Μαρξισμός: O μύθος της «μισθωτής δουλείας»

0
988
Η δουλεία ήταν χαρακτηριστικό των Μαρξιστικών καθεστώτων, όσο και να προσπάθησαν να ωραιοποιήσουν τα πράγματα μέσω της προπαγάνδας.
Η δουλεία ήταν χαρακτηριστικό των Μαρξιστικών καθεστώτων, όσο και να προσπάθησαν να ωραιοποιήσουν τα πράγματα μέσω της προπαγάνδας.

Ο σοσιαλισμός είναι δουλεία ανεξάρτητα από τις προθέσεις που διατείνεται, ήτοι την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δυναστεία της αστικής τάξης.

Του  Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στην μαρξιστική βιβλιογραφία, θα συναντήσει πολλές φορές κανείς τον όρο «μισθωτή δουλεία» ή αλλιώς «δουλεία του μισθού» (wage slavery). Σύμφωνα με αυτήν την άποψη (συνδυαστικά με την μαρξιστική ιδέα περί υπεραξίας), ο εργάτης δουλεύοντας για τον καπιταλιστή (τον ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής) αποτελεί δούλο ή υποχείριο του δεύτερου. Ο καπιταλιστής αμείβει τον εργάτη με μισθό ο οποίος είναι ο ελάχιστος δυνατός για την επιβίωση του πρώτου (subsistence-level wage) και την απόσπαση της υπεραξίας από το αφεντικό.

Είναι περισσότερο ένας υποτιμητικός όρος για τη μισθωτή εργασία, χωρίς, θεωρώ, να νοείται κυριολεκτικά. Πολύ πάντως μαρξιστές τον λαμβάνουν κυριολεκτικά, οπότε θα απαντήσουμε σε αυτούς. Σε αυτό το άρθρο, θα αντικρούσουμε αυτόν τον μύθο και θα δείξουμε ότι ο σοσιαλισμός θα ήταν καλύτερος υποψήφιος για να περιγραφεί με αυτόν τον όρο.

Ορίζοντας τη δουλεία

Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τον ορισμό της λέξης «δουλεία». Όταν κάποιος είναι δούλος, συμβαίνουν δύο πράγματα: πρώτον, δεν μπορεί να απεμπλακεί από τη σχέση του με τον δυνάστη του. Οποιαδήποτε απόπειρα του θα τον οδηγήσει σε επώδυνη τιμωρία ή και θάνατο. Δεύτερον, η θέλησή του δεν είναι απολύτως δική του. Προφανώς, μπορεί να σκέφτεται ότι επιθυμεί και στην ελεύθερη ώρα του να κάνει πράγματα που τον ενδιαφέρουν. Όταν έρχεται όμως η ώρα εργασίας, δεν του επιτρέπεται οποιαδήποτε ελευθερία κινήσεων και πράξεων που δεν εντάσσεται στο αυστηρό εργασιακό του πρόγραμμα.

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την κατάσταση της δουλείας με πιο «λιμπερταριανή» ορολογία ως ακολούθως: ο δούλος έχει χάσει ή του έχει αφαιρεθεί το αρνητικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Δεν μπορεί ούτε να τη χρησιμοποιήσει ώστε να τερματίσει τη σχέση του με τον αφέντη του, ούτε για να αρνηθεί να εργαστεί για αυτόν. Επίσης, ο δυνάστης του, αποφασίζει αν και πόσο από το εισόδημα του (αν υπάρχει), μπορεί να κρατήσει. Με άλλα λόγια, η ζωή και η ελευθερία του δούλου επαφίενται στην καλή θέληση του αφέντη του. Ο δούλος έχει δεχτεί επίθεση στα αρνητικά του δικαιώματα. Η αυτοδιάθεση του καταστρατηγείται και η προσπάθεια για απελευθέρωσή του εμποδίζεται δια της απειλής βίας.

Και οι δύο αυτές συνθήκες παραβιάζουν την Αρχή μη Επίθεσης του Λιμπερταριανισμού και ως εκ τούτου αποτελούν και έγκλημα. Ο ιδιοκτήτης του δούλου, σε περίπτωση απελευθέρωσης του , είναι θετικά υποχρεωμένος να τον αποζημιώσει για όλη τη ζημία που του προκάλεσε.

Μαρξισμός και η «εκμετάλλευση» του εργάτη

Οι μαρξιστές θεωρούν ότι η διαφορά ανάμεσα στον μισθό του εργαζόμενου και του «αφεντικού» δε δικαιολογείται. Αυτή η διαφορά θεωρείται και από τους μαρξιστές ως κλεμμένη κοινωνική αξία ή αλλιώς υπεραξία. Θεωρούν, ότι ο καπιταλιστής εργοδότης κατά κάποιον τρόπο εκβιάζει τον εργαζόμενο, ο οποίος θα έπρεπε να αμείβεται τουλάχιστον ίσα ή ακόμα και παραπάνω από τον μισθό του καπιταλιστή. Σε προηγούμενο άρθρο μας, δείξαμε ότι ο καπιταλιστής έχει διαθέσει μέσω της εργασίας και της αποταμίευσης του, τους πόρους που χρειάζονται για να αποκτηθούν κεφαλαιουχικά αγαθά. Ο καπιταλιστής λοιπόν έχει διαθέσει προ πολλού την εργασία που απαιτείται για να αποκτήσει τα μέσα παραγωγής. Ο εργάτης έρχεται εκ των υστέρων και εντάσσεται στην γραμμή παραγωγής. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποια «υπεραξία» εκ μέρους του εργάτη. Ο καπιταλιστής έχει καταβάλει περισσότερη εργασία από αυτόν και έχει λάβει όλο το ρίσκο.

Το θεμελιώδες σφάλμα του μαρξιστικού συλλογισμού είναι το εξής. Αν όντως δεχτούμε ότι υπάρχει η υπεραξία, είναι άξιο απορίας πως ο εργάτης είναι πρόθυμος να συμφωνήσει σε μία τέτοια συναλλαγή! Πώς, κάποιος στα συγκαλά του, θα δεχόταν μία συμφωνία όπου εν γνώσει του θα αποτελούσε θύμα κλοπής; Η εξήγηση που δίνουν οι μαρξιστές είναι ότι ο καπιταλιστής, ως ο μόνος που μπορεί να παρέχει μισθούς, βρίσκεται και σε εκβιαστική θέση. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη δεν έχει «ζυμωθεί» αρκετά ώστε να αποκτήσει την ταξική συνείδηση, η οποία θα της επιτρέψει να αναγνωρίσει την κλοπή της κοινωνικής υπεραξίας. Φυσικά, κατά τους μαρξιστές δεν υπάρχει «άτομο» αλλά τάξη. Και κάθε άτομο έχει υποχρέωση ή τελικό σκοπό την υποταγή σε ένα κοινό και ανώτερο ιδεώδες.

Όσον αφορά την εκβιαστική θέση του καπιταλιστή, θα λέγαμε ότι ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί περισσότερα ερωτήματα. Πώς μπορεί κάποιος να βρίσκεται σε εκβιαστική θέση μόνο και μόνο εκ της ιδιότητάς του; Πώς βρέθηκε αυτός σε θέση να κατέχει μέσο παραγωγής; Την ερώτηση αυτή την απαντήσαμε παραπάνω. Εργασία και αποταμίευση. Έτσι κάποιος γίνεται καπιταλιστής, ιδιοκτήτης κεφαλαίου δηλαδή. Φυσικά, υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου η απόκτηση κεφαλαίου έχει γίνει δια της βίας και της απάτης. Αυτό όμως είναι εγκληματική πράξη και σε καμία περίπτωση δε θα λέγαμε ότι γενικά είναι και ο κανόνας.

Εργασία, καπιταλισμός και δουλεία

Είναι η εργασία υπό κάποιον καπιταλιστή δουλεία; Για να το διαπιστώσουμε θα πρέπει να δούμε, αν πληρούνται τα κριτήρια που δώσαμε στην αρχή του άρθρου. Όταν κάποιος δουλεύει σε μία επιχείρηση, είναι πρώτον, πάντα ελεύθερος να φύγει όποτε επιθυμεί. Είτε ο λόγος είναι η κακομεταχείριση από το αφεντικό είτε ο χαμηλός μισθός, η ελευθερία αυτή δεν του αφαιρείται στο καπιταλιστικό σύστημα.

Δεύτερον, οποιαδήποτε άρνηση υπακοής στις εντολές του εργοδότη, δεν τιμωρείται ούτε με άσκηση βίας, αλλά ούτε και με θάνατο. Φυσικά, κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια την απόλυση (μάλλον) του εργαζόμενου. Εξάλλου, εξ αρχής, ο εργαζόμενος μόνος του επέλεξε να εργαστεί υπό κάποιον εργοδότη, δεν του ασκήθηκε βία εξ αρχής. Τέλος, ο εργοδότης δεν έχει κάποιον λόγο για το πόσο από το εισόδημά του θα κρατήσει ο υπάλληλος. Μόλις πληρωθεί, αυτό είναι εντελώς δικό του προς δαπάνη.

Με λιμπερταριανούς όρους, ο εργαζόμενος σε μία επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιήσει την αυτοδιάθεσή του και για να εισέλθει σε εργασιακή σχέση με τον εργοδότη του αλλά και να απεμπλακεί από αυτή. Είναι λοιπόν δούλος; Με το ζόρι, θα λέγαμε. Τουναντίον, είναι εντελώς ελεύθερος να πράξει όπως νομίζει και οι συνέπειες των πράξεών του είναι καθαρά δικό του δημιούργημα.

Σοσιαλισμός, μία μορφή δουλείας;

Ας εξετάσουμε όμως το παράδειγμα του σοσιαλισμού. Σε θεωρητικό πλαίσιο, ο σοσιαλισμός υπαγορεύει ότι όλα τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος. Μέσο παραγωγής είναι και το σώμα μας και ως εκ τούτου η εργασία, που είναι και προϊόν του, υπάγεται και αυτή στο κράτος. Επίσης, στον σοσιαλισμό, απαγορεύεται η όποια ιδιωτική κατοχή μέσων παραγωγής. Δηλαδή, τα άτομα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την αυτοδιάθεσή τους για να οικειοποιηθούν άκτητους πόρους και να τους εκμεταλλευτούν.

Η απεμπλοκή του ατόμου από το σύστημα του κρατικού ελέγχου των μέσων παραγωγής είναι επίσης αδύνατη. Το ιστορικό παράδειγμα της ΕΣΣΔ είναι κατατοπιστικότατο. Εξάλλου, το τοίχος του Βερολίνου δεν ανεγέρθη για να κρατήσει κάποιους απ’ έξω, αλλά για να εμποδίσει τη φυγή αυτών που βρίσκονταν μέσα. Μάλιστα, όποιος προσπαθούσε να δραπετεύσει, εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες πριν καταφέρει να σκαρφαλώσει ή να περάσει τις πύλες.

Είναι αυτό μία μορφή δουλείας; Φυσικά. Ειδικά αν προσθέσουμε το γεγονός ότι το εισόδημα των εργαζομένων δεν τους ανήκε. Το κράτος και μόνο αποφάσιζε πόσο από αυτό θα μπορούν να έχουν στην κατοχή τους. Τέχνες, λογοτεχνία και τύπος έπρεπε να υπακούν στις αυστηρές προδιαγραφές του πολιτμπυρώ της ένωσης.

Στον σοσιαλισμό το άτομο χάνει κάθε ψήγμα αυτοδιάθεσης όσον αφορά την εμπλοκή του ή και απεμπλοκή του από τις σχέσεις του με την νομενκλατούρα. Είναι στην ουσία ένας δούλος του κράτους. Αρχικά όμως, επειδή βλέπει ότι έχει κάποιες σταθερές παροχές, νιώθει ελεύθερος και ασφαλής. Είναι μόλις το σύστημα αρχίσει να καταρρέει, όπου και σφίγγει, θα λέγαμε, ο κλοιός γύρω από τις ατομικές ελευθερίες. Ο σοσιαλισμός είναι δουλεία ανεξάρτητα από τις προθέσεις που διατείνεται, ήτοι την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δυναστεία της αστικής τάξης.

«Δημόσιος» και «ιδιωτικός» δούλος

Ιστορικά, θα λέγαμε ότι υπήρχαν δύο είδη δούλων. Ο ιδιωτικός, ο οποίος μπορούσε να αγοραστεί από σκλαβοπάζαρα και αποτελούσε ιδιοκτησία του αγοραστή του. Μάλιστα, ως ιδιοκτησία, έβρισκε και προστασία από το νόμο, δηλαδή το κράτος τον θεωρούσε δίκαιη ιδιοκτησία του αφέντη του και τιμωρούσε τόσο τον δούλο όσο και όποιον προσπαθούσε να το «κλέψει» από τον αρχικό ιδιοκτήτη του.

Ο δούλος της ΕΣΣΔ ήταν διαφορετικός από μία άποψη, δεν ήταν ιδιωτικός αλλά δημόσιος. Από τη στιγμή που κάποιος βρισκόταν εντός συνόρων, το κράτος είχε τη δικαιοδοσία να τον μεταφέρει και να τον τοποθετήσει σε όποια εργασία αυτό ήθελε.

Αυτή η διάκριση έχει μερικές ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Ο δουλοκτήτης ιδιωτικού δούλου έχει περισσότερα κίνητρα για να του συμπεριφερθεί καλύτερα. Αυτό διότι του κοστίζει, η «προσφορά» είναι πάντα περιορισμένη καθώς υπήρχαν περιορισμένοι δούλοι στην αγορά και πολλοί υποψήφιοι αγοραστές. Έπρεπε να «βγάλει» από τον δούλο την αξία που έδωσε σε χρήμα. Έτσι λοιπόν υπήρχε μεγαλύτερη προθυμία να τον ταΐζει σωστά, να τον πηγαίνει στον γιατρό κ.ο.κ. Επίσης, δεν ήταν σπάνιο να βλέπει κανείς δούλους, οι οποίοι ανέβαιναν και ιεραρχικά έναντι άλλων.

Ο δημόσιος δούλος της ΕΣΣΔ όμως, αποτελούσε πρακτικά ένα «δημόσιο αγαθό». Το κράτος επομένως δεν είχε την έγνοια να κάνει οικονομική χρήση της εργασίας των υπηκόων του. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τους αντικαταστήσει με κάποιον άλλον. Δεδομένης της έκτασης της ΕΣΣΔ, τόσο σε γη όσο και σε πληθυσμό, η προσφορά δούλων ήταν, θα λέγαμε, κυριολεκτικά…άπειρη. Ένα πράγμα που μας διδάσκουν τα αυστριακά οικονομικά είναι ότι όσο μεγαλύτερη ποσότητα ενός αγαθού έχουμε, τόσο λιγότερο πολύτιμο μας είναι, οπότε και θα το διαθέσουμε και σε δευτερεύουσες ανάγκες μας. Η ανάλυση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και στο παράδειγμα μας εδώ.

Συμπέρασμα

Εάν η παραπάνω ανάλυσή μας είναι σωστή, τότε μπορούμε να εξάγουμε τα εξής συμπεράσματα: πρώτον, ότι ο μισθωτός εργαζόμενος στον καπιταλισμό, όχι μόνο δεν είναι δούλος, αλλά αν αποταμιεύσει, δηλαδή αλλάξει τη χρονική του προτίμηση, μπορεί να γίνει και αυτός καπιταλιστής. Εκεί που στον σοσιαλισμό ένας πολίτης δεν μπορεί να έχει κάποια ανέλιξη, εκτός αν διαθέτει πολιτικές διεξόδους, στον καπιταλισμό μπορεί να εξελιχθεί αν αλλάξει τις χρονικές του προτιμήσεις, βάσει των πόρων που διαθέτει. Ο καπιταλισμός δεν είναι σύστημα «κάστας» όπου καθένας γεννιέται και παραμένει εσαεί στην ίδια θέση. Υπάρχει πολύς χώρος για προσωπική εξέλιξη.

Δεύτερο συμπέρασμα, είναι ότι όχι μόνο καπιταλισμός δεν αποτελεί δουλεία, αλλά ότι ο σοσιαλισμός έχει όλα τα κριτήρια για να περιγραφεί ως δουλοκτητικός. Η αυτοδιάθεση καταργείται και κάθε προσπάθεια απεμπλοκής από αυτόν τιμωρείται δια της βίας. Επίσης, λόγω της φύσης της ιδιωτικής και της δημόσιας δουλείας, ένας δούλος υπό ιδιώτη αφέντη θα ήταν μάλλον σε καλύτερη μοίρα γενικότερα από ότι ένας πολίτης σε σοσιαλιστικό κράτος. Άρα, θεωρητικά τουλάχιστον, ο σοσιαλισμός όχι μόνο είναι δουλοκτητικός αλλά και χειρότερος διαχειριστής του υπόδουλου δυναμικού του. Όλες οι μορφές δουλείας είναι επαίσχυντες. Η σοσιαλιστική όμως, είναι και η χειρότερη.

Εάν οι μαρξιστές αρέσκονται στο να αποκαλούν την μισθωτή εργασία στον καπιταλισμό «δουλεία», ίσως μία επίσκεψη στις μπανανοφυτίες της B. Αμερικής ή, ακόμα καλύτερα, στην πολυαγαπημένη τους ΕΣΣΔ, να τους ανοίξει τα μάτια μπρος στην πικρή αλήθεια του τι εστί πραγματική δουλεία.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: