Murray N. Rothbard: Οι επιπτώσεις της φορολογίας στην κοινωνική ευημερία

0
664
Φορολογία
Η φορολογία εισοδήματος μειώνει το χρηματικό εισόδημα και άρα το πραγματικό εισόδημα κάθε φορολογουμένου και, ως εκ τούτου, το βιοτικό του επίπεδο. Το εισόδημά του από την εργασία καθίσταται πιο ακριβό και ο ελεύθερος χρόνος του φθηνότερος, με συνέπεια να τείνει να εργάζεται λιγότερο. Το βιοτικό επίπεδο όλων των ανθρώπων όσον αφορά την ανταλλαγή αγαθών μειώνεται.

Η φορολογία εισοδήματος μειώνει το χρηματικό εισόδημα και άρα το πραγματικό εισόδημα κάθε φορολογουμένου και, ως εκ τούτου, το βιοτικό του επίπεδο. Το εισόδημά του από την εργασία καθίσταται πιο ακριβό και ο ελεύθερος χρόνος του φθηνότερος, με συνέπεια να τείνει να εργάζεται λιγότερο

του Murray N. Rothbard
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής και Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Στη δυναμική πραγματική οικονομία, τα χρηματικά εισοδήματα αποτελούνται από μισθούς, μισθώματα γης και ακινήτων, τόκους και κέρδη, αντισταθμισμένα από ζημίες. (Τα μισθώματα ακινήτων και γης κεφαλαιοποιούνται επίσης στην αγορά, έτσι ώστε το εισόδημα από αυτά είναι μετατρέψιμο σε τόκους και κέρδη, μείον τις ζημίες.) Ο φόρος εισοδήματος έχει ως στόχο να φορολογήσει όλα αυτά τα καθαρά έσοδα. Έχουμε δει ότι οι έμμεσοι φόροι και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης είναι στην πραγματικότητα φόροι σε εισοδήματα ορισμένων αρχικών συντελεστών.

Ο φόρος εισοδήματος δεν είναι ο μόνος που επιβαρύνει το εισόδημα

Αυτό γενικά παραβλέπεται και, ίσως ένας λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι ότι οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να θεωρούν τη φορολογία εισοδήματος ως ενιαία επιβαλλόμενη σε όλα τα εισοδήματα του ίδιου ποσού. Αργότερα, θα δούμε ότι η ομοιομορφία μιας τέτοιας επιβολής έχει γίνει ευρέως αποδεκτή ως ένας σημαντικός «κανόνας δικαιοσύνης» για τη φορολογία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοια ομοιομορφία. Οι φόροι κατανάλωσης και οι έμμεσοι φόροι, όπως είδαμε, δεν επιβάλλονται ομοιόμορφα, αλλά επιβάλλονται σε ορισμένους κλάδους εισοδήματος και όχι σε άλλους. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο επίσημος φόρος εισοδήματος, ο φόρος που είναι γενικά γνωστός ως «φόρος εισοδήματος», δεν είναι σε καμία περίπτωση η μόνη μορφή με την οποία φορολογείται ή μπορεί να φορολογηθεί το εισόδημα από το κράτος. 1

Ο φόρος εισοδήματος δεν μπορεί να μετατοπιστεί σε κανέναν άλλο. Ο ίδιος ο φορολογούμενος φέρει το βάρος. Αποκομίζει κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα, τόκους από προτιμήσεις χρόνου και άλλα εισοδήματα από την οριακή παραγωγικότητα και κανένα εξ αυτών δεν μπορεί να αυξηθεί για να καλύψει τον φόρο. Η φορολογία εισοδήματος μειώνει το χρηματικό εισόδημα και άρα το πραγματικό εισόδημα κάθε φορολογουμένου και, ως εκ τούτου, το βιοτικό του επίπεδο. Το εισόδημά του από την εργασία καθίσταται πιο ακριβό και ο ελεύθερος χρόνος του φθηνότερος, με συνέπεια να τείνει να εργάζεται λιγότερο. Το βιοτικό επίπεδο όλων των ανθρώπων όσον αφορά την ανταλλαγή αγαθών μειώνεται.

Επίδραση στην οριακή ωφέλεια χρήματος

Σε αντίθεση, η χρηματική οριακή ωφέλεια κάθε ανθρώπου αυξάνεται καθώς τα χρηματικά περιουσιακά του στοιχεία μειώνονται και, ως εκ τούτου, μπορεί να υπάρξει αύξηση της οριακής ωφέλειας του μειωμένου εισοδήματος που μπορεί να προκύψει από την τρέχουσα εργασία του. Είναι αλήθεια, με άλλα λόγια, πως με την ίδια εργασία κάθε άνθρωπος τώρα κερδίζει λιγότερα χρήματα, αλλά αυτή η μείωση του χρηματικού εισοδήματος, μπορεί επίσης να αυξήσει την οριακή ωφέλεια μιας μονάδας χρήματος, στο βαθμό που αυξάνεται η οριακή ωφέλεια του συνολικού του εισοδήματος. Θα αναγκαστεί, έτσι, να εργάζεται σκληρότερα ως αποτέλεσμα του φόρου εισοδήματος. Αυτό μπορεί κάλλιστα να ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις και δεν υπάρχει τίποτα μυστηριώδες ή αντιθετικό στην οικονομική ανάλυση σε μια τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, πολύ δύσκολα κάτι τέτοιο αποτελεί ευλογία για τον άνθρωπο ή για την κοινωνία. Γιατί, αν δαπανηθεί περισσότερη εργασία, ο ελεύθερος χρόνος χάνεται και το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων μειώνεται λόγω αυτής της εξαναγκαστικής απώλειας.

Στην ελεύθερη αγορά, με λίγα λόγια, τα άτομα πάντα εξισορροπούν το χρηματικό εισόδημα (ή αλλιώς, το πραγματικό εισόδημα σε ανταλλάξιμα αγαθά) με το πραγματικό τους εισόδημα με τη μορφή ελεύθερου χρόνου για αναψυχή. Και τα δύο αποτελούν βασικά συστατικά του βιοτικού επιπέδου. Όσο μεγαλύτερο είναι το εισόδημα των ανταλλάξιμων αγαθών, τόσο υψηλότερη θα είναι η οριακή ωφέλεια μιας μονάδας ελεύθερου χρόνου (μη ανταλλάξιμα αγαθά) και τόσο περισσότερο θα «λάβουν» το εισόδημά τους με τη μορφή ελεύθερου χρόνου για αναψυχή. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένα εξαναγκαστικά χαμηλότερο εισόδημα, μπορεί να αναγκάσει τα άτομα να εργαστούν σκληρότερα. Όποιος και αν είναι ο αντίκτυπος, ο φόρος μειώνει το βιοτικό επίπεδο των φορολογουμένων, είτε στερώντας τους ελεύθερο χρόνο και αναψυχή είτε στερώντας τους ανταλλάξιμα αγαθά.

Ο φόρος αποτελεί τιμωρία προς τους εργαζόμενους

Εκτός από την τιμωρία της εργασίας σε σχέση με τον ελεύθερο χρόνο αναψυχής, ο φόρος εισοδήματος τιμωρεί επίσης την εργασία για χρήματα έναντι της εργασίας για ανταπόδοση σε είδος. Προφανώς, ένα σχετικό πλεονέκτημα παρέχεται στην εργασία που συντελείται για μη νομισματική ανταμοιβή. Οι εργαζόμενες γυναίκες τιμωρούνται σε σχέση με τις νοικοκυρές. Οι άνθρωποι θα τείνουν να εργάζονται για τις οικογένειές τους και όχι να εισέρχονται στην αγορά εργασίας, κλπ. Υπάρχει κίνητρο για δραστηριότητες τύπου «καν’ το μόνος σου». Εν ολίγοις, ο φόρος εισοδήματος τείνει να επιφέρει μείωση στην εξειδίκευση και διάσπαση της αγοράς και, ως εκ τούτου, την υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου. 2 Αν ο φόρος εισοδήματος καταστεί αρκετά υψηλός, η αγορά θα αποσυντεθεί συνολικά και θα κυριαρχήσουν πρωτόγονες οικονομικές συνθήκες.

Φορολογία και χρονική προτίμηση

Ο φόρος εισοδήματος κατάσχει ένα μέρος του εισοδήματος ενός ατόμου, αφήνοντάς το ελεύθερο να διαθέσει το υπόλοιπο μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων. Μπορεί να θεωρηθεί ότι, δεδομένου ότι μπορούμε να υποθέσουμε τα σχέδια χρονικής προτίμησης όπως αναφέρονται, η αναλογία της κατανάλωσης έναντι της αποταμίευσης – επένδυσης – και το φυσικό επιτόκιο – θα παραμείνουν ανεπηρέαστα από τον φόρο εισοδήματος. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Διότι, το πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου και η αξία των χρηματικών του περιουσιακών στοιχείων έχουν μειωθεί. Όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο των πραγματικών χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ενός ανθρώπου, τόσο υψηλότερος θα είναι ο βαθμός χρονικής προτιμήσεως του (δεδομένου του σχεδίου χρονικής προτίμησης του) και τόσο υψηλότερη θα είναι η αναλογία της καταναλωτικής έναντι της επενδυτικής δαπάνης. Η θέση του φορολογούμενου μπορεί να φανεί στο ακόλουθο διάγραμμα.

Το διάγραμμα είναι μια απεικόνιση του σχεδίου χρονικής προτίμησης του μεμονωμένου φορολογούμενου, σε σχέση με τα χρηματικά του περιουσιακά στοιχεία. Ας πούμε ότι η αρχική θέση του φορολογούμενου είναι ένα απόθεμα του 0M. Το tt είναι η καμπύλη της χρονικής προτίμησης. Ο πραγματικός βαθμός χρονικής προτιμήσεώς, που καθορίζει τον λόγο της κατανάλωσης προς αποταμίευση – επένδυση είναι το . Τώρα η κυβέρνηση επιβάλλει έναν φόρο εισοδήματος, μειώνοντας τα αρχικά χρηματικά περιουσιακά του στοιχεία, στην αρχή της περιόδου δαπανών του στο 0Μ¹. Ο πραγματικός βαθμός χρονικής προτιμήσεως του είναι τώρα υψηλότερος, στο  . Έχουμε δει ότι τα πραγματικά καθώς και τα ονομαστικά χρηματικά περιουσιακά στοιχεία του ατόμου, πρέπει να μειωθούν για να επέλθει αυτό το αποτέλεσμα. Εάν υπάρχει αποπληθωρισμός, η αξία της νομισματικής μονάδας θα αυξηθεί κατά προσέγγιση αναλογικά και, μακροπρόθεσμα, οι βαθμοί χρονικής προτίμησης, ceteris paribus, δεν θα μεταβληθούν. Στην περίπτωση της φορολογίας εισοδήματος, ωστόσο, δεν θα υπάρξει μεταβολή στην αξία της νομισματικής μονάδας, καθώς η κυβέρνηση θα δαπανήσει τα έσοδα της φορολογίας. Ως αποτέλεσμα, τα πραγματικά και τα ονομαστικά χρηματικά περιουσιακά στοιχεία του φορολογούμενου, μειώνονται και μειώνονται στον ίδιο βαθμό.

Οι κυβερνητικές δαπάνες αποτελούν καταναλωτικές δαπάνες των κρατικών αξιωματούχων

Μπορεί να αντιταχθεί ότι οι κυβερνητικοί υπάλληλοι ή οι επιδοτούμενοι λαμβάνουν πρόσθετα χρήματα και η πτώση της χρονικής προτίμησής τους μπορεί να αντισταθμίσει ή να εξισορροπήσει την αύξηση του ποσοστού της από την πλευρά των φορολογουμένων. Επομένως, δεν μπορούσαμε να καταλήξουμε ότι ο κοινωνικός ρυθμός της χρονικής προτίμησης θα αυξηθεί και οι επενδύσεις/αποταμίευση θα μειωθούν ιδιαίτερα. Οι κυβερνητικές δαπάνες, ωστόσο, αποτελούν εκτροπή πόρων από ιδιωτικούς σε κυβερνητικούς σκοπούς. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση, εξ ορισμού, επιθυμεί αυτή την εκτροπή, πρόκειται για καταναλωτική δαπάνη της κυβέρνησης.3

Η μείωση των εσόδων (και κατά συνέπεια της κατανάλωσης και της αποταμίευσης-επενδύσεων) που επιβλήθηκε στους φορολογούμενους, επομένως, θα αντισταθμιστεί από τη δημόσια κατανάλωση, τις κρατικές δαπάνες. Όσον άφορα στη μεταφορά δαπανών από την κυβέρνηση (συμπεριλαμβανομένων των μισθών των γραφειοκρατών και των επιδοτήσεων σε προνομιούχες ομάδες), είναι αλήθεια ότι ορισμένες από αυτές θα αποταμιευθούν και θα επενδυθούν.

Οι επενδύσεις αυτές, ωστόσο, δεν θα αντιπροσωπεύουν τις εθελοντικές επιθυμίες των καταναλωτών, αλλά τις επενδύσεις σε τομείς παραγωγής που δεν επιθυμούν οι παραγωγοί/φορολογούμενοι. Αντιπροσωπεύουν τις επιθυμίες, όχι των παραγωγών καταναλωτών στην ελεύθερη αγορά, αλλά των εκμεταλλευτών καταναλωτών που τροφοδοτούνται από τον μονομερή εξαναγκασμό του κράτους. Μόλις επιτραπεί να εξαλειφθεί ο φόρος, οι παραγωγοί είναι ελεύθεροι να κερδίζουν και να καταναλώνουν ξανά. Οι νέες επενδύσεις που προέκυψαν από την ζήτηση των προνομιούχων θα αποδειχθούν κακές επενδύσεις. Εν πάση περιπτώσει, το ποσό που καταναλώνεται από την κυβέρνηση εξασφαλίζει ότι η επίπτωση της φορολογίας εισοδήματος θα είναι η αύξηση της χρονικής προτίμησης και η μείωση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων.

Ενστάσεις άλλων οικονομολόγων

Μερικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η φορολογία εισοδήματος μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις στην κοινωνία με έναν τρίτο τρόπο. Υποστηρίζουν ότι η φορολογία εισοδήματος, από τη φύση της, επιβάλλει έναν «διπλό» φόρο επί των αποταμιεύσεων-επενδύσεων έναντι της κατανάλωσης.4 Η συλλογιστική έχει ως εξής: Η εξοικονόμηση και η κατανάλωση δεν είναι πραγματικά συμμετρικές. Όλες οι εξοικονομήσεις κατευθύνονται προς την απόλαυση μεγαλύτερης κατανάλωσης στο μέλλον. Διαφορετικά, δεν θα υπήρχε καθόλου νόημα στην αποταμίευση. Ο αποταμιευτής απέχει από την πιθανή παρούσα κατανάλωση σε αντάλλαγμα της προσδοκίας αύξησης της κατανάλωσης σε κάποια χρονική στιγμή στο μέλλον. Κανείς δεν θέλει κεφαλαιουχικά αγαθά μόνο για την χάρη τους.5 Είναι μόνο η ενσάρκωση μιας αυξημένης κατανάλωσης στο μέλλον. Η αποταμίευση-επένδυση είναι η κατασκευή ενός ραβδιού από τον Κρούσο για την απόκτηση περισσότερων μήλων σε μια μελλοντική ημερομηνία. Ωφελείται με αυξημένη κατανάλωση αργότερα. Ως εκ τούτου, η επιβολή φόρου εισοδήματος επιβαρύνει υπερβολικά τις αποταμιεύσεις-επενδύσεις σε σχέση με την κατανάλωση. 6

Αυτή η λογική είναι ορθή στην εξήγησή της διαδικασίας επένδυσης-κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά υποφέρει από ένα σοβαρό ελάττωμα: δεν έχει σημασία στο θέμα περί των προβλημάτων της φορολογίας. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση είναι ένας καρποφόρος συντελεστής. Αλλά το θέμα είναι ότι όλοι το γνωρίζουν αυτό. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποταμιεύουν. Ωστόσο, αν και γνωρίζουν ότι η αποταμίευση είναι ένας καρποφόρος συντελεστής, δεν αποταμιεύουν όλο το εισόδημά τους. Γιατί; Λόγω της χρονικής τους προτίμησης για την παρούσα κατανάλωση. Κάθε άτομο, λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες κλίμακες εισοδήματος και αξίας, κατανέμει το εισόδημα αυτό στο πιο επιθυμητό ποσοστό μεταξύ της κατανάλωσης, των επενδύσεων και της προσαύξησης του αποθέματος του σε μετρητά. Οποιαδήποτε άλλη κατανομή θα ικανοποιούσε τις επιθυμίες του σε μικρότερο βαθμό και θα μείωνε τη θέση του στην κλίμακα αξίας του. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πούμε ότι ένας φόρος εισοδήματος τιμωρεί ιδιαίτερα την αποταμίευση-επένδυση. Τιμωρεί το συνολικό βιοτικό επίπεδο του ατόμου, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής κατανάλωσης, της μελλοντικής κατανάλωσης καθώς και το ισοζύγιο μετρητών. Δεν τιμωρεί καθεαυτή την εξοικονόμηση περισσότερο από ότι τις άλλες δυνατότητες κατανομής του εισοδήματος.

Η φορολογία μειώνει τις αποδόσεις των επενδύσεων

Ωστόσο, υπάρχει ένας άλλος τρόπος με τον οποίο ο φόρος εισοδήματος, στην πραγματικότητα, επιβαρύνει ιδιαίτερα την αποταμίευση. Διότι τα κέρδη από τους τόκους των επενδύσεων-αποταμιεύσεων, όπως όλα τα άλλα κέρδη, υπόκεινται στον φόρο εισοδήματος. Κατά συνέπεια, το καθαρό επιτόκιο που εισπράχθηκε είναι χαμηλότερο από το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς. Η απόδοση δεν είναι σύμφωνη με τις προτιμήσεις της ελεύθερης αγοράς. Αντίθετα, η επιβαλλόμενη χαμηλότερη απόδοση προκαλεί στους ανθρώπους να ευθυγραμμίσουν τις επενδύσεις – αποταμιεύσεις με τη μειωμένη απόδοση. Με λίγα λόγια, οι οριακές αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις, που τώρα δεν είναι κερδοφόρες με τον χαμηλότερο συντελεστή, δεν θα πραγματοποιηθούν.

Το παραπάνω επιχείρημα του Fisher-Mill είναι ένα παράδειγμα της περίεργης τάσης μεταξύ των οικονομολόγων, που είναι γενικά ευνοϊκοί προς την ελεύθερη αγορά, να μην επιθυμούν να θεωρήσουν την αναλογία της κατανάλωσης ως προς τις επενδύσεις ως βέλτιστη. Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ της ελεύθερης αγοράς είναι ότι οι κατανομές της αγοράς τείνουν σε όλα τα σημεία να είναι βέλτιστες σε σχέση με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Οι οικονομολόγοι που ευνοούν την ελεύθερη αγορά το αναγνωρίζουν αυτό στις περισσότερες περιοχές της οικονομίας, αλλά για κάποιο λόγο δείχνουν μια προτίμηση και μια ιδιαίτερη ευαισθησία προς την αποταμίευση-επένδυση, ενάντια στην κατανάλωση. Τείνουν να πιστεύουν ότι ένας φόρος στην αποταμίευση αποτελεί πολύ μεγαλύτερη εισβολή στην ελεύθερη αγορά από έναν φόρο στην κατανάλωση. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση ενσωματώνει τη μελλοντική κατανάλωση. Αλλά οι άνθρωποι επιλέγουν οικειοθελώς τη σημερινή και τη μελλοντική κατανάλωση σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις. Κάθε φόρος που επιβάλλεται ιδιαίτερα στην κατανάλωσή των ανθρώπων είναι, επομένως, εξίσου μια παραμόρφωση και εισβολή στην ελεύθερη αγορά, όπως και ο φόρος επί της αποταμίευσης τους. Δεν υπάρχει τίποτα, τελικά, ιδιαίτερα ιερό στην αποταμίευση. Είναι απλά ο δρόμος προς τη μελλοντική κατανάλωση. Αλλά η αποταμίευση δεν είναι πιο σημαντική από την παρούσα κατανάλωση, η κατανομή μεταξύ των δύο καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις όλων των ατόμων. Ο οικονομολόγος που δείχνει μεγαλύτερη ανησυχία για την εξοικονόμηση στην ελεύθερη αγορά από ότι για την κατανάλωση στην ελεύθερη αγορά, υποστηρίζει σιωπηρά την κρατική παρέμβαση και την εξαναγκασμένη στρέβλωση της κατανομής των πόρων για την αύξηση των επενδύσεων και τη μείωση της κατανάλωσης. Ο συνήγορος της ελεύθερης αγοράς, θα πρέπει να αντιταχθεί εξίσου έντονα στην εξαναγκαστική στρέβλωση της αναλογίας της κατανάλωσης ως προς στις επενδύσεις, όπως και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. 7

Κλείνοντας

Στην πραγματικότητα, είδαμε ότι η φορολογία εισοδήματος, μέσω άλλων διαδρομών, τείνει να στρεβλώνει την κατανομή των πόρων προς μεγαλύτερη κατανάλωση και προς λιγότερες επενδύσεις – αποταμιεύσεις και είδαμε πιο πάνω ότι οι προσπάθειες φορολόγησης της κατανάλωσης με τη μορφή φόρου στις πωλήσεις ή στην παραγωγή αποτυγχάνουν και καταλήγουν επιβαλλόμενοι φόροι εισοδήματος.

***

Απόσπασμα από το έργο του Murray N. Rothbard Power and Market, Government and the Economy (4. Binary Intervention: Taxation > 3. The Incidence and Effects of Taxation Part 1: Taxes on Incomes)

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:
  1. Ακόμη και ο επίσημος φόρος δεν είναι καθόλου ομοιόμορφος καθώς εμπλουτίζεται με πρόσθετες επιβαρύνσεις και απαλλαγές. Δείτε παρακάτω για περαιτέρω συζήτηση σχετικά με την ομοιομορφία της φορολογίας.
  2. Βλ. C. Lowell Harriss, “Public Finance” in Bernard F. Haley, ed., A Survey of Contemporary Economics (Homewood, Ill.: Richard D. Irwin, 1952), II, 264. Για ένα πρακτικό παράδειγμα, βλ. P.T. Bauer, “The Economic Development of Nigeria,” Journal of Political Economy, October, 1955, σελ. 400 ff.
  3. Αυτές οι δαπάνες καθορίζονται από την κυβέρνηση και όχι από την ελεύθερη δράση των ατόμων. Ως εκ τούτου, μπορούν να ικανοποιήσουν την ωφέλεια (ή αναμένεται να ικανοποιήσουν την ωφέλεια) μόνο των κυβερνητικών αξιωματούχων και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι ικανοποιείται η ωφέλεια άλλων. Οι Κεϋνσιανοί, αντίθετα, ταξινομούν όλες τις κυβερνητικές δαπάνες που χρησιμοποιούν πόρους ως «επενδύσεις», με το σκεπτικό ότι αυτές, όπως και οι επενδυτικές δαπάνες, είναι «ανεξάρτητες» και δεν συνδέονται παθητικά με το εισόδημα με την έννοια μιας ψυχολογικής «λειτουργίας».
  4. Έτσι, βλ. Irving and Herbert W. Fisher, Constructive Income Taxation (New York: Harper & Bros., 1942). Ο «Διπλός» χρησιμοποιείται με την έννοια των δύο περιπτώσεων, όχι αριθμητικά δύο φορές.
  5. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν θετικά στοιχεία στην κριτική του καθηγητού Due για αυτή τη γενική θέση, κάνει λάθος να πιστεύει ότι οι άνθρωποι μπορούν να κατέχουν κεφάλαιο απλά για να το κατέχουν καθαυτό. Αν οι άνθρωποι, λόγω της αβεβαιότητας του μέλλοντος, επιθυμούν να διατηρήσουν πλούτο με σκοπό αυτός ο πλούτος να εξυπηρετήσει την μείωση του ρίσκου, θα διατηρήσουν πλούτο στα πιο εμπορεύσιμα στοιχεία του – σε μετρητά. Το κεφάλαιο είναι πολύ λιγότερο εμπορεύσιμο και είναι επιθυμητό μόνο για την εκμετάλλευσή του στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και για τα κέρδη από την πώληση αυτών των αγαθών. John F. Due, Government Finance (Home-wood, Ill .: Richard D. Irwin, 1954), σελ. 123-25, 368 κ.ε.
  6. Αυτοί οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν γενικά τη φορολογία της κατανάλωσης μόνης της, ως το μόνο «πραγματικό» εισόδημα. Για περαιτέρω συζήτηση σχετικά με αυτόν τον φόρο κατανάλωσης, βλέπε παρακάτω.
  7. Έτσι, ένα από τα συνηθισμένα επιχειρήματα των συντηρητικών κατά της προοδευτικής φορολογίας εισοδήματος (βλ. Κατωτέρω) είναι ότι αποταμιεύσεις θα φορολογούνται σε μεγαλύτερο ποσοστό από ότι κατανάλωση. Πολλοί από αυτούς τους αναλυτές αφήνουν τον αναγνώστη με το συμπέρασμα ότι εάν η (τωρινή) κατανάλωση φορολογείται περισσότερο, όλα θα είναι καλά. Ωστόσο, τι έχει τόση αξία όσον αφορά την μελλοντική, έναντι της παρούσης, κατανάλωσης και βάσει ποιας αρχής αυτοί οι οικονομολόγοι καταλήγουν πως τους επιτρέπεται να μεταβάλλουν δια της βίας τις εθελοντικές βαθμίδες χρονικής προτίμησης μεταξύ παρόντος και μέλλοντος;