Λιμπερταριανισμός και Ελεύθερη Κοινωνία: Η Αρχή μη επίθεσης

0
1834
Αρχή Μη Επίθεσης
Το κράτος συνήθως αποτελεί τον κύριο παραβάτη της Αρχής μη-Επίθεσης (ΑΜΕ), The non-Agression Principle (NAP)

«Κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να απειλήσει με ή να χρησιμοποιήσει βία εναντίον κάποιου άλλου ατόμου και της περιουσίας του. Η βία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ενάντια σε κάποιον που τη χρησιμοποιεί πρώτος, δηλαδή μόνο αμυντικά. Εν συντομία, βία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ενάντια σε μη επιτιθέμενο. Αυτός είναι ο θεμελιώδης κανόνας στον οποίο μπορεί να στηριχτεί ολόκληρη η λιμπερταριανή θεωρία». murray Rothbard (ορίζοντας την Αρχή Μη Επίθεσης)

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στη λιμπερταριανή θεωρία υπάρχει ένα κεντρικό αξίωμα σύμφωνα με το οποίο, μπορούμε να βρούμε λύσεις σε συγκρούσεις συμφερόντων στις σχέσεις των ανθρώπων μία κοινωνίας. Αυτό το αξίωμα ονομάζεται «Αρχή μη-επίθεσης» ή «αξίωμα μη-επίθεσης», εν συντομία ΑΜΕ.

Ορισμός

H ΑΜΕ έχει οριστεί με ποικίλους τρόπους και αν κάνουμε μία ιστορική αναδρομή, θα μπορούσαμε να την εντοπίσουμε στον 3ο π.χ. αιώνα και τον Επίκουρο. Ο κλασικός θεωρητικός των φυσικών δικαιωμάτων και του φυσικού νόμου, Τζον Λοκ, ορίζει την ΑΜΕ ως εξής: «Επειδή όλοι γεννιόμαστε (ηθικά) ίσοι, τότε κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τραυματίσει τον άλλον, το σώμα του, την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του». Η Άυν Ραντ μας λέει ότι: «Μία πολιτισμένη κοινωνία θα πρέπει να αποκλείει τη χρήση βίας στις κοινωνικές σχέσεις…η βία θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνο ως αντίποινα σε αυτούς που τη χρησιμοποίησαν πρώτοι». Σημειώστε το πλαίσιο που τοποθετεί αυτόν τον ορισμό, την «πολιτισμένη κοινωνία».

Τέλος, ο σημαντικότερος ίσως Λιμπερταριανός οικονομολόγος και φιλόσοφος, ο Μάρρεϊ Ρόθμπαρντ ορίζει την ΑΜΕ ως εξής: «Κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να απειλήσει με ή να χρησιμοποιήσει βία εναντίον κάποιου άλλου ατόμου και της περιουσίας του. Η βία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ενάντια σε κάποιον που τη χρησιμοποιεί πρώτος, δηλαδή μόνο αμυντικά. Εν συντομία, βία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ενάντια σε μη επιτιθέμενο. Αυτός είναι ο θεμελιώδης κανόνας στον οποίο μπορεί να στηριχτεί ολόκληρη η λιμπερταριανή θεωρία».

Αν και ο ορισμός του Ρόθμπαρντ θεωρείται ο πληρέστερος, θα μπορούσαμε ως «βία» να ορίσουμε οποιαδήποτε παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων του ατόμου.

Αρχή μη επίθεσης και ο «χρυσός κανόνας»

Θα έλεγε κανείς ότι η ΑΜΕ είναι μία διαφορετική διατύπωση του χρυσού κανόνα. Ο χρυσός κανόνας συνοψίζεται από το ρητό «μην κάνεις σε άλλους αυτό που δε θα ήθελες να σου κάνουν» ή «κάνε σε άλλους αυτό που θα ήθελες να σου κάνουν». Το πρόβλημα με αυτή τη διατύπωση είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνει την περίπτωση όπου το άτομο θα ήθελε κάποιος να γίνει βίαιος απέναντι του. Για παράδειγμα ένας μαζοχιστής θα ήταν σίγουρα ιδιαίτερα περιχαρής όταν θα μπορούσε να κάνει σε άλλους αυτά που του αρέσουν να του κάνουν. Φυσικά, το παράδειγμα είναι τραβηγμένο αλλά για να είμαστε φιλοσοφικά ακραιφνείς θα επαναδιατυπώναμε τον χρυσό κανόνα ως: «Μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θα ήθελαν οι ίδιοι να τους κάνεις».

Σίγουρα, ο ορισμός της ΑΜΕ είναι πιο πλήρης, καθώς αναφέρεται σε αρνητικά δικαιώματα. Ο χρυσός κανόνας, ανά περίσταση, θα μπορούσε να αφορά και θετικά δικαιώματα, τα οποία ο Λιμπερταριανισμός απορρίπτει.

Φιλοσοφική αιτιολόγηση της Αρχής Μη-Επίθεσης

Στην φιλοσοφία γενικά και ειδικά στην ηθική φιλοσοφία, γίνεται προσπάθεια, ώστε κάθε ηθική αρχή να μπορεί να αιτιολογηθεί αντικειμενικά.

Η Άυν Ραντ και οι ομπτζεκτιβιστές δικαιολογούν την ΑΜΕ με την επίκληση στο «δικαίωμα στη ζωή». Εφόσον κάθε οργανισμός «θέλει» να ζήσει, τότε η ΑΜΕ είναι αντικειμενικά αληθής ως φυσικό επακόλουθο.

Διάφοροι χριστιανοί φιλόσοφοι, θεωρούν ότι η ΑΜΕ είναι αντικειμενική, διότι έχει υπαγορευθεί από τον θεό.

Ο Μάρρεϊ Ρόθμπαρντ την στηρίζει στον φυσικό νόμο, με άλλα λόγια στο ότι κάθε άνθρωπος γεννιέται με θεμελιώδη φυσικά δικαιώματα τα οποία είναι αναφαίρετα. Η ΑΜΕ προστατεύοντας τα δικαιώματα αυτά δικαιολογείται εκ φύσεως.

Ο Χανς Χέρμαν Χόπε χρησιμοποίησε ως απόδειξη «το επιχείρημα εκ του επιχειρήματος». Δηλαδή, εφόσον για να επιλύσουμε διαφορές χρησιμοποιούμε επιχειρήματα, τότε αυτομάτως δεχόμαστε την ύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στο σώμα μας. Αφού λοιπόν τα επιχειρήματα εκφράζονται από το σώμα μας (ομιλία, γραφή) τότε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα είναι αντικειμενικά και η ΑΜΕ δικαιολογημένη.

Χάσμα όντος-δέοντος

Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «αντικειμενική ηθική» εννοούμε τον ηθικό κώδικα εκείνον ο οποίος πρέπει να γίνει αποδεκτός, όπως αποδεκτή είναι η φυσική πραγματικότητα. Το πρόβλημα είναι το εξής και το διατύπωσε ο Ντέιβιντ Χιουμ. Με λίγα λόγια, το ότι κάτι «είναι» δεν μας οδηγεί λογικά στο ότι έτσι «πρέπει» να είναι. Για παράδειγμα, η επίκληση του Ρόθμπαρντ στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δια του φυσικού νόμου, δεν μας υποχρεώνει και σε αποδοχή τους. Το ότι η Άυν Ραντ θεωρεί τη ζωή ως υπέρτατο στόχο του ατόμου, δε σημαίνει ότι «πρέπει» να δεχτούμε και αυτόν το στόχο ως ηθικό.

Δεν υπάρχει κάποιος φιλοσοφικά ακέραιος τρόπος ώστε να μπορέσουμε να πείσουμε κάποιον περί της αντικειμενικής ορθότητας της Αρχής Μη-επίθεσης. Μπορούμε μόνο να επιχειρηματολογήσουμε πάνω σε δεοντολογικές προκείμενες αλλά και σε ωφελιμιστικές-συνεπειοκρατικές. Για παράδειγμα, αν σεβόμασταν όλοι τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δε θα είχαμε κλοπές, φόνους, πολέμους κ.ο.κ.

Εν συντομία, η αρχή μη-επίθεσης δεν είναι αντικειμενικό ηθικό αξίωμα. Είτε κάποιος την αποδέχεται, είτε όχι. Πάντα είναι ανοιχτή προς συζήτηση.

Μιας και η αρχή μη επίθεσης είναι ακρογωνιαίος λίθος της Λιμπερταριανής θεωρίας, ας φορέσουμε τα λιμπερταριανά γυαλιά μας και ας εξετάσουμε μερικές περιπτώσεις όπου αυτή παραβιάζεται ή όχι.

Πότε παραβιάζεται η Αρχή Μη-Επίθεσης;

Κλοπή, φόνος, βιασμός και λοιπά βίαια εγκλήματα

Είναι προφανές ότι η κλοπή και ο φόνος παραβιάζουν την αρχή μη επίθεσης. Αυτό διότι επιτίθενται στο αρνητικό δικαίωμα του ατόμου στη ζωή και αυτοδιάθεση. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε αυτό το σκεπτικό και σε άλλες πράξεις όπως η σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας. Ένα πολύ απλό κριτήριο για να ορίζουμε το πότε παραβιάζεται η αρχή μη επίθεσης όταν η πράξη κατευθύνεται προς το σώμα, είναι η ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης.

Υπάρχουν βέβαια και σκιώδεις υποθέσεις όπου δεν μπορεί να εξακριβωθεί το αν υπήρχε συγκατάθεση ή όχι. Ένα τέτοιο παράδειγμα αφορά τη χρήση ουσιών που παρακωλύει τις νοητικές λειτουργίες. Όταν εκδικάζεται μία τέτοια υπόθεση, αυτό διαπιστώνεται από τους εμπειρογνώμονες και μάρτυρες.

Παραβίαση όρων συμβολαίων

Παραβίαση της Αρχής μη επίθεσης αποτελεί και η αθέτηση των όρων ενός συμβολαίου. Τα συμβόλαια αποτελούν προϊόντα αυτοδιάθεσης και εθελούσιας συναλλαγής μεταξύ ατόμων. Από αυτό προκύπτει, ότι η παραβίαση των όρων συνιστά και επίθεση στην αυτοδιάθεση του ατόμου. Σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από αυτό, θα λέγαμε ότι η αθέτηση συνιστά και έμμεση κλοπή.

Έστω ότι πηγαίνω σε ένα κατάστημα και αγοράζω ένα κινητό το οποίο είδα σε μία βιτρίνα. Παραλαμβάνοντας το κουτί, διαπιστώνω ότι αντί για κινητό, έχω αποκτήσει μία πέτρα. Έχοντας δώσει τα χρήματά μου και έχοντας παραλάβει την απόδειξη αγοράς, έχω στην ουσία υπογράψει ένα συμβόλαιο. Δίνω χρήματα και παίρνω ένα κινητό. Εφόσον δεν έχω παραλάβει το συμφωνηθέν προϊόν, τότε μπορούμε να πούμε ότι τα χρήματά μου εκλάπησαν. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η αθέτηση συμβολαίων, συνιστά έμμεση κλοπή (έμμεση διότι δεν ασκήθηκε φυσική βία).

Παραβίαση συμβολαίου συνιστά και η ανυπακοή κανόνων που έχουν θεσπιστεί στην ιδιοκτησία κάποιου. Για παράδειγμα το να φωνάζει κάποιος σε ένα θέατρο ή να βγάζει φωτογραφίες σε ένα μουσείο ενώ απαγορεύονται, συνιστά παραβίαση της αρχής. Αυτό διότι συμβόλαιο αποτελεί και η αποδοχή των κανόνων με την είσοδο σε έναν χώρο. Είναι η προϋπόθεση για την παρουσία μας σε αυτόν.

Απειλή φυσικής βίας κατά του ατόμου και της ιδιοκτησίας του

Στον ορισμό του Ρόθμπαρντ είδαμε ότι η ΑΜΕ περιλαμβάνει και την απαγόρευση απειλής με φυσική βία κατά του ατόμου ή της περιουσίας του. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να προσέξουμε τη διατύπωση της απειλής και τους όρους με τους οποίους η βία θα χρησιμοποιούταν.

Ας υποθέσουμε ότι λογομαχούμε με κάποιον. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να τον απειλήσουμε. Πρώτον, μπορούμε να τον απειλήσουμε βάζοντας όρους. «Αν σε ξαναδώ μπροστά μου, θα σε δείρω». Αυτή η απειλή συνιστά παραβίαση της ΑΜΕ. Αυτό διότι δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να ξέρει ο απειλούμενος πάντα το πότε έχει εισέλθει στο οπτικό πεδίο μας. Το «αν ακουμπήσεις ξανά το αυτοκίνητό μου, θα σε δείρω» δε συνιστά παραβίαση. Αυτό διότι ο όρος (μην ακουμπήσεις το αυτοκίνητο) είναι ξεκάθαρος. Ο απειλούμενος δεν έχει τίποτα να φοβάται εφόσον δεν ακουμπήσει το αυτοκίνητο. Ακόμα ένα παράδειγμα είναι το «θα δείρω όποιον είναι ολυμπιακός». Ούτε εδώ συνίσταται παραβίαση. Δεν κατευθύνεται σε κάποιο άτομο συγκεκριμένα, δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιον θα χτυπήσει ή πότε. Επίσης, η πληροφορία για το τι ομάδα είναι κάποιος δεν είναι προσβάσιμη πάντα, επομένως η απειλή βασίζεται σε πολύ αόριστες προϋποθέσεις.

Να επισημάνουμε εδώ ότι η απειλή με χρήση φυσικής βίας (τηρουμένων των προϋποθέσεων που αναφέραμε) δικαιολογεί τα αντίποινα ως προληπτικό μέτρο. Θα μπορούσαμε δηλαδή προληπτικά να ανταποδώσουμε με φυσική βία ενάντια σε μία απειλή

Ηχορύπανση και μόλυνση του περιβάλλοντος

Η ηχορύπανση είναι ένα πολύ σύνθετο θέμα. Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, η ηχορύπανση παραβιάζει την αρχή μη επίθεσης υπό προϋποθέσεις. Πρώτον, όταν ξεπερνάει κάποιο συγκεκριμένο προσυμφωνηθέν όριο θορύβου. Το ίδιο ισχύει και για συμφωνηθείσες ώρες κοινής ησυχίας. Αυτό συνιστά και αθέτηση συμβολαίου. Επίσης, ακόμα και αν η ηχορύπανση επιτρέπεται, αν πραγματοποιηθούν ζημιές σε περιουσία ανθρώπων, τότε η αρχή παραβιάζεται εφόσον τα θύματα δεν υπέγραψαν κάποιο συμβόλαιο γνώσης των κινδύνων. Τέλος, η ηχορύπανση δεν παραβιάζει την ΑΜΕ όταν συμβαίνει από κάποιον ο οποίος κατοίκησε πρώτος σε κάποιο σημείο. Αν για παράδειγμα κάποιος χτίσει ένα αεροδρόμιο και ο ήχος από τα αεροπλάνα φτάνει στα 2 χιλιόμετρα από αυτό, τότε έχει κατοχυρώσει και τα «δικαιώματα» για τον θόρυβο. Εφόσον οποιαδήποτε μετοίκηση στα κοντινά μέρη γίνεται με τη γνώση ύπαρξης του θορύβου, τότε ο κάτοχος του αεροδρομίου δεν παραβιάζει την ΑΜΕ.

H μόλυνση του περιβάλλοντος για πολλούς λιμπερταριανούς (ανάμεσά τους και ο Walter Block) συνιστά παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Αυτό διότι, τα παραπροϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας διασχίζουν το χώρο και εισέρχονται στην ιδιοκτησία κάποιων. Επομένως θα λέγαμε, ότι εφόσον τα παραπροϊόντα αυτά εισέρχονται σε ιδιοκτησία κάποιου χωρίς τη συγκατάθεσή του, ότι παραβιάζεται η αρχή μη επίθεσης. Εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες παράγουν μόλυνση. Αν ήμασταν εξαιρετικά αυστηροί στην εφαρμογή της ΑΜΕ τότε δε θα έπρεπε να επιτρέπεται καμία δραστηριότητα.

Η απάντηση στο είναι ότι όλοι ανεχόμαστε λίγη μόλυνση από κάθε μας δραστηριότητα. Θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο, κοστοβόρο και δύσκολο να διεκδικήσουμε αποζημίωση για κάθε «δράση» ξεχωριστά. Γενικά υπάρχει αποδοχή ενός μίνιμουμ μόλυνσης. Επίσης, σε περιοχές όπου η βιομηχανική δραστηριότητα είναι έντονη, οι κάτοικοι που μένουν εκεί, κάνουν περισσότερες παραχωρήσεις. Επισημαίνουμε εδώ, ότι σύμφωνα με τη λιμπερταριανή θεωρία, το εκάστοτε θύμα θα έπρεπε να επιλέγει για το αν θα διεκδικήσει τις αξιώσεις που δικαιούται μέσω της ΑΜΕ.

Το κράτος ως κύριος παραβάτης της Αρχής μη επίθεσης

Το κράτος δεν βρίσκεται σε κάποιο απυρόβλητο ως προς την Αρχή μη επίθεσης. Στην πραγματικότητα, θα λέγαμε ότι την παραβιάζει περισσότερο από κάθε άλλο δρώντα σε μία οικονομία. Καταρχάς, η φορολογία, εφόσον συμβαίνει με εξαναγκασμό δια της απειλής βίας, τότε παραβιάζει την ΑΜΕ. Επίσης, ο βασικός μισθός παραβιάζει και αυτός την ΑΜΕ καθώς αποτελεί επίθεση στην αυτοδιάθεση του ατόμου να θέσει το ίδιο κατώτατη τιμή για την εργασία του. Λοιπά μέτρα τα οποία παραβιάζουν την αρχή μη επίθεσης είναι: οι δασμοί (φόροι στην ουσία), απαγόρευση και έλεγχος οικονομικών δραστηριοτήτων (απαγόρευση πώλησης/χρήσης ναρκωτικών και πορνείας), νομισματική πολιτική (παραχάραξη του χρήματος) και κρατικά προστατευμένα μονοπώλια (παραβίαση της αυτοδιάθεσης των ατόμων που θα ήθελαν να δραστηριοποιηθούν στον εκάστοτε τομέα). Την αρχή μη επίθεσης παραβιάζει και κάθε επιθετικός πόλεμος καθώς και η υποχρεωτική θητεία στις ένοπλες δυνάμεις και η στρατολόγηση σε καιρό πολέμου.

Θα έλεγε κανείς ότι το δημοκρατικό σύστημα, εκ της λειτουργίας του καταπατά φύσει την ΑΜΕ. Αυτό διότι η εκάστοτε πλειοψηφία επιβάλλει διά της ψήφου τη θέλησή της στην μειοψηφία. Αυτό οδήγησε και πολλούς Λιμπερταριανούς να θεωρούν τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία ως de facto παραβίαση της αρχής μη επίθεσης. Άλλοι Λιμπερταριανοί θεωρούν ότι η επιλογή του λιγότερου κρατιστή πολιτικού δε συνιστά παραβίαση.

Ο Ρόθμπαρντ στην «Ανατομία του Κράτους» υποστηρίζει ότι το κράτος δημιουργήθηκε εξ αρχής με υποταγή και εξαναγκασμό ολόκληρων πληθυσμών από μικρές ληστρικές ομάδες. Αν και αυτή η θέση είναι αρκετά ισχυρή ώστε να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι το κράτος παραβιάζει την αρχή μη επίθεσης, δε τη χρειαζόμαστε για να το υποστηρίξουμε. Μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα εκ του τρόπου λειτουργίας του.

Τι δεν συνιστά παραβίαση της Αρχής μη επίθεσης;

Εδώ θα παραθέσουμε μερικές περιπτώσεις όπου, ενώ είναι εύκολο να το υποθέσουμε, η αρχή μη επίθεσης δεν παραβιάζεται.

Συμβόλαια εθελούσιας κακομεταχείρισης 

Υπάρχει ένα πολύ κλασικό παράδειγμα εδώ το οποίο έχουν χρησιμοποιήσει μεταξύ άλλων ο Ρόθμπαρντ και Στέφαν Μόλυνιου. Το αποκαλούν «Η πόλη του βιασμού». Έστω ότι υπάρχει μία πόλη όπου πριν εισέλθει κάποιος, υπογράφει συμβόλαιο που προβλέπει ότι θα πέφτει σε ανύποπτα διαστήματα θύμα βιασμού. Παραβιάζεται η αρχή μη επίθεσης; Η απάντηση είναι όχι, καθώς το συμβόλαιο υπογράφτηκε εν γνώση του ατόμου.

Παρόλα αυτά, όπως κάθε συμβόλαιο, έτσι πρέπει και αυτό να περιέχει ρήτρα η οποία θα ενεργοποιείται όταν το άτομο θα ήθελε να απεμπλακεί πληρώνοντας κάποια αποζημίωση η οποία έχει προσυμφωνηθεί. Καταλαβαίνουμε ότι αυτό το παράδειγμα είναι ακραίο και απάνθρωπο, αλλά θέλουμε να δείξουμε ότι, από τη στιγμή που υπάρχει συγκατάθεση ενήλικων ατόμων, τότε η ΑΜΕ δεν παραβιάζεται.

Ρατσιστικός και ομοφοβικός λόγος

Ο ρατσιστικός και ομοφοβικός λόγος, ακόμα και στη δημόσια σφαίρα, δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής μη επίθεσης. Αυτό διότι πρώτον, είναι προϊόν αυτοδιάθεσης. Δεύτερον, δε συνιστά απειλή προς κανέναν. Δεν παραβιάζει τα αρνητικά δικαιώματα κάποιων. Φυσικά, θα έλεγε κανείς ότι πλήττει τη φήμη διάφορων κοινωνικών ομάδων. Όμως, η φήμη, για να ακριβολογήσουμε, δεν είναι ιδιοκτησία του ατόμου. Η φήμη, μιας και αποτελείται από το σύνολο των απόψεων άλλων ατόμων, αποτελεί και ιδιοκτησία όλων των ατόμων πλην του ατόμου στο οποίο αναφέρεται ο ρατσιστικός/ομοφοβικός λόγος. Επομένως, δεν παραβιάζεται κάποιο ιδιοκτησιακό δικαίωμα, ούτε η αυτοδιάθεση των θιγόμενων ατόμων.

Φυσικά, τα άτομα που θίγονται προφανώς θα νιώθουν δυσάρεστα, αλλά αυτό είναι δικό τους πρόβλημα καθώς δεν έχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην πένα και στο σώμα κανενός. Αν είναι να προστατεύσουν την ψυχολογία τους, καλό θα ήταν να μάθουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε τέτοια λόγια.

Για παράδειγμα τo εξώφυλλο της Ελεύθερης Ώρας με πρωτοσέλιδο με τίτλο «Ξύλο σε κάθε αδερφή» παρότι εντελώς αντιαισθητικό και ανόητο δεν παραβιάζει την Αρχή Μη Επίθεσης.

Δύο πράγματα παραβιάζουν την ΑΜΕ όπως είπαμε. Η άμεση φυσική βία και η απειλή βίας. Το «Ξύλο σε κάθε αδερφή» δεν είναι τίποτα από τα δύο καθώς είναι εξαιρετικά αόριστο και δεν περιέχει κάποια απειλή. Η διατύπωση έχει μεγάλη σημασία. Αν έλεγε ότι «Αν πετύχω την τάδε αδερφή στο δρόμο, θα την σκοτώσω» τότε συνιστά απειλή.

Επίσης, η ηθική αυτουργία δεν αποδεικνύεται λογικά. Ακόμα και αν θεωρήσουμε την πρόταση ως προτροπή σε έγκλημα, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι το πιθανό έγκλημα έγινε λόγω της προτροπής ακόμα και αν ομολογήσει ο δράστης. Είναι λογικό σφάλμα η εξ ομολογίας απόδειξη. Αν όμως μαθευτεί ότι ο συγγραφεύς ήταν αρχηγός σπείρας που δρούσε ανάλογα τότε, ναι, τον καταδικάζουμε με την κατηγορία της επιθετικής βίας.

Kριτικές προς την ΑΜΕ

Εφόσον η Αρχή Μη-επίθεσης δεν είναι κάποιο αντικειμενικό ηθικό αξίωμα (αν ποτέ θεωρούταν ως τέτοιο), λογικό είναι να έχει δεχθεί κριτικές. Ας δούμε τις σημαντικότερες.

Συνεπειοκρατική κριτική

Μία από τις κριτικές προέρχεται από την συνεπειοκρατική σκοπιά και δη τον ωφελιμισμό. Οι ωφελιμιστές θεωρούν ότι η ΑΜΕ είναι ανήθικη, καθώς δεν επιτρέπει την χρήση βίας σε περιπτώσεις όπου θα μπορούσαν για παράδειγμα να σωθούν ζωές. Αν το να παραβιαστούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα κάπου, έσωζαν ένα εκατομμύριο ζωές, γιατί να είναι ανήθικη ή να διώκεται η παραβίασή τους; Παρόλο που τέτοιες περιπτώσεις είναι εξαιρετικά απίθανες, υπάρχουν αντίστοιχες μικρότερης κλίμακας. Για παράδειγμα, γιατί να θεωρείται ανήθικη η κλοπή εφόσον γίνεται από κάποιον ο οποίος λιμοκτονεί εις βάρος κάποιου πλουσίου;

Η απάντηση εδώ είναι ιδιαίτερα απλή. Η αρχή μη επίθεσης δεν είναι κριτήριο ηθικότητας. Στο παράδειγμα με τον πεινασμένο φτωχό και τον πλούσιο, παρόλο που ο φτωχός παραβίασε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του πλούσιου, δε θα λέγαμε ότι έκανε κάτι ανήθικο. Η αρχή μη επίθεσης αφορά κυρίως την θεώρηση συμβάντων για νομική αντιμετώπιση. Επίσης, μιας και δεν είναι δεσμευτική, η ΑΜΕ μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις απλά να αγνοηθεί λόγω ειδικών συγκυριών και να μην επιβληθεί κάποια αποζημίωση, ή να είναι πολύ μικρή. Φυσικά, αν ο πλούσιος επιδιώξει την σκληρότερη δυνατή ποινή, μπορούμε να τον θεωρήσουμε ανήθικο παρότι απλά υπερασπίζεται τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα. Η ΑΜΕ δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ηθική.

Αρκετοί συνεπειοκράτες-ωφελιμιστές λιμπερταριανοί, δέχονται εντούτοις την ΑΜΕ με το επιχείρημα ότι τέτοιες περιπτώσεις είναι αρκετά σπάνιες. Επομένως, το να προωθηθεί το σκεπτικό της Αρχής μη-επίθεσης, θα έχει γενικά μεγαλύτερο όφελος (utility) παρόλο που μπορεί να μην εφαρμόζεται γενικώς σε κάθε περίσταση.

Άλλοι Λιμπερταριανοί, όπως ο Λούντβιχ βον Μίζες και ο Φρέντερικ βον Χάγιεκ δε δέχονται καν την ΑΜΕ, αλλά υποστηρίζουν κάποια ελάχιστη κρατική παρέμβαση με ωφελιμιστικά κριτήρια, κυρίως στην τήρηση συμβολαίων, απονομή δικαιοσύνης και έλεγχο των σωμάτων ασφαλείας.

Επιχείρημα για εσωτερική ασυνέπεια

Ένα επιχείρημα κατά τις ΑΜΕ αποτελεί το ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το ποιος ξεκίνησε με επιθετική βία. Συνήθως σε μία διαμάχη κάθε πλευρά θα ισχυριστεί ότι η άλλη ξεκίνησε πρώτη. Ενώ προφανώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι άμεσα ορατό και επαληθεύσιμο το ποιος «ξεκίνησε πρώτος», εντούτοις σε δυσκολότερες περιπτώσεις αυτό δεν είναι ξεκάθαρο. Για παράδειγμα σε διαμάχες οι οποίες ξεκινούν πολλές γενεές πριν ή και σε περίπτωση πολέμων, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε το καταλυτικό εκείνο γεγονός που πυροδότησε τη διαμάχη.

Τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζουν όλα τα δικαστικά συστήματα. Επίσης, η ύπαρξη τέτοιων, τεχνικών στην ουσία, προβλημάτων, δεν στηρίζει τη θέση ότι η ΑΜΕ είναι ασυνεπής. Το μόνο που κάνει είναι να επισημαίνει τις δυσκολίες, οι οποίες παρόλα αυτά δε θα έπρεπε να μας εμποδίζουν στο να πραγματοποιούμε τις διαδικασίες για την εύρεση του ενόχου. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε επίσης ότι σε μερικές περιπτώσεις, και οι δύο πλευρές είναι ένοχες για επιθετική βία, η οποία ξεπέρασε το όριο της αυτοάμυνας.

Μία κριτική ακόμα προέρχεται από φιλελεύθερους σοσιαλιστές και παραδοσιακούς αναρχικούς. Θεωρούν ότι όλη η γη σε κάποιο χρονικό σημείο αποτελούσε περιουσία η οποία εκλάπη με τη χρήση βίας. Επίσης, εφόσον η ιδιοκτησία προστατεύεται με απειλή βίας, τότε η ιδιοκτησία και μόνο ως δικαίωμα παραβιάζει την αρχή μη επίθεσης.

Στο πρώτο σκέλος μπορούμε να απαντήσουμε ρωτώντας «ποιος έκλεψε από ποιον;». Οπότε και μπορούμε να ανατρέξουμε σε ιστορικά γεγονότα ψάχνοντας τίτλους κληρονομιάς και μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας. Στο δεύτερο σκέλος, εφόσον η βία για προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων είναι αμυντική, τότε επιτρέπεται από την ΑΜΕ.

Τι γίνεται όταν δε βρίσκουμε τους νόμιμους ιδιοκτήτες;

Οι ενστάσεις συνεχίζουν στην περίπτωση όπου δεν μπορούν να βρεθούν παλαιότεροι ιδιοκτήτες, ώστε να δούμε την μεταφορά των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από γενιά σε γενιά.

Εδώ δεν υπάρχει κάτι να απαντήσουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα. Εφόσον οι τίτλοι ιδιοκτησίας έχουν χαθεί, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η γη είναι άκτητη επομένως διαθέσιμη για οικειοποίηση. Εδώ εμφανίζεται μία ακόμα ένσταση η οποία λέει ότι αυτή η απάντηση δικαιολογεί όλες τις κλοπές που έγιναν στο παρελθόν και δεν έχουν εξακριβωθεί. Θεωρούν ότι το σημείο, στο οποίο γη μετετράπη από κλοπιμαίο σε δικαίως αποκτηθείσα περιουσία, είναι εντελώς αυθαίρετο. Εδώ όμως έχουμε εξαντλήσει τα όρια των δυνατοτήτων μας. Η ανταπάντηση είναι απλά ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τη σειρά των νόμιμων δικαιούχων, τίτλους ιδιοκτησίας και συμβόλαια μεταβίβασης. Απλά δεχόμαστε την πιο απλή λύση.

Επίσης σε περίπτωση θανάτου των προηγούμενων ιδιοκτητών χωρίς να έχουμε ενδείξεις μεταφοράς τίτλου στον παρόντα ιδιοκτήτη, λαμβάνουμε τη θέση «δικαιούχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου» (παρόμοιο με το αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου). Εφόσον δεν εμφανιστεί κάποιος διεκδικητής με αποδείξεις ότι η περιουσία του ανήκει, τότε δεχόμαστε τον πρώτο κάτοχο ως δικαιούχο.

Μέσα σε όλες αυτές τις ενστάσεις, ο Ρόθμπαρντ είχε προτείνει, στα μέτρα του δυνατού, να επιστραφούν οι κλεμμένες ιδιοκτησίες στους απογόνους των προηγούμενων κατόχων τους στην περίπτωση του Μεξικάνικου Πολέμου. Ο ίδιος βέβαια χαρακτήρισε αυτή τη συγκυρία ως ιστορική εξαίρεση.

Επιχείρημα για ασάφεια

Αρκετοί λιμπερταριανοί θεωρούν ότι παρόλο που η φορολογία παραβιάζει την αρχή μη επίθεσης, εντούτοις αποτελεί ένα αναγκαίο κακό. Στην ουσία ισχυρίζονται ότι χωρίς τη φορολογία δεν θα υπήρχαν αρκετοί πόροι ώστε να χρηματοδοτηθεί η ασφάλεια των αρνητικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Πιο ριζοσπαστικοί λιμπερταριανοί και αναρχοκαπιταλιστές, ισχυρίζονται ότι η προστασία μπορεί να παρασχεθεί από ιδιωτικές επιχειρήσεις προστασίας μέσω εθελοντικών συναλλαγών. Θεωρούν ότι η ελαχισταρχική θέση (κράτος μειωμένων εξουσιών, μιναρχισμός) με την αιτιολόγηση για εφαρμογή της αρχής μη επίθεσης είναι φύσει αντιφατική.

Παρόλο που το ντιμπέητ ανάμεσα σε αναρχικούς λιμπερταριανούς και σε ελαχισταρχικούς συνεχίζεται, δεν μας αφορά ιδιαίτερα, καθώς σε αυτό το άρθρο απλώς εξετάζουμε τα αποτελέσματα και τις λογικές προεκτάσεις της αρχής μη επίθεσης.

Συνοψίζοντας

Η Αρχή Μη Επίθεσης γενικά αποτελεί ένα καλό εργαλείο ώστε να βρίσκουμε λύσεις σε συγκρούσεις ανάμεσα σε άτομα τα οποία δρουν στην ελεύθερη αγορά. Επίσης, φαίνεται να είναι και ένα εξίσου καλό εργαλείο για να διακρίνουμε το πόσο κάτι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φιλελεύθερο. Μπορούμε επίσης να την χρησιμοποιήσουμε και για να κάνουμε ηθικές κρίσεις ως Λιμπερταριανοί. Είναι γενικά ένα κλασικό αξίωμα για τον Λιμπερταριανισμό και θεωρούμε ότι θα έπρεπε να διέπει τις σχέσεις των ατόμων της Ελεύθερης Κοινωνίας.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα για τον Λιμπερταριανισμό: