Mises Institute: Ποια είναι η σωστή ποσότητα χρήματος για την οικονομία;

0
1899
Η σωστή ποσότητα χρήματος στην οικονομία
Η "σωστή" ποσότητα χρήματος στην οικονομία, μπορεί να καθοριστεί μόνο από μια ελεύθερη αγορά.

Ο μόνος τρόπος για να γίνει το σύστημα πραγματικά σταθερό είναι να επιτραπεί στην ελεύθερη αγορά να αναλάβει την παραγωγή την προσφορά και την ζήτηση του χρήματος στην οικονομία. Σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με το ζήτημα του «σωστού» ρυθμού αύξησης της προσφοράς χρήματος και κανένα θεσμικό όργανο δεν χρειάζεται να ρυθμίζει την προσφορά του.

Του Frank Shostak

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι μια αναπτυσσόμενη οικονομία απαιτεί ένα αυξανόμενο χρηματικό απόθεμα, με το σκεπτικό ότι η ανάπτυξη οδηγεί σε μεγαλύτερη ζήτηση χρήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, πιστεύεται, θα οδηγηθούμε σε μείωση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών, γεγονός που με τη σειρά του θα αποσταθεροποιήσει την οικονομία και θα οδηγήσει σε οικονομική ύφεση. Εφόσον η αύξηση της προσφοράς χρήματος είναι τόσο σημαντική, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι οικονομολόγοι αναζητούν συνεχώς τον σωστό – ή τον βέλτιστο – ρυθμό ανάπτυξης της προσφοράς χρήματος.

Μερικοί οικονομολόγοι, οπαδοί του Μίλτον Φρίντμαν – γνωστοί και ως μονεταριστές – θέλουν η κεντρική τράπεζα να στοχεύσει τον ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος σε σταθερό ποσοστό. Θεωρούν ότι αν το ποσοστό αυτό διατηρηθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, θα επέλθει μια εποχή οικονομικής σταθερότητας.

Η ιδέα ότι τα χρήματα πρέπει να αυξηθούν προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική ανάπτυξη δίνει την εντύπωση ότι τα χρήματα διατηρούν κατά κάποιον τρόπο την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τον Rothbard:

Τα χρήματα, καθαυτά, δεν μπορούν να καταναλωθούν και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα ως αγαθά παραγωγού στην παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς, τα χρήματα αυτά καθαυτά είναι μη παραγωγικά. Είναι νεκρό απόθεμα και δεν παράγει τίποτα. 1

 Η κύρια δουλειά του χρήματος είναι απλά να εκπληρώσει το ρόλο του μέσου ανταλλαγής. Τα χρήματα δεν στηρίζουν ούτε χρηματοδοτούν πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Τα μέσα συντήρησης ή χρηματοδότησης παρέχονται από αποθηκευμένα καταναλωτικά αγαθά (αποταμιεύσεις). Εξασφαλίζοντας τον ρόλο του ως μέσου ανταλλαγής, το χρήμα διευκολύνει απλώς τη ροή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.

Ιστορικά, πολλά διαφορετικά αγαθά έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής. Επί τούτου, ο von Mises παρατήρησε ότι, με την πάροδο του χρόνου:

…θα υπήρχε μια αναπόφευκτη τάση για τα λιγότερο εμπορεύσιμα από τη σειρά των αγαθών που χρησιμοποιούνται ως μέσο ανταλλαγής, να απορρίπτονται ένα προς ένα μέχρις ότου επιτέλους έμεινε μόνο ένα εμπόρευμα το οποίο ήταν καθολικά χρησιμοποιούμενο ως μέσο ανταλλαγής. Με μια λέξη, χρήμα. 2

Μέσα από τη συνεχιζόμενη διαδικασία επιλογής για χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι κατέληξαν στο χρυσό ως το προτιμώμενο γενικό μέσο ανταλλαγής. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι, ενώ δέχονται αυτήν την ιστορική εξέλιξη, αμφισβητούν ότι ο χρυσός μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του χρήματος στον σύγχρονο κόσμο. Θεωρείται ότι, σε σχέση με την αυξανόμενη ζήτηση για χρήματα ως αποτέλεσμα των αναπτυσσόμενων οικονομιών, η προσφορά χρυσού δεν είναι επαρκής. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα μεγάλο μέρος του χρυσού που εξορύσσεται χρησιμοποιείται για κοσμήματα, αυτό αφήνει το απόθεμα των χρημάτων σχεδόν αμετάβλητο για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Υποστηρίζεται ότι η ελεύθερη αγορά, αποτυγχάνοντας να παράσχει αρκετό χρυσό, θα προκαλέσει έλλειψη χρηματικής προσφοράς. Αυτό, με τη σειρά του, ενέχει τον κίνδυνο να αποσταθεροποιήσει την οικονομία. Για το λόγο αυτό, οι περισσότεροι οικονομολόγοι, ακόμη και όσοι εκφράζουν συμπάθεια προς την ιδέα της ελευθερίας της αγοράς, υποστηρίζουν την άποψη ότι η προσφορά χρήματος πρέπει να ελέγχεται από την κυβέρνηση.

Τι εννοούμε με τη ζήτηση για χρήματα σε μία οικονομία;

Όταν μιλάμε για ζήτηση για χρήματα, αυτό που πραγματικά εννοούμε είναι η ζήτηση για την αγοραστική δύναμη του χρήματος. Εξάλλου, οι άνθρωποι δεν θέλουν ένα μεγαλύτερο χρηματικό ποσό στις τσέπες τους, αλλά θέλουν μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Επί αυτού γράφει ο von Mises:

Οι υπηρεσίες που παράσχει το χρήμα εξαρτώνται από το ύψος της αγοραστικής του δύναμης στην οικονομία. Κανείς δεν θέλει να έχει στην τσέπη του ένα ορισμένο αριθμό χρημάτων ή ένα ορισμένο βάρος χρημάτων. Θέλει να έχει χρήμα ορισμένου ποσού αγοραστικής δύναμης. 3

Σε μια ελεύθερη αγορά, όπως συμβαίνει με άλλα αγαθά, η τιμή του χρήματος καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Συνεπώς, αν υπάρχουν λιγότερα χρήματα, η ανταλλακτική τους αξία θα αυξηθεί. Αντιστρόφως, η ανταλλακτική τους αξία θα μειωθεί όταν υπάρχουν περισσότερα χρήματα. Στο πλαίσιο μιας ελεύθερης αγοράς, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο όπως «πολύ λίγα» ή «πάρα πολλά» χρήματα. Όσο επιτρέπεται στην αγορά να εκκαθαρίσει, δεν μπορεί να προκύψει έλλειμμα ή πλεόνασμα χρημάτων.

Μόλις η αγορά επιλέξει ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα ως χρήμα, το συγκεκριμένο απόθεμα αυτού του εμπορεύματος θα είναι πάντα αρκετό για να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες που παρέχει το χρήμα. Ως εκ τούτου, σε μια ελεύθερη αγορά, η όλη ιδέα του βέλτιστου ρυθμού αύξησης των χρημάτων είναι παράλογη.

Σύμφωνα με τον von Mises:

Καθώς η λειτουργία της αγοράς τείνει να καθορίσει την τελική κατάσταση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος σε ένα ύψος στο οποίο συμπίπτουν η προσφορά χρήματος και η ζήτηση για χρήμα, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει πλεόνασμα ή έλλειμμα χρημάτων στην οικονομία. Κάθε άτομο και όλα τα άτομα από κοινού απολαμβάνουν πάντα τα πλεονεκτήματα που μπορούν να αντλήσουν από την έμμεση ανταλλαγή και τη χρήση χρημάτων, ανεξάρτητα από το αν η συνολική ποσότητα χρημάτων είναι μεγάλη ή μικρή….οι υπηρεσίες που παρέχουν τα χρήματα δεν μπορούν ούτε να βελτιωθούν ούτε να διορθωθούν μεταβάλλοντας την προσφορά της ποσότητας τους…Η διαθέσιμη ποσότητα χρημάτων σε ολόκληρη την οικονομία είναι πάντα επαρκής για να εξασφαλίσει για όλους αυτό που κάνει και αυτό που μπορεί να κάνει το χρήμα.4

Ωστόσο, πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η προσφορά ενός επιλεγμένου εμπορεύματος ως χρήμα δεν θα αρχίσει να επεκτείνεται γρήγορα λόγω απρόβλεπτων γεγονότων; Δεν θα υπονόμευε αυτό την ευημερία των ανθρώπων; Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε οι άνθρωποι θα εγκαταλείψουν πιθανώς αυτό το εμπόρευμα και θα επιλέξουν κάποιο άλλο εμπόρευμα. Οι άνθρωποι προσπαθώντας να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την ευημερία τους δεν θα επιλέξουν ως χρήμα ένα προϊόν που υπόκειται σε σταθερή μείωση της αγοραστικής του δύναμης. Αυτή είναι η ουσία της διαδικασίας επιλογής της αγοράς και ο λόγος για τον οποίο χρειάστηκαν αρκετές χιλιάδες χρόνια για να επιλεγεί ο χρυσός ως το πιο εμπορεύσιμο αγαθό.

Η παρατεταμένη διαδικασία επιλογής της αγοράς αυξάνει την πιθανότητα ότι ο χρυσός είναι το καταλληλότερο προϊόν για την εκπλήρωση του ρόλου του χρήματος.

Αλλά ακόμη και αν συμφωνούσαμε ότι ο κόσμος κάτω από το χρυσό κανόνα θα ήταν ένα πολύ καλύτερο μέρος για να ζει κανείς, από ότι είναι το σημερινό νομισματικό σύστημα, σίγουρα θα πρέπει να είμαστε πρακτικοί και να βρούμε λύσεις που ταιριάζουν με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Δηλαδή, στον κόσμο στον οποίο ζούμε επί του παρόντος, έχουμε κεντρικές τράπεζες και δεν είμαστε στο χρυσό κανόνα. Με δεδομένα αυτά τα γεγονότα, ποιος θα πρέπει να είναι ο σωστός ρυθμός αύξησης της προσφοράς χρήματος;

Δεν είναι, ωστόσο, εφικτό να καταρτιστεί ένα σχέδιο για το «σωστό» ρυθμό αύξησης των χρημάτων, όσο οι κεντρικές αρχές έχουν καταναγκαστικά εκτοπίσει το επιλεγμένο από την αγορά χρήμα με πολιτικά χαρτονομίσματα.

Από το χρήμα στα πολιτικά χαρτονομίσματα

Αρχικά, το χαρτονόμισμα δεν θεωρούταν ως χρήμα, αλλά απλώς ως απόδειξη διαθέσιμου χρυσού. Διάφορα  χάρτινα πιστοποιητικά αντιπροσώπευαν απαιτήσεις για χρυσό αποθηκευμένο σε τράπεζες. Οι κάτοχοι αυτών των πιστοποιητικών μπορούσαν να τα μετατρέψουν σε χρυσό όποτε οι ίδιοι έκριναν αναγκαίο. Επειδή οι χρήστες βρήκαν πιο βολικό να χρησιμοποιούν τα πιστοποιητικά για την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών, τα πιστοποιητικά αυτά θεωρήθηκαν σταδιακά ως χρήματα.

Τα πιστοποιητικά που είναι αποδεκτά ως μέσο ανταλλαγής ανοίγουν το δρόμο εφαρμογής για ανέντιμες και απατηλές πρακτικές. Οι τράπεζες μπορούσαν τώρα πλέον να μπουν στον πειρασμό να αυξήσουν τα κέρδη τους, με τη χορήγηση πιστοποιητικών που δεν καλύπτονταν από χρυσό. Σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς, μια τράπεζα που εκδίδει υπερβολικά πιστοποιητικά θα ανακαλύψει γρήγορα ότι η αξία ανταλλαγής των πιστοποιητικών της, όσον αφορά την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, θα πέσει.

Προκειμένου να προστατευθεί η αγοραστική τους δύναμη, οι κάτοχοι των υπερβολικά εκδοθέντων πιστοποιητικών ενδέχεται να επιχειρήσουν να τα μετατρέψουν σε χρυσό. Αν όλοι τους ζητούσαν ταυτόχρονα το χρυσό τους, αυτό θα έπληττε την τράπεζα. Σε μια ελεύθερη, ανταγωνιστική αγορά, σε αυτήν την περίπτωση, η απειλή πτώχευσης θα εμπόδιζε τις τράπεζες να εκδίδουν πιστοποιητικά χωρίς αντίκρυσμα σε χρυσό.

Ο von Mises γράφει επί τούτου:

Οι άνθρωποι συχνά αναφέρουν το ρητό ενός ανώνυμου Αμερικανού το οποίο παρουσίασε ο Tooke: «ελεύθερο εμπόριο στον τραπεζικό τομέα σημαίνει ελεύθερο εμπόριο στην απάτη». Ωστόσο, η ελευθερία στην έκδοση τραπεζογραμματίων θα είχε από μόνη της περιορίσει σημαντικά τη χρήση τραπεζογραμματίων στην οικονομία, η θα την είχε καταστήσει εντελώς απαγορευμένη. Ήταν μια ιδέα την οποία προώθησε ο Cernuschi στις ακροάσεις της Γαλλικής εξεταστικής επιτροπής για τις τράπεζες στις 24 Οκτωβρίου του 1865: «Πιστεύω ότι αυτό που ονομάζεται ελεύθερη τραπεζική θα οδηγήσει σε πλήρη κατάργηση των τραπεζογραμματίων στη Γαλλία. Θέλω να δώσω σε όλους το δικαίωμα έκδοσης τραπεζογραμματίων, έτσι ώστε κανείς να μην θέλει πλέον τραπεζογραμμάτια.»5

Αυτό σημαίνει ότι σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς, τα χαρτονομίσματα δεν μπορούν να έχουν την «δική τους ζωή» και να γίνουν ανεξάρτητα από το χρήμα-εμπόρευμα.

Ωστόσο, η κυβέρνηση μπορεί να παρακάμψει την πειθαρχία της ελεύθερης αγοράς. Μπορεί να εκδώσει διάταγμα το οποίο καθιστά νόμιμο το να μην εξαργυρώσει η τράπεζα σε χρυσό τα υπερβολικά εκδοθέντα χάρτινα πιστοποιητικά (χαρτονομίσματα).

Λέει ο Hoppe:

Όταν οι τράπεζες δεν είναι υποχρεωμένες να εξαργυρώσουν τα πιστοποιητικά χαρτιού (χαρτονομίσματα) σε χρυσό, δημιουργούνται ευκαιρίες για μεγάλα κέρδη που θέτουν κίνητρα για την επιδίωξη μιας ανεξέλεγκτης επέκτασης της προσφοράς χαρτονομισμάτων.6

Αυτή η μη αναμενόμενη επέκταση των πιστοποιητικών χαρτιού (χαρτονομισμάτων) αυξάνει την πιθανότητα να ξεκινήσει μια ανεξέλεγκτη άνοδος των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της οικονομίας της αγοράς. Προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια κατάρρευση, πρέπει να γίνει διαχείριση της προσφοράς χαρτονομισμάτων. Ο κύριος σκοπός της διαχείρισης της προσφοράς είναι να αποτρέψει τις διάφορες ανταγωνίστριες τράπεζες να εκδίδουν υπερβολικά πιστοποιητικά χαρτιού και να οδηγούν έτσι η μία την άλλη στη χρεοκοπία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία μιας μονοπωλιακής τράπεζας (δηλαδή μιας κεντρικής τράπεζας) η οποία διαχειρίζεται την παροχή χαρτονομίσματος.

Σύμφωνα με τον Hoppe:

«Αν κάποιος θέλει να επιτύχει την αντικατάσταση του εμπορευματικού χρήματος με fiat πολιτικό χρήμα στην οικονομία, πρέπει να πληρείται μια ακόμα προϋπόθεση: Πρέπει να απαγορευτεί η ελεύθερη είσοδος στην αγορά χαρτονομισμάτων και να θεσπιστεί μονοπώλιο στο χρήμα»7

Για να επιβεβαιώσει την εξουσία της, η κεντρική τράπεζα εισάγει τα δικά της χαρτονομίσματα, τα οποία αντικαθιστούν τα χαρτονομίσματα των διαφόρων τραπεζών. (Η αγοραστική δύναμη των χρημάτων της κεντρικής τράπεζας δημιουργείται λόγω του γεγονότος ότι τα διάφορα χαρτονομίσματα, τα οποία φέρουν ήδη την αγοραστική τους δύναμη, ανταλλάσσονται με χρήματα της κεντρικής τράπεζας σε φιξ τιμή. Τα χαρτονομίσματα της κεντρικής τράπεζας υποστηρίζονται πλήρως από τα χαρτονομίσματα των τραπεζών, τα οποία έχουν τον ιστορικό σύνδεσμο με το χρυσό.)

Το χαρτονόμισμα της κεντρικής τράπεζας, το οποίο κηρύσσεται ως νόμιμο χρήμα από τις κυβερνήσεις (legal tender), χρησιμοποιείται επίσης ως αποθεματικό asset των τραπεζών. Αυτό επιτρέπει στην κεντρική τράπεζα να θέτει το όριο στην πιστωτική επέκταση από το τραπεζικό σύστημα, μέσω του καθορισμού κανονιστικών δεικτών των αποθεματικών ως προς τα δάνεια.

Στη συνέχεια, φαίνεται ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί να διαχειριστεί και να σταθεροποιήσει το νομισματικό σύστημα. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ακριβώς αντίθετη. Για να διαχειριστεί το σύστημα, η κεντρική τράπεζα πρέπει συνεχώς να δημιουργεί λεφτά από το πουθενά (out of thin air) για να προλαμβάνει τις τράπεζες από το να χρεοκοπήσουν η μία την άλλη.

Αυτό οδηγεί σε συνεχή μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος, η οποία αποσταθεροποιεί ολόκληρο το νομισματικό σύστημα. Αυτή η τάση αποσταθεροποίησης του συστήματος ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι ένας μονοπωλιακός παραγωγός χρήματος έχει φυσικά το κίνητρο να φροντίζει το δικό του συμφέρον.

Και συμπληρώνει ο Hoppe,

Μπορεί να εκδίδει χρήμα με σχεδόν μηδενικό κόστος και στη συνέχεια να αγοράζει πραγματικά περιουσιακά στοιχεία (καταναλωτικά ή κεφαλαιουχικά-παραγωγικά αγαθά) ή να το χρησιμοποιεί για την αποπληρωμή πραγματικών χρεών. Ο πραγματικός πλούτος του μη τραπεζικού κοινού θα μειωθεί καθώς διαθέτει λιγότερα αγαθά και περισσότερα χρήματα χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, ο πραγματικός πλούτος του μονοπωλιακού παραγωγού θα αυξηθεί καθώς κατέχει περισσότερα μη χρηματικά αγαθά (και έχει πάντα τόσα χρήματα όσα θέλει). Ποιος, σε αυτή την περίπτωση, εκτός από τους αγίους αγγέλους, δεν θα προέβαινε σε σταθερή επέκταση της προσφοράς χρήματος και κατά συνέπεια σε μια συνεχή υποτίμηση του νομίσματος;8

Αντιλαμβανόμαστε πως, ενώ σε μια ελεύθερη αγορά οι άνθρωποι δεν θα δέχονταν ένα εμπόρευμα ως χρήμα εάν η αγοραστική του δύναμη υπόκειται σε μόνιμη πτώση, στο σημερινό περιβάλλον οι κεντρικές τραπεζικές αρχές επιβάλλουν καταναγκαστικά χρήμα το οποίο υποφέρει από σταθερή μείωση της αγοραστικής του δύναμης.

Δεδομένου ότι το σημερινό νομισματικό σύστημα είναι θεμελιωδώς ασταθές, η κεντρική τράπεζα είναι υποχρεωμένη να εκδίδει χρήμα από το πουθενά (out of thin air) για να αποφευχθεί η κατάρρευση αυτού του συστήματος. Δεν έχει σημασία το σχέδιο που υιοθετεί η κεντρική τράπεζα όσον αφορά τις χρηματικές εισροές στην οικονομία – μπορεί να εκδώσει άμεσα χρήμα ή μπορεί να ενεργήσει καθορίζοντας τα επιτόκια στις χρηματαγορές, όπως συμβαίνει πιο συχνά στις μέρες μας. Ανεξάρτητα από τον τρόπο των χρηματικών εισροών στην οικονομία που επιλέγει η κεντρική τράπεζα, οι επιχειρηματικοί κύκλοι άνθισης-αποτυχίας (boom-bust) θα γίνονται με τον καιρό όλο και πιο άγριοι.

Ακόμα και το σχέδιο του Milton Friedman να καθοριστεί ο ρυθμός αύξησης των χρημάτων σε ένα δεδομένο ποσοστό, δεν θα αλλάξει κάτι. Εξάλλου, ακόμα κι ένα σταθερό ποσοστό αύξησης εξακολουθεί να είναι αύξηση της ποσότητας χρήματος, η οποία οδηγεί στην ανταλλαγή τύπου: τίποτα έναντι κάτι – δηλαδή, στην φτωχοποίηση και στον κύκλο άνθησης-αποτυχίας (boom-bust).

Τι θα γινόταν με την πλήρη απομάκρυνση της κεντρικής τράπεζας και τη διατήρηση του αμετάβλητου στην ποσότητα του χρήματος; Θα διορθωνόταν η κατάσταση;

Όχι δεν θα διορθωνόταν.

Ένα αμετάβλητο χρηματικό ποσό θα προκαλέσει σχεδόν άμεση κατάρρευση του σημερινού νομισματικού συστήματος. Εξάλλου, το σημερινό σύστημα επιβιώνει επειδή οι κεντρικές τράπεζες, με τις χρηματικές εισροές, προλαμβάνουν τις τράπεζες του συστήματος των κλασματικών αποθεματικών από την χρεοκοπία. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει πάντα να προσφεύγει σε μεγάλες χρηματικές εισροές όταν υπάρχει απειλή από διάφορες πολιτικές ή οικονομικές αναταραχές. Η ίδια μοίρα είναι πιθανή και με τα άλλα συστήματα (ποσοτική χαλάρωση, καθορισμός επιτοκίων στις χρηματαγορές). Η μόνη διαφορά, είναι ότι με αυτά τα άλλα συστήματα μπορεί να πάρει κάποιο χρόνο πριν από την τελική κατάρρευση.

Το πόσο καιρό μπορεί η κεντρική τράπεζα να διατηρήσει το σημερινό σύστημα, εξαρτάται από την κατάσταση του συνόλου του πραγματικού πλούτου. Όσο αυτή η δεξαμενή αυξάνεται συνεχώς, η κεντρική τράπεζα είναι πιθανό να επιτύχει να διατηρήσει το σύστημα ζωντανό.

Μόλις η πραγματική πηγή του πλούτου αρχίσει να παραμένει στάσιμη – ή, ακόμη χειρότερα, να συρρικνωθεί – τότε καμία ποσότητα χρηματικής προσφοράς δεν θα μπορέσει να αποτρέψει την κατάρρευση του συστήματος.

Σε μια πραγματική ελεύθερη αγορά, εάν οι άνθρωποι αύξαναν την ζήτηση για χρυσό ως αποτέλεσμα μιας μεγάλης αναταραχής, αυτό θα ανέβαζε την αγοραστική δύναμη των χρημάτων και αυτό θα ήταν όλο. Δεν θα προέκυπταν περαιτέρω διαταραχές. Το νομισματικό σύστημα θα παρέμενε άθικτο. Επίσης, σε αντίθεση με το σημερινό νομισματικό σύστημα, σε μια αληθινή ελεύθερη αγορά, τα χρήματα δεν μπορούν να εξαφανιστούν και να θέσουν σε κίνηση την απειλή των επιχειρηματικών κύκλων άνθησης-αποτυχίας (boom-bust).

Στο κλασματικό αποθεματικό τραπεζικό σύστημα, όταν τα χρήματα αποπληρώνονται και η τράπεζα δεν ανανεώνει το δάνειο, τα χρήματα εξαφανίζονται από την οικονομία (αποπληθωρισμός). Επειδή το δάνειο έχει προέλθει από το πουθενά (out of thin air), προφανώς δεν μπορεί να έχει ιδιοκτήτη. Σε μια ελεύθερη αγορά, αντίθετα, όταν επιστραφεί ο χρυσός, μεταφέρεται στον αρχικό δανειστή. Το χρηματικό απόθεμα παραμένει άθικτο.

συμπέρασμα

Δεδομένου ότι το σημερινό νομισματικό σύστημα είναι θεμελιωδώς ασταθές, δεν μπορεί να υπάρξει «σωστός» ρυθμός αύξησης της προσφοράς χρήματος. Είτε η κεντρική τράπεζα προσθέσει χρήματα σύμφωνα με την οικονομική δραστηριότητα, ή καθορίσει τον ρυθμό ανάπτυξης με τα επιτόκια, αποσταθεροποιεί περαιτέρω το σύστημα.

Ο μόνος τρόπος για να γίνει το σύστημα πραγματικά σταθερό είναι να επιτραπεί στην ελεύθερη αγορά να αναλάβει την παραγωγή την προσφορά και την ζήτηση του χρήματος. Σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με το ζήτημα του «σωστού» ρυθμού αύξησης της προσφοράς χρήματος και κανένα θεσμικό όργανο δεν χρειάζεται να ρυθμίζει την προσφορά του.

***

 

  1. Murray N. Rothbard, Man, Economy and State (Los Angeles: Nash Publishing, 1970), p.670.
  2.  Ludwig von Mises, The Theory of Money and Credit (Irvington-on-Hudson, N.Y: The Foundation of Economic Education, 1971) pp. 32-33.
  3.  Ludwig von Mises, Human Action, 3rd rev. ed. (Chicago: Contemporary Books, 1966), p.421.
  4. Ludwig von Mises, Human Action, 3rd rev. ed. (Chicago: Contemporary Books, 1966), p.421
  5. Ludwig von Mises, Human Action, 3rd rev. ed. (Chicago: Contemporary Books, 1966), p.446.
  6.  Hans-Hermann Hoppe, “How is Fiat Money Possible?-or, The Devoluton of Money and Credit,” The Review of Austrian Economics 7, no.2 (1994), pp.49-74.
  7.  Hans-Hermann Hoppe, “How is Fiat Money Possible?-or, The Devoluton of Money and Credit,” The Review of Austrian Economics 7, no.2 (1994) p.59.
  8.  Hans-Hermann Hoppe, “How is Fiat Money Possible?-or, The Devoluton of Money and Credit,” The Review of Austrian Economics 7, no.2 (1994) p.62.