Ορίζοντας τον Καπιταλισμό

0
1893
Αναρχο-καπιταλισμός
Αναρχοκαπιταλισμός. Η απόλυτα συνεπής και ακραιφνής μορφή καπιταλισμού.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος καπιταλισμός φαίνεται να χρησιμοποιείται (ειδικά στην Ελλάδα) βάσει της Μαρξιστικής ερμηνείας του με όλες τις αρνητικές φορτίσεις που οι οπαδοί του Marx της αποδίδουν.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Ο όρος «καπιταλισμός» έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με πολύ διαφορετικές έννοιες από διάφορους συγγραφείς και διανοητές. Ο David Ricardo, στο  «Principles of Political Economy and Taxation» (1817) πολύ συχνά χρησιμοποιούσε τον όρο «καπιταλιστής» περιγράφοντας στην ουσία τους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και κεφαλαίου. Ο Karl Marx χρησιμοποιούσε τον όρο για να περιγράψει το σύστημα εκμετάλλευσης του εργάτη από την αστική τάξη (την «μπουρζουαζία»). Για τον Marx, ο καπιταλισμός ήταν αυτή η συνεργασία θα λέγαμε αστικού κράτους και αστικής τάξης με στόχο τη συστηματική κλοπή της υπεραξία των εργατών. Μία συστηματική μελέτη του όρου, θα μας οδηγούσε μέχρι και το 1283 με την εμφάνιση για πρώτη φορά του όρου «κεφάλαιο» 1.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος καπιταλισμός φαίνεται να χρησιμοποιείται (ειδικά στην Ελλάδα) βάσει της Μαρξιστικής ερμηνείας του με όλες τις αρνητικές φορτίσεις που οι οπαδοί του Marx της αποδίδουν. Σε αυτό το άρθρο θα παράσχουμε στον αναγνώστη τη Λιμπερταριανή θεώρηση του «καπιταλισμού», ώστε να αρχίσει να γίνεται σταδιακά κατανοητό στο τι νοείται ως «καπιταλισμός», όταν ο όρος χρησιμοποιείται από έναν λιμπερταριανό.

Τι είναι ο καπιταλισμός σε οικονομικό επίπεδο;

Ο καπιταλισμός, σε οικονομικό επίπεδο, είναι το σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ιδιώτες και όχι στο κράτος. Σε δεύτερη ανάλυση, ο καπιταλισμός αφορά τη χρήση των μέσων παραγωγής με στόχο την επίτευξη κέρδους. Το κέρδος, δηλαδή, είναι η κινητήριος δύναμη της επιχειρηματικότητας των καπιταλιστών, δηλαδή αυτών που κατέχουν μέσα παραγωγής. Τώρα, το πώς ορίζεται το κέρδος μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστή ανάλυση. Θα μπορούσαμε να πούμε όμως ότι σε γενικά πλαίσια, εννοείται το χρηματικό κέρδος, αν και κέρδος μπορεί να αποτελέσει και η ψυχική ικανοποίηση κάποιου. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς, πραξεολογικά, κάθε άτομο, με τη σκοπούμενη δράση του, προσπαθεί να μεγιστοποιήσει το όφελος (κέρδος) που λαμβάνει με κάθε του επιλογή. Υπό μία έννοια λοιπόν, ακόμα και αν κάποιος κατέχει ένα μέσο παραγωγής και το χρησιμοποιεί για μη-χρηματικό όφελος, θα λέγαμε ότι και πάλι είναι καπιταλιστής.

Είναι πολύ σημαντικό, να κάνουμε μία διάκριση εδώ ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον επιχειρηματία. Ο καπιταλιστής είναι τυπικά αυτός που διαθέτει κεφάλαιο. Κάποιος δηλαδή που διαθέτει ένα τρακτέρ για παράδειγμα είναι de facto καπιταλιστής. Αν δεν το χρησιμοποιεί όμως, δεν είναι επιχειρηματίας. Επιχειρηματίας (enterpreneur) είναι εκείνος που χρησιμοποιεί το κεφάλαιό του με στόχο το κέρδος λαμβάνοντας παράλληλα και ρίσκο. Με άλλα λόγια, δεν είναι όλοι οι καπιταλιστές και επιχειρηματίες. Επίσης, όλοι οι επιχειρηματίες δεν είναι και καπιταλιστές. Οποιοσδήποτε βγαίνει στην αγορά και επωμίζεται το ρίσκο των επιλογών του είναι εν δυνάμει και επιχειρηματίας. Ακόμα και οι απλοί καταναλωτές που δε διαθέτουν μέσα παραγωγής είναι επιχειρηματίες καθώς καθημερινά κάνουν επιλογές που μπορεί να μετανιώσουν στο μέλλον.

Οι αγγλικοί ορισμοί είναι πληρέστεροι στην περιγραφή της δραστηριότητας στην αγορά

Στην ελληνική γλώσσα ο καπιταλιστής ταυτίζεται και τον επιχειρηματία ή και τον ελεύθερο επαγγελματία. Στην αγγλική γλώσσα, οι διακρίσεις είναι πιο σαφείς. Capitalist (καπιταλιστής) είναι αυτός που διαθέτει μέσα παραγωγής. Ελεύθερος επαγγελματίας (businessman) είναι εκείνος που διαθέτει (ή και δεν διαθέτει κεφάλαιο) αλλά μισθώνει την εργασία ή το κεφάλαιό του σε πελάτες. Επιχειρηματίας (enterpreneur) είναι οποιοσδήποτε, που είτε διαθέτει είτε όχι κεφάλαιο, λαμβάνει ρίσκο στην αγορά με τις επιλογές του. Κατά μία έννοια, ο καπιταλιστής μπορεί να είναι και μπορεί να μην είναι επιχειρηματίας. Ο ελεύθερος επαγγελματίας είναι και de facto επιχειρηματίας. Το ίδιο είναι και ο καταναλωτής. Με άλλα λόγια, η επιχειρηματικότητα αφορά την λήψη ρίσκου και κινδύνου στην αγορά. Όλοι όσοι διακινδυνεύουμε τις αποταμιεύσεις μας και γενικά τα χρήματά μας στην αγορά, θα λέγαμε ότι «επιχειρούμε» και ως εκ τούτου είμαστε και τυπικά επιχειρηματίες.

Το σώμα μας ως μέσο παραγωγής

Η εργασία είναι και αυτή ένα προϊόν, το οποίο παράγεται από τη χρήση του σώματός μας, το οποίο υπακούει και στη βούλησή μας. Θα έλεγε κανείς ότι το σώμα μας είναι και μέσο παραγωγής ως δημιουργός εργασίας και των παρελκόμενων προϊόντων της. Ως μέσο παραγωγής, το σώμα μας υπάγεται στην παραπάνω διάκριση που κάναμε προηγουμένως. Η ιδιοκτησία του σώματός μας, δηλαδή το ότι το σώμα μας είναι «δικό μας», συνεπάγεται και την ελευθερία χρήσης του κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη του. Αυτό αφορά και όλα τα μέσα παραγωγής. Κάποιος, που έχει ιδιοκτησία του σώματός του, μπορεί να το διαθέσει όπου θέλει και όπως θέλει, να απορρίψει εργασιακές προτάσεις, να παραιτηθεί κ.ο.κ.

Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική. Εφόσον η ιδιοκτησία του σώματός μας ως μέσο παραγωγής συνεπάγεται και την ελεύθερη χρήση του, μπορούμε να επεκτείνουμε το σκεπτικό λέγοντας ότι η δουλεία είναι φύσει αντικαπιταλιστική. Αυτό διότι ένας δούλος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του, ώστε να απεμπλακεί από τη σχέση του με τον αφέντη του. Η δουλεία είναι εγγενώς ένας μη καπιταλιστικός θεσμός ακριβώς διότι καταστρατηγεί την ιδιοκτησία του σώματος.

Μία ένσταση εδώ θα μπορούσε να αφορά ότι, σε περιγραφικό επίπεδο, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για «ιδιοκτησία» του σώματός μας, αφού στην ουσία «είμαστε» το σώμα μας. Αυτή είναι μία πολύ λογική ένσταση αλλά είναι ακριβώς αυτό: περιγραφική. Εφόσον μιλάμε στην ουσία για κανονιστικά πλαίσια, οφείλουμε να περιγράψουμε τους διάφορους όρους με ιδιοκτησιακά κριτήρια. Εξάλλου, και ο άνθρωπος σχεδόν πάντα σκέφτεται με «ιδιοκτησιακούς όρους». Δικό μας είναι το σώμα μας, οπότε μόνο εμείς μπορούμε να ορίσουμε και τη χρήση του.

Τι είναι ο καπιταλισμός σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων;

Ο ακόλουθος συλλογισμός είναι προέκταση εκείνου που στον καπιταλισμό ορίζει το άτομο ως ιδιοκτήτη του σώματός του. Εφόσον το σώμα μας μας ανήκει και η βούλησή μας το καθοδηγεί, τότε, οποιαδήποτε εθελοντική συμφωνία ανάμεσα σε συναινούντα άτομα είναι φύσει και μία καπιταλιστική πράξη. Εδώ, έχουμε ξεφύγει από το καθαρά οικονομικό επίπεδο και έχουμε μεταφερθεί στο φιλοσοφικό. Δεν είναι όλες οι σχέσεις των ανθρώπων αμιγώς οικονομικές. (Τουλάχιστον υπό την αυστηρή έννοια του όρου. Πάντα κάνουμε εξοικονόμηση πόρων ακόμα και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, ειδικά όσον αφορά το χρόνο. Τον διαθέτουμε κάθε φορά στις πιο επείγουσες και πολύτιμες ανάγκες μας.)

Ακόμα και σε ένα καθεστώς πλήρους απουσίας ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (εξαιρουμένου του σώματος), οι άνθρωποι φύσει θα δημιουργούσαν καπιταλιστικές σχέσεις μεταξύ τους, διότι θα χρησιμοποιούσαν την ιδιοκτησία του σώματός τους, ώστε να παράξουν το μεγαλύτερο όφελος από τις επιλογές τους.

Αφού λοιπόν αναλύσαμε τον καπιταλισμό σε οικονομικό και μη-οικονομικό επίπεδο, μπορούμε να προχωρήσουμε και στην ανάλυση του ρόλου του κράτους στον καπιταλισμό.

Κράτος και καπιταλισμός

Γνωρίζουμε ότι το κράτος στην ουσία αποτελεί έναν θεσμό μονοπωλιακής παροχής υπηρεσιών προστασίας και δικαιοσύνης σε μία γεωγραφική περιοχή. Η περιοχή αυτή ορίζεται από τα σύνορα του εκάστοτε κράτους, οπότε και αυτό είναι ελεύθερο να εξασκεί το μονοπώλιο του μέσα σε αυτή τη δεδομένη περιοχή. Κάθε κράτος θα λέγαμε ότι εξασκεί και «ιδιοκτησιακά» δικαιώματα στην επικράτειά του, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει (και ενίοτε όχι) τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα άλλων κρατών στην δική τους επικράτεια. Για να μην παρεξηγηθούμε εδώ, κρατική ιδιοκτησία δεν υπάρχει σύμφωνα με τον Λιμπερταριανισμό. Εδώ χρησιμοποιώ τον όρο περιγραφικά, για να γίνει πιο κατανοητός.

Το κράτος χρηματοδοτεί τη λειτουργία του δια της απόσπασης πλούτου από τον ιδιωτικό τομέα της επικράτειά τους ή από όποιον προσπαθεί να εισέλθει στην επικράτειά του (βλέπε δασμούς). Κάθε μονάδα χρήματος που αποσπάται από τον ιδιωτικό τομέα, την αγορά δηλαδή, συνεπάγεται και μία μονάδα χρήματος λιγότερη που δαπανάται σε νέο κεφάλαιο. Εφόσον το κράτος, δια της βίαιης απόσπασης πλούτου από την αγορά, μειώνει το δυνητικό κεφάλαιο που παράγεται, τότε είναι και φύσει αντικαπιταλιστικό. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να γίνει άρνηση αυτού του ισχυρισμού εφόσον κάποιος αποδεχτεί τον ορισμό του καπιταλισμού που μόλις παραθέσαμε. Το να προσπαθήσει να αρνηθεί κάποιος αυτό το γεγονός, θα τον οδηγήσει σε μία εσωτερική διαλεκτική αντίφαση.

Κράτος φορολογία και αντικαπιταλισμός

Υπάρχει ένας ακόμα τρόπος για να αποδείξουμε ότι το κράτος είναι φύσει αντικαπιταλιστικό. Ο θεσμός της φορολογίας δεν μειώνει μόνο το δυνητικά παραγόμενο κεφάλαιο. Εφόσον το κράτος αποκτά μέρος του παραγόμενου πλούτου τότε έρχεται σε αντίθεση με τον αρχικό μας ορισμό: ότι τα μέσα παραγωγής πρέπει να ανήκουν σε ιδιώτες και όχι στο κράτος. Για κάθε ποσοστό φόρου που επιβάλει το κράτος, η ιδιοκτησία του αυξάνεται ανάλογα και εις βάρος του ιδιωτικού τομέα. Αν το κράτος φορολογεί για παράδειγμα την οικονομία με 40% φόρο, τότε αποκτά και ιδιοκτησία του 40% του παραγόμενου πλούτου. Αποκτώντας παραγόμενο πλούτο, συνεπάγεται ότι γίνεται αυτομάτως και συνιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής (εφόσον ο πλούτους μοιράζεται και σε αυτό). Άρα, μιας και η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής περνάει τμηματικά στο κράτος και εφόσον, στον καπιταλισμό, το κράτος δεν κατέχει μέσα παραγωγής, τότε το κράτος είναι και πάλι de facto αντικαπιταλιστικό.

Επεκτείνοντας το συλλογισμό παραπέρα, μπορούμε να κάνουμε την εξής διαπίστωση. Σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, το ποσοστό φορολογίας είναι στην ουσία 100%. Αυτό διότι έχει πλήρη ιδιοκτησία και έλεγχο των μέσων παραγωγής. Θα λέγαμε λοιπόν, ότι όσο αυξάνεται το επίπεδο φορολογίας, τόσο πιο πολύ βαδίζουμε, σε οικονομικό επίπεδο στον σοσιαλισμό.

Κράτος και ρυθμιστικές παρεμβάσεις στην αγορά

Το κράτος είναι φύσει αντικαπιταλιστικό και από την άποψη ότι σχεδόν πάντα παρεμβαίνει και ρυθμιστικά στην αγορά. Η παρέμβαση αυτή του κράτους στην ουσία επιβάλει τρόπους χρήσης της ιδιοκτησίας των ανθρώπων, ακόμα και του σώματός τους. Για παράδειγμα, ο βασικός μισθός δεν επιτρέπει στα άτομα να χρησιμοποιήσουν την ιδιοκτησία του σώματός τους για να ζητήσουν λιγότερα χρήματα. Η απαγόρευση της πορνείας και των ναρκωτικών απαγορεύουν στη χρήση της ιδιοκτησίας του σώματος των ατόμων προς χρήσεις που το κράτος δε συμφωνεί. Οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι απαγορεύουν και περιορίζουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στη χρήση που το κράτος επιτρέπει. Με άλλα λόγια εμποδίζει την ελεύθερη τιμολόγησή τους κάτι που θα έπρεπε να ισχύει εφόσον αυτά είναι ιδιόκτητα.

Στην ουσία, παρουσία κράτους, τα μέσα παραγωγής δεν είναι απολύτως ιδιωτικά υπό μία ειδικότερη σκοπιά. Αλλά βρίσκονται ανάμεσα σε ένα ιδιωτικό και κρατικό-σοσιαλιστικό καθεστώς. Το μεικτό αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν μπορεί να είναι καπιταλιστικό καθώς αντιβαίνει στον ορισμό του καπιταλισμού.

Προστατεύει το κράτος την ιδιοκτησία;

Μία κλασική Μαρξιστική ένσταση αφορά το ότι το κράτος δεν είναι αντικαπιταλιστικό διότι προστατεύει την ιδιοκτησία που είναι αναφαίρετο στοιχείο του καπιταλισμού. Σε αυτόν τον συλλογισμό υπάρχουν δύο προβλήματα. Πρώτον, η «προστασία» της ιδιοκτησίας γίνεται παράλληλα και με την επίθεση προς αυτή, μιας και το κράτος χρηματοδοτεί την υπηρεσία αυτή μέσω των φόρων, οι οποίοι αποτελούν και de facto επίθεση σε αυτή. Ο ισχυρισμός είναι με λίγα λόγια αυτο-αναιρούμενος.

Δεύτερον, κάνουν το εξής σφάλμα. Θεωρούν, ότι επειδή το κράτος είναι μονοπωλητής της προστασίας της ιδιοκτησίας, τότε πρέπει να είναι και ο μόνος που μπορεί να το κάνει. Φυσικά, ξεχνούν ότι η ιδιοκτησία μπορεί να προστατευτεί και μέσω ιδιωτικών φορέων δια της εθελοντικής συμφωνίας τους με τους καταναλωτές. Προφανώς, ο δογματισμός των Μαρξιστών είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούν να υπολογίσουν αυτήν την πιθανότητα: δηλαδή τη δημιουργία ιδιωτικού δικαίου προστασίας της ιδιοκτησίας.

Συμπερασματικά, το κράτος δεν προστατεύει στην ουσία την ιδιοκτησία. Απλά, ως θεσμός υπάρχει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε ο κόσμος θεωρεί ότι τα πράγματα «έτσι πρέπει να είναι». Αυτό είναι ένα μεγάλο λογικό σφάλμα. Πολλά πράγματα είναι ως έχουν, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Σοσιαλισμός και κράτος

Η πλειοψηφία των κρατών αυτή τη στιγμή στον σύγχρονο κόσμο, εφαρμόζει ένα μεικτό οικονομικό σύστημα είτε αποκαλείται σοσιαλδημοκρατία (Σουηδία, Νορβηγία), είτε νεοφιλελευθερισμός (Χονγκ Κονγκ, Σινγκαπούρη, Ελβετία), είτε κοινωνικός φιλελευθερισμός (Η.Π.Α., Γερμανία κ.ο.κ.).

Όπως έχουμε δει, εφόσον τα κράτη φορολογούν και με τις ρυθμίσεις τους επιβάλλουν τρόπους χρήσης της ιδιοκτησίας μας, θα λέγαμε ότι κανένα κράτος δεν είναι αμιγώς καπιταλιστικό. Στην πραγματικότητα, θα λέγαμε ότι έχουμε ένα σοσιαλιστικό υβρίδιο παρά καπιταλιστικό.

Το ισχυρότερο όμως επιχείρημα είναι το εξής. Το παγκόσμιο σύστημα δεν είναι καπιταλιστικό διότι δεν υπάρχει ιδιωτική παραγωγή του βασικού του συστατικού: του χρήματος. Το χρήμα είναι πλέον καθαρά κρατικά ελεγχόμενο και παραγόμενο. Το ότι το χρήμα βρίσκεται υπό τον έλεγχο και ιδιοκτησία του κράτους, μπορεί με ασφάλεια να μας οδηγήσει το συμπέρασμα ότι καπιταλισμός δεν υφίσταται αυτή τη στιγμή σε καθαρή μορφή πουθενά στον κόσμο. Το παγκόσμιο σύστημα οικονομίας είναι ένα σύστημα με κατ’ επίφαση ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, και κατ’ επίφαση προστασία ιδιοκτησίας.

Αναρχοκαπιταλισμός και ελεύθερη αγορά ως η ακραιφνής έκφανση του καπιταλισμού

Μιας και το κράτος είναι φύσει αντικαπιταλιστικό, τότε η απουσία του θα αποτελούσε και αυτόματη εγκαθίδρυση απολύτως ελεύθερης αγοράς ή (όπως την αποκαλεί ο Λιμπερταριανισμός) αναρχοκαπιταλισμού. Ο αναρχοκαπιταλισμός είναι η απόλυτα συνεπής φιλελεύθερη θέση, της οποίας οι προκείμενες δεν αυτοαναιρούνται.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε την άποψη των ελαχισταρχικών και κλασικών φιλελεύθερων, οι οποίοι θεωρούν ότι ένα «μικρός κράτος» είναι απαραίτητο για τη διατήρηση του καπιταλισμού. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, στην ουσία κάνουν επιλεκτική εφαρμογή του σοσιαλισμού. Προτείνουν μικρή καταπάτηση της ιδιοκτησίας, δηλαδή αντικαπιταλισμό, ώστε να προστατευτεί η ελεύθερη αγορά. Φυσικά, σε πρακτικό επίπεδο στην παρούσα φάση, κλασικοί φιλελεύθεροι και ελαχισταρχιστές, εφόσον δεν κάνουν πολλές ιδεολογικές εκπτώσεις, είναι σύμμαχοι των Λιμπερταριανών. Σε φιλοσοφικό επίπεδο όμως, η απόλυτα συνεπής ως προς τον εαυτό της φιλελεύθερη θέση, είναι η αναρχοκαπιταλιστική.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

 

  1.  Warburton, David. Macroeconomics from the beginning: The General Theory, Ancient Markets, and the Rate of Interest. Paris, Recherches et Publications, 2003. σελ. 49.