Murray N. Rothbard: Ο Αριστοτέλης για την ιδιωτική ιδιοκτησία και το χρήμα

0
423
Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτωνας, ήταν εχθρικός προς την οικονομική ανάπτυξη και ευνόησε μια στατική κοινωνία, η οποία ταίριαζε με την αντίθεσή του στην επιδίωξη απόκτησης χρήματος και στη συσσώρευση πλούτου.
Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτωνας, ήταν εχθρικός προς την οικονομική ανάπτυξη και ευνόησε μια στατική κοινωνία, η οποία ταίριαζε με την αντίθεσή του στην επιδίωξη απόκτησης χρήματος και στη συσσώρευση πλούτου.

Παρόλο που ο Αριστοτέλης, κατά την ελληνική παράδοση, περιφρονούσε την επιδίωξη απόκτησης χρημάτων και ήταν ελάχιστα υποστηρικτής της ελεύθερης οικονομίας, έθεσε ωστόσο οξύτατα επιχειρήματα υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

 

Του Murray N. Rothbard

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Οι απόψεις του μεγάλου φιλόσοφου Αριστοτέλη είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς ολόκληρη η δομή της σκέψης του είχε τεράστια και κυρίαρχη επιρροή στην οικονομική και κοινωνική σκέψη στα μέσα και στα τέλη του Μεσαίωνα, η οποία σκέψη θεωρούταν Αριστοτελική.

Παρόλο που ο Αριστοτέλης, κατά την ελληνική παράδοση, περιφρονούσε την επιδίωξη απόκτησης χρημάτων και ήταν ελάχιστα υποστηρικτής της ελεύθερης οικονομίας, έθεσε ωστόσο οξύτατα επιχειρήματα υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ίσως επηρεασμένος από τα επιχειρήματα υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του Δημόκριτου, ο Αριστοτέλης εξαπέλυσε ισχυρή επίθεση στον κοινοτισμό* της άρχουσας τάξης που επικαλούταν ο Πλάτωνας. Κατήγγειλε τον στόχο του Πλάτωνα για την τέλεια ενότητα του κράτους μέσω κοινοτισμού, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια ακραία ενότητα αντιβαίνει στην ποικιλομορφία της ανθρωπότητας και στέκεται ενάντια στα αμοιβαία οφέλη που αποκομίζει ο καθένας μέσω της ανταλλαγής στις αγορές. Ο Αριστοτέλης παρέθεσε στη συνέχεια, σημείο προς σημείο, τις αντιθέσεις μεταξύ της ιδιωτικής και της κοινοτικής ιδιοκτησίας.

Πρώτον, η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι πιο παραγωγική και συνεπώς θα οδηγήσει σε πρόοδο. Τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε κοινή ιδιοκτησία από μεγάλο αριθμό ατόμων, δεν θα λάβουν επαρκή προσοχή, δεδομένου ότι οι άνθρωποι θα πράττουν κυρίως προς το δικό τους συμφέρον και θα παραμελούν τα καθήκοντα που μπορούν να μετατοπίσουν σε άλλους. Αντίθετα, οι άνθρωποι θα αφιερώσουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και φροντίδα στην δική τους ιδιοκτησία.

Δεύτερον, ένα από τα επιχειρήματα του Πλάτωνα υπέρ της κοινής ιδιοκτησίας, ήταν ότι αυτή ευνοεί την κοινωνική ειρήνη, αφού κανείς δεν θα ζηλεύει ή θα προσπαθεί να αρπάξει την ιδιοκτησία άλλου. Ο Αριστοτέλης απάντησε ότι η κοινοτική ιδιοκτησία θα οδηγήσει σε συνεχιζόμενες και έντονες συγκρούσεις, καθώς κάθε ένας θα διαμαρτύρεται ότι έχει δουλέψει σκληρότερα και απέκτησε λιγότερα από άλλους που έχουν κάνει ελάχιστα και έχουν αποκτήσει περισσότερο από το κοινό απόθεμα. Επιπλέον, ο Αριστοτέλης υποστήριξε πως δεν παρακινούνται όλα τα εγκλήματα από οικονομικά κίνητρα. Όπως δήλωνε: «οι άνθρωποι δεν γίνονται τύραννοι για να μην υποφέρουν από το κρύο».

Τρίτον, η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι σαφώς έμφυτη στην ανθρώπινη φύση: η αγάπη του ανθρώπου για τον εαυτό του, για τα χρήματα και για την ιδιοκτησία του, είναι όλα συνδεδεμένα σε μια φυσική αγάπη προς την αποκλειστική ιδιοκτησία.

Τέταρτον, ο Αριστοτέλης, όντας μεγάλος παρατηρητής του παρελθόντος και του παρόντος, επεσήμανε ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία υπήρχε πάντα και παντού. Η επιβολή της κοινοτικής ιδιοκτησίας στην κοινωνία, θα σήμαινε πως αγνοούμε την ανθρώπινη ιστορική εμπειρία και πως κάνουμε άλμα σε νέες μη δοκιμασμένες καταστάσεις. Η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα δημιουργούσε, πιθανώς, περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα έλυνε.

Τέλος, ο Αριστοτέλης συνδύασε τις οικονομικές και ηθικές του θεωρίες παρέχοντας την λαμπρή θεώρηση ότι μόνο η ιδιωτική ιδιοκτησία παρέχει στους ανθρώπους την ευκαιρία να ενεργούν ηθικά, π.χ. να εξασκούν τις αρετές της αγαθοεργίας και της φιλανθρωπίας. Η εξαναγκαστική φύση της κοινοτικής ιδιοκτησίας θα κατέστρεφε αυτή την ευκαιρία.

Ενώ ο Αριστοτέλης ήταν επικριτικός για την επιδίωξη απόκτηση χρήματος, αντιτάχθηκε σε κάθε περιορισμό – όπως αυτούς που υποστήριζε ο Πλάτωνας – στη συσσώρευση ιδιωτικής περιουσίας εκ μέρους ενός ατόμου. Αντ’ αυτού, ο Αριστοτέλης πίστευε πως η εκπαίδευση πρέπει να διδάσκει, ώστε να περιορίζονται εθελοντικά οι αχαλίνωτες επιθυμίες και να οδηγούνται έτσι οικειοθελώς οι άνθρωποι να περιορίσουν τις ατομικές συσσωρεύσεις πλούτου.

Παρά την έντονη υπεράσπιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και την αντίθεσή του στους καταναγκαστικούς περιορισμούς που επιθυμούσε ο Πλάτωνας για τον πλούτο, ο αριστοκράτης Αριστοτέλης ήταν απόλυτα περιφρονητικός για την εργασία και το εμπόριο όπως και οι προκάτοχοί του. Δυστυχώς, ο Αριστοτέλης έθεσε ένα πρόβλημα που απασχόλησε τους επόμενους αιώνες, δημιουργώντας μια παραπλανητική διάκριση μεταξύ των «φυσικών» αναγκών που πρέπει να ικανοποιηθούν και των «αφύσικων» επιθυμιών, οι οποίες είναι απεριόριστες και πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Δεν υπάρχει εύλογο επιχείρημα για να μας επιδείξει γιατί, όπως πίστευε ο Αριστοτέλης, οι ανάγκες που εξυπηρετούνται με εργασία στα όρια της επιβίωσης ή ο αντιπραγματισμός, αποτελούν κάτι «φυσικό», ενώ εκείνες οι ανάγκες που ικανοποιούνται από πολύ πιο παραγωγικές ανταλλαγές χρημάτων είναι τεχνητές, «αφύσικες» και συνεπώς καταδικαστέες. Οι ανταλλαγές για χρηματικό κέρδος απλώς καταγγέλλονται ως ανήθικες και «αφύσικες», συγκεκριμένα δραστηριότητες όπως το λιανικό εμπόριο, το χονδρεμπόριο, οι μεταφορές και η μίσθωση εργατικού δυναμικού. Ο Αριστοτέλης έτρεφε ιδιαίτερη εχθρότητα για το λιανικό εμπόριο, το οποίο φυσικά εξυπηρετεί άμεσα τον καταναλωτή. Ήθελε να εξαλειφθεί εντελώς.

Ο Αριστοτέλης δεν είναι καθόλου συνεπής στις οικονομικές του μελέτες. Διότι, μολονότι καταδικάζει την νομισματική ανταλλαγή ως ανήθικη και αφύσικη, επαινεί ταυτόχρονα ένα τέτοιο δίκτυο ανταλλαγών, το οποίο κρατά την πόλη ενωμένη με αμοιβαίες δοσοληψίες.

Η σύγχυση στη σκέψη του Αριστοτέλη μεταξύ του αναλυτικού και του «ηθικού» φαίνεται επίσης στη συζήτηση του για τα χρήματα: από τη μία πλευρά, βλέπει ότι η αύξηση των χρημάτων διευκόλυνε πολύ την παραγωγή και την ανταλλαγή. Και βλέπει επίσης ότι το χρήμα, το μέσο ανταλλαγής, αντιπροσωπεύει τη γενική ζήτηση και «κρατά όλα τα αγαθά μαζί». Επίσης, τα χρήματα εξαλείφουν το σοβαρό πρόβλημα της «διπλής σύμπτωσης των επιθυμιών», όπου κάθε έμπορος θα πρέπει να θέλει απευθείας τα αγαθά του άλλου. Τώρα, κάθε άτομο μπορεί να πουλήσει αγαθά για χρήματα. Επιπλέον, τα χρήματα χρησιμεύουν ως αποθήκη αξιών που θα χρησιμοποιηθούν για μελλοντικές αγορές.

Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα για το μέλλον με την ηθική καταδίκη του έντοκου χρηματικού δανεισμού ως «αφύσικου». Δεδομένου ότι τα χρήματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα και χρησιμοποιούνται μόνο για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών, είναι «άγονα» και δεν μπορούν από μόνα τους να αυξήσουν τον πλούτο. Ως εκ τούτου, η επιβολή τόκων, που ο Αριστοτέλης θεωρούσε λανθασμένα ότι συνεπαγόταν άμεση παραγωγικότητα των χρημάτων, καταδικάστηκε σφόδρα ως αντίθετη στη φύση.

Ο Αριστοτέλης θα τα είχε πάει καλύτερα αν απέφευγε μια τέτοια βιαστική ηθική καταδίκη και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί, στην πραγματικότητα, ο τόκος καταβάλλεται οικουμενικά. Μήπως θα μπορούσε να μην υπάρχει κάτι «φυσικό», στο τέλος, όσον αφορά το επιτόκιο; Και αν είχε ανακαλύψει τον οικονομικό λόγο της χρέωσης – και της καταβολής – των τόκων, ίσως ο Αριστοτέλης είχε καταλάβει γιατί αυτές οι χρεώσεις ήταν ηθικές και καθόλου αφύσικες .

Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτωνας, ήταν εχθρικός προς την οικονομική ανάπτυξη και ευνόησε μια στατική κοινωνία, η οποία ταίριαζε με την αντίθεσή του στην επιδίωξη απόκτησης χρήματος και στη συσσώρευση πλούτου. Η αντίληψη του Ησίοδου όσον αφορά τα οικονομικά προβλήματα, όπως η κατανομή των σπάνιων μέσων για την ικανοποίηση εναλλακτικών αναγκών/επιθυμιών, ουσιαστικά αγνοήθηκε τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από τον Αριστοτέλη, ο οποίος αντ’ αυτού γνωμοδότησε υπέρ της υποβάθμισης των αναγκών/επιθυμιών, ώστε να συμβιβάζονται αυτές με όσα μέσα είναι διαθέσιμα.

***

* Ο Rothbard χρησιμοποιεί την λέξη communism 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα από τον Murray Rothbard: