Von Mises: Πόσο θετικισμό «σηκώνουν» οι κοινωνικές επιστήμες;

0
1093
Ο Ludwig von Mises

Οι κοινωνικές επιστήμες γενικά και τα οικονομικά ειδικότερα, δεν μπορούν να βασιστούν στην εμπειρία με την έννοια κατά την οποία ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τις φυσικές επιστήμες. στα οικονομικά όπου δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των μεγεθών, οι εξισώσεις δεν έχουν πρακτική εφαρμογή

 

Του Ludwig von Mises

Ι. Τα θεμέλια που ετέθησαν για τις κοινωνικές επιστήμες

Τα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών τέθηκαν τον δέκατο όγδοο αιώνα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκουμε μόνο ιστορία. Βεβαίως, τα συγγράμματα των ιστορικών είναι γεμάτα από αποτελέσματα/επιπτώσεις που θεωρούνται πως ισχύουν για όλες τις ανθρώπινες δράσεις, ανεξάρτητα από το χρόνο και το περιβάλλον. Ακόμα και όταν δεν διατυπώνουν ρητά τέτοιες θέσεις, οι ιστορικοί βασίζουν απαραίτητα την αντίληψη των γεγονότων και την ερμηνεία τους σε υποθέσεις αυτού του τύπου. Όμως δεν έγινε καμία προσπάθεια ώστε να διευκρινιστούν αυτές οι βουβές υποθέσεις με κάποια ειδική ανάλυση.

Από την άλλη πλευρά, η πεποίθηση που επικράτησε στον τομέα της ανθρώπινης δράσης ήταν πως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλο κριτήριο, πέραν του καλού και του κακού (ηθικά κριτήρια). Αν μια πολιτική δεν πετύχαινε το στόχο της, η αποτυχία της αποδίδονταν στην ηθική ανεπάρκεια του ανθρώπου ή στην αδυναμία της κυβέρνησης. Με καλούς ανθρώπους και ισχυρές κυβερνήσεις όλα θεωρούνταν εφικτά.

Τότε, τον δέκατο όγδοο αιώνα ήρθε μια ριζική αλλαγή. Οι θεμελιωτές της πολιτικής οικονομίας ανακάλυψαν μια τακτικότητα στη λειτουργία της αγοράς. Ανακάλυψαν ότι σε κάθε φάση της αγοράς αντιστοιχούσε μια συγκεκριμένη κατάσταση τιμών. Όταν εμφανιζόταν οποιοσδήποτε παράγοντας που προσπαθούσε να τροποποιήσει αυτή την κατάσταση, πάντα εκδηλωνόταν μια τάση επαναφοράς της. Αυτή η διορατικότητα άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην επιστήμη. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν με έκπληξη ότι οι ανθρώπινες δράσεις ήταν ανοικτές για διερεύνηση και από άλλες οπτικές γωνίες, πέραν αυτής της ηθικής κρίσης. Αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν μια τακτικότητα, την οποία συνέκριναν με εκείνη με την οποία ήταν ήδη εξοικειωμένοι στον τομέα των φυσικών επιστημών.

Από τις ημέρες του Cantillon, του Hume, των Φυσιοκρατών και του Adam Smith, η οικονομική θεωρία παρουσίαζε συνεχή – αν και όχι σταθερή – πρόοδο.

Κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης, τα οικονομικά είχαν γίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια θεωρία διεργασιών της αγοράς, εντός του πλαισίου μιας κοινωνίας που βασίζεται στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Τα οικονομικά είχαν γίνει εδώ και κάποιο καιρό μια γενική θεωρία ανθρώπινης δράσης1, ανθρώπινης επιλογής και προτιμήσεων.

ΙΙ. Οι διαφορές ανάμεσα στις θετικές και τις κοινωνικές επιστήμες

Τα στοιχεία της κοινωνικής γνώσης είναι ασαφή και δεν μπορούν να περιοριστούν σε συγκεκριμένες εικόνες οι οποίες μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τις αισθήσεις. Για να γίνει ευκολότερη η απεικόνισή τους, πρέπει να υπάρξει βοήθεια μεταφορικής γλώσσας. Για αρκετό καιρό οι βιολογικές λεκτικές μεταφορές ήταν πολύ δημοφιλείς. Υπήρχαν συγγραφείς που υπερφόρτωναν τέτοιες μεταφορές σε όρια γελοίας ακρότητας. Αρκεί να αναφερθεί το όνομα του Lilienfeld.

Σήμερα χρησιμοποιούνται πολύ περισσότερο οι μηχανιστικές μεταφορές. Η θεωρητική βάση για την χρησιμοποίηση τους βρίσκεται στην θετικιστική οπτική των κοινωνικών επιστημών. Ο θετικισμός απέρριψε ανεμπόδιστα όλα όσα δίδαξε η ιστορία και η οικονομική γνώση. Η ιστορία, στα μάτια του θετικισμού, απλά δεν είναι επιστήμη. Τα οικονομικά είναι ένα ιδιαίτερο είδος μεταφυσικής. Στη θέση και των δύο, ο θετικιστής αξιώνει μια κοινωνική επιστήμη που πρέπει να δομηθεί μέσω πειραματικών μεθόδων, όπως ιδανικά ισχύει στη Νευτώνεια φυσική. Τα οικονομικά πρέπει να είναι πειραματικά, να είναι μαθηματικά και να είναι ποσοτικά . Ο στόχος του θετικιστή είναι η δυνατότητα μέτρησης, επειδή η επιστήμη είναι μέτρηση. Κάθε κατάσταση πρέπει να επιδέχεται επαλήθευσης από γεγονότα.

Κάθε υπόθεση αυτής της θετικιστικής επιστημολογίας είναι λανθασμένη και αντικρούεται εξ’ ορισμού από τις κοινωνικές επιστήμες.

Οι κοινωνικές επιστήμες γενικά και τα οικονομικά ειδικότερα, δεν μπορούν να βασιστούν στην εμπειρία με την έννοια κατά την οποία ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τις φυσικές επιστήμες. Η κοινωνική εμπειρία είναι ιστορική εμπειρία. Φυσικά κάθε εμπειρία είναι μια εμπειρία για κάτι που πέρασε, που συνέβη. Αλλά αυτό που ξεχωρίζει την κοινωνική εμπειρία από εκείνη που αποτελεί τη βάση των φυσικών επιστημών, είναι ότι είναι πάντα η εμπειρία μιας πολυπλοκότητας φαινομένων.

Η εμπειρία στην οποία οι φυσικές επιστήμες οφείλουν όλη την επιτυχία τους είναι η εμπειρία του πειράματος. Στα πειράματα, τα διαφορετικά συστατικά των μεταβολών παρατηρούνται μεμονωμένα. Ο έλεγχος των συνθηκών της μεταβολής, παρέχει στον πειραματιστή τα μέσα ώστε να αποδίδει σε κάθε αποτέλεσμα την επαρκή αιτία του. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το φιλοσοφικό πρόβλημα που εμπλέκεται, ο φυσικός επιστήμονας προχωρά στη συσσώρευση “γεγονότων”. Αυτά τα γεγονότα είναι τα δομικά υλικά που χρησιμοποιεί ο επιστήμονας για να χτίσει τις θεωρίες του. Αποτελούν τα μοναδικά υλικά που έχει στη διάθεσή του. Η θεωρία του δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με αυτά τα γεγονότα. Είναι τα απόλυτα, τα τελικά πράγματα.

Οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να κάνουν χρήση πειραμάτων. Η εμπειρία με την οποία πρέπει να ασχοληθούν, είναι η εμπειρία πολυσύνθετων φαινομένων. Βρίσκονται στην ίδια θέση που θα βρισκόταν η ακουστική εάν το μόνο υλικό του επιστήμονα ήταν η ακρόαση μιας συναυλίας, ή ο θόρυβος ενός καταρράκτη. Σήμερα είναι πολύ της μόδας τα γραφειοκρατικά εργαστήρια στατιστικών. Αυτό είναι παραπλανητικό. Το υλικό που παρέχει η στατιστική είναι ιστορικό, δηλαδή το αποτέλεσμα μιας περιπλοκότητας διαφόρων δυνάμεων. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν έχουν το πλεονέκτημα της παρατήρησης των αποτελεσμάτων μιας μεταβολής, σε ένα μοναδικό στοιχείο, ενώ οι υπόλοιπες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες (ceteris paribus).

Περιορισμός ερμηνείας των φαινομένων

Συνεπώς, οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν ποτέ να χρησιμοποιήσουν την εμπειρία για να επαληθεύσουν τις υποθέσεις τους. Κάθε γεγονός και κάθε εμπειρία που απασχολεί τις κοινωνικές επιστήμες επιδέχεται διάφορες ερμηνείες/διατυπώσεις. Φυσικά, η εμπειρία που προκύπτει μέσω μιας πολυπλοκότητας διαφόρων φαινομένων, δεν μπορεί ποτέ να αποδείξει ή να διαψεύσει μια υπόθεση κατά τον τρόπο με τον οποίο ένα πείραμα των φυσικών επιστημών αποδεικνύει ή διαψεύδει. Δεν έχουμε ιστορική εμπειρία, η σημασία της οποίας να κρίνεται ταυτόσημα από όλους τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έως τώρα στην ιστορία μόνο τα έθνη που έχουν στηρίξει την κοινωνική τους τάξη στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής έχουν φτάσει σε ένα κάπως υψηλό στάδιο ευημερίας και πολιτισμού. Παρόλα αυτά, κανείς δεν θα το θεωρούσε αυτό per se ως μια αδιαμφισβήτητη ματαίωση των σοσιαλιστικών θεωριών.

Στον τομέα των φυσικών επιστημών υπάρχουν επίσης διαφορές απόψεων σχετικά με την ερμηνεία σύνθετων γεγονότων.

Αλλά εδώ η ελευθερία εξήγησης περιορίζεται από την ανάγκη να μην αντικρούονται υποθέσεις ικανοποιητικά επαληθευμένες από πειράματα. Στην ερμηνεία των κοινωνικών γεγονότων δεν υπάρχουν τέτοια όρια. Τα πάντα μπορούν να ισχύουν για τα κοινωνικά γεγονότα, εφόσον δεν περιοριζόμαστε στα όρια γενικών αρχών για την λογική φύση των οποίων σκοπεύουμε να μιλήσουμε αργότερα.

Εντούτοις σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναφέρουμε ήδη ότι κάθε συζήτηση σχετικά με το νόημα της ιστορικής εμπειρίας, μετατρέπεται ανεπαίσθητα σε μια συζήτηση για τις προαναφερθείσες αυτές γενικές αρχές χωρίς περαιτέρω αναφορά στην εμπειρία. Οι άνθρωποι για παράδειγμα μπορούν να αρχίσουν συζητώντας τις διδαχές σχετικά με έναν δασμό στην εισαγωγή ενός εμπορεύματος, ή να μιλούν για το σοβιετικό σύστημα. Σύντομα θα βρεθούν να συζητούν για τη γενική θεωρία του διαπεριφερειακού εμπορίου, ή για την ακόμα πιο γενικευμένη θεωρία του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού.

Η στατιστική έχει ιστορική σημασία 

Η αδυναμία πειραματισμού σημαίνει ταυτόχρονα και την αδυναμία μέτρησης. Ο φυσικός θα ασχοληθεί με μεγέθη και αριθμητικές σχέσεις, επειδή έχει το δικαίωμα να υποθέσει ότι υφίστανται συγκεκριμένες αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ φυσικών ιδιοτήτων. Το πείραμα του παρέχει την αριθμητική τιμή που πρέπει να αποδοθεί σε αυτές τις ιδιότητες. Στην ανθρώπινη συμπεριφορά δεν υπάρχουν τέτοιες σταθερές σχέσεις, δεν υπάρχει κανένας κανόνας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο και δεν υπάρχουν πειράματα που θα μπορούσαν να θεσπίσουν ομοιομορφίες αυτού του τύπου.

Αυτό που προσφέρει ο στατιστικός στη μελέτη των σχέσεων μεταξύ τιμών και προσφοράς, ή μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, είναι μόνο ιστορικής σημασίας. Εάν διαπιστώσει ότι η αύξηση κατά 10% της προσφοράς πατάτας στην Ατλαντίδα κατά τα έτη 1920-1930, ακολουθήθηκε από πτώση της τιμής της πατάτας κατά 8%, δεν λέει τίποτα για το τι συνέβη ή μπορεί να συμβεί με τη μεταβολή της προσφοράς της πατάτας σε κάποια άλλη χώρα, ή σε άλλη χρονική στιγμή.

Τέτοιες μετρήσεις όπως αυτή της ελαστικότητας της ζήτησης δεν μπορούν να συγκριθούν με τη μέτρηση του φυσικού επιστήμονα, π.χ. με την ακριβή μέτρηση της ειδικής πυκνότητας ή του βάρους του ατόμου (atom). Φυσικά, όλοι συνειδητοποιούν ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων ποικίλλει, όσον αφορά τις πατάτες και κάθε άλλο εμπόρευμα. Διαφορετικά άτομα εκτιμούν τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο και η αποτίμηση αλλάζει ακόμη και για το ίδιο άτομο όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες. Δεν μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τα άτομα σε τάξεις που αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο και δεν μπορούμε να καθορίσουμε τις συνθήκες που προκαλούν την ίδια αντίδραση. Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο στατιστικός οικονομολόγος είναι ιστορικός και όχι πειραματιστής. Για τις κοινωνικές επιστήμες, η στατιστική αποτελεί απλά μια μέθοδο ιστορικής έρευνας.

Φαντασιακές κατασκευές

Σε κάθε επιστήμη οι θεωρήσεις που οδηγούν στη διατύπωση/σχηματισμό μιας εξίσωσης είναι μη-μαθηματικού χαρακτήρα. Η διατύπωση/σχηματισμός της εξίσωσης έχει πρακτική σημασία, διότι οι σταθερές σχέσεις που περιλαμβάνει είναι πειραματικά θεσπισμένες και επειδή είναι δυνατόν να εισαχθούν ειδικές γνωστές τιμές σε λειτουργία, ούτως ώστε να προσδιοριστούν και αυτές οι τιμές που είναι άγνωστες. Αυτές οι εξισώσεις βρίσκονται επομένως στη βάση του τεχνολογικού σχεδιασμού. Δεν αποτελούν μόνο την ολοκλήρωση της θεωρητικής ανάλυσης, αλλά είναι και η αφετηρία της πρακτικής εργασίας. Όμως, στα οικονομικά όπου δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των μεγεθών, οι εξισώσεις δεν έχουν πρακτική εφαρμογή. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να απαλλαγούμε από όλους τους ενδοιασμούς σχετικά με τη διατύπωσή/σχηματισμό τους, θα πρέπει και πάλι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουν καμία πρακτική χρήση.

Αλλά η κύρια αντίρρηση που πρέπει να τεθεί στη μαθηματική αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων προέρχεται από αλλού:

Η μαθηματική αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων, δεν ασχολείται με την πραγματική διεργασία των ανθρώπινων δράσεων, αλλά με μια πλασματική αντίληψη που ο μαθηματικός οικονομολόγος δημιουργεί για εργαστηριακούς σκοπούς. Αυτό είναι το concept της στατικής ισορροπίας.

Για να κατανοήσει τις συνέπειες της αλλαγής και τη φύση του κέρδους στην οικονομία της αγοράς, ο μαθηματικός οικονομολόγος κατασκευάζει ένα πλασματικό σύστημα στο οποίο δεν υπάρχει καμία μεταβολή. Το σήμερα είναι όπως το χθες και το αύριο θα είναι σαν το σήμερα. Δεν υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και συνεπώς η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται ρίσκο. Αλλά αυτή η πλασματική εργαστηριακή θεώρηση, δεν είναι απλώς αδύνατη να συμβεί στην πραγματική ζωή. Δεν μπορεί καν να μεταβεί με συνέπεια σε τελικά συμπεράσματά. Τα άτομα σε αυτόν τον πλασματικό κόσμο δεν θα δρούσαν, δεν θα χρειαζόταν να κάνουν επιλογές και απλώς θα φυτοζωούσαν.

Είναι γεγονός ότι τα οικονομικά, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να κάνουν πειράματα, είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τέτοιες και άλλες παρόμοιου τύπου πλασματικές εργασίες.

Αλλά η χρήση τους πρέπει να περιορίζεται στους σκοπούς για τους οποίους έχουν σχεδιαστεί να εξυπηρετήσουν. Σκοπός του concept της στατικής ισορροπίας, είναι η μελέτη της φύσης των σχέσεων μεταξύ κόστους και τιμών και συνεπώς των κερδών. Πέραν αυτών, το concept τούτο είναι ανεφάρμοστο, και η εμμονή με αυτό μάταιη.

Εξισώσεις και καμπύλες αδιαφορίας

Όλα όσα μπορούν να κάνουν τα μαθηματικά στον τομέα των οικονομικών μελετών, είναι να περιγράψουν τη στατική ισορροπία. Οι εξισώσεις και οι καμπύλες αδιαφορίας ασχολούνται με μια πλασματική κατάσταση, η οποία δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά στην πραγματικότητα. Αυτό που παρέχουν, είναι μια μαθηματική έκφραση του ορισμού της στατικής ισορροπίας. Επειδή οι μαθηματικοί οικονομολόγοι ξεκινούν από την προκατάληψη ότι τα οικονομικά πρέπει να αντιμετωπίζονται με μαθηματικούς όρους θεωρούν τη μελέτη της στατικής ισορροπίας ως το σύνολο των οικονομικών. Ο καθαρά οργανικός χαρακτήρας αυτής της έννοιας έχει επισκιαστεί από αυτή την εμμονή.

Φυσικά, τα μαθηματικά δεν μπορούν να μας πουν τίποτα για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η στατική ισορροπία. Ο μαθηματικός προσδιορισμός της διαφοράς μεταξύ κάθε πραγματικής κατάστασης και της κατάστασης ισορροπίας δεν αποτελεί υποκατάστατο της μεθόδου με την οποία οι λογικοί (οι μη μαθηματικοί) οικονομολόγοι μας δίνουν να αντιληφθούμε τη φύση αυτών των ανθρώπινων δράσεων. Δράσεων που αναγκαστικά θα οδηγούσαν στην ισορροπία υπό την προϋπόθεση ότι καμία άλλη μεταβολή δεν θα εμφανιζόταν στα δεδομένα.

Η εμμονή με τη στατική ισορροπία είναι μια πλάνη και μια αποφυγή της μελέτης πολύ κυριότερων οικονομικών προβλημάτων. Η πραγματιστική αξία αυτού του concept ισορροπίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ωστόσο αποτελεί μέσο για τη λύση ενός μόνο προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση, η μαθηματική επεξήγηση της στατικής ισορροπίας είναι απλώς δευτερεύουσας σημασίας στα οικονομικά.

Το χρήμα δεν μετριέται με τιμές

Η περίπτωση είναι παρόμοια με τη χρήση καμπυλών. Μπορούμε να αντιπροσωπεύουμε την τιμή ενός προϊόντος ως το σημείο διασταύρωσης δύο καμπύλων, της καμπύλης της ζήτησης και της καμπύλης της προσφοράς. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για το σχήμα αυτών των καμπυλών. Γνωρίζουμε εκ των υστέρων τις τιμές, οι οποίες υποθέτουμε ότι είναι τα σημεία διασταύρωσης, αλλά δεν γνωρίζουμε τη μορφή της καμπύλης είτε εκ των προτέρων είτε για το παρελθόν. Η αναπαράσταση των καμπυλών δεν είναι λοιπόν τίποτα περισσότερο από ένα διδακτικό μέσο για να παρουσιαστεί η θεωρία σε γράφημα και να γίνει ως εκ τούτου πιο εύκολα κατανοητή.

Ο μαθηματικός οικονομολόγος έχει την τάση να θεωρεί την τιμή είτε ως μονάδα μέτρησης της αξίας, είτε ως ισοδύναμη με το εμπόρευμα. Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι τιμές δεν μετριούνται με χρήματα, αλλά αποτελούν τη χρηματική ποσότητα που ανταλλάσσεται για ένα εμπόρευμα.

Η τιμή δεν είναι ισοδύναμη με το εμπόρευμα. Μια αγορά πραγματοποιείται μόνο όταν ο αγοραστής εκτιμά το εμπόρευμα περισσότερο από την τιμή και ο πωλητής το εκτιμά λιγότερο από την τιμή.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποσπάσει την προσοχή του από αυτό το γεγονός και να υποθέσει πως υφίσταται ισοδυναμία, ενώ υπάρχει σαφέστατα διαφορά αποτίμησης. Όταν ένα από τα δυο μέρη θεωρεί την τιμή ως ισοδύναμο του εμπορεύματος, δεν πραγματοποιείται καμία συναλλαγή. Με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι κάθε συναλλαγή είναι και για τα δύο μέρη ένα “παζάρι”.

III. Οι ανθρώπινες δράσεις δεν είναι μετρήσιμες

Οι Φυσικοί επιστήμονες υπολογίζουν τα αντικείμενα της μελέτης τους εξωτερικά. Δεν έχουν καμία γνώση για το τι συμβαίνει στο εσωτερικό, στην «ψυχή» της πτώσης μιας πέτρας. Αλλά έχουν την ευκαιρία να παρατηρήσουν την πτώση της πέτρας σε πειράματα και έτσι να ανακαλύψουν αυτό που ονομάζεται νόμοι της πτώσης. Από τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πειραματικής γνώσης δημιουργούν τις θεωρίες τους που ξεκινούν από το ειδικό έως το γενικότερο, από το συγκεκριμένο έως το πιο αφηρημένο.

Τα οικονομικά ασχολούνται με τις ανθρώπινες δράσεις, όχι όπως λέγεται μερικές φορές με εμπορεύματα, οικονομικές ποσότητες ή τιμές. Δεν έχουμε τη δύναμη να πειραματιστούμε με ανθρώπινες δράσεις. Αλλά έχουμε, ως άνθρωποι οι ίδιοι, μια γνώση για το τι συμβαίνει εσωτερικά στους δρώντες. Γνωρίζουμε κάτι σχετικά με το νόημα που προσδίδουν οι άνθρωποι στην δράση τους. Γνωρίζουμε γιατί οι άνθρωποι επιθυμούν να αλλάξουν τις συνθήκες της ζωής τους. Γνωρίζουμε κάτι για αυτή την ανησυχία τους η οποία είναι το απόλυτο κίνητρο για τις αλλαγές που επιφέρουν. Ένας απόλυτα ευχαριστημένος άνθρωπος ή ένας άνθρωπος που αν και δεν είναι ευχαριστημένος δεν είδε κανένα μέσο βελτίωσης, δεν θα λειτουργούσε καθόλου.

Έτσι, όπως  λέει ο Cairnes:

ο οικονομολόγος βρίσκεται από την έναρξη των ερευνών του να κατέχει ήδη τις απόλυτες αρχές που διέπουν τα φαινόμενα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης του, ενώ η ανθρωπότητα δεν έχει ανάλογη άμεση γνώση των απόλυτων αρχών της φυσικής επιστήμης.

Εδώ βρίσκεται η ριζική διαφορά μεταξύ των κοινωνικών επιστημών (ηθικές επιστήμες, Geisteswissenschaften) και των φυσικών επιστημών. Αυτό που καθιστά δυνατή τη φυσική επιστήμη είναι η δύναμη να πειραματιστεί. Αυτό που καθιστά δυνατή την κοινωνική επιστήμη είναι η δύναμη να κατανοήσει ή να αντιληφθεί το νόημα της ανθρώπινης δράσης.

Πρέπει να διακρίνουμε δύο πολύ διαφορετικά είδη αυτής της αντίληψης της έννοιας της δράσης: συλλαμβάνουμε και καταλαβαίνουμε.

Συλλαμβάνουμε τη σημασία μιας δράσης, δηλαδή, θεωρούμε μια δράση πως έχει σημασία. Βλέπουμε στη δράση το εγχείρημα για την επίτευξη ενός στόχου με τη χρήση μέσων. Συλλαμβάνοντας την έννοια μιας δράσης, την θεωρούμε ως σκόπιμη για να επιτύχουμε κάποιο στόχο, αλλά δεν εξετάζουμε/παρατηρούμε την ιδιότητα των προτεινόμενων στόχων και των μέσων που χρησιμοποιούνται.

Συλλαμβάνουμε τη δραστηριότητα ως τέτοια, τις λογικές (πραξεολογικές) ιδιότητες και κατηγορίες της.

Το μόνο που κάνουμε σε αυτή τη σύλληψη, είναι να φέρουμε στο φως με συμπερασματική/λογική ανάλυση όλα όσα περιέχονται στην πρώτη αρχή της ανθρώπινης δράσης και να την εφαρμόσουμε σε διαφορετικά είδη ενδεχομένων συνθηκών. Αυτή η μελέτη είναι το αντικείμενο της θεωρητικής επιστήμης της ανθρώπινης δράσης (πραξεολογία) και ειδικότερα του μέχρι τώρα πιο αναπτυγμένου κλάδου της, αυτού των οικονομικών. (οικονομικής θεωρίας).

Επομένως, τα οικονομικά δεν βασίζονται ή προέρχονται από την εμπειρία. Είναι ένα συμπερασματικό, επαγωγικό (deductive) σύστημα, που ξεκινά από την διορατική αντίληψη των αρχών της ανθρώπινης λογικής και συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα, όλη μας η εμπειρία στον τομέα της ανθρώπινης δράσης βασίζεται και εξαρτάται από το γεγονός ότι έχουμε αυτή τη διορατικότητα στο μυαλό μας. Χωρίς αυτή την πρότερη (a priori) γνώση και τα θεωρήματα που προκύπτουν από αυτήν, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε διόλου τι συμβαίνει στην ανθρώπινη δράση. Η εμπειρία μας από την ανθρώπινη δράση και την κοινωνική ζωή, θεμελιώνεται στην πραξεολογική και οικονομική θεωρία.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία και η μέθοδος δεν είναι ιδιαίτερες μόνο για την επιστημονική έρευνα, αλλά είναι και ο τρόπος της καθημερινής αντίληψης των κοινωνικών γεγονότων για τον καθένα. Αυτές οι πρότερες, a priori-κες αρχές και τα συμπεράσματα που προκύπτουν εξ αυτών, δεν εφαρμόζονται μόνο από τον επαγγελματία οικονομολόγο αλλά από όλους όσους ασχολούνται με οικονομικά γεγονότα ή προβλήματα. Ο μη ειδικός, ο απλός δρώντας, δεν προχωρά με τρόπο αρκετά διαφορετικό από αυτόν του επιστήμονα. Μόνο που μερικές φορές είναι λιγότερο κριτικός, λιγότερο σχολαστικός στην εξέταση κάθε βήματος στην αλυσίδα των συμπερασμάτων του και επομένως μερικές φορές περισσότερο υποκείμενος σε λάθη.

Η προϋπόθεση μιας χαρακτηριστικής αρχής

Κάποιος χρειάζεται απλά να παρατηρήσει οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τρέχοντα οικονομικά προβλήματα, για να συνειδητοποιήσει ότι η πορεία της συζήτησης στρέφεται πολύ σύντομα προς την εξέταση αφηρημένων, ασαφών αρχών, χωρίς καμία αναφορά στην εμπειρία. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να συζητήσεις το σοβιετικό σύστημα χωρίς να στραφείς στις γενικές αρχές τόσο του καπιταλισμού όσο και του σοσιαλισμού. Δεν μπορείς να συζητήσεις έναν νόμο περί μισθών και ωρών εργασίας χωρίς να στραφείς στη θεωρία των μισθών, των κερδών, των επιτοκίων (βαθμών ενδιαφέροντος) και των τιμών, δηλαδή στη γενική θεωρία της κοινωνίας της αγοράς. Το «αυθεντικό γεγονός» – Ας θέσουμε στην άκρη το επιστημολογικό ερώτημα αν υπάρχει καν κάτι τέτοιο – είναι ανοικτό σε διαφορετικές ερμηνείες. Αυτές οι ερμηνείες απαιτούν διευκρίνιση από τη θεωρητική γνώση.

Τα οικονομικά όχι απλά δεν προκύπτουν από την εμπειρία, αλλά επιπρόσθετα είναι αδύνατο να επαληθεύσουμε τα θεωρήματά τους προσφεύγοντας στην εμπειρία. Κάθε εμπειρία ενός πολυσύνθετου φαινομένου – πρέπει να επαναλάβουμε – μπορεί να εξηγηθεί με διαφορετικούς τρόπους. Τα ίδια γεγονότα, τα ίδια στατιστικά στοιχεία αξιώνονται από διαφορετικά άτομα ως επιβεβαιώσεις αντιπαραβαλλόμενων θεωριών.

Η «επαλήθευση» με αναγωγή σε γεγονότα, δεν είναι επαρκής μέθοδος επιχειρηματολογίας στις φυσικές επιστήμες

Είναι διδακτικό να συγκρίνουμε την τεχνική της αντιμετώπισης της εμπειρίας στις κοινωνικές επιστήμες, με αυτήν στις φυσικές επιστήμες. Έχουμε πολλά βιβλία οικονομικών, τα οποία, αφού αναπτύσσουν μια θεωρία, προσθέτουν κεφάλαια στα οποία γίνεται προσπάθεια επαλήθευσης της θεωρίας που αναπτύχθηκε, μέσω έκκλησης προς γεγονότα. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που ακολουθεί ο φυσικός επιστήμονας. Αυτός ξεκινά από τα πειραματικά θεσπισμένα δεδομένα και αναπτύσσει τη θεωρία του χρησιμοποιώντας τα. Εάν η θεωρία του επιτρέπει ένα συμπέρασμα που προβλέπει μια κατάσταση πραγμάτων που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί στα πειράματα, περιγράφει ποιο είδος πειράματος θα ήταν καίριας σημασίας για τη θεωρία του. Η θεωρία φαίνεται να επαληθεύεται αν το αποτέλεσμα συμμορφώνεται με την πρόβλεψη. Αυτό είναι κάτι ριζικά και σημαντικότατα διαφορετικό από την προσέγγιση των κοινωνικών επιστημών.

Οικονομική θεωρία και πραγματικές συνθήκες

Για να αντιπαραθέσουμε την οικονομική θεωρία με την πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε με επιφανειακό τρόπο γεγονότα – τα οποία ερμηνεύονται διαφορετικά από άλλους ανθρώπους – έτσι ώστε να φαίνονται πως επαληθεύουν τη θεωρία μας. Αυτή η αμφίβολη διαδικασία δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει λογική συζήτηση. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι το εξής: πρέπει να διερωτηθούμε αν οι ειδικοί όροι δράσης που έχουμε στη συλλογιστική μας, αντιστοιχούν σε εκείνους που βρίσκουμε στον τομέα της πραγματικότητας υπό εξέταση. Μια θεωρία χρήματος (ή μάλλον έμμεσης ανταλλαγής) είναι ορθή ή μη, χωρίς αναφορά στο ερώτημα αν το υπό εξέταση οικονομικό σύστημα χρησιμοποιεί έμμεση ανταλλαγή ή μόνο αντιπραγματισμό.

Η μέθοδος που εφαρμόζεται σε αυτές τις θεωρητικές πρότερες a priori-κες εκτιμήσεις, είναι η μέθοδος των φαντασιακών κατασκευών (imaginary constructions). Ο οικονομολόγος – και ο απλός δρώντας στο οικονομικό σκεπτικό του – δημιουργεί την εικόνα μιας ανύπαρκτης κατάστασης πραγμάτων. Το υλικό γι ‘αυτή την κατασκευή προέρχεται από γνώση των συνθηκών της ανθρώπινης δράσης. Το κατά πόσον η κατάσταση των πραγμάτων σε αυτές τις φαντασιακές κατασκευές αντιστοιχεί ή δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, είναι άσχετο με την οργανική αποτελεσματικότητά τους. Ακόμα και οι ανέφικτες κατασκευές μπορούν να αποδώσουν πολύτιμες υπηρεσίες, δίνοντάς μας την ευκαιρία να συλλάβουμε τι τους καθιστά αδύνατο να υλοποιηθούν και κατά ποιο τρόπο διαφέρουν από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η θεωρητική οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινότητας είναι απαραίτητη για την οικονομική λογική, ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια κοινωνία θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να είναι εφικτή.

Η στατική ισορροπία είναι χρήσιμη φαντασιακή κατασκευή, αλλά, ο κόσμος που εξετάζει δεν είναι στατικός στην πραγματικότητα

Μία από τις πιο γνωστές και πιο συχνά εφαρμοζόμενες θεωρητικές κατασκευές είναι αυτή μιας κατάστασης στατικής ισορροπίας που προαναφέραμε. Γνωρίζουμε ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί. Αλλά δεν μπορούμε να μελετήσουμε τα αποτελέσματα των μεταβολών χωρίς να εξετάσουμε έναν μη μεταβαλλόμενο, στατικό κόσμο. Κανένας σύγχρονος οικονομολόγος δεν θα αμφισβητήσει ότι η εφαρμογή αυτού του θεωρητικού concept έχει προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αποσαφήνιση του χαρακτήρα των κερδών και των ζημιών του επιχειρηματία καθώς και της σχέσης μεταξύ κόστους και τιμών.

Όλος ο οικονομικός συλλογισμός μας λειτουργεί με αυτά τα υποθετικά concepts.

Είναι αλήθεια ότι η μέθοδος έχει τους κινδύνους της. Πέφτει εύκολα σε σφάλματα. Αλλά πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε, επειδή είναι η μόνη διαθέσιμη μέθοδος. Φυσικά, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στη χρήση της.

Στην προφανή ερώτηση, πώς μια καθαρά λογική εξαγωγή συμπερασμάτων από πρότερες (aprioristic) αρχές, μπορεί να μας πει οτιδήποτε για την πραγματικότητα, πρέπει να απαντήσουμε ότι τόσο η ανθρώπινη σκέψη όσο και η ανθρώπινη δράση προέρχονται από την ίδια ρίζα καθώς είναι και τα δύο προϊόντα του ανθρώπινου νου.

Επομένως, τα σωστά αποτελέσματα από τον πρότερο (aprioristic) συλλογισμό μας, δεν είναι μόνο λογικά αδιάψευστα, αλλά ταυτόχρονα είναι εφαρμόσιμα με όλη τους την αποδεικτική βεβαιότητα στην πραγματικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι υποθέσεις που εμπλέκονται υφίστανται στην πραγματικότητα. Ο μόνος τρόπος για να απορρίψει κάποιος ένα οικονομικό συμπέρασμα, είναι να αποδείξει ότι περιέχει μια λογική πλάνη. Είναι άλλο ζήτημα εάν τα αποτελέσματα που λαμβάνονται αφορούν την πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να επιλυθεί και πάλι μόνο επιδεικνύοντας πως οι υποθέσεις που εμπλέκονται έχουν ή δεν έχουν κάποιο αντίστοιχο τους στην πραγματικότητα την οποία επιθυμούμε να εξηγήσουμε.

Η σχέση μεταξύ ιστορικής εμπειρίας – καθώς κάθε οικονομική εμπειρία είναι ιστορική με την έννοια ότι είναι η εμπειρία κάποιου παρελθόντος – και οικονομικής θεωρίας, είναι επομένως διαφορετική από αυτή που γενικά υποτίθεται. Η οικονομική θεωρία δεν προέρχεται από την εμπειρία. Είναι, αντιθέτως, το απαραίτητο εργαλείο για την κατανόηση της οικονομικής ιστορίας. Η οικονομική ιστορία δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να διαψεύσει τις διδασκαλίες της οικονομικής θεωρίας. Αντιθέτως, η οικονομική θεωρία είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τα οικονομικά γεγονότα του παρελθόντος.

IV. Ο ρόλος της ανθρώπινης δράσης

Αλλά για να προσανατολίσουμε τον εαυτό μας στον κόσμο των ανθρώπινων δράσεων, πρέπει να κάνουμε κάτι περισσότερο από το να αντιληφθούμε απλώς τη σημασία της ανθρώπινης δράσης. Τόσο ο δρώντας άνθρωπος όσο και ο καθαρά παρατηρητικός ιστορικός, δεν έχουν μόνο να συλλάβουν τις κατηγορίες των δράσεων όπως κάνει η οικονομική θεωρία. Έχουν επιπλέον να κατανοήσουν (verstehen) την σημασία της ανθρώπινης επιλογής.

Αυτή η κατανόηση της έννοιας της δράσης είναι η συγκεκριμένη μέθοδος της ιστορικής έρευνας. Ο ιστορικός πρέπει να καθιερώσει τα γεγονότα στο μέτρο του δυνατού με τη χρήση όλων των μέσων που παρέχονται τόσο από τις θεωρητικές επιστήμες της ανθρώπινης δράσης – πραξεολογίας, όσο και από το μέχρι σήμερα πιο ανεπτυγμένο τμήμα της, αυτού των οικονομικών – και από τις φυσικές επιστήμες. Αλλά τότε πρέπει να πάει ακόμα πιο μακριά. Πρέπει να μελετήσει τις ατομικές και μοναδικές συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Individuum est ineffabile. Η ατομικότητα δίνεται στον ιστορικό, είναι ακριβώς αυτή που δεν εξηγείται εξαντλητικά ή δεν ανιχνεύεται σε άλλες οντότητες. Με αυτή την έννοια η ατομικότητα είναι παράλογη.

Ο σκοπός της συγκεκριμένης κατανόησης όπως εφαρμόζεται από τους ιστορικούς κλάδους είναι να αντιληφθούμε την έννοια της ατομικότητας με μια ψυχολογική διαδικασία. Καταδεικνύει το γεγονός ότι αντιμετωπίζουμε κάτι ατομικό. γνωστοποιεί τις αξιολογήσεις, τους στόχους, τις θεωρίες, τις πεποιθήσεις και τα λάθη, με μια λέξη, τη συνολική φιλοσοφία των δρώντων ατόμων και τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τις συνθήκες υπό τις οποίες έπρεπε να δράσουν. Μας βάζει στο περιβάλλον της δράσης. Φυσικά αυτή η συγκεκριμένη κατανόηση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη φιλοσοφία του ερμηνευτή.

Οι ιστορικές «αποδείξεις» δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την (πραξεο)λογική προσέγγιση

Αυτός ο βαθμός επιστημονικής αντικειμενικότητας που μπορεί να επιτευχθεί στις φυσικές επιστήμες και στις επιστήμες της a priori λογικής και της πραξεολογίας δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί από τις ηθικές ή ιστορικές επιστήμες (Geisteswissenschaften) στον τομέα της συγκεκριμένης κατανόησης. Μπορείτε να καταλάβετε με διάφορους τρόπους. Η ιστορία μπορεί να γραφτεί από διαφορετικές απόψεις. Οι ιστορικοί μπορεί να συμφωνούν σε ό, τι μπορεί να καθιερωθεί με λογικό τρόπο και εντούτοις να διαφωνούν ευρέως στις ερμηνείες τους. Επομένως, η ιστορία πρέπει πάντα να ξαναγράφεται. Οι νέες φιλοσοφίες απαιτούν και νέα αναπαράσταση του παρελθόντος.

Η συγκεκριμένη κατανόηση των ιστορικών επιστημών δεν είναι πράξη καθαρού ορθολογισμού.

Είναι η αναγνώριση ότι η λογική έχει εξαντλήσει όλους τους πόρους της και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο από να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια εξήγηση για κάτι παράλογο, το οποίο είναι ανθεκτικό στην εξαντλητική και στην ξεχωριστή περιγραφή. Αυτά είναι τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει η κατανόηση. Είναι, ωστόσο, ένα λογικό εργαλείο και πρέπει να χρησιμοποιείται ως τέτοιο. Δεν θα πρέπει ποτέ να γίνει αντικείμενο κατάχρησης με σκοπό την λαθρεπιβίβαση στο ιστορικό έργο στοιχείων όπως ο σκοταδισμός, ο μυστικισμός και άλλων παρόμοιων. Δεν είναι δωρεάν ναύλος για ανοησίες.

Είναι απαραίτητο να τονίσουμε αυτό το σημείο, διότι μερικές φορές οι καταχρήσεις ενός ορισμένου τύπου ιστορικισμού δικαιολογούνται από την έκκληση σε μια λανθασμένα ερμηνευμένη «κατανόηση». Η συλλογιστική της λογικής, της πραξεολογίας και των φυσικών επιστημών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ακυρωθεί από την κατανόηση. Όσο ισχυρά και να είναι τα στοιχεία που προέρχονται από τις ιστορικές πηγές, και όσο κατανοητά δύνανται να είναι υπό την οπτική γωνία σύγκαιρων θεωριών, αν δεν ταιριάζουν στη λογική μας, δεν μπορούμε να τα δεχτούμε. Η ύπαρξη μαγισσών και η πρακτική της μαγείας αποδεικνύονται συχνά από δικαστικές διαδικασίες. Δεν μπορούμε όμως να το αποδεχτούμε. Αποφάσεις πολλών δικαστηρίων ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι έχουν υποτιμήσει το νόμισμα μιας χώρας ανατρέποντας το ισοζύγιο πληρωμών. Αλλά δεν θα πιστέψουμε ότι τέτοιες ενέργειες έχουν τέτοια αποτελέσματα.

Η ιστορία καταγράφει βασισμένη σε συγκεκριμένα και διαφορετικά πρότυπα

Δεν είναι καθήκον της ιστορίας να αναπαράγει το παρελθόν. Μια τέτοια απόπειρα θα ήταν μάταιη και θα απαιτούσε μια επανάληψη ανθρωπίνως αδύνατη. Η ιστορία είναι μια αναπαράσταση του παρελθόντος όσον αφορά κάποια concepts. Τα συγκεκριμένα concepts της ιστορικής έρευνας είναι τυπολογικά concepts. Αυτοί οι τύποι ιστορικής μεθόδου μπορούν να δημιουργηθούν μόνο με τη χρήση της συγκεκριμένης κατανόησης και έχουν νόημα μόνο στο πλαίσιο της κατανόησης στην οποία οφείλουν την ύπαρξή τους.

Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμο για τον σκοπό της κατανόησης το κάθε τυπολογικό concept που έχει καταστεί έγκυρο δια της λογικής . Η ταξινόμηση ισχύει λογικά αν όλα τα στοιχεία που είναι ενωμένα σε μια τάξη χαρακτηρίζονται από ένα κοινό χαρακτηριστικό. Οι τάξεις δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, είναι πάντα ένα προϊόν του νου ο οποίος παρατηρώντας τα πράγματα ανακαλύπτει ομοιότητες και διαφορές. Είναι άλλο ζήτημα, το αν μια ταξινόμηση που είναι λογικά έγκυρη και βασίζεται σε υγιείς εκτιμήσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξήγηση δεδομένων στοιχείων.

Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία αμφιβολία ότι ο τύπος/κλάση «φασισμός» που δεν περιλαμβάνει μόνο τον ιταλικό φασισμό, αλλά και τον γερμανικό ναζισμό, το ισπανικό σύστημα του στρατηγού Franco, το ουγγρικό σύστημα του ναύαρχου Horthy και κάποια άλλα συστήματα, μπορεί να δομηθεί με έναν λογικά έγκυρο τρόπο και να αντιπαραβληθεί με έναν τύπο που ονομάζεται «μπολσεβικισμός», ο οποίος περιλαμβάνει τον ρωσικό μπολσεβικισμό, το σύστημα του Bela Kun στην Ουγγαρία και το σύντομο σοβιετικό επεισόδιο του Μονάχου. Αλλά είναι ανοικτό προς αμφισβήτηση το αν αυτή η ταξινόμηση και η συμπερίληψη που προκύπτει από αυτήν, η οποία βλέπει τον κόσμο των τελευταίων είκοσι χρόνων χωρισμένο σε δύο μέρη, φασίστες και μπολσεβίκους, είναι ο σωστός τρόπος για να γίνουν κατανοητές οι σημερινές πολιτικές συνθήκες .

Παράδειγμα επαγωγής 

Μπορείτε να συλλάβετε αυτή την περίοδο της ιστορίας με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιώντας άλλους τύπους. Μπορείτε να διακρίνετε, να χαρακτηρίσετε τη δημοκρατία και τον ολοκληρωτισμό και στη συνέχεια να περιλάβετε στον τύπο “δημοκρατία” το δυτικό καπιταλιστικό σύστημα και στον τύπο “ολοκληρωτισμός” να περιλάβετε τόσο τον μπολσεβικισμό όσο και τον άλλο ταξινομημένο τύπο “φασισμός”. Η εφαρμογή της πρώτης ή της δεύτερης τυποποίησης εξαρτάται από το σύνολο του τρόπου με τον οποίο βλέπετε τα πράγματα. Η κατανόηση αποφασίζει για την ταξινόμηση που πρέπει να χρησιμοποιηθεί και όχι η ταξινόμηση για την κατανόηση.

Τα τυπολογικά concepts των ιστορικών ή ηθικών επιστημών (Geisteswissenschaften) δεν είναι στατιστικοί μέσοι όροι. Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση δεν υπόκεινται σε αριθμητικό προσδιορισμό και αυτό το γεγονός καθιστά αδύνατη την κατασκευή τους ως στατιστικών μέσων όρων. Αυτά τα τυπολογικά concepts (στη γερμανική χρησιμοποιείται ο όρος Ideal-Typus για να διακρίνονται από τα τυπολογικά concepts άλλων επιστημών, ιδίως των βιολογικών) δεν πρέπει να συγχέονται με τα πραξεολογικά concepts που χρησιμοποιούνται για τη σύλληψη των κατηγοριών της ανθρώπινης δράσης.

Η ανάληψη ρίσκων με στόχο ένα καλύτερο μέλλον μας κάνει όλους επιχειρηματίες

Για παράδειγμα: η έννοια «επιχειρηματίας» (entrepreneur) στην οικονομική θεωρία υποδηλώνει μια συγκεκριμένη λειτουργία, δηλαδή την προϊδέαση για ένα αβέβαιο μέλλον. Από αυτή την άποψη, σε κάποιο βαθμό, όλοι μπορούν να θεωρηθούν ως επιχειρηματίες. Φυσικά, δεν είναι καθήκον αυτής της ταξινόμησης στην οικονομική θεωρία να διακρίνει τους ανθρώπους, αλλά να διακρίνει λειτουργίες και να εξηγεί πηγές κέρδους ή ζημίας. Ο επιχειρηματίας με αυτή την έννοια είναι η προσωποποίηση της λειτουργίας που έχει ως αποτέλεσμα το κέρδος ή την ζημία.

Στην οικονομική ιστορία και στην αντιμετώπιση των σημερινών οικονομικών προβλημάτων, ο όρος «επιχειρηματίας» σημαίνει μια κατηγορία ανθρώπων που ασχολούνται με επιχειρήσεις αλλά οι οποίοι διαφέρουν τόσο πολύ από πολλές άλλες απόψεις ώστε ο γενικός όρος “επιχειρηματίας” φαίνεται να έχει νόημα και να χρησιμοποιείται μόνο με ειδικά προσόντα, όπως για παράδειγμα για τις μεγάλες (μεσαίες, μικρές) επιχειρήσεις, την Wall Street, τις επιχειρήσεις πολεμικών εξοπλισμών, τις γερμανικές επιχειρήσεις κλπ.

Ο τύπος “επιχειρηματίας”, όπως χρησιμοποιείται στην ιστορία και την πολιτική, δεν μπορεί ποτέ να έχει την εννοιολογική ακρίβεια που έχει ο επιχειρηματίας του πραξεολογικού concept. Ποτέ δεν συναντά κανείς στη ζωή ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσωποποίηση μιας μόνο λειτουργίας.

V. Οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών δε δουλεύουν για τις κοινωνικές επιστήμες

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ των μεθόδων των κοινωνικών επιστημών και εκείνων των φυσικών επιστημών. Οι κοινωνικές επιστήμες οφείλουν την πρόοδό τους στη χρήση των ιδιαίτερων μεθόδων τους και πρέπει να προχωρήσουν περισσότερο στις γραμμές που απαιτεί ο ειδικός χαρακτήρας του αντικειμένου τους. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουν τις μεθόδους των φυσικών επιστημών.

Είναι λάθος να συνιστούμε στις κοινωνικές επιστήμες τη χρήση των μαθηματικών και να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν κατ ‘αυτόν τον τρόπο να γίνουν πιο “ακριβείς”. Η εφαρμογή των μαθηματικών δεν καθιστά τη φυσική ακριβέστερη ή πιο σίγουρη. Ας παραθέσουμε την παρατήρηση του Αϊνστάιν:

“Όσο οι μαθηματικές υποθέσεις αναφέρονται στην πραγματικότητα, δεν είναι βέβαιες και όσο είναι βέβαιες, δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα”.

Υπάρχει διαφορά με τις πραξεολογικές υποθέσεις. Αυτές αναφέρονται με όλη την ακρίβειά τους και τη βεβαιότητά τους στην πραγματικότητα της ανθρώπινης δράσης. Η εξήγηση αυτού του φαινομένου έγκειται στο γεγονός ότι τόσο η επιστήμη της ανθρώπινης δράσης όσο και η ίδια η ανθρώπινη δράση έχουν μια κοινή ρίζα, δηλαδή την ανθρώπινη λογική. Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η ποσοτική προσέγγιση θα μπορούσε να καταστήσει ακριβέστερες τις πραξεολογικές υποθέσεις. Κάθε αριθμητική έκφραση είναι ανακριβής λόγω των εγγενών περιορισμών των ανθρώπινων δυνάμεων μέτρησης. Για τα υπόλοιπα πρέπει να παραπέμψουμε σε ό, τι έχει λεχθεί παραπάνω σχετικά με τον καθαρά ιστορικό χαρακτήρα των ποσοτικών εκφράσεων στον τομέα των κοινωνικών επιστημών.

Οι μεταρρυθμιστές που επιθυμούν να βελτιώσουν τις κοινωνικές επιστήμες υιοθετώντας τις μεθόδους των φυσικών επιστημών προσπαθούν μερικές φορές να δικαιολογήσουν τις προσπάθειές τους επισημαίνοντας την καθυστερημένη κατάσταση των πρώτων. Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι οι κοινωνικές επιστήμες και ιδιαίτερα τα οικονομικά απέχουν πολύ από την τελειότητα. Κάθε οικονομολόγος γνωρίζει πόσα μένουν να γίνουν. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο σκέψεις.

Πρώτον, η παρούσα μη ικανοποιητική κατάσταση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, δεν έχει καμία σχέση με την όποια φερόμενη ανεπάρκεια της οικονομικής θεωρίας. Εάν οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τις διδαχές της οικονομίας ως οδηγό για τις πολιτικές τους, δεν μπορούν να κατηγορήσουν τον κλάδο για τη δική τους αποτυχία. Δεύτερον, εάν κάποια μέρα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία η ριζική μεταρρύθμιση της οικονομικής θεωρίας, αυτή η αλλαγή δεν θα πάρει την κατεύθυνση της σύμφωνα με τις γραμμές που προτείνουν οι παρόντες θετικιστές επικριτές της. Οι αντιρρήσεις τους είναι άρρηκτα διαψευσμένες για πάντα.

***

 

Το απόσπασμα προέρχεται από τον τόμο «money method and the market process» ο οποίος θα μπορούσε να ονομαστεί the Mises Reader, γιατί περιέχει ένα ευρύ δείγμα ακαδημαϊκών δοκιμίων για το χρήμα, το εμπόριο και τα οικονομικά συστήματα. Ορισμένα από αυτά, όπως οι «Παρατηρήσεις για το Συνεταιριστικό Κίνημα», δεν έχουν δημοσιευθεί προηγουμένως. Άλλοι, όπως η «Η ιδέα της ελευθερίας είναι δυτική», έχουν ήδη αφήσει το σημάδι τους στην πνευματική ιστορία. Συρράφτηκε  από την κ. Mises μετά το θάνατο του συζύγου της και το επιμελήθηκε με μια εισαγωγή ο Richard Ebeling. Ο τόμος αυτός συμπληρώνει ένα σημαντικό κενό, παρέχοντας μια επισκόπηση του καλύτερου ακαδημαϊκού έργου του Ludwig von Mises. Για το λόγο αυτό, το βιβλίο χρησιμοποιείται ήδη ευρέως σε μεταπτυχιακά μαθήματα και σεμινάρια για την αναβίωση της Αυστριακής Σχολής.

Μετάφραση για την «Ελεύθερη Αγορά»: Ευθύμης Μαραμής

Πηγή: Mises institute – Money, Method and the market process – social sience and natural sience.

 

 

  1. Ο Ludwig von Mises, το τραπεζικό σύστημα και οι επιχειρηματικοί κύκλοι