε ή όχι στην εκλογική διαδικασία ως ψηφοφόροι; Παραβιάζει αυτό τη δεοντολογία μας και την Αρχή μη επίθεσης; Μας κάνει συνένοχους σε όλον αυτόν τον κανιβαλισμό που λαμβάνει χώρα στα δημοκρατικά καθεστώτα;

Η ουσία του «εκλέγειν»

Η δημοκρατική διαδικασία εκλογής πολιτικών αντιπροσώπων στην ουσία ανακηρύσσει εντολοδόχους των πολιτών. Πρόσωπα δηλαδή τα οποία, φαινομενικά, λαμβάνουν εντολές από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης και τις οποίες καλούνται να εφαρμόσουν από θέση εξουσίας. Δεν έχει νόημα να αναλύσουμε επί του παρόντος εάν αυτό ισχύει (το έχουμε κάνει αλλού). Αυτό που έχει σημασία είναι ότι έτσι πιστεύεται ότι συμβαίνει και ούτως διακηρύσσουν οι πολιτικοί όταν εκλέγονται.

Μία αναλογία θα ήταν πρέπουσα σε αυτό το σημείο. Κάθε διεκδικητής της εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, αποκτά και μονοπώλιο επιβολής της δια του κρατικού μηχανισμού νόμιμης βίας. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το κράτος είναι μία βαλίτσα μέσα στην οποία είναι τοποθετημένα τα εξής όπλα: ένα περίστροφο, ένα οπλοπολυβόλο και ένα ρόπαλο. Κάθε πολιτική παράταξη και κοινωνική ομάδα ή συμφέροντα που εκπροσωπεί κάθονται γύρω από την βαλίτσα και αναμένουν. Οι ψηφοφόροι είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν ποιος θα έχει το δικαίωμα να αρπάξει τη βαλίτσα και, επιλέγοντας το όπλο που επιθυμεί, θα ασκήσει επιθετική βία σε όλους τους ευρισκόμενους μέσα στο δωμάτιο, χωρίς οι υπόλοιποι να έχουν δικαίωμα αντίστασης.

Παραβιάζει κάτι τέτοιο την Αρχή μη Επίθεσης; Φυσικά. Μία ακόμη αναλογία που θα μπορούσαμε να τραβήξουμε εδώ είναι ότι στην ουσία ο καθένας μας επιλέγει τον εκτελεστή των αντιπάλων του. Δηλαδή, η ψηφοφορία αποτελεί δημοπρασία, όπου στην ουσία προσλαμβάνεται ο καλύτερος εκτελεστής σύμφωνα με την πολυπληθέστερη ετυμηγορία. Ένοχοι επιθετικής βίας δεν είναι μόνο οι εκτελεστές αλλά και αυτοί που τους προσέλαβαν για να πραγματοποιήσουν το έργο τους.

«Το μη χείρον βέλτιστον»

Δεδομένου του αδιεξόδου, όπου μας οδηγεί το δημοκρατικό σύστημα ως λιμπερταριανούς, υπάρχει η πεποίθηση ότι το να επιλέξει κάποιος τον αντιπρόσωπο που θα ασκήσει την λιγότερη συνολική βία από τους υπόλοιπους δεν αποτελεί και παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης. Ας ανατρέξουμε όμως στο προηγούμενο παράδειγμα με τη βαλίτσα που περιέχει όπλα. Ο ψηφοφόρος που διαλέγει το «μη χείρον», στην ουσία θα επιλέξει αυτόν που αντί για το πυροβόλο όπλο, στην καλύτερη περίπτωση, θα χρησιμοποιήσει το ρόπαλο για να ασκήσει την επιθετική του βία. Θα προκαλέσει λιγότερη ζημιά συγκριτικά με το αν χρησιμοποιούσε το πιστόλι ή το πολυβόλο. Παρόλα αυτά, η βία δεν είναι ποσοτικός όρος, είναι τακτικός και περιγραφικός. Ένα χαστούκι, και μία σφαίρα αποτελούν και στις δύο περιπτώσεις βία, παρότι διαφορετικής έκτασης και μεγέθους.

Ας το δούμε έτι μία φορά μέσω αναλογίας. Το κράτος είναι ένας εγκληματίας ο οποίος κρατάει κάποιον όμηρο και απειλεί να τον σκοτώσει. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σώσουμε τον όμηρο, ένας εκ των οποίων είναι και η δολοφονία του εγκληματία με μία βολή ακριβείας εναντίον του χωρίς να βλάψουμε τον όμηρο. Εντούτοις, αυτή η επιλογή δεν υπάρχει στο δημοκρατικό σύστημα. Ο όμηρος θα δεχτεί τη βία, όπως και να έχει. Οι επιλογές μας είναι στην ουσία διαφορετικές εναλλακτικές ως προς την έκταση της βλάβης που ο όμηρος θα υποστεί. Οποιονδήποτε και να επιλέξουμε ως απελευθερωτή του ομήρου, ο δεύτερος έχει εγγυημένη την πιθανότητα να δεχτεί φίλια πυρά. Ως εκ τούτου, η Αρχή μη Επίθεσης παραβιάζεται και πάλι, η διαφορά έγκειται απλά στην ποσότητα βίας που θα δεχτεί ο όμηρος στην πορεία.

Άμυνα ενάντια σε δυνητικά πιο επιθετικούς πολιτικούς;

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί, δεδομένων των συνθηκών, ότι η επιλογή του λιγότερου επιθετικού πολιτικού αποτελεί και άμυνα εναντίον ενός πιο επιθετικού. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής υποστηρίζουν μεγαλύτερη κρατική επιβολή από άλλα κόμματα 1. Θα μπορούσε η επιλογή ενός πιο φιλελεύθερου συγκριτικά κόμματος, να αποτελέσει και αμυντική επιλογή ενάντια σε αυτά ή παρόμοια κόμματα;

Για να δώσουμε την απάντηση, θα έπρεπε να δούμε τι θα γινόταν αν, σε μία αγορά, προσλάμβανε κάποιος μία εταιρία προστασίας. Εκείνη θα τον προστάτευε εναντίον επιτιθεμένων, αλλά δεν θα είχε τη δικαιοδοσία να επιτεθεί σε αθώους. Η άμυνα προς όφελος του πελάτη της δε δικαιολογεί και την επιθετική βία σε περαστικούς ή σε ανθρώπους που καμία σχέση δεν έχουν με την αρχική επίθεση. Επομένως, η επιλογή της λιγότερο παρεμβατικής πολιτικής παράταξης, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση και άμυνα εναντίον περισσότερο απολυταρχικών κομμάτων. Αποτελεί επίθεση, απλά σε διαφορετικούς στόχους και σε διαφορετική έκταση. Άμυνα αποτελεί σίγουρα για τον ψηφοφόρο του κόμματος αυτού, αλλά όχι για τους υπόλοιπους που δέχονται την επίθεση του ή ακόμα καλύτερα, για όσους δεν ψηφίζουν καν. Αυτοί παραμένουν τα αιώνια θύματα των δημοκρατικών διαδικασιών.

Εδώ, ταιριάζει η αναλογία κατά την οποία κάποιος, σπρώχνει μία γυναίκα για να την σώσει από ένα αυτοκίνητο. Κάτι τέτοιο αποτελεί επίθεση προς αυτήν, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της ενέργειας. Ο σωτήρας της είναι ένοχος επίθεσης αλλά η γυναίκα μπορεί πάντα να τον συγχωρέσει γι’ αυτό (εξάλλου την έσωσε από χειρότερη μοίρα).  Στην ουσία, εδώ μιλάμε για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε προθέσεις και αποτέλεσμα. Φυσικά, καλύτερο το μη χείρον, αλλά δεν παύει να αποτελεί και αυτό επίθεση σε κάποιους.

Αν ο όμηρος ήταν ψηφοφόρος του απολυταρχικού κόμματος;

Τι ισχύει όμως, αν τα αθώα θύματα (ο όμηρος) ήταν υποστηρικτής/ψηφοφόρος του κόμματος που είναι πιο επιθετικό από αυτό που επιλέξαμε; Τότε δικαιολογούνται τα φίλια πυρά εναντίον του; Η απάντηση εδώ είναι πως, εφόσον και οι δύο (κόμμα και ψηφοφόρος) έχουν παραβιάσει την αρχή η επίθεσης, η βία εναντίον τους είναι δικαιολογημένη. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο ψηφοφόρος δεν την έχει ασκήσει στον ίδιο βαθμό με το κόμμα που τυγχάνει να είναι διαχειριστής του κράτους (δηλαδή της βαλίτσας με τα όπλα). Τα αντίποινα μπορεί να υπερβαίνουν το έγκλημα που διέπραξε (εξάλλου, μία ψήφος στην κάλπη έριξε και τίποτα άλλο), δικαιολογείται η επίθεση εναντίον του; Μάλλον όχι.

Επίσης, δεν μπορούμε πάντα να ξέρουμε ποιος είναι ψηφοφόρος ποιανού. Η ασφαλέστερη κρίση που θα μπορούσαμε να κάνουμε, θα ήταν να θεωρήσουμε τον όμηρο de facto αθώο ως προς αυτό και να επικεντρωθούμε στον εγκληματία (το κράτος) καθεαυτόν. Ειδάλλως, γινόμαστε και μεις εγκληματίες, ξεπερνώντας τα όρια της τιμωρίας.

Υπάρχουν και εξαιρέσεις προφανώς. Άμεσα ωφελημένοι από το πρόγραμμα ενός κόμματος σαν το ΚΚΕ για παράδειγμα είναι όλοι του οι ψηφοφόροι λόγω της φύσης του πολιτικού προγράμματος του κόμματος (άλλα κόμματα δεν μπορούν λόγω πολιτικής που ακολουθούν να «βολέψουν» όλους τους ψηφοφόρους τους, μπορούν μόνο να ελπίζουν). Εκεί η βία είναι σε κάθε περίπτωση δικαιολογημένη, ειδικά αν γνωρίζουμε σίγουρα ότι ο όμηρος είναι και ψηφοφόρος του κόμματος αυτού.

Η ψήφος αντίδρασης

Τι γίνεται όταν κάποιος ψηφίζει ως αντίδραση στο προηγούμενο κόμμα; Ας το δούμε μέσω ενός παραδείγματος. Όταν ο Χ δεχτεί επίθεση από τον Ψ, τότε ο Χ έχει κάθε δικαίωμα άμυνας με όποια μέσα διαθέτει. Σε περίπτωση φυγής του επιτιθέμενου, ο Χ μπορεί να τον καταδιώξει εφόσον το επιθυμεί. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης μπορεί να δεχτεί βοήθεια ή χρηματοδότηση από γείτονες και φίλους, ο οποίοι μπορούν να συμμετέχουν και αυτοί στο κυνήγι του δράστη.

Ο Χ όμως δεν μπορεί να καταναγκάσει κανέναν να τον βοηθήσει καθώς αυτό θα αποτελούσε χρήση επιθετικής βίας απέναντι σε μη επιτιθέμενους. Επίσης, δεν έχει το δικαίωμα, εάν έχει όπλα, να ανοίξει πυρ σε μία κατοικημένη περιοχή, σκοτώνοντας άμαχους απλά και μόνο για να πετύχει τον δράστη. Παραβιάζεται η αρχή μη επίθεσης. Ο Λιμπερταριανισμός δεν «αγιάζει τα μέσα» δηλαδή. Εάν τα δύο παραπάνω συμβούν, ο Χ είναι το ίδιο ή και περισσότερο εγκληματίας από τον Ψ.

Η ψήφος αντίδρασης στην ουσία αποτελεί μία καταδίωξη ενός εγκληματία ενώ στην πορεία αθώοι στρατολογούνται με τη βία ή δέχονται πυρά που, ενώ δεν έχουν αυτούς απαραίτητα σαν στόχο, τους πλήττουν παρόλα αυτά. Η ψήφος αντίδρασης, είναι δυνητικά χειρότερη, ειδικά, αν και μόνο για την αντίδραση, αυτή πέσει σε κάποιο κόμμα, το ίδιο απολυταρχικό αλλά που έχει διαφορετικά θύματα ως στόχους.

«Δεν ήξερα, δεν γνώριζα τις προθέσεις του κόμματος που ψήφισα»

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ψηφίζει ένα φιλελεύθερο κόμμα, το οποίο στη συνέχεια, ενώ βρίσκεται στην εξουσία, εφαρμόζει μεγαλύτερη επίθεση στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα από αυτή που υποσχέθηκε. Μπορούμε να θεωρήσουμε τον ψηφοφόρο λιγότερο ένοχο συγκριτικά με τις πράξεις του κόμματος που διάλεξε; Αυτή είναι μία δύσκολη ερώτηση την οποία θα δοκιμάσω να απαντήσω με μία (ακόμη) αναλογία.

Έστω ότι προσλαμβάνω μία εταιρία προστασίας της περιουσίας μου. Το συμβόλαιο ορίζει ότι η μόνη της δράση (την οποία έχω εγκρίνει εγώ με την υπογραφή μου) είναι η άμυνα και όχι η επίθεση σε αθώους. Η εταιρία αυτή όμως, αρχίζει, εγκληματικά, να επιτίθεται σε αθώους. Είμαι συνένοχος; Όχι, διότι η εταιρεία δεν έχει διαπράξει μόνο έγκλημα εναντίων τρίτων αλλά και εις βάρος μου παραβιάζοντας την σύμβασή μεταξύ μας. Επομένως, η τιμωρία οφείλει να στραφεί εναντίον της και μόνο, διότι δεν ενέκρινα καμία από τις δράσεις της.

Στη σχέση κόμματος-ψηφοφόρου δεν υπάρχει κάποιο ανάλογο συμβόλαιο. Το κόμμα απλά υπόσχεται στους ψηφοφόρους τους ότι θα πράξει σύμφωνα με τις προγραμματικές του δηλώσεις. Η υπόσχεση όμως δεν αποτελεί συμβόλαιο, δεν είναι δεσμευτική με κανέναν τρόπο, διότι ποτέ δεν έγινε μεταβίβαση δικαιωμάτων από τη μία πλευρά στην άλλη. Πουθενά δεν ορίζεται ότι ο ψηφοφόρος έχει δικαίωμα να ασκήσει δίωξη επειδή το κόμμα του τον πρόδωσε. Είναι απλά λόγια. Στη σχέση κόμματος-ψηφοφόρου, τα πάντα είναι ανοικτά, καμία εγγύηση δεν υπάρχει από καμία πλευρά, ένοχες είναι και οι δύο, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Ο ψηφοφόρος είναι ένοχος της επίθεσης του κόμματός του με βάση τις υποσχετικές του δηλώσεις αλλά όχι για ότι πραγματοποιήσει αυτό κατά παράβαση αυτών.

Αποτελεί η ψήφος αναγνώριση προς τον θεσμό του κράτους;

Κατά την άποψή μου, η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο αναρχικός λιμπερταριανός κατά κάποιον τρόπο αποδέχεται την νομιμότητα του κράτους. Θα αποτελούσε η χρήση του όπλου ενός εγκληματία εναντίον του και νομιμοποίηση του εγκλήματος του; Μάλλον όχι. Μπορεί να υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες, αλλά αυτό δε σημαίνει, ότι στη συνείδηση τουλάχιστον του λιμπερταριανού, το κράτος κατά κάποιον τρόπο απέκτησε ηθική νομιμότητα, επειδή εκείνος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα όπλα του εναντίον του.

Πρέπει ο λιμπερταριανός να ψηφίζει;

Και ερχόμαστε στην πιο δύσκολη ερώτηση. Είναι «σωστό» ένας λιμπερταριανός να ψηφίζει; Ή ακόμα καλύτερα, είναι δικαιολογημένη η ψήφος του σε εκλογές; Η απάντηση για μένα έχει να κάνει με το πόσο θα ήθελε να έχει το βάρος στη συνείδησή του ότι έδωσε τη δυνατότητα σε κάποιον, μέσω της ψήφου του να ασκήσει βία σε άλλους. Αν δεν επιθυμεί αυτό το βάρος, αν η συμμετοχή στον κανιβαλισμό του δημοκρατικού συστήματος του προξενεί αηδία, τότε ας μην συμμετάσχει. Αν θεωρεί τις εκλογές όμως ένα τακτικό μέσο διεξαγωγής πολέμου εναντίον του κράτους, τότε ας ψηφίσει. Μακάρι να ιδρυόταν ένα κόμμα αναρχοκαπιταλιστών, το οποίο σαν τελικό στόχο θα είχε την κατάργηση του κράτους. Αυτό όμως δε συμβαίνει, ούτε αναμένω να συμβεί σύντομα. Εξάλλου, υπό τις παρούσες συνθήκες, το κράτος είναι ασταμάτητο και δεν μπορούμε να εμποδίσουμε κανέναν λιμπερταριανό πρακτικά να ψηφίζει. Τα θύματα των επιλογών του θα είναι αυτά τα οποία, αν το επιθυμούν, θα έχουν το δικαίωμα να τον συγχωρήσουν εν τέλει. Φυσικά, αν δεν είστε Λιμπερταριανοί, μπορείτε να αγνοήσετε όλα τα παραπάνω, δεν απευθύνονται σε εσάς.

Προσωπικά, δε θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι εν τέλει δεοντολογικό για τον Λιμπερταριανό.  Όλα αυτά που περιγράψαμε παραπάνω είναι συνέπειες του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Βρισκόμαστε σε πόλεμο και αναπόφευκτα κάποιοι θα κάνουν εκπτώσεις στις δεοντολογικές τους αρχές. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι ο Λιμπερταριανός που επιλέγει να σκεφτεί τις διεξόδους από αυτό το δίλημμα (μάλλον είναι και προς τιμήν του αυτό). Το πρόβλημα είναι το Κράτος και η Δημοκρατία.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τον Λιμπερταριανισμό:

  1. Υπό αυτήν την διαπίστωση, η αμυντική ή ακόμα και προληπτική βία εναντίον τους θα ήταν δικαιολογημένη. Εξάλλου, το ίδιο θα έκαναν και αυτοί, δηλαδή επίθεση σε όλους μας, εάν αποκτούσαν την εξουσία