Μονεταρισμός και Κεϋνσιανισμός: Οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος

0
1161
Μονεταρισμός
Τόσο ο Φριντμανικός μονεταρισμός όσο και ο Κεϋνσιανισμός αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Του κεντρικού σχεδιασμού ελέγχου του χρήματος.

Έτσι, ενώ ο μονεταρισμός συνδέεται με τον Φρίντμαν και έτσι θεωρείται από κάποιους ως «ελεύθερη αγορά», μην απατάστε για το τι είναι πραγματικά. Ο μονεταρισμός, όπως και ο δίδυμος του αδερφός ο Κεϋνσιανισμός, είναι κεντρικός σχεδιασμός.

Monetarism and Keynesianism: Identical Sides of the Same Adolescent Coin
Toυ John Tamny
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Μια δημοφιλής ιστορία που προωθείται από τους μονεταριστές είναι αυτή για τον Μίλτον Φρίντμαν που αμφισβήτησε την καμπύλη Phillips. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το τελευταίο, είναι η λανθασμένη θεωρία που υποστηρίζουν οι Κεϋνσιανοί που λέει ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι η αιτία του πληθωρισμού.

Τα θεμελιώδη σφάλματα του Κεϋνσιανισμού και του Μονεταρισμού

Οι Κεϋνσιανοί υποθέτουν ότι η ταχεία ανάπτυξη οδηγεί σε έλλειψη εργασίας και παραγωγικής ικανότητας, που με τη σειρά τους οδηγούν σε υψηλότερες τιμές. Φυσικά, εάν αγνοήσουμε ότι η εργασία και η παραγωγική δυνατότητα είναι δυναμικές και όχι στατικές και παραβλέψουμε με τον ίδιο τρόπο τις τεχνολογικές βελτιώσεις που επιτρέπουν στις εταιρείες να παράγουν αυξανόμενα αγαθά με λιγότερη εργασία και κεφάλαιο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι οι ΗΠΑ δεν είναι νησί. Υποθέτοντας τις ελλείψεις, οι Αμερικανοί παραγωγοί έχουν τακτική πρόσβαση στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό και στα εργοστάσια του κόσμου, έτσι ώστε η ανάπτυξη να μην μπορεί ποτέ να επηρεάσει το επίπεδο τιμών όπως υποτίθεται.

Σχετικά με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ένα απόρθητο οικονομικό νησί, οι μονεταριστές θα πρέπει να λάβουν υπόψη ότι η θεωρία τους προϋποθέτει ομοίως ότι οι Η.Π.Α είναι ένα φρούριο. Πιστεύουν ότι η πίστωση σε δολάρια ελέγχεται από την Fed μέσω των τραπεζών που ρυθμίζει, σε αντίθεση με την πίστωση για δολάρια που είναι μια αρκετά ευρεία έννοια, έτσι ώστε κάθε «σφίξιμο» της Fed να έχει ιστορικά συντηρηθεί από τις εισροές των δολαρίων (σκεφτείτε την αγορά ευρω-δολαρίου ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες) από όλο τον κόσμο.

Οι μονεταριστές υποστηρίζουν σωστά ότι ο πληθωρισμός είναι πάντοτε ένα νομισματικό φαινόμενο, αλλά η πρόσφατα αναβιωμένη θεωρία που απορρίφθηκε εδώ και πολύ καιρό από τον Φρίντμαν είναι απλώς μια παραλλαγή της πολύ περιφρονημένης καμπύλης Phillips. Για να το πούμε καθαρά, ο μονεταρισμός είναι μια διαφορετική εκδοχή της κεϋνσιανής διαχείρισης της ζήτησης.

Ένας κόσμος ανάποδα…

Ενώ οι Κεϋνσιανοί πιστεύουν αφελώς ότι οι κυβερνητικές δαπάνες είναι πηγή οικονομικής ανάπτυξης, οι μονεταριστές πιστεύουν με παρόμοια αφέλεια ότι η δημιουργία χρημάτων ipso facto ενισχύει την οικονομία. Καθώς η κεϋνσιανή ζήτηση μέσω κυβερνητικών δαπανών φέρεται ότι αυξάνει την ανάπτυξη και το επίπεδο των τιμών, έτσι πιστεύει και η μονεταριστική σχολή για τη δημιουργία χρημάτων σύμφωνα τη θεωρία της. Η μία σχολή πιστεύει ότι οι κυβερνητικές δαπάνες ενισχύουν την ανάπτυξη, η άλλη σκέφτεται ότι η δημιουργία χρημάτων το κάνει καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα: ότι ο πληθωρισμός μπορεί να είναι το τελικό αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού τους που φέρεται ότι πρώτα οδηγεί στην ευημερία. Δια τρόπον κωμικό, και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι, αν μπορούν να διαχειριστούν τις δαπάνες και τη δημιουργία χρημάτων, η εμπειρογνωμοσύνη τους εξασφαλίζει την απουσία πληθωρισμού.

Έτσι, ενώ ο μονεταρισμός συνδέεται με τον Φρίντμαν και έτσι θεωρείται από κάποιους ως «ελεύθερη αγορά», μην τρέφετε αυταπάτες για το τι είναι πραγματικά. Ο μονεταρισμός, όπως και ο δίδυμος του αδερφός ο Κεϋνσιανισμός, είναι κεντρικός σχεδιασμός. Οι Κεϋνσιανοί πιστεύουν και πάλι ότι η ανάπτυξη είναι τόσο απλή όσο όταν η Ουάσιγκτον φορολογεί ή δανείζει πόρους από τον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να μπορεί να δαπανηθεί από τα διοικητικά κλιμάκια. Η εφηβική λογική στην οποία στηρίζεται αυτή η σχολή σκέψης είναι ότι, όταν η «συνολική ζήτηση» έχει μειωθεί, οι κυβερνήσεις πρέπει να λάβουν κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα και να δαπανήσουν χωρίς να ληφθεί υπόψη η οικονομική αξία των δαπανών.

Ο μύθος της ανεπαρκούς συνολικής ζήτησης

Οι μονεταριστές επικεντρώνονται ομοίως στη «συνολική ζήτηση«, αλλά στην περίπτωσή τους πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εκτυπωτικής χρήματος. Όπως εξήγησε πρόσφατο άρθρο που προωθεί τη θεωρία, μπορεί να υπάρξει πιο έντονη οικονομική ανάπτυξη με ένα «νέο καθεστώς νομισματικής πολιτικής που μετακινεί τις ονομαστικές δαπάνες πίσω στην τάση προ της κρίσης και διατηρεί σταθερή τη μελλοντική αύξηση τους». Λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα, οι μονεταριστές πιστεύουν ότι, σε αντίθεση με τους επενδυτές, τους διευθύνοντες συμβούλους και τις δυνάμεις της αγοράς που υπαγορεύουν αυτό που κερδίζουμε, ότι τα υποτιθέμενα σοφά μυαλά στη FΕD μπορούν να κάνουν καλύτερη δουλειά.

Όπως κατέγραψαν δύο συγγραφείς αυτής της Σχολής τον περασμένο Ιούλιο: «Κατά τη διάρκεια του Great Moderation, οι κεντρικές τράπεζες δεν ακολούθησαν κανένα ρητό κανόνας για τη σταθεροποίηση του ονομαστικού εισοδήματος. Ωστόσο, το σταθεροποίησαν καλύτερα από ότι είχαν κάνει τις προηγούμενες δεκαετίες ή έχουν κάνει κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση και αδύναμη ανάκαμψη». Οι συντάκτες γράφουν ότι «οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να υιοθετήσουν μια ρητή πολιτική σταθεροποίησης του ονομαστικού εισοδήματος».

Οι μονεταριστές αρνούνται ότι είναι κεντρικοί σχεδιαστές, οπότε εναπόκειται στους αναγνώστες να αποφασίσουν αν θα διαφωνήσουν. Αυτό που είναι αστείο και επίσης λυπηρό σχετικά με όλα αυτά είναι και με τις δύο σχολές σκέψεις το ίδιο: δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές αγνοούν την πραγματικότητα ότι καμία πράξη αποταμίευσης δε μειώνει τη ζήτηση.

Ο Κεϋνσιανισμός και μονεταρισμός αντιπαθούν εξίσου τις αποταμιεύσεις σε περιόδους οικονομικής κρίσης

Και οι δύο πλευρές αποκηρύσσουν την αποταμίευση σε δύσκολες οικονομικές εποχές, αλλά ξεχνούν ότι όλα όσα έχουμε σήμερα, από τα αυτοκίνητα μέχρι τα κινητά τηλέφωνα μέχρι τον υπολογιστή που χρησιμοποιείτε τώρα, είναι αποτέλεσμα της ευφυίας του αποταμιευτή. Εάν καταναλώσαμε ό,τι κερδίζαμε, δεν θα ήμαστε μόνο φτωχοί, αλλά δεν θα υπήρχε επίσης κεφάλαιο για να έχουν πρόσβαση οι επιχειρηματίες. Για να το πούμε καθαρά, δεν υπάρχουν επιχειρηματίες χωρίς κεφάλαιο.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αποταμίευση είναι τόσο σημαντική κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης, αλλά η ίδια η πράξη είναι αντίθετη με το κεϋνσιανό και μονεταριστικό δόγμα. Όχι μόνο η αποταμίευση ενισχύει το άτομο, αλλά η ίδια η λέξη «ύφεση» σηματοδοτεί την αποτυχία προηγούμενων οικονομικών ιδεών, που οι ελεύθερες αγορές προσπαθούν να διορθώσουν, και με αυτή την αποτυχία, την καταστροφή κεφαλαίου. Εξοικονόμηση είναι αυτό που ανοικοδομεί την κεφαλαιουχική βάση, έτσι ώστε οι νέες ιδέες με τη δυνατότητα να ενισχύσουν την οικονομία να μπορέσουν να συνδυαστούν με πίστωση.

Επιστρέφοντας στην αποταμίευση που δεν μειώνει τη ζήτηση, οι Κεϋνσιανοί τάσσονται υπέρ της δαπάνης των χρημάτων άλλων από πολιτικούς για να μπορέσει η οικονομία να πάρει τα πάνω της. Οι μονεταριστές είναι πιο διακριτικοί και όντες πιο διακριτικοί τόσο πιο ανέντιμοι. Επιδιώκουν τη δημιουργία μάζας χρημάτων σε μια εποχή όπου η παραγωγή είναι χαμηλή, έτσι ώστε η ζήτηση για χρήματα να είναι χαμηλή. Δηλαδή απαιτούν ρητά υποτίμηση, που δημιουργεί το κίνητρο για όσους έχουν οικονομίες να τις ξοδέψουν προτού χάσουν αξία. Και οι δύο πλευρές επιθυμούν την κατανάλωση κεφαλαίου έναντι της εξοικονόμησης, η οποία παρέχει πίστωση στις επιχειρήσεις, οι οποίες διαφορετικά θα έσπρωχναν την οικονομία.

Τεχνητή μείωση των επιτοκίων και η ζημιά που προκαλούν στις αποταμιεύσεις

Λαμβάνοντας υπόψη την τιμή της πίστωσης, η οποία, αν αφεθεί μόνη της, ταιριάζει με τις ανάγκες των αποταμιευτών με εκείνες αυτών που επιθυμούν αποταμίευση, και οι δύο σχολές κεντρικού σχεδιασμού επιζητούν τεχνητά χαμηλό κόστος πίστωσης. Προσπαθούν να το πετύχουν μέσω της κεντρικής τράπεζας. Απευθείας, ακόμη και ένας μαθητής της τετάρτης δημοτικού κατανοεί ότι, εάν οι κεντρικοί σχεδιαστές αποφασίσουν ότι οι Φεράρι και τα ρετιρέ του Μανχάταν θα κοστίζουν σύντομα 10.000 δολάρια το καθένα, δεν θα υπάρχουν ούτε Φεράρι ούτε σπίτια στο Μανχάταν για να αγοράσει κάποιος. Αλλά όταν πρόκειται για πίστωση, και οι δύο θρησκείες ενεργούν σαν να θεωρούν ότι το χρήμα μπορεί να αποκτηθεί άνευ προσπάθειας…και οι αποταμιευτές ας πάνε να πνιγούν.

Για να αναφέρουμε έναν πολύ γνωστό νομισματικό στοχαστή:

«Όμως, οι περισσότεροι Αμερικανοί εξαρτώνται από τους μισθούς και τα μεροκάματα τους για την επιβίωσή τους, όχι από τα έσοδα από τόκους, και τα υψηλότερα επιτόκια θα έβλαπταν την αγορά εργασίας, η οποία είναι ακόμα αδύναμη, με την ανεργία κοντά στο οκτώ τοις εκατό και τους μισθούς που μετά βίας αυξάνονται. Επίσης, οι περισσότεροι Αμερικανοί έχουν μεγαλύτερο χρέος από τις αποταμιεύσεις τους, πράγμα που σημαίνει ότι επωφελούνται άμεσα από τα χαμηλότερα επιτόκια».

Φυσικά, αυτός ο αμφιλεγόμενος σχολιαστής σίγουρα ξεχνάει ότι μία τεχνητώς χαμηλή τιμή θα σημαίνει και έλλειψη του εκάστοτε αγαθού. Σε αντίθεση με την επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, ένα ίσως υψηλότερο επιτόκιο της αγοράς θα ωθούσε τους αποταμιευτές πίσω στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των πλουσιότερων των οποίων το κεφάλαιο θα ωθούσε περισσότερο την ανάπτυξη και την αποταμίευσή τους να δίνεται σε δάνεια σε διαφορετικό βαθμό σε επιχειρήσεις που είναι ενθουσιώδεις να επεκταθούν.

Η αντίφαση των μονεταριστών και κεϋνσιανών

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αμερικανοί με χαμηλότερο εισόδημα, αν υποτεθεί ότι και αυτοί θα μπορούσαν να αποκομίσουν κέρδη από την αγορά για τα χρήματα που εξοικονομούνται, επιλέξουν να αποταμιεύσουν, θα ήταν καλύτερο να καταναλώνουν λιγότερα και να εξοικονομούν περισσότερα. Η ειρωνεία είναι ότι οι Κεϋνσιανοί και οι μονεταριστές ισχυρίζονται ότι αγαπούν την εργασία, αλλά η συγκεχυμένη ιδεολογία τους, που λέει ότι τα χρήματα μπορούν να αποκτηθούν με ρυθμούς που καθορίζονται από τους κυβερνητικούς σχεδιαστές, τους τυφλώνει μπρος στην πραγματικότητα ότι αν, αγαπάς την εργασία, πρέπει να αγαπάς τους αποταμιευτές των οποίων το κεφάλαιο καθιστά τις ευκαιρίες απασχόλησης πιο άφθονες. Τα επιτόκια της αγοράς είναι το πώς προσελκύονται οι αποταμιευτές στην αγορά.

Φυσικά, ακόμη και αν δεν υπήρχαν επιχειρηματίες που να αναζητούν δάνεια ή χρηματοδότηση απαραίτητη για την ανάπτυξη, η σκέψη και των δύο σχολών θα εξακολουθούσε να είναι πολύ παρόμοια, και ως εκ τούτου, πολύ λανθασμένη. Πράγματι, ρητά στη λατρεία της ζήτησης πάνω από οτιδήποτε άλλο, είναι ότι τα χρήματα που σώζονται θα μένουν αδρανή. Αυτός είναι ο λόγος που επιδιώκεται η κρατική δαπάνη και η υποτίμηση.

Το πρόβλημα με τη θεωρία και των δύο πλευρών είναι ότι οι τράπεζες και άλλες πηγές για αποταμίευση δεν καταβάλλουν τόκους από κατατεθειμένα κεφάλαια, ώστε να μπορούν να «καθίσουν» πάνω στα χρήματα. Αντί αυτού, οι αποδέκτες των αποταμιεύσεων αναλαμβάνουν υποχρεώσεις ακριβώς επειδή έχουν πελάτες με βραχυπρόθεσμες ανάγκες κατανάλωσης που θέλουν να εκπληρώσουν. Εν ολίγοις, και για άλλη μια φορά, καμία πράξη εξοικονόμησης δεν μειώνει ποτέ τη ζήτηση, όπως υποθέτουν οι μονεταριστές και οι Κεϋνσιανοί, απλώς και μόνο επειδή τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν να δέχονται υποχρεώσεις (καταθέσεις) χωρίς να μετατρέπουν αυτές τις υποχρεώσεις σε περιουσιακά στοιχεία υπό μορφή δανείων και επενδύσεων προς τους καταναλωτές-επιχειρηματίες.

Η κεϋνσιανές δαπάνες και οι μονεταριστικές πρακτικές αφαιρούν πλούτο από παραγωγικούς ιστούς της οικονομίας

Επιστρέφοντας στις επιχειρηματικές ιδέες και τις υπάρχουσες επιχειρήσεις που χρειάζονται συχνά πίστωση, η ειρωνεία της κεϋνσιανής άποψης ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να δαπανήσουν για να ξεφύγουμε από την ύφεση, είναι ότι, καθώς οι κυβερνήσεις δεν διαθέτουν πόρους, οι δαπάνες τους αφαιρούνται φυσικά από την διαθέσιμη ομάδα κεφαλαίων που αλλιώς θα πήγαινε προς τις επιχειρήσεις, και φτάνοντας στις επιχειρήσεις, θα ανέβαζαν την αμοιβή των εργαζομένων. Το τελευταίο αποκαλύπτεται οδυνηρά με δύο τρόπους: Περισσότερο διαθέσιμο κεφάλαιο σημαίνει περισσότερη επένδυση και δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας και καμία αμοιβή χωρίς πρώτα επένδυση. Και τότε υπάρχει επίσης το γεγονός ότι περισσότερο κεφάλαιο σημαίνει περισσότερη επένδυση σε βελτιώσεις παραγωγικότητας που κάνουν κάθε μονάδα εργασίας πιο πολύτιμη διευκολύνοντας την αύξηση μισθών. Για να το πούμε απλά, οι κυβερνητικές δαπάνες όχι μόνο αποδυναμώνουν τους ιδιωτικούς μισθούς, αλλά στερούν τις επιχειρήσεις και από τις βελτιώσεις της παραγωγικότητας που κανονικά θα κάνουν την αύξηση των αποδοχών αναπόφευκτη.

Η μονεταριστική σκέψη σε αυτό το θέμα είναι εξίσου αμβλεία. Αναζητώντας τη δημιουργία χρημάτων για τη δημιουργία χρημάτων, με την οποία η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να προωθηθεί με γοητεία σε ένα εργαστήριο κεντρικών σχεδιαστών που διαθέτει ένα τυπογραφείο χρήματος και με την υποτίμηση, η κατανάλωση αυξάνεται και πάλι. Τραγικά  για τους εργαζόμενους που υποφέρουν από τέτοιες παιδιάστικες θεωρίες, οι συνέπειες είναι παρόμοιες με εκείνες που προκαλούν οι κυβερνητικές δαπάνες.

Επίλογος

Πράγματι, με τη βεβαιότητα ότι οι ίδιοι οι επενδυτές, οι επενδύσεις των οποίων δημιουργούν θέσεις εργασίας, αγοράζουν μελλοντικές ροές εισοδήματος σε δολάρια, όταν δίνουν κεφάλαια σε νέες ιδέες, η μονεταριστική (ή «monetarist market in modern dialerance») σχολή επιδιώκει να υποτιμήσει τις ίδιες ροές εσόδων που θα λειτουργούσαν κανονικά ως δέλεαρ για τους επενδυτές. Ο αρνητικός αντίκτυπος είναι ο ίδιος με τις βαριές κυβερνητικές δαπάνες. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται επενδύσεις για να προσφέρουν μισθούς στους εργαζόμενους και ιδίως χρειάζονται επενδύσεις για να πληρώσουν για τις βελτιώσεις της παραγωγικότητας που κάνουν τον εργαζόμενο πιο πολύτιμο και επομένως ευκολότερο να δημιουργήσει, αλλά η υποτίμηση των χρημάτων που προκύπτει από την εκτύπωση του , αποθαρρύνει τους επενδυτές από την ανάληψη κεφαλαίου. Αντί αυτού, επιδιώκουν προστασία έναντι της υποτίμησης που επιδιώκουν οι μονεταριστές, η οποία είναι συνήθως επένδυση στον πλούτο του χθες: σκεφτείτε γη, αγαθά, σπάνια γραμματόσημα, τέχνη κλπ.

***

Διαβάστε περισσότερα: