Murray N. Rothbard: Προστασία και δικαιοσύνη στην Ελεύθερη Κοινωνία

0
707
Προστασία
Πώς θα μπορούσε μία ελεύθερη αγορά να διασφαλίσει την προστασία της ιδιοκτησίας και την απονομή δικαιοσύνης; Μας απαντά ο Murray Rothbard

Ένας τέτοιος τομέας, όπου ο αναποτελεσματικός μονοπωλιακός έλεγχος του κράτους συγχωρείται ενώ ταυτόχρονα η αποτελεσματικότητα της αγοράς χρειάζεται ακραιφνή τεκμηρίωση είναι και η προστασία, αστυνόμευση και δικαιοσύνη. Ο Murray Rothbard όμως μας δίνει ένα καλό θεωρητικό πλαίσιο με πρακτικά παραδείγματα για το πως μία ελεύθερη αγορά ιδιωτικού δικαίου θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Του Murray N. Rothbard
Defense Services on the Free Market

(απόσπασμα από πρώτο κεφάλαιο του Power and Market)

Απόδοση και πρόλογος: Μιχάλης Γκουντής

Πρόλογος

Ένα από τα παράδοξα των επικριτών της ελεύθερης αγοράς είναι το εξής: Όλοι τους ζητούν εγγυήσεις και απαιτούν επεξήγηση και απόλυτη αποτελεσματικότητα από τις αγορές. Σε κάθε είδους ανοησία που τους έρχεται στο κεφάλι ως «πιθανότητα», ζητούν «τεκμηρίωση» και ακρίβεια από τις αγορές. Αντίθετα, από το κράτος απαιτούν μόνο ωραία λόγια προεκλογικά και τα επόμενα τέσσερα χρόνια κλαίνε τη μοίρα τους για τις παταγώδεις αποτυχίες, τα παραμύθια και την αναποτελεσματικότητα των πολιτικών.

Ένας τέτοιος τομέας, όπου ο αναποτελεσματικός μονοπωλιακός έλεγχος του κράτους συγχωρείται ενώ ταυτόχρονα η αποτελεσματικότητα της αγοράς χρειάζεται ακραιφνή τεκμηρίωση είναι και η προστασία, αστυνόμευση και δικαιοσύνη. Ο Murray Rothbard όμως μας δίνει ένα καλό θεωρητικό πλαίσιο με πρακτικά παραδείγματα για το πως μία ελεύθερη αγορά ιδιωτικού δικαίου θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Εισαγωγή

Οι οικονομολόγοι αναφέρουν αμέτρητες φορές την «ελεύθερη αγορά», την κοινωνική οργάνωση εθελοντικών ανταλλαγών αγαθών και υπηρεσιών. Ωστόσο, παρά τη συχνότητα αυτής της αναφοράς τους, η ανάλυσή τους υπονομεύει τις βαθύτερες συνέπειες της ελεύθερης ανταλλαγής. Έτσι, υπήρξε γενική παραμέληση του γεγονότος ότι η ελεύθερη ανταλλαγή σημαίνει ανταλλαγή τίτλων κυριότητας ιδιοκτησίας και ότι, ως εκ τούτου, ο οικονομολόγος υποχρεούται να διερευνήσει τους όρους και τη φύση που η ιδιοκτησία θα αποκτούσε στην ελεύθερη κοινωνία.

Οι λογικές συνέπειες του θεσμού της ιδιοκτησίας

Εάν μια ελεύθερη κοινωνία αφορά έναν κόσμο στον οποίο κανείς δεν επιτίθεται εναντίον του προσώπου ή της περιουσίας των άλλων, τότε αυτό συνεπάγεται μια κοινωνία στην οποία κάθε άνθρωπος έχει το απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας στον εαυτό του και στους άκτητους φυσικούς πόρους που ανακαλύπτει και μετασχηματίζει με τη δική του εργασία και στη συνέχεια δίνει ή ανταλλάσσει με άλλους. Ένα δικαίωμα ιδιοκτησίας στον εαυτό του και στους πόρους που κάποιος βρίσκει, μεταμορφώνει και δίνει ή ανταλλάσσει, οδηγεί στη δομή της ιδιοκτησίας που βρίσκεται στην ελεύθερη καπιταλιστική αγορά. Έτσι, ένας οικονομολόγος δεν μπορεί να αναλύσει πλήρως τη δομή ανταλλαγής της ελεύθερης αγοράς χωρίς να παρουσιάσει τη θεωρία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, της δίκαιης ιδιοκτησίας, που θα έπρεπε να υπάρχουν σε μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς.

Στην ανάλυσή της ελεύθερης αγοράς στο «Man economy and State» («Άνθρωπος, οικονομία και κράτος»), υποθέσαμε ότι δεν υπάρχει εισβολή στην ιδιοκτησία είτε επειδή όλοι εθελοντικά αποφεύγουν την επιθετικότητα ή επειδή οποιαδήποτε μέθοδος αμυντικής βίας υπάρχει στην ελεύθερη αγορά, αρκεί για να αποτρέψει οποιαδήποτε τέτοια επίθεση. Αλλά οι οικονομολόγοι έχουν σχεδόν πάντοτε και παραδόξως υποθέσει ότι η αγορά πρέπει να παραμείνει ελεύθερη με τη χρήση διεισδυτικών και αθέμιτων ενεργειών. Εν συντομία, από κυβερνητικά ιδρύματα εκτός της αγοράς.

Θεωρητικό πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς νόμου

Η παροχή υπηρεσιών άμυνας στην ελεύθερη αγορά θα σήμαινε τη διατήρηση του αξιώματος της ελεύθερης κοινωνίας, δηλαδή ότι δεν θα υπήρχε χρήση της φυσικής βίας εκτός από την άμυνα εναντίον όσων χρησιμοποίησαν βία για να επιτεθούν σε πρόσωπο ή ιδιοκτησία. Αυτό θα σήμαινε την πλήρη απουσία κρατικής μηχανής ή κυβέρνησης. Γιατί το κράτος, σε αντίθεση με όλα τα άλλα πρόσωπα και θεσμούς της κοινωνίας, αποκτά τα έσοδά του όχι με ελεύθερες συμβάσεις, αλλά με ένα σύστημα μονομερούς καταναγκασμού που ονομάζεται «φορολογία». Η υπεράσπιση στην ελεύθερη κοινωνία (συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών άμυνας σε άτομα και ιδιοκτησία, όπως η αστυνομική προστασία και τα δικαστήρια) θα πρέπει να παρέχονται από ανθρώπους ή επιχειρήσεις που:

  1. εξασφαλίζουν τα έσοδά τους εθελοντικά και όχι με εξαναγκασμό και
  2. δεν ανέθεσαν στους εαυτούς τους (όπως το κάνει το κράτος) την αρμοδιότητα για  υποχρεωτικό μονοπώλιο αστυνομικής ή δικαστικής προστασίας.

Μόνο μια τέτοια ελευθεριακή παροχή υπηρεσιών άμυνας θα ήταν σύμφωνη με μια ελεύθερη αγορά και μια ελεύθερη κοινωνία. Έτσι, οι αμυντικές επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι εξίσου ανταγωνιστικές και μη-εξαναγκαστικές έναντι των μη επιτιθεμένων, όπως όλοι οι άλλοι προμηθευτές αγαθών και υπηρεσιών στην ελεύθερη αγορά. Οι υπηρεσίες άμυνας, όπως όλες οι άλλες υπηρεσίες, θα είναι εμπορεύσιμες και εμπορεύσιμες μόνο.

«Laissez faire» και κρατισμός

Εκείνοι οι οικονομολόγοι καθώς και άλλοι που υιοθετούν τη φιλοσοφία του «laissez faire», πιστεύουν ότι πρέπει να διατηρηθεί η ελευθερία της αγοράς και να μην παραβιάζονται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ωστόσο, πιστεύουν ακράδαντα ότι η αμυντική υπηρεσία δεν μπορεί να προμηθεύεται από την αγορά και ότι η άμυνα κατά της εισβολής στην ιδιοκτησία πρέπει να παρέχεται εκτός της ελεύθερης αγοράς, από την καταναγκαστική δύναμη της κυβέρνησης. Υποστηρίζοντας αυτό, πέφτουν σε μια αδιάλυτη αντίφαση, γιατί επιβάλλουν κυρώσεις και υποστηρίζουν μαζική εισβολή στην ιδιοκτησία από την ίδια την υπηρεσία (κυβέρνηση) που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται τους ανθρώπους από την εισβολή! Γιατί μια κυβέρνηση «laissez-faire» θα έπρεπε απαραιτήτως να αδράξει τα έσοδά της μέσω της εισβολής στις περιουσίες που ονομάζεται φορολογία και θα εξασφάλιζε για τον εαυτό της ένα υποχρεωτικό μονοπώλιο αμυντικών υπηρεσιών σε κάποια αυθαίρετα καθορισμένη εδαφική περιοχή.

Οι θεωρητικοί του «laissez-faire» (οι οποίοι εδώ βρίσκουν υποστήριξη από όλους τους άλλους συγγραφείς) προσπαθούν να απαλλαχτούν από αυτή τη συγκλονιστική αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχει μια αμυντική υπηρεσία καθαρά μέσω της ελεύθερης αγοράς και ότι, συνεπώς, εκείνοι που εκτιμούν ιδιαίτερα μια βίαιη άμυνα κατά της βίας θα πρέπει υποχωρήσουν στο κράτος (παρά το σκοτεινό ιστορικό ρεκόρ του, ως η μεγάλη κινητήρια δύναμη της επιθετικής βίας) ως απαραίτητο κακό για την προστασία του ατόμου και της περιουσίας.

Αντιρρήσεις φιλελεύθερων κατά της ελεύθερης αγοράς προστασίας

Οι φιλελεύθεροι προσφέρουν πολλές αντιρρήσεις στην ιδέα της προστασίας μέσω της ελεύθερης αγοράς. Μια εξ αυτών υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι μια ελεύθερη αγορά ανταλλαγών προϋποθέτει ένα σύστημα δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, το κράτος χρειάζεται να καθορίσει και να κατανείμει τη δομή των δικαιωμάτων αυτών. Αλλά έχουμε δει ότι οι αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας συνεπάγονται μια πολύ σαφή θεωρία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, δηλαδή την αυτο-ιδιοκτησία και την ιδιοκτησία φυσικών πόρων που βρίσκονται και μετασχηματίζονται μέσω της εργασίας. Ως εκ τούτου, κανένα κράτος ή παρόμοιος μηχανισμός δεν είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ή την κατανομή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Αυτό μπορεί και θα γίνει με τη χρήση της λογικής και με τις ίδιες τις διαδικασίες της αγοράς. Οποιαδήποτε άλλη κατανομή ή ορισμός θα ήταν εντελώς αυθαίρετη και αντίθετη προς τις αρχές της ελεύθερης κοινωνίας.

Το ότι μία υπηρεσία είναι απαραίτητη δε σημαίνει ότι πρέπει να παρέχεται μονοπωλιακά από το κράτος

Μια παρόμοια θεωρία υποστηρίζει ότι η άμυνα πρέπει να παρέχεται από το κράτος λόγω της ιδιαίτερης φύσης της άμυνας ως απαραίτητης προϋπόθεσης της δραστηριότητας της αγοράς, ως λειτουργία χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια οικονομία της αγοράς. Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα είναι ένα non sequitur που μπορεί και να χρησιμοποιηθεί και εναντίον τους. Ήταν η πλάνη των κλασικών οικονομολόγων να εξετάζουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες από την άποψη των μεγάλων κατηγοριών. Αντίθετα, η σύγχρονη οικονομία καταδεικνύει ότι οι υπηρεσίες πρέπει να λογίζονται ως οριακές μονάδες. Γιατί όλες τις ενέργειες στην αγορά είναι οριακές

Αν αρχίσουμε να υπολογίζουμε ολόκληρες κατηγορίες αντί για οριακές μονάδες, μπορούμε να ανακαλύψουμε μια μεγάλη μυριάδα αναγκαίων, απαραίτητων αγαθών και υπηρεσιών, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «προϋποθέσεις» της δραστηριότητας της αγοράς. Δεν είναι ζωτικής σημασίας η γη ή το φαγητό για κάθε συμμετέχοντα ή τα ρούχα ή καταφύγιο; Μπορεί μια αγορά να υπάρχει για πολύ καιρό χωρίς αυτά; Και το χαρτί, που έχει γίνει μια βασική προϋπόθεση της δραστηριότητας της αγοράς στη σύνθετη σύγχρονη οικονομία; Πρέπει λοιπόν όλα αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες να παρέχονται μόνο από το κράτος;

Ζούμε ήδη πρακτικά σε μία αναρχική κοινωνία

Ο φιλελεύθερος υποθέτει επίσης ότι πρέπει να υπάρχει ένα ενιαίο υποχρεωτικό μονοπώλιο του καταναγκασμού και της λήψης αποφάσεων στην κοινωνία, ότι πρέπει, για παράδειγμα, να υπάρχει ένα Ανώτατο Δικαστήριο που να εκδίδει τελικές και αδιαμφισβήτητες αποφάσεις. Αλλά δεν αναγνωρίζει ότι ο κόσμος έχει ζήσει αρκετά καλά καθ ‘όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του χωρίς έναν και μόνο υπεύθυνο λήψης αποφάσεων σε ολόκληρη την κατοικημένη επιφάνεια του.

Ο Αργεντινός, για παράδειγμα, ζει σε κατάσταση «αναρχίας», μη-κυβέρνησης, σε σχέση με τον πολίτη της Ουρουγουάης – ή της Κεϊλάνης. Και όμως, οι ιδιώτες πολίτες αυτών και άλλων χωρών ζουν και εμπορεύονται μαζί χωρίς να εισέλθουν σε άλυτες νομικές συγκρούσεις, παρά την απουσία ενός κοινού κυβερνήτη. Ο Αργεντινός, ο οποίος πιστεύει ότι έχει προσβληθεί από έναν Κεϊλανό, για παράδειγμα, κάνει τη μήνυσή του σε δικαστήριο της Αργεντινής και η απόφασή του αναγνωρίζεται από τα δικαστήρια της Κεϊλάνης. Αντίστροφα, αν ο Κεϊλανός είναι το αδικημένο άτομο.

Παρόλο που είναι αλήθεια, ότι τα χωριστά έθνη-κράτη πολεμούν αδιάκοπα το ένα εναντίον του άλλου, οι ιδιώτες πολίτες των διαφόρων χωρών, παρά τα πολύ διαφορετικά νομικά συστήματα, κατάφεραν να ζήσουν μαζί αρμονικά χωρίς να έχουν μια ενιαία κυβέρνηση πάνω τους. Εάν οι πολίτες της βόρειας Μοντάνα και του Σασκατσούαν πέρα από τα σύνορα μπορούν να ζήσουν και να συναλλάσσονται αρμονικά χωρίς κοινή κυβέρνηση, έτσι μπορούν οι πολίτες της Βόρειας και της Νότιας Μοντάνα. Εν ολίγοις, τα σημερινά σύνορα των εθνών είναι καθαρά ιστορικά και αυθαίρετα και δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για μια μονοπωλιακή κυβέρνηση υπεράνω των πολιτών μιας χώρας από ότι για μία μεταξύ των πολιτών δύο διαφορετικών εθνών.

Η διανοητική αντίφαση των φιλελεύθερων

Περιέργως, παρά το γεγονός ότι οι φιλελεύθεροι θα πρέπει με τη λογική της θέσης τους να είναι ένθερμοι οπαδοί μίας ενιαίας παγκόσμια κυβέρνησης, ώστε κανείς να μην ζει σε κατάσταση αναρχίας σε σχέση με κανέναν, δεν είναι σχεδόν ποτέ. Και όταν κανείς παραδεχτεί ότι μια ενιαία παγκόσμια κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητη, τότε πού θα σταματήσει λογικά η αρμοδιότητα των ξεχωριστών κρατών; Εάν ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να είναι ξεχωριστά έθνη χωρίς να καταγγέλλονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση μη επιτρεπόμενης «αναρχίας», γιατί να μην μπορεί να αποσυνδεθεί ο Νότος από τις Ηνωμένες Πολιτείες; Το κράτος της Νέας Υόρκης από την Ένωση; Η Νέα Υόρκη από το κράτος; Γιατί δεν μπορεί να αποχωρήσει το Μανχάταν; Κάθε γειτονιά; Κάθε μπλοκ; Κάθε σπίτι; Κάθε άνθρωπος;

Αλλά, φυσικά, αν κάποιος μπορεί να αποχωρήσει από την κυβέρνηση, έχουμε φτάσει σχεδόν στην αμιγώς ελεύθερη κοινωνία, όπου η άμυνα παρέχεται μαζί με όλες τις άλλες υπηρεσίες από την ελεύθερη αγορά και όπου το παρεμβατικό κράτος έχει πάψει να υπάρχει.

Δείγματα ιδιωτικού δικαίου

Ο ρόλος των ελεύθερα ανταγωνιστικών δικαστικών αρχών στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σημαντικός στην ιστορία της Δύσης από ότι συχνά αναγνωρίζεται. Ο εμπορικός νόμος, ο ναυτικός νόμος και ένα μεγάλο μέρος του αστικού νόμου άρχισαν να αναπτύσσονται από ιδιωτικά ανταγωνιστικούς δικαστές, οι οποίοι προσελήφθησαν από τους διαδίκους για την εμπειρία τους στην κατανόηση των σχετικών νομικών περιοχών. Οι εκθέσεις της Σαμπάνης και οι μεγάλες εμπορικές αγορές του διεθνούς εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα απολάμβαναν ελεύθερα ανταγωνιστικά δικαστήρια και οι άνθρωποι μπορούσαν να ενστερνιστούν εκείνους τους δικαστές που θεωρούσαν πιο ακριβείς και αποτελεσματικούς.

Πώς θα λειτουργούσε η ελεύθερη αγορά προστασίας και νόμου;

Ας εξετάσουμε λοιπόν λεπτομερέστερα πως μπορεί να λειτουργήσει αμυντικό σύστημα ελεύθερης αγοράς. Είναι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, αδύνατο να σχεδιάσουμε εκ των προτέρων τις ακριβείς θεσμικές συνθήκες οποιασδήποτε αγοράς, όπως θα ήταν αδύνατο πριν από 50 χρόνια να προβλέψουμε την ακριβή δομή της τηλεοπτικής βιομηχανίας σήμερα. Ωστόσο, μπορούμε να υποστηρίξουμε ορισμένες από τις λειτουργίες ενός ελεύθερα ανταγωνιστικού, εμπορεύσιμου συστήματος αστυνομικών και δικαστικών υπηρεσιών. Πιθανότατα, οι υπηρεσίες αυτές θα πωλούνται με συνδρομή, με τα ασφάλιστρα να καταβάλλονται τακτικά και τις υπηρεσίες να παρέχονται κατόπιν κλήσης. Πολλοί ανταγωνιστές αναμφίβολα θα προέκυπταν, ο καθένας προσπαθώντας, κερδίζοντας φήμη για αποδοτικότητα και ακεραιότητα, να κερδίσει μια καταναλωτική αγορά για τις υπηρεσίες του.

Φυσικά, είναι πιθανό ότι σε ορισμένες περιοχές μια ενιαία υπηρεσία θα εκτοπίσει όλες τις άλλες, αλλά αυτό δεν φαίνεται τόσο πιθανό όταν συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει εδαφικό μονοπώλιο και ότι οι αποδοτικές επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να ανοίξουν υποκαταστήματα σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Φαίνεται επίσης πιθανό ότι οι προμήθειες αστυνομικής και δικαστικής υπηρεσίας θα παρέχονται από ασφαλιστικές εταιρείες, διότι θα ήταν προς το άμεσο πλεονέκτημα τους να μειώσουν το μέγεθος του εγκλήματος όσο το δυνατόν περισσότερο.

Πώς λύνονται οι αντιδικίες;

Μια κοινή αντίρρηση σχετικά με τη ρεαλιστικότητα της εμπορεύσιμης προστασίας (η επιθυμία της δεν είναι το πρόβλημα εδώ) έχει ως εξής: Ας υποθέσουμε ότι ο Γιάννης προσυπογράφει στον Οργανισμό Άμυνας X και ο Γιώργος προσυπογράφει στον Οργανισμό Άμυνας Ψ (θα δεχτούμε για λόγους ευκολίας ότι η υπηρεσία άμυνας παρέχει και αστυνομική δύναμη και δικαστήριο, παρόλο που στην πράξη αυτά τα δύο καθήκοντα θα μπορούσαν να εκτελεστούν από ξεχωριστές επιχειρήσεις). Ο Γιώργος ισχυρίζεται ότι είχε υποστεί επίθεση ή έπεσε θύμα ληστείας από τον Γιάννη. Ο Γιάννης αρνείται την κατηγορία. Πώς, λοιπόν θα αποδοθεί δικαιοσύνη;

Σαφώς, ο Γιώργος θα καταθέσει κατηγορίες εναντίον του Γιάννη και θα ασκήσει αγωγή στο δικαστήριο Ψ. Ο Γιάννης καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες, παρόλο που δεν μπορεί να υπάρξει εξουσία κλητεύσεως, δεδομένου ότι κάθε είδους δύναμη που ασκείται εναντίον ενός άνδρα που δεν έχει ακόμη καταδικαστεί για ένα έγκλημα είναι ο ίδια μια εγκληματική πράξη που δεν μπορεί να συμφωνεί με την ελεύθερη κοινωνία. Εάν ο Γιάννης κηρυχθεί αθώος ή αν κριθεί ένοχος και συναινέσει στο πόρισμα, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα σε αυτό το επίπεδο και τότε τα δικαστήρια της Ψ θα θεσπίσουν κατάλληλα μέτρα τιμωρίας.

Διαμεσολάβηση και Εφετείο

Αλλά τι γίνεται αν ο Γιάννης αμφισβητήσει το πόρισμα; Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστικό σύστημα X είτε να την παραπέμψει απευθείας σε ένα ιδιωτικό διαμεσολαβητικό Δικαστήριο (Εφετείο), μιας υπηρεσίας που αναμφισβήτητα θα αναδυθεί σε αφθονία στην αγορά για να καλύψει τη μεγάλη ανάγκη τέτοιων δικαστηρίων. Πιθανότατα θα υπάρχουν μόνο λίγα συστήματα προσφυγών, πολύ λιγότερα από τον αριθμό πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και καθένα από τα κατώτερα δικαστήρια θα διαφημίζεται στους υποψήφιους πελάτες μέσω της αποτελεσματικότητας και ποιότητας των υπηρεσιών του. Η απόφαση του Εφετείου μπορεί να ληφθεί από την κοινωνία ως δεσμευτική. Πράγματι, στον βασικό νομικό κώδικα της ελεύθερης κοινωνίας, θα υπήρχε πιθανώς μια τέτοια ρήτρα, όπως ότι η απόφαση οποιωνδήποτε δύο δικαστηρίων θα θεωρείται δεσμευτική, δηλαδή θα είναι το σημείο στο οποίο το δικαστήριο θα είναι σε θέση να λάβει μέτρα εναντίον του ατόμου που κρίθηκε ένοχο.

Κάθε νομικό σύστημα χρειάζεται κάποιο είδος κοινωνικά αποδεκτού σημείου αποκοπής, ένα σημείο στο οποίο σταματά η δικαστική διαδικασία και αρχίζει η τιμωρία εναντίον του καταδικασθέντος εγκληματία. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να επιβληθεί ένα μόνο μονοπωλιακό δικαστήριο που να λαμβάνει τελική απόφαση και, φυσικά, δεν χρειάζεται να υπάρχει σε μια ελεύθερη κοινωνία. Και ένας ελευθεριακός νομικός κώδικας μπορεί να έχει ένα τέτοιο σημείο, διότι υπάρχουν πάντα δύο αντίδικοι, ο ενάγων και ο εναγόμενος.

Τι γίνεται στην περίπτωση που εταιρίες προστασίας μετατραπούν σε εγκληματικές οργανώσεις;

Μια άλλη κοινή αντίρρηση όσον αφορά τη δυνατότητα επεξεργασίας των αμυντικών θεμάτων της ελεύθερης αγοράς: Μπορεί ένας ή περισσότεροι αμυντικοί οργανισμοί να μεταστρέψουν την καταναγκαστική τους δύναμη σε εγκληματική χρήση; Εν ολίγοις, δε θα μπορούσε μια ιδιωτική αστυνομία να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της για να επιτεθεί εναντίον άλλων ή ένα ιδιωτικό δικαστήριο να συνεννοηθεί για να λαμβάνει ψευδείς αποφάσεις και κατά συνέπεια να επιτεθεί εναντίον των συνδρομητών και των θυμάτων της; Θεωρείται γενικά ότι εκείνοι που υποθέτουν μια αναρχική κοινωνία, είναι επίσης αρκετά αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι σε μια τέτοια κοινωνία όλοι οι άνθρωποι θα είναι «καλοί» και κανείς δεν θα ήθελε να επιτεθεί εναντίον του γείτονά του. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να υποθέσουμε μια τέτοια μαγική ή θαυματουργή αλλαγή στην ανθρώπινη φύση.

Φυσικά, μερικά από τα ιδιωτικά αμυντικά γραφεία θα γίνουν εγκληματικά, όπως ακριβώς τώρα μερικοί άνθρωποι γίνονται εγκληματίες. Αλλά το θέμα είναι ότι σε μια μη-κρατική κοινωνία δεν θα υπάρχει κανένας τακτικός, νομιμοποιημένος δίαυλος για εγκληματικότητα και επιθετικότητα, κανένας κυβερνητικός μηχανισμός ο έλεγχος του οποίου θα παρείχε ένα ασφαλές μονοπώλιο για επίθεση σε πρόσωπο και περιουσία. Όταν υπάρχει ένα κράτος, υπάρχει ένα τέτοιο ενσωματωμένο κανάλι, δηλαδή η καταναγκαστική φορολογική δύναμη και το υποχρεωτικό μονοπώλιο της βίαιης προστασίας. Στην καθαρά ελεύθερη αγορά, μια πιθανή εγκληματική αστυνομία ή δικαστική εξουσία θα δυσκολευόταν να αναλάβει την εξουσία, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε οργανωμένη κρατική συσκευή για να καταλάβει και να χρησιμοποιήσει ως μέσο διοίκησης. Η δημιουργία ενός τέτοιου οργάνου εκ νέου είναι πολύ δύσκολη και, μάλιστα, σχεδόν αδύνατη. Ιστορικά, χρειάστηκαν αιώνες ώστε κυβερνήτες κράτους να δημιουργήσουν μια λειτουργούσα κρατική δομή.

Ο ανταγωνισμός ως σύστημα αξιολόγησης και ελέγχου στην αγορά

Επιπλέον, η αμιγώς ελεύθερη αγορά, η κοινωνία χωρίς κράτος θα περιείχε μέσα της ένα σύστημα ενσωματωμένων «ελέγχων και ισορροπιών» που θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατο το οργανωμένο έγκλημα να επιτύχει. Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις σχετικά με τους «ελέγχους και τις ισορροπίες» στο αμερικανικό σύστημα, αλλά αυτές σχεδόν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού κάθε ένα από αυτά τα μέσα είναι μια υπηρεσία της κεντρικής κυβέρνησης και τελικά του κυβερνώντος κόμματος αυτής της κυβέρνησης. Οι έλεγχοι και οι ισορροπίες στην κοινωνία χωρίς κράτος συνίστανται ακριβώς στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή στην ύπαρξη ελεύθερα ανταγωνιζόμενων αστυνομικών και δικαστικών υπηρεσιών που θα μπορούσαν γρήγορα να κινητοποιηθούν για την εξολόθρευση οποιασδήποτε υπηρεσίας που στρεφόταν στο έγκλημα.

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη εγγύηση ότι μια κοινωνία της ελεύθερης αγοράς δεν θα πέσει θύμα της οργανωμένης εγκληματικότητας. Αλλά αυτή η ανάλυση είναι πολύ πιο λειτουργική από την πραγματικά ουτοπική ιδέα μιας αυστηρά περιορισμένης κυβέρνησης, μιας ιδέας που ποτέ δεν έχει πετύχει ιστορικά. Φυσικά, γιατί το ενσωματωμένο κρατικό μονοπώλιο της επιθετικής βίας και της εγγενούς έλλειψης ελέγχων της ελεύθερης αγοράς, επέτρεψε να σπάσει εύκολα οποιουσδήποτε δεσμούς που όλοι οι νομοθέτες προσπάθησαν να του τοποθετήσουν. Τέλος, το χειρότερο που θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί θα ήταν το κράτος να αποκατασταθεί. Και δεδομένου ότι το κράτος είναι αυτό που έχουμε τώρα, κάθε πειραματισμός με μια μη-κρατιστική κοινωνία δεν θα έχει τίποτα να χάσει αλλά να κερδίσει τα πάντα.

Ο μύθος των δημοσίων αγαθών

Πολλοί οικονομολόγοι αντιτίθενται στην ελεύθερη αγορά προστασίας, με το σκεπτικό ότι η άμυνα είναι μια κατηγορία «δημοσίων αγαθών» που μπορεί να παρέχεται μόνο από το κράτος. Αυτή η λανθασμένη θεωρία αντικρούεται αλλού. Και δύο από τους πολύ λίγους οικονομολόγους που παραδέχτηκαν τη δυνατότητα μιας καθαρά αμυντικής άμυνας έχουν γράψει (Merlin H. Hunter και Harry K. Allen, Principles of Public Finance (New York: Harper & Bros., 1940), σελ. 22.):

«Εάν, λοιπόν, τα άτομα ήταν πρόθυμα να πληρώσουν αρκετά υψηλές τιμές, η προστασία, η γενική εκπαίδευση, η αναψυχή, ο στρατός, το ναυτικό, τα αστυνομικά τμήματα, τα σχολεία και τα πάρκα θα μπορούσαν να παρέχονται με ατομική πρωτοβουλία, καθώς και τα τρόφιμα, ρούχα και αυτοκίνητα».

 

Στην πραγματικότητα, ο Hunter και ο Allen υποτιμούσαν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητα της ιδιωτικής δράσης για την παροχή αυτών των υπηρεσιών, γιατί ένα υποχρεωτικό μονοπώλιο, κερδίζοντας τα έσοδά του από τον γενικευμένο εξαναγκασμό παρά από την εθελοντική πληρωμή των πελατών, θα είναι εντυπωσιακά λιγότερο αποτελεσματικό από μια ελεύθερα ανταγωνιστική ιδιωτική παροχή αυτών των υπηρεσιών. Η «καταβληθείσα» τιμή θα αποτελούσε μεγάλο κέρδος για την κοινωνία και τους καταναλωτές και όχι ένα επιπρόσθετο κόστος.

Έτσι, μια πραγματικά ελεύθερη αγορά είναι εντελώς ασυμβίβαστη με την ύπαρξη ενός κράτους, ενός θεσμού που υποτίθεται ότι «υπερασπίζεται» το άτομο και την περιουσία, από μόνη της, βασιζόμενη στον μονομερή εξαναγκασμό κατά της ιδιωτικής περιουσίας μέσω της φορολογίας. Στην ελεύθερη αγορά, η άμυνα κατά της βίας θα ήταν μια υπηρεσία όπως κάθε άλλη που θα μπορούσε να αποκτηθεί από ελεύθερα ανταγωνιστικούς ιδιωτικούς οργανισμούς.

Επίλογος

Όσα προβλήματα παραμένουν σε αυτόν τον τομέα θα μπορούσαν εύκολα να λυθούν στην πράξη από την διαδικασία της αγοράς, αυτή ακριβώς τη διαδικασία που έχει λύσει αμέτρητα οργανωτικά προβλήματα πολύ μεγαλύτερης πολυπλοκότητας. Αυτοί οι οικονομολόγοι και συγγραφείς του «laissez-faire», παρελθόντες και παρόντες, οι οποίοι έχουν σταματήσει πρόωρα στο απίθανο ουτοπικό ιδεώδες μιας «περιορισμένης» κυβέρνησης, είναι παγιδευμένοι σε μια σοβαρή εσωτερική αντίφαση. Αυτή η αντίφαση του «laissez faire» ήταν σαφώς διατυπωμένη από τον Βρετανό πολιτικό φιλόσοφο Auberon Herbert:

«Ο Α είναι να αναγκάσει τον Β να συνεργαστεί μαζί του ή ο Β να αναγκάσει τον Α. Αλλά σε κάθε περίπτωση η συνεργασία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, όπως μας λένε, εκτός αν, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, ένα μέρος επιβάλλεται ένα άλλο μέρος για να σχηματίσει ένα κράτος. Ωραία. Αλλά τότε τι έχει γίνει με το σύστημα Ατομικισμού μας; Ο A έχει εξουσιάσει τον Β ή ο Β τον Α και τον ανάγκασε σε ένα σύστημα το οποίο αποδοκιμάζει, αποσπά υπηρεσίες και πληρωμές από αυτόν που δεν επιθυμεί να δώσει, έχει ουσιαστικά γίνει αφέντης του. Τι είναι όλα αυτά εκτός από σοσιαλισμός σε μειωμένη κλίμακα; […]
Πιστεύοντας λοιπόν ότι η κρίση κάθε ατόμου που δεν έχει επιτεθεί εναντίον των γειτόνων του είναι κυρίαρχη ως προς τις πράξεις του και ότι αυτός είναι ο θεμέλιος λίθος στον οποίο στηρίζεται ο Ατομικισμός, αρνούμαι ότι οι Α και Β μπορούν να πάνε στο Γ και να τον αναγκάσουν να σχηματίσει ένα κράτος για να αποσπάσουν από αυτόν ορισμένες πληρωμές και υπηρεσίες στο όνομα αυτού του κράτους. Συνεχίζω να ισχυρίζομαι ότι αν ενεργείς με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογείς αμέσως τον κρατικό σοσιαλισμό».

 

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: