Το Μακεδονικό ζήτημα υπό μία φιλελεύθερη ματιά

0
665
Μακεδονικό

Το Μακεδονικό αποτελεί στην πραγματικότητα ένα ζήτημα αυτοδιάθεσης. Η φύση των διακρατικών συμφωνιών είναι τέτοια όμως, που κάποιος αποκτά, εν τέλει, περισσότερη αυτοδιάθεση από άλλον. Μία διακρατική συμφωνία επί τέτοιων ζητημάτων στην πραγματικότητα δημιουργεί ηθικές ανισότητες και επομένως συγκρούσεις ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και άτομα

Δεκέμβριος, 2017
του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το Μακεδονικό είναι ένα πολιτικό ζήτημα που θα μπορούσε να χρονολογηθεί από την επικείμενη πτώση της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι σχολιαστές επί του θέματος έχουν επιμείνει δεόντως στην πολιτική του σημασία και συνέπειες, στην ουσία αναλύοντας τα ιστορικά δρώμενα και τις συνθήκες αναβίωσης του Σκοπιανού εθνικισμού, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να κατανοήσουν πώς έφτασε ένα έθνος να απαιτεί να αναγνώριση υπό ένα όνομα το οποίο ιστορικά δεν θεωρείται ότι έχει κάποια βάση. Διατείνομαι εδώ ότι αυτή η θεώρηση του θέματος, δηλαδή η πολιτική, είναι εντελώς άστοχη και ότι το ζήτημα είναι καθαρά δεοντολογικό.

Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό

Το πρώτο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε ως φιλελεύθεροι είναι καθαρά ένα θέμα δικαιωμάτων. Έχει κάποιος το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει όποια λέξη επιθυμεί για να αυτοπροσδιοριστεί; Η απάντηση κατά τον Λιμπερταριανισμό είναι πως ναι, καθώς, μία πράξη αυτοπροσδιορισμού είναι και πράξη αυτοκτησίας και αυτοδιάθεσης. Εφόσον εθελοντικά ένα άτομο επιλέγει να αποκαλείται με μία λέξη της επιλογής του, δεν υπάρχει κάποιο δικαίωμα εκ μέρους μας, ώστε να νομιμοποιείται η επιθετική βία εναντίον του για να άρει αυτόν τον χαρακτηρισμό από πάνω του με το ζόρι.

Για παράδειγμα, αν αποφάσιζα κάποια μέρα να αποκαλούμαι, αντί για Μιχάλης, Δέσποινα, αυτό θα ήταν ένα αρνητικό μου δικαίωμα και φυσικά δεν θα παραβίαζε τα δικαιώματα κάποιον άλλων, καθώς, ως μόνος κύριος του σώματος και της βούλησής μου, είμαι και ο αποκλειστικά υπεύθυνος για το τι μέλλει γενέσθαι με αυτό στα πλαίσια της αυτοκτησίας του ατόμου. Επομένως, αν ένας λαός, έθνος ή άτομο, επιθυμεί να αποκαλείται Μακεδόνας, Αμερικανός, Έλληνας, Τούρκος κοκ, έχει αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα και η ιστορία, ως προς τον αυτοπροσδιορισμό τουλάχιστον, τελειώνει εκεί.

Σε ποιον ανήκει η ιστορία;

Ήδη κάποιος θα αρχίσει να απορεί εδώ; Με ποιο δικαίωμα κάποιος αυτοπροσδιορίζεται με το όνομα ενός έθνους, όταν τα ιστορικά στοιχεία είναι εναντίον του, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι ο γεωγραφικός χώρος που ανήκει δεν αποτελεί φυσική συνέχεια του Μακεδονικό-Ελληνικού πολιτισμού, ή βασίζεται σε κατασκευασμένα ιστορικά στοιχεία; Πάλι, εδώ θα έπρεπε να κάνουμε τη σωστή ερώτηση: σε ποιον ανήκει η ιστορία;

Πρώτον, θα πρέπει να ορίσουμε τι είναι αυτό που αποκαλούμε «Ιστορία ενός τόπου». Κάτι τέτοιο δεν είναι κάτι παραπάνω από μία ιδέα, ένα σύνολο γνώσεων που υπάρχουν και προκύπτουν από την διερεύνηση παρελθοντικών γεγονότων. Σε ποιον ανήκει η ιστορία, ως γνώση του παρελθόντος; Η απάντηση εδώ είναι πρακτικά ότι ανήκει σε όλους και σε κανέναν ταυτόχρονα, αν φυσικά δεχτούμε το γεγονός ότι οι ιδέες, από τη στιγμή που δημοσιοποιούνται, εισέρχονται στα μυαλά όλων μας και γίνονται τρόπον τινά ιδιοκτησία μας. Με άλλα λόγια, εάν η ιστορία ανήκει σε αυτόν που την «ανακάλυψε» ή την αποτύπωσε σε γραπτή ή οπτική μορφή, τότε δεν θα είχαμε δικαίωμα να την μελετήσουμε χωρίς την άδειά του. Δεν χρειάζεται κάποιος να σκεφτεί για πολύ τις συνέπειες μίας εφαρμογής πνευματικών δικαιωμάτων στις ιδέες: η γλώσσα, η αριθμητική, η ιδεολογίες θα ήταν αποκλειστικό κτήμα των εφευρετών τους, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, να μετρήσουμε ή να σκεφτούμε και να εκφραστούμε πολιτικά άνευ συγκατάθεσης τους.

Επομένως, η ιστορία, αποτελώντας κτήμα όλων μας, χωρίς κάποιος μεμονωμένα να έχει αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισής της, δεν ανήκει πρακτικά σε κανέναν, εφόσον όλοι μας μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτήν, χωρίς να είναι δυνατός ο αποκλεισμός από αυτή. Επομένως, η επίκληση στον σφετερισμό της ιστορίας ενός άλλου έθνους ή στην απαλλοτρίωση της φυλετικής ταυτότητας (ethnic/racial/culture approriation) είναι ένα άστοχο επιχείρημα κατά του αυτοπροσδιορισμού εθνών και ατόμων.

Έχει κάποιος δικαίωμα να διδάσκει ψευδή ιστορικά γεγονότα;

Επόμενο θέμα που πρέπει να συζητήσουμε είναι η ύπαρξη ή μη δικαιώματος στην παραποίηση των ιστορικών γεγονότων και στην διδασκαλία αυτών των ψευδών. Έχει δηλαδή, με άλλα λόγια, κάποιος δικαίωμα να διδάσκει ψεύδη; Η απάντηση και δω είναι πως, εφόσον ιδιοκτησία επί των ιδεών δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί, τότε και η παραποίησή τους δεν παραβιάζει κάποιο δικαίωμα εφόσον αυτές δεν έχουν ιδιοκτήτη εξ αρχής. Το ότι λοιπόν το έθνος των Σκοπίων μάθαινε ψευδή ιστορικά γεγονότα για την καταγωγή του Μ. Αλεξάνδρου, δεν μας δίνει το δικαίωμα να δράσουμε επιθετικά ενάντια σε αυτήν την πράξη τους. Δεν έχουμε αποκλειστικό δικαίωμα στην ιστορία του Μακεδονικού πολιτισμού, δηλαδή τίτλο ιδιοκτησίας επ’ αυτής, ώστε να κατηγορήσουμε κάποιον για επίθεση κατά της ιδιοκτησίας μας.

Μην ξεχνάτε ότι οι κομμουνιστές για παράδειγμα θεωρούν ψεύδος ότι ο καπιταλισμός «δουλεύει» και μεις, αντίθετα, θεωρούμε ψεύδος ότι ο κομμουνισμός «δουλεύει». Και οι δύο θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον του άλλου απλά και μόνο επειδή θεωρούν ψεύδη τα όποια γεγονότα οι υποστηρικτές αμφότερων των συστημάτων διδάσκουν ως αληθή. Κάτι τέτοιο θα έφερνε συνεχώς ολόκληρες κοινωνικές ομάδες αλλά και άτομα σε σύγκρουση, απλά και μόνο λόγω διαφορετικών ερμηνειών πεπερασμένων γεγονότων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα με το Μακεδονικό

Έχοντας υποστηρίξει το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και το μη-δικαίωμα επιθετικής επέμβασης παρεμπόδισής του, σειρά έχει τώρα το σημαντικότερο ζήτημα σε τέτοιες περιπτώσεις: δημιουργεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού την αξίωση και ταυτόχρονης αποδοχής του; Μπορεί ένας λαός να αυτοπροσδιορίζεται ως Μακεδονικός και ταυτόχρονα να απαιτεί να αναγνωριστεί από όλους ως τέτοιος ή να επιβάλει ποινή για τη μη-χρήση του προσδιορισμού αυτού από άλλα άτομα ή έθνη; Η απάντηση εδώ θα πρέπει να είναι αρνητική.

Ας εξετάσουμε το παράδειγμα με τον αυτοπροσδιορισμό μου ως «Δέσποινα». Σίγουρα, αποτελεί και δικαίωμα μου να αυτοαποκαλούμαι, όπως επιθυμώ. Παρόλα αυτά, όση αυτοκτησία επιδεικνύω ως προς τον αυτοπροσδιορισμό μου με ένα όνομα γυναίκας, τόση αυτοκτησία μπορεί να επιδείξει κάποιος με το να απορρίψει τον αυτοπροσδιορισμό μου αυτό, ήτοι δεν υπάγεται υπό κάποια θετική υποχρέωση αποδοχής του. Μπορεί να γελάσει, να με αποκαλεί με το αρχικό μου όνομα ή ακόμα και να με απορρίψει από μελλοντικές του συναλλαγές. Όλα τα ανωτέρω αποτελούν και πράξεις αυτοκτησίας εκ μέρος του ατόμου που έρχεται αντιμέτωπο με τον δικό μου αυτοπροσδιορισμό. Η αυτοκτησία του δεν τερματίζεται επειδή εγώ απέκτησα την λόξα να αποκαλώ τον εαυτό μου, όπως επιθυμώ.

Μπορούμε επιτέλους, μετά από την παραπάνω ανάλυση να εντοπίσουμε το πραγματικό πρόβλημα με το Μακεδονικό ζήτημα. Η δυσκολία δεν έγκειται στο ότι κάποιοι θα αποκαλούν εφεξής τον εαυτό τους με έναν όρο, ο οποίος δεν τυγχάνει αποδοχής από άλλους, αλλά το ότι αυτοί οι «άλλοι», ήτοι οι κάτοικοι της Ελληνικής Μακεδονίας, οι Έλληνες κοκ, λόγω της εμπλοκής του ζητήματος στο διεθνές δίκαιο, θα αναγκαστούν να απαρνηθούν το δικαίωμά τους να απορρίψουν τον χαρακτηρισμό αυτό. Θα αναγκαστούν να διδάσκονται ιστορία με ονόματα που δεν αποδέχονται, θα δέχονται κυρώσεις για χρήση όρων που δεν επιτρέπονται, χάρτες, έγγραφα, ταυτότητες κοκ, θα υποστούν αλλαγές τις οποίες οι αντιτιθέμενοι στη νέα ονομασία του έθνους αυτού δεν επρόκειτο να δεχτούν.

Κράτος, εθνικό συμφέρον και κοινωνικό συμβόλαιο

Εφόσον στην πραγματικότητα το όλο θέμα αφορά στην επιβολή της επιλογής ενός έθνους σε κάποιο άλλο, η σύγκρουση επέρχεται καθώς μία από τις δύο κοινωνικές ομάδες αποκτά περισσότερα δικαιώματα από την άλλη, ενώ αυτά θα έπρεπε να είναι ίσα: η μία να αυτοπροσδιορίζεται όπως επιθυμεί και η άλλη να αποδέχεται ή να μην αποδέχεται εθελοντικά τον αυτοπροσδιορισμό αυτό. Η αντιπαράθεση επέρχεται καθαρά από το γεγονός ότι η συμφωνία περί της μετονομασίας αποτελεί διακανονισμό μεταξύ κρατών, ως νομικές οντότητες, και όχι μεταξύ εθνών, ως κοινωνικές οντότητες. Ο κρατικός και διακρατικός νόμος υπερισχύει της αυτοδιάθεσης των εθνών και αυτό θα πρέπει να γίνει αργά ή γρήγορα αποδεκτό.

Εδώ θα μπορούσε να εμφανιστεί η ένσταση, ότι το έθνος και κράτος είναι αδιαχώριστες έννοιες, ή ότι το έθνος είναι και το κράτος ταυτόχρονα. Αυτό αποτελεί μέγιστο σφάλμα και η αποκάλυψη του σφάλματος μπορεί να γίνει μέσω της ανάλυσης του τι εστί «εθνικό συμφέρον». Πώς το ορίζουμε; Εδώ θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η επιθυμία της πλειοψηφίας αποτελεί και το εθνικό συμφέρον του τόπου, αλλά αυτό συνεπάγεται ότι η μειοψηφία κατά κάποιον τρόπο, επειδή και μόνο αριθμεί λιγότερα συνολικά άτομα, δεν αποτελεί μέρος του «έθνους». Αν αποτελεί όμως μέρος του έθνους, τότε γιατί να μην είναι αυτό που ορίζει εκείνη το εθνικό συμφέρον; Επομένως, ποια είναι η απάντηση για το τι διαμορφώνει το εθνικό συμφέρον;

Υπό το παρόν μονοπωλιακό καθεστώς της κρατιστικής επιβολής, το εθνικό συμφέρον ταυτίζεται πάντα με τις βουλές των διαχειριστών του κράτους. Το κράτος, ως μονοπωλιακός θεσμός νόμιμης βίας, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα μειοψηφίες και πλειοψηφίες, όσον αφορά θέματα τα οποία υπάγονται στη δικαιοδοσία του. Εάν στο κράτος επαφίεται η αποδοχή ή απόρριψη του ονόματος Μακεδονία για τους γείτονες μας, τότε, αναγκαστικά, μία από τις εγχώριες ομάδες, ήτοι αυτή που αντιτάσσεται σε κάποια από τις δύο εναλλακτικές, δεν θα εξυπηρετηθεί από τον θεσμό που θεωρεί προέκταση της. Εάν το κράτος αποδεχτεί τον όρο Μακεδονία και τον επιβάλει σε όλους, αυτοί που δεν τον επιθυμούν, έρχονται σε σύγκρουση με αυτούς που τον επιθυμούν και, φυσικά, το αντίστροφο. Δεν υπάρχει δηλαδή τρόπος, υπό το παρόν καθεστώς, να επιλυθεί ειρηνικά μία τέτοια σύγκρουση. Η ομάδα που θίγεται, ή θα ξεσηκωθεί (όπως και γίνεται) ή θα περιοριστεί με μία εν βρασμώ σιωπή, μέχρι εν τέλει να γίνει η έκρηξη.

Από αυτά μπορούμε να κάνουμε την εξής διαπίστωση. Εφόσον καθήκον του κράτους, ανάμεσα σε άλλα, ήταν και είναι η διαφύλαξη και η προαγωγή του εθνικού συμφέροντος, εφόσον στην πραγματικότητα αυτό δεν μπορεί να οριστεί ξεκάθαρα ή να προαχθεί χωρίς να υπάρχουν διαφωνίες και αντιδράσεις, θα λέγαμε ότι το υποτιθέμενο κοινωνικό συμβόλαιο, ανάμεσα σε έθνος και κράτος, είναι άκυρο, καθώς ποτέ η μία πλευρά, δηλαδή το κράτος, δεν ήταν σε θέση εξ αρχής να το υλοποιήσει. Αποτελούσε στην πραγματικότητα μία απάτη, μία ψεύτικη υπόσχεση. Στην πραγματικότητα η μία πλευρά διατήρησε το δικαίωμα να αλλάζει κατά το δοκούν τους όρους του συμβολαίου και η άλλη να δέχεται άνευ όρων τις αλλαγές αυτές.

Λύνοντας το Μακεδονικό

Εφόσον το Μακεδονικό ζήτημα, δεοντολογικά, αφορά τον αυτοπροσδιορισμό και την αποδοχή ή απόρριψη του αυτοπροσδιορισμού αυτού, μπορεί και να λυθεί με δύο τρόπους.

Πρώτος τρόπος, είναι η δέσμευση από πλευράς των δύο κρατών, να μην επιβάλουν εκατέρωθεν την αποδοχή την αποδοχή ή μη αποδοχή του αυτοπροσδιορισμού στους υπηκόους τους. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος, θα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερο ως προς την ονομασία των γειτόνων, αλλά παράλληλα να μην εξαναγκάσει τον πληθυσμό υπό την επικράτειά του να δεχτεί τον προσδιορισμό νομικά. Να μην επιβάλει κυρώσεις ή αλλαγές σε δημόσια έγγραφα και άλλες γραφειοκρατικές λειτουργίες άνευ συγκατάθεσης του ατόμου. Επίσης, να μην προσπαθήσει να επιβάλει την εξαναγκαστική συμβίωση ανθρώπων που δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους όσον αφορά τον εθνικό προσδιορισμό. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να επιτρέπει τους ιδιοκτήτες ιδιωτικής περιουσίας να αποκλείουν από τους χώρους τους άτομα ή ομάδες τις οποίες δε θεωρούν εθνικά συμβατά με αυτούς. Στον βαθμό που οι εθνικές διαφορές αποτελούν αφορμή για σύγκρουση, θα έπρεπε να υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί μία σύρραξη με ειρηνικό τρόπο, ήτοι η προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των ατόμων.

Δεδομένου, όμως, του διεθνούς δικαίου, καθώς και των πολιτικών συμφερόντων που υπογραμμίζουν τις όποιες κρατικές πολιτικές, η παραπάνω πρόταση είναι πρακτικά ουτοπική. Εφόσον το κράτος και οι διαχειριστές του παραμένουν δέσμιοι των διεθνών πολιτικών σκοπιμοτήτων, έχοντας περισσότερα να κερδίσουν με το να συγκαταθέσουν στις πιέσεις διεθνών παραγόντων από το να υποκύψουν στις επιθυμίες των υπηκόων τους, η απόσχιση των γεωγραφικών περιοχών εκείνων που κατά πλειοψηφία δεν αποδέχονται την «εθνική» πολιτική του κράτους στο οποίο υπάγονται, θα έπρεπε να αποτελεί επιλογή των κατοίκων τους.

Η υπακοή στο κράτος, παρότι αυτό αποτελεί μονοπώλιο νόμιμης βίας και επιβολής δικαιοσύνης, δεν συνεπάγεται ipso facto από την ύπαρξή του. Το δικαίωμα του ατόμου να απαρνηθεί την υποταγή του σε αυτόν τον θεσμό, να επιλέξει δηλαδή, είτε να υπαχθεί σε ένα άλλο κράτος είτε να ζήσει σε καθεστώς ατομικής αναρχίας διατηρείται αυτούσιο. Επομένως, εφόσον πληθυσμοί στην επικράτεια του κράτους νιώθουν δυσαρεστημένοι με την πολιτική του, θα έπρεπε να μπορούν να επιδιώξουν απόσχιση από έναν θεσμό που δεν τους ικανοποιεί. Όπως έγραψε ο μεγάλος κλασικός φιλελεύθερος Ludwig von Mises,

» […] το δικαίωμα αυτοδιάθεσης για το οποίο μιλάμε δεν είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών, αλλά το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των κατοίκων σε κάθε έδαφος αρκετά μεγάλο για να σχηματίσει μια ανεξάρτητη διοικητική μονάδα. Εάν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί αυτό το δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε κάθε άτομο, θα έπρεπε να γίνει. Αυτό δεν είναι πρακτικά εφικτό μόνο λόγω των επιτακτικών τεχνικών παραγόντων που καθιστούν αναγκαίο μια περιφέρεια να διοικείται ως ενιαία διοικητική μονάδα και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης να περιορίζεται στη βούληση της πλειοψηφίας των κατοίκων σε περιοχές αρκετά μεγάλες ώστε να θεωρούνται ως εδαφικές μονάδες στη διοίκηση της χώρας».1

 

Στον βαθμό που η δημοκρατία είναι το κυρίαρχο πολίτευμα, και στον βαθμό που υπάρχει δημόσια ιδιοκτησία, αναγκαστικά μία επιλογή για απόσχιση θα πρέπει να συμβαδίζει με τις επιθυμίες της πλειοψηφίας. Δεοντολογικά, ως φιλελεύθεροι θα έπρεπε να πιέζουμε για ολοένα και μεγαλύτερες αποσχίσεις, μέχρι εν τέλει να φτάναμε στην απόσχιση των ίδιων των ατόμων και σε ένα καθεστώς ατομικής αναρχίας.

Ο Murray Rothbard, συμφωνεί με τον διδάσκαλο του και προτείνει και αυτός την απόσχιση ως μέσο επιλογής καλύτερων συνθηκών πολιτικής διακυβέρνησης από τα ίδια τα άτομα ενός έθνους:

«Εν ολίγοις, κάθε ομάδα, κάθε εθνικότητα, πρέπει να επιτρέπεται να αποσχιστεί από οποιοδήποτε έθνος-κράτος και να συμμετέχει σε οποιοδήποτε άλλο έθνος-κράτος που συμφωνεί τη δεχτεί. Αυτή η απλή μεταρρύθμιση θα προχωρήσει πολύ προς την κατεύθυνση της εγκαθίδρυσης εθνών με συγκατάθεση. Οι Σκωτσέζοι, αν θέλουν, θα πρέπει να τους επιτραπεί από τους Άγγλους να εγκαταλείψουν το Ηνωμένο Βασίλειο και να γίνουν ανεξάρτητοι και ακόμη και να συμμετάσχουν σε μια Συνομοσπονδία των Γαέλων, αν το επιθυμούν οι πολίτες».2

 

Επομένως, εφόσον οι κάτοικοι του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, δεν συμφωνούν με τον εξαναγκασμό τους από το ελληνικό κράτος να δεχτούν την νέα ονομασία των Σκοπίων, δικαιολογούνται ηθικά με το να πραγματοποιήσουν δημοψήφισμα για απόσχισή τους από τη δικαιοδοσία του Ελληνικού κράτους. Έπειτα, αν επιθυμούν, μπορούν να προσαρτηθούν σε ένα άλλο κράτος, εφόσον το εκεί έθνος τους δεχτεί, ή να δημιουργήσουν ένα δικό τους κράτος ή διοικητική περιφέρεια. Ανεξάρτητα του αν καταλήξουν να είναι πιο ελεύθεροι, πιο φτωχοί ή πιο πλούσιοι, η επιλογή τους αυτή θα πρέπει δικαιωματικά να είναι σεβαστή με υπεύθυνους των συνεπειών της, μόνο τους κατοίκους που διαμένουν εκεί.

Την ίδια επιλογή όμως, θα έπρεπε να έχει οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή, η οποία κατά πλειοψηφία δεν νιώθει ικανοποιημένη με την καθεστηκυία τάξη πολιτικών πραγμάτων. Αν η Μαγνησία, ο δήμος Βόλου ή η Ν. Ιωνία βόλου, επιθυμήσουν για τον οποιονδήποτε λόγο να αποσχιστούν, το δικαίωμα αυτό θα έπρεπε να τους παρασχεθεί χωρίς ενστάσεις. Η απόσχιση είναι ο μόνος τρόπος να επιλυθούν ειρηνικά θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και κάθε φιλελεύθερος που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να τις στηρίζει. Αποφεύγεται έτσι η πολιτική πόλωση, η εχθρότητα και κάθε έθνος μπορεί να διαχειριστεί να του οίκου του. Όσο μάλιστα πλησιάζουμε σε ολοένα και μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, σε γειτονιές, σπίτια και εν τέλει άτομα, τόσο πιο ειρηνική θα γίνει η συνύπαρξη των ατόμων, εφόσον κάθε άτομο θα είναι κύριος της ιδιοκτησίας του και κανείς άλλος.

Εμπόριο και ονομασία προϊόντων

Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό έχει και εμπορικές προεκτάσεις. Πολλά προϊόντα θα αρχίσουν να πλασάρονται ως Μακεδονικά και από τις δύο πλευρές, επομένως, κάποιος θα ισχυριστεί, ότι θα πληγεί το εμπόριο μίας εκ των δύο πλευρών. Αυτό όμως αποτελεί στην πραγματικότητα μία παρερμηνεία της λειτουργίας των τοπικών προσδιορισμών στα προϊόντα καθώς, πάντα, τα προϊόντα, πέραν της τοποθεσίας προέλευσης αναφέρουν και τον εκάστοτε ιδιοκτήτη της εκάστοτε παραγωγική μονάδας.

Έτσι λοιπόν, παρόλο που ενδεικτικά θα μπορούσαμε να έχουμε «Μακεδονικό οίνο Γκεοργκιέφσκι» και «Μακεδονικό οίνο Μποτάρη», οι πωλήσεις κάποιας από τις δύο πλευρές θα πληγεί αν και μόνο αν, ο εκάστοτε Γκεοργκέφσκι ή Μποτάρης, αποτύχει να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων που δημιουργούνται, όταν κάποιος συναντά ένα προϊόν με τον χαρακτηρισμό «Μακεδονικό». Στην πραγματικότητα, πολλά προϊόντα ονομάζονται τοιουτοτρόπως με τρανταχτό παράδειγμα την «Cola». Έχουμε Pepsi Cola, Coca Cola, Βίκος Cola, οι οποίες ανταγωνίζονται στο ποιος θα κάνει το καλύτερο Cola προϊόν. Έτσι λοιπόν ισχύει και με τοπικά προϊόντα. Θα πρέπει, τέλος, να αναγνωρίσουμε ότι η «Μακεδονία» δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός. Η πραγματική ιδιοκτησία είναι το εκάστοτε κτήμα ή παραγωγικό μέσο που παράγει τα συγκεκριμένα προϊόντα. Το όνομα «Μακεδονία» λοιπόν, δεν ανήκει σε κανέναν, όπως δεν ανήκει το όνομα Μιχάλης, Γιώργος κοκ. Ο πραγματικός ανταγωνισμός βρίσκεται δηλαδή ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής που ταυτοποιούν το προϊόν τους ως Μακεδονικό, και όχι ανάμεσα στα ονόματα των προϊόντων τους.

Συμπέρασμα

Το Μακεδονικό αποτελεί στην πραγματικότητα ένα ζήτημα αυτοδιάθεσης. Η φύση των διακρατικών συμφωνιών είναι τέτοια όμως, που κάποιος αποκτά, εν τέλει, περισσότερη αυτοδιάθεση από άλλον. Μία διακρατική συμφωνία επί τέτοιων ζητημάτων στην πραγματικότητα δημιουργεί ηθικές ανισότητες και επομένως συγκρούσεις ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και άτομα. Είτε λοιπόν θα πρέπει να κράτη να αποχωρήσουν από τις συζητήσεις περί της ονομασίας και να αφήσουν τους ανθρώπους με την ελεύθερη επιλογή διαμόρφωσης σχέσεων να καθορίσουν την έκβαση των αυτοπροσδιορισμών των εθνών, είτε να επιτρέψουν τις όποιες γεωγραφικές περιοχές και τους κατοίκους τους που διαφωνούν με την κρατική ερμηνεία του «εθνικού συμφέροντος» να αποχωρήσουν από το παρόν κρατικό καθεστώς και να ενταχθούν σε κάποιο άλλο ή να δημιουργήσουν ένα δικό τους καθεστώς διοίκησης, όπου πιο ελεύθερα θα μπορέσουν να επιτύχουν μεγαλύτερη εθνική συναίνεση και να ξεφύγουν από συνθήκες τις οποίες θεωρούν εξαναγκαστικές και τυραννικές.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Ludwig von Mises, Liberalism in the Classical Tradition (1927), σελ. 109-110
  2. Murray N. Rothbard, Nations By Consent: Decomposing the Nation-State, The Journal of Libertarian Studies (Φθινόπωρο 1994)