Μακροπρόθεσμα θα πεθάνουμε όλοι (και θα πληρώσουν οι άλλοι)

0
1575
Μακροπρόθεσμα ο σοσιαλισμός, όντας πρόγραμμα κατανάλωσης, θα αναγκάσει να πληρώσουν οι
Μακροπρόθεσμα ο σοσιαλισμός, όντας πρόγραμμα κατανάλωσης, θα αναγκάσει να πληρώσουν οι "άλλοι" τις σπατάλες του.

Οι νεότερες γενεές, αντιμετωπίζουν σήμερα τις συνέπειες της διαμόρφωσης συναλλακτικών ηθών βασισμένων στο εύκολο πολιτικό χρήμα, στις επιδοτήσεις και στις κυβερνητικές παροχές κατά τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια. Μπορεί μεν μακροπρόθεσμα να πεθάνουν και αυτές, όπως όλοι, αλλά προς το παρόν θα πληρώσουν τις ανοησίες των προηγούμενων.

Του Ευθύμη Μαραμή

Κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων στις αρχές του δέκατου ενάτου αιώνα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρουσίασαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα καθώς οι κυβερνήσεις κατέφευγαν στις εκτυπωτικές πρέσες για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες των πολέμων τους. Το δίδαγμα που εξήγαγαν οι τότε οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς, ήταν πως τα χέρια των κυβερνήσεων έπρεπε να απομακρυνθούν από την εκτυπωτική πρέσα για να διατηρηθεί μια στοιχειώδης νομισματική σταθερότητα.

Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, ήταν να συνδεθεί το εθνικό νόμισμα με ένα εμπόρευμα όπως ο χρυσός, να απαιτηθεί από τις τράπεζες να εξαργυρώνουν τα χαρτονομίσματα με χρυσό σε μια καθορισμένη ισοτιμία άμεσα στο γκισέ και να προβαίνουν σε τυχόν αυξήσεις των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων, όταν προέκυπταν πρόσθετα αποθέματα χρυσού από τους καταθέτες, η από άλλους πωλητές.

Φρένο στα κυβερνητικά ελλείμματα

Επίσης, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα ελλείμματα ήταν μια επικίνδυνη πρακτική για τη χρηματοδότηση κυβερνητικών προγραμμάτων. Έδινε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση πως μπορούσαν να ξοδεύουν χωρίς να επιβάλλουν κόστος στην κοινωνία με τη μορφή υψηλότερων φόρων. Μπορούσαν έτσι να δανείζονται αναβάλλοντας το φορολογικό κόστος, μέχρι ένα μελλοντικό χρονικό σημείο, όταν τα δάνεια θα έπρεπε να επιστραφούν. Οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς ζήτησαν ετησίως ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, επιτρέποντας στο εκλογικό σώμα να αντιλαμβάνεται άμεσα και ξεκάθαρα το κόστος των κρατικών δαπανών.

Έτσι το 1814 ο περισσότερος κόσμος πέρασε στον διεθνή κανόνα του χρυσού και χάραξε τον δρόμο προς την βιομηχανική επανάσταση. Μολονότι ο κλασσικός κανόνας του χρυσού του δεκάτου ενάτου αιώνα δεν ήταν τέλειος και επέτρεπε σχετικά μικρές περιόδους επιχειρηματικών κύκλων άνθισης και υφέσεως (boom-bust), έστω κι έτσι παρείχε μακράν την καλύτερη νομισματική τάξη που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος. Mία τάξη η οποία λειτουργούσε, που δεν επέτρεπε στους οικονομικούς κύκλους να ξεφεύγουν εκτός ελέγχου και που κατέστησε δυνατή την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, των διεθνών συναλλαγών και των επενδύσεων.

Ο τρίτος δρόμος και ο θάνατος της ελεύθερης αγοράς.

Οι κυβερνήσεις κατέστρεψαν τον κανόνα του χρυσού για να διεξαγάγουν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο το 1914. Με την Κεϋνσιανή «επανάσταση» στα 30’s και με την επικράτηση των ρεβιζιονιστών οικονομολόγων του «τρίτου δρόμου», οι κυβερνήσεις απαλλάχτηκαν σταδιακά από τον «ζουρλομανδύα» των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και του νομισματικού ελέγχου , σχεδόν καθολικά και παγκοσμίως .

Δεν υπήρχε πλέον κανένας έλεγχος και περιορισμός των κρατικών δαπανών. Τουναντίον, αυτές θα ήταν πλέον οι δυνάμεις της “ανάπτυξης” και μάλιστα με «επιστημονική τεκμηρίωση». Θα ήταν βέβαια υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι ο Keynes είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την πολιτική των ελλειμματικών κυβερνητικών δαπανών, για το χάρτινο πολιτικό χρήμα και για τον έντονο κρατικό παρεμβατισμό, που διαμόρφωσαν το παρόν συντεχνιακό ολιγοπωλιακό περιβάλλον τα τελευταία 70 χρόνια.

Δεκαετίες πριν την εμφάνιση του βιβλίου του Keynes (The general theory of money, employment and interest), το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα είχε στραφεί προς ολοένα και μεγαλύτερη επιθυμία για συμμετοχή των κυβερνήσεων στις κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις. Ήταν αποτέλεσμα της αυξανόμενης επιρροής των κολεκτιβιστικών ιδεών μεταξύ των κύκλων των διανοουμένων και των φορέων χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη και την Αμερική.

Εγγενής η τάση για σπατάλες εκ μέρους των κυβερνήσεων

Όταν η κυβέρνηση έχει απελευθερωθεί από τη δέσμευση να φορολογεί άμεσα για ό, τι ξοδεύει, κάθε πιθανή ομάδα ειδικών συμφερόντων μπορεί να ζητήσει να εξυπηρετηθούν οι πιο ευφάνταστες απαιτήσεις της. Οι πολιτικοί, επιθυμώντας ψήφους και οικονομικές συνεισφορές προς το κόμμα (και τους εαυτούς τους) ευχαρίστως ανταποκρίνονται για να ικανοποιήσουν τη λαιμαργία προνομιούχων ομάδων, συγκεκριμένων επιχειρήσεων, διαφόρων ολιγαρχών, αλλά και την δική τους. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι πέφτουν εύκολα θύματα της αυταπάτης πως η κυβέρνηση μπορεί να προσφέρει σχεδόν σε όλους κάτι έναντι τίποτα (χωρίς αντάλλαγμα), με μικρό ή καθόλου κόστος για τους φορολογούμενους.

Οι πολιτικοί, έχοντας παράλληλα αποκτήσει καθολικό νομισματικό μονοπώλιο από το 1971, μπορούσαν τώρα να παίξουν το παιχνίδι τους προσφέροντας όλο και περισσότερα χρήματα σε ειδικά συμφέροντα, ενώ μερικές φορές προχωρούσαν ταυτόχρονα και σε μείωση της φορολογίας για να είναι αρεστοί σε όλους. Οι κυβερνήσεις γέμιζαν απλά αυτό το κενό με δανεισμό, επιβάλλοντας μεγαλύτερη επιβάρυνση χρέους στις μελλοντικές γενιές.

Είτε οι φόροι θα έπρεπε να αυξηθούν κατά τα επόμενα έτη, είτε οι κυβερνήσεις θα στρεφόταν προς την εκτυπωτική πρέσα (ροκανίζοντας την αγοραστική δύναμη του πολιτικού χρήματος) για να αποπληρώσουν αυτά που σπατάλησαν όλο το προηγούμενο διάστημα. Θα υποστήριζαν πως παρέλαβαν «καμμένη γη» από τους προηγούμενους και πως οι ενέργειές τους αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, στην ευημερία, στο «γενικό καλό» και στην χρηματοδότηση των «κοινωνικά αναγκαίων» προγραμμάτων του «κράτους πρόνοιας».

Και δεν χρειαζόταν να ανησυχούμε καθόλου για όλα αυτά. Ο Keynes διαβεβαίωσε εξάλλου με μια μνημειώδη του δήλωση πως «μακροπρόθεσμα θα πεθάνουμε όλοι»

Μακροπρόθεσμα θα πληρώσουν οι άλλοι τις ανοησίες μας

Το πρόβλημά μας πλέον, είναι ότι βιώνουμε όλο και περισσότερο τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, των βραχυπρόθεσμων – κοντόφθαλμων πολιτικών βασισμένων στις ρεβιζιονιστικές θεωρίες του Keynes. Η αποπληρωμή της χρεοκοπημένης – ασφυκτικά κρατικά ελεγχόμενης – οικονομίας των τελευταίων δεκαετιών, γίνεται όλο και πιο δυσβάστακτη και σταδιακά αντιληπτή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι πολιτικοί έχοντας μικρό ορίζοντα κυβερνητικής θητείας, απλά μεταθέτουν το πρόβλημα των συσσωρευμένων χρεών στις επόμενες γενιές. Η ονομαζόμενη «καυτή πατάτα» , εξακολουθεί εδώ και τριάντα περίπου χρόνια να παραμένει ανέγγιχτη σε υπουργικά, πρωθυπουργικά και προεδρικά γραφεία. Οι εκάστοτε παροικούντες αυτών των γραφείων, δεν θα υποστούν καμία συνέπεια, καθώς ως γνωστόν, «η πολιτική δεν μπορεί να ποινικοποιείται». Συνεπώς και δυστυχώς, η αναβαλλόμενη μετάθεση του κόστους και των ευθυνών, κληροδοτείται στις γενιές που έχουν την ατυχία να συμπέσουν χρονικά με τις προθεσμίες των αποπληρωμών.

Οι νεότερες γενεές, αντιμετωπίζουν σήμερα τις συνέπειες της διαμόρφωσης συναλλακτικών ηθών βασισμένων στο εύκολο πολιτικό χρήμα, στις επιδοτήσεις και στις κυβερνητικές παροχές κατά τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια. Το χρεοκοπημένο κοινωνικό κράτος της Ελλάδας, συνεπικουρούμενο από τις Βρυξέλλες, επιχειρεί με κάθε τρόπο να διασωθεί μεταθέτοντας το κόστος και τις ευθύνες του στους πολίτες. Στην προσπάθεια του αυτή δεν διστάζει να αποσπά περιουσίες, αποταμιεύσεις και να επιτίθεται με σφοδρότητα σε βασικά ατομικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Η λύση λέγεται καπιταλιστική ελεύθερη αγορά

Οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς του 18ου αιώνα, είχαν ως κύριο μέλημα τους την προστασία των πολιτών από τις κυβερνητικές σπατάλες. Σήμερα η τάση, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το new deal κι έπειτα, εξακολουθεί να παραμένει πιστή στις Κεϋνσιανές θεωρίες, με μεγάλο μέρος του κλάδου να υποστηρίζει τις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί.

Είναι απαραίτητη όσο ποτέ μια επιστροφή σε βασικές οικονομικές θεωρίες οι οποίες όλα αυτά τα χρόνια κρύφτηκαν επιμελώς, λοιδωρήθηκαν και σταδιακά ξεχάστηκαν. Κρίνεται επιτακτική η αναβίωση των καπιταλιστικών θεωριών οι οποίες λαμβάνουν υπ όψη τους οικονομικά κεφαλαιακής δομής, χρονικής διάρθρωσης σταδίων της παραγωγής και διαχρονικών ατομικών προτιμήσεων κατανάλωσης – αποταμίευσης. Μία στροφή στην πολιτική οικονομία η οποία θα αμφισβητήσει την «ορθοδοξία» των κρατιστών. Μια νέα τάξη μελετητών, η οποία καταφέρνει να αναγνωρίσει την δαιδαλώδη και συντεχνιακή μορφή μιας οικονομίας βασισμένης σε αλληλεξαρτήσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στα συνδικάτα, στις ειδικές ομάδες συμφερόντων και στις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις.

Είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταπολεμηθεί ο ηττοπαθής συμβιβασμός με την ιδέα πως: πάντα θα εξυπηρετείται το δίκτυο των συμμετεχόντων στο σύστημα εξουσίας εις βάρος μας.

Όχι με ευχολόγια, αλλά πρακτικά και στοχευμένα να απευθυνθούμε στους πολίτες με συγκεκριμένες προτάσεις, επιχειρήματα και με το θάρρος της γνώμης μας να φέρουμε στο προσκήνιο τον καπιταλισμό. Να ζητήσουμε την απομάκρυνση του κράτους από την οικονομία και την απελευθέρωση της παραγωγής και κυκλοφορίας του χρήματος. Να συλλογιζόμαστε και να δρούμε βασιζόμενοι σε ρήσεις όπως η ακόλουθη:

“Πώς εντοπίζεται η νόμιμη λεηλασία; Πολύ απλά . Δείτε αν ο νόμος παίρνει από κάποια άτομα ό, τι ανήκει σε αυτά και τα διανέμει σε άλλα άτομα. Δείτε αν ο νόμος ωφελεί έναν πολίτη εις βάρος του άλλου, κάνοντας ό, τι ο ίδιος αυτός πολίτης που ωφελείται δεν θα μπορούσε αλλιώς να κάνει διότι θα θεωρούταν έγκλημα. Η νόμιμη λεηλασία μπορεί να διαπραχθεί με άπειρους τρόπους . Δασμοί, προστατευτισμός, παροχές, επιδοτήσεις, προοδευτική φορολογία, δημόσια σχολεία , εγγυημένη απασχόληση, εγγυημένα κέρδη, δωρεάν πίστωση, και ούτω καθεξής.”  Frederic Bastiat – The Law – 1850

 

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.