Ο δρόμος προς την Ελεύθερη κοινωνία: Πώς ορίζεται η Ελευθερία;

0
2018
Φιλελευθερισμός
Σύμβολο των libertarians-αναρχοκαπιταλιστών το φίδι σε θέση άμυνας, έτοιμο να προστατεύσει τη ζωή του, την ελευθερία του και την περιοχή του. "Don't Tread on Me".

Η Ελευθερία λοιπόν διέπει μία κοινωνία εθελοντικών συναλλαγών. Μία κοινωνία όπου η ζωή, η ιδιοκτησία και η αυτοδιάθεση είναι αναφαίρετα και πάγια δικαιώματα του ανθρώπου. Μία Ελεύθερη Κοινωνία.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Πολλές προσεγγίσεις έχουν πραγματοποιηθεί για να οριστεί ο όρος «Ελευθερία». Θα έλεγε κανείς, ότι οι ορισμοί της ελευθερίας είναι ίσοι με τον αριθμό των ιδεολογιών που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στις σκέψεις των ανθρώπων. Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε την έννοια της ελευθερίας από τη σκοπιά του Λιμπερταριανισμού. Με βάση τον Λιμπερταριανισμό θα κάνουμε κριτική σε ορισμούς του όρου Ελευθερία, οι οποίοι έχουν δοθεί από άλλες ιδεολογίες. Φυσικά οι ιδεολογίες είναι πάρα πολλές για να συμπεριληφθούν εδώ, οπότε θα ασχοληθούμε με τις πιο σημαντικές και επιδραστικές.

Tι είναι ο Λιμπερταριανισμός;

Ο Λιμπερταριανισμός είναι μία σχετικά νέα πολιτική φιλοσοφία, η οποία εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα. Αποτελεί μία αντιδραστική αναβίωση του κλασικού φιλελευθερισμού, ο οποίος τόνιζε την ύπαρξη όσο το δυνατόν μικρότερου κράτους και της ελεύθερης αγοράς (laissez-faire). Υποστήριζε τα αρνητικά δικαιώματα και το δικαίωμα των ατόμων να πουλάνε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους χωρίς περιορισμούς σε όποιον αυτά επιθυμούσαν. Δεδομένης της οικειοποίησης του όρου από κεϋνσιανιστές πολιτικούς και οικονομολόγους καθώς και θεωρητικών του κοινωνικού φιλελευθερισμού, πολλοί φιλελεύθεροι θεωρητικοί υιοθέτησαν τον όρο «ελευθεριακός» (libertarian), εξ ου και ο όρος Λιμπερταριανισμός. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του Λιμπερταριανισμού ήταν η Ayn Rand (παρόλο που η ίδια δεν ήθελε καμία σχέση με λιμπερταριανούς) και o Murray Rothbard (ο οποίος θεμελίωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του Ροθμπαρντ-ιανού Λιμπερταριανισμού και αναρχοκαπιταλισμού).

Λοιποί σημαντικοί λιμπερταριανοί ήταν ο Ludwig vonMises, ο Friedrich Hayek και ο Milton Friedman (αν και όχι στον ίδιο βαθμό με τους υπόλοιπους). Σημαντικότερος εν ζωή Λιμπερταριανός είναι ο David Friedman (γιος του Milton Friedman). Σημαντικοί επίσης είναι ο Walter Block, o Hans Herman Hoppe (αμφότεροι μαθητές του Rothbard) και o Robert Murphy.

Ας δούμε παρακάτω μερικές απόψεις περί ελευθερίας από διάφορες γνωστές ιδεολογίες με κριτική υπό τη σκοπιά του Λιμπερταριανισμού. Όπως είδαμε σε παλιότερο άρθρο, ο Λιμπερταριανισμός απορρίπτει εντελώς τα θετικά δικαιώματα. Αυτό διότι υποστηρίζει ότι τα θετικά δικαιώματα διατηρούν την κοινωνία σε σύγκρουση και δημιουργούν ηθικές και αυτο-κυριαρχικές ανισότητες. Στο τέλος θα παρουσιάσουμε τη θεωρία του Λιμπερταριανισμού περί Ελευθερίας καθώς και το πως αυτή έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στους κόλπους των θεωρητικών της ιδεολογίας.

Μαρξισμός

Κατά τους Μαρξιστές, ελευθερία είναι το δικαίωμα της αυτοπραγμάτωσης του ατόμου μέσα από μία κοινωνία, η οποία παρέχει τα εφόδια για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού. Η ελευθερία αυτή μπορεί να αποκτηθεί και να επιτευχθεί μόνο μέσα και μέσω της κοινωνίας. Οι Μαρξιστές θεωρούν τους καπιταλιστές (την μπουρζουαζία ή την αστική τάξη) ως αποδέκτη περισσότερων ελευθεριών από αυτούς που δεν έχουν μέσα παραγωγής (προλετάριοι).

Εδώ πρέπει να ορίσουμε καλύτερα τι εννοούν οι Μαρξιστές με τον όρο ελευθερία. Υπάρχουν δύο κατηγορίες. Η θετική ελευθερία και η αρνητική. Η αρνητική ελευθερία αφορά τις δυνάμεις εκείνες που εμποδίζουν το άτομο από να κάνει ότι επιθυμεί. Οι θετική ελευθερία αφορά τη δυνατότητα του ατόμου να πραγματοποιήσει τους στόχους του μέσα από ευκαιρίες που του παρέχονται γι’ αυτόν το σκοπό. Για παράδειγμα, η μισθωτή εργασία αποτελεί εμπόδιο στην ολοκλήρωση του ατόμου άρα το να εργάζεται κάποιος μισθωτός, αποτελεί μία αρνητική ελευθερία. Είναι ελεύθερος να το κάνει αλλά αυτό δεν του δίνει πρόσβαση σε ευκαιρίες για ολοκλήρωση. Αντιθέτως, η υποχρεωτική εκπαίδευση και βασικές παροχές, επειδή ακριβώς δίνουν ευκαιρίες για ολοκλήρωση αποδεσμεύοντας το άτομο από το άγχος της αυτοσυντήρησης και της παροχής της εργασίας του στον καπιταλιστή, θεωρούνται θετικές ελευθερίες.

Κριτική

Θεμελιώδες πρόβλημα σε αυτή την προσέγγιση είναι η έμφαση σε θετικές ελευθερίες. Οι θετικές ελευθερίες στην ουσία αποτελούν τις διάφορες παροχές που προσέφερε το σοσιαλιστικό κράτος. Υγεία, παιδεία και ασφάλιση. Για να παραχθούν αυτές οι παροχές κάποιος πρέπει να εργαστεί.  Εφόσον οι παροχές λοιπόν είναι και υποχρεωτικές μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αποτελούν και θετικά δικαιώματα. Δηλαδή, κάθε πολίτης ενός σοσιαλιστικού κράτους μπορεί να διεκδικεί αξιώσεις από άλλον πολίτη. Επειδή η εργασία είναι και αποτέλεσμα της αυτοδιάθεσης του ατόμου, τότε δημιουργούνται καταπατήσεις της αυτοκτησίας (self-ownership) των ατόμων της κοινωνίας. Μιας και το κράτος είναι αυτό το οποίο διαχειρίζεται την εργασία των υπηκόων του, τότε όλοι οι πολίτες παραδίδουν επομένως την αυτοδιάθεση τους στο κράτος.

Οι Μαρξιστές συνήθως, για να αποφύγουν αυτόν τον σκόπελο, αναφέρουν το επιχείρημα του «σοσιαλιστή ανθρώπου». Ένας άνθρωπος ο οποίος, μέσω της αλλαγής των οικονομικών και παραγωγικών δομών, θα μεταλλαχθεί σε ένα ον το οποίο θα βάζει το κοινό καλό πάνω από το δικό του. Αυτή η απάντηση προφανώς είναι στην καλύτερη περίπτωση μία ανακριβολογία και υπεκφυγή. Δεν έχουμε κανένα δείγμα όπου αυτός ο σκοπός είναι πραγματοποιήσιμος.

Τέλος και σημαντικότερο είναι το εξής. Εφόσον ο Μαρξισμός στην ουσία προτείνει έναν κεντρικό σχεδιασμό οικονομίας, κατά συνέπεια θα προτείνει και κεντρικό σχεδιασμό της κοινωνίας. O F. A. Hayek στο κλασικό του πόνημα «Ο Δρόμος προς τη Δουλεία» αναλύει το σκεπτικό. Εφόσον τα άτομα πραγματοποιούν τις επιθυμίες τους χρησιμοποιώντας πεπερασμένα οικονομικά μέσα και πόρους και εφόσον κάθε τους απόφαση είναι συνεπώς, εν τέλει, μία οικονομική απόφαση, τότε, μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία θέτει υπό τον έλεγχό της όλα τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνονται οι σκοποί των ατόμων. Όταν λοιπόν η επίτευξη των σκοπών του ατόμου γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και έγκρισης από έναν γραφειοκράτη, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για ολοκλήρωση και ελευθερία του ατόμου.

Κομμουνισμός και αναρχο-κομμουνισμός

Ένα κοινό στοιχείο το οποίο μοιράζονται ο σοσιαλισμός με τον κομμουνισμό είναι η απαγόρευση ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οπότε, θα το αναφέρουμε μόνο μία φορά εδώ και ο αναγνώστης ας συμπεριλάβει την επιχειρηματολογία που θα προσφέρουμε εδώ και στην κριτική του μαρξισμού.

Η διαφορά μεταξύ κομμουνισμού και αναρχο-κομμουνισμού, έγκειται στην πορεία που θα ακολουθηθεί ώστε να επιτευχθεί η αταξική, αχρήματη και χωρίς κράτος κοινωνία (κομμουνισμός). Ο κομμουνισμός θα επιτυγχάνονταν μέσω της συγκεντρώσεως της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από το κράτος και εφόσον η κοινωνία ήταν «έτοιμη» τότε το κράτος θα καταλυόταν. Το ενδιάμεσο στάδιο αυτό είναι ο σοσιαλισμός. Η διαφορά του αναρχο-κομμουνισμού είναι ότι αντιτίθεται ακόμα και στο σοσιαλιστικό κράτος ως μεταβατικό στάδιο. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, σε αντίθεση με τον Μαρξ, πίστευε ότι η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής από το κράτος θα οδηγούσε στη δημιουργία μίας ανώτερης τάξης, ακυρώνοντας τον τελικό σκοπό του σοσιαλισμού. Πρότεινε λοιπόν μία υπόγεια οργάνωση και ξεσηκωμό την κατάλληλη στιγμή από την προλεταριακή τάξη. Πέρα από τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ο ορισμός της ελευθερίας δε διαφέρει και πολύ από την μαρξιστική ερμηνεία του όρου. Ας δούμε όμως που χωλαίνει.

Κριτική

Αναφέραμε πως στον κομμουνισμό απαγορεύεται η ατομική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής. Μπορούμε να εφαρμόσουμε εδώ την ίδια κριτική την οποία μας παρείχε ο Hayek παραπάνω. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε επίσης, ότι στα μέσα παραγωγής ανήκει και το σώμα μας. Παράγει έργο, ιδέες και γενικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό το κέρδος. Εφόσον και το σώμα είναι μέσο παραγωγής, τότε θα έπρεπε λογικά να απαγορεύεται και η ιδιοκτησία του σώματός μας. Το σώμα όμως ανήκει σε αυτόν που το ελέγχει με το νου του (αν όχι σε αυτόν, τότε σε ποιον;). Επειδή λοιπόν, δεοντολογικά απαγορεύεται η κατοχή μέσων παραγωγής, τότε θα έπρεπε να υπάρχει μία αρχή (άρα δε θα υπάρχει και αναρχία), η οποία θα ορίζει τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να πράξουμε με το σώμα μας.

Οι θεωρητικοί της αναρχίας, κάνουν φυσικά μία εξαίρεση για την εργασία (η οποία είναι μέσο παραγωγής και αποτέλεσμα χρήσης του σώματός μας) αλλά δεν προσπαθούν να εξηγήσουν πως θα λειτουργήσει ο περιορισμός αυτός. Αν δεν υπάρχει κάποια αρχή η οποία θα ελέγχει το σώμα μας, τότε θα μπορούσε κάθε άτομο να γίνει καπιταλιστής με τη διάθεση της εργασίας του όπως επιθυμεί. Αν δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο, τότε θα πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός ο οποίος θα επιτηρεί τη χρήση του σώματος από τα άτομα. Επομένως, εφόσον υπάρχει ένας τέτοιος μηχανισμός, κάποιος δε θα μπορούσε να είναι ελεύθερος στον κομμουνισμό. Διότι αν δεν κάνουμε αυτό που επιθυμούμε με το σώμα μας, τότε πως μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε ελεύθεροι;

Κοινωνικός φιλελευθερισμός

Κοινωνικός φιλελευθερισμός ή σοσιαλφιλελευθερισμός (social liberalism) είναι η πολιτική πεποίθηση ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός πρέπει να περιλαμβάνει κοινωνική δικαιοσύνη (στην ουσία παροχές). Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός επιδιώκει να εξισορροπήσει την ατομική ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη, μέσω ήπιας κρατικής παρέμβασης στην κοινωνία και στην οικονομία. Ο σοσιαλφιλελευθερισμός συνιστά την επικρατούσα μορφή φιλελευθερισμού σήμερα στις ΗΠΑ. Η κοινωνική δικαιοσύνη στον σοσιαλφιλελευθερισμό επιδιώκει να περιλαμβάνει τόσο τις αρχές της κοινωνικής ισότητας και αλληλεγγύης, όσο και τα ατομικά δικαιώματα. Μια κατάλληλη διατύπωση δίνεται από τον Τζον Ρωλς και συνοψίζεται ως εξής: «Το κάθε άτομο κατέχει απαραβίαστο (δικαίωμα), που βασίζεται στη δικαιοσύνη, το οποίο ούτε η ευημερία του συνόλου της κοινωνίας δεν μπορεί να υπερβεί. Για το λόγο αυτό, η δικαιοσύνη αρνείται το ότι απώλεια της (οικονομικής) ελευθερίας κάποιων δικαιολογείται από ένα υψηλότερο κοινό καλό των άλλων.»

Όπως ο κλασσικός φιλελευθερισμός, ενστερνίζεται την οικονομία της αγοράς και την επέκταση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Διαφέρει όμως στο ότι πιστεύει πως ο θεσμικός ρόλος του κράτους πρέπει να επεκτείνεται στη διευθέτηση κοινωνικών ζητημάτων όπως η ανεργία, η υγειονομική περίθαλψη και η μόρφωση. Σύμφωνα με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, το καλό της κοινότητας είναι σε αρμονία με την ελευθερία του ατόμου. Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός έχει επίσης συνδεθεί στην Ευρώπη με την υπεράσπιση όλων των ατομικών δικαιωμάτων που δεν ανήκουν στην οικονομική σφαίρα (διαχωρισμός κράτους – Εκκλησίας, αναγνώριση νομικών δικαιωμάτων στα ζευγάρια του ίδιου φύλου κ.α.).

Κριτική

Οι υποστηρικτές του κοινωνικού φιλελευθερισμού (αρκετοί εξ αυτών δηλώνουν και κλασικοί φιλελεύθεροι) θεωρούν ότι η φροντίδα ευάλωτων κοινωνικών ομάδων αυξάνει τη συνολική ποσότητα της ελευθερίας του ατόμου. Εφόσον η κοινωνία λειτουργεί «ρολόι» τότε και τα άτομα θα απολαμβάνουν περισσότερη ελευθερία.

Σε αυτόν το συλλογισμό υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα.  Η ελευθερία ταυτίζεται με την πληθώρα επιλογών. Για παράδειγμα, ένα επίδομα ανεργίας αυξάνει τη συνολική ελευθερία διότι δίνει περισσότερες επιλογές στον αποδέκτη του. Άρα λοιπόν, η μείωση της οικονομικής ελευθερίας κάποιου (μέσω του φόρου) αυξάνει την ελευθερία ή τις δυνατές επιλογές κάποιου άλλου. Αν κάποιος πριν πάρει κάποιο επίδομα, είχε δέκα διαφορετικές επιλογές βασισμένες στο εισόδημά του και αφότου λάβει το επίδομα έχει δεκαπέντε, τότε δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είναι πιο ελεύθερος. Ο βαθμός ελευθερίας είναι ο ίδιος καθώς ούτε πριν, ούτε τώρα κάποιος εμποδίζει την πρόσβασή του ενεργητικά στις επιλογές του. Δεύτερον, πολλοί άνθρωποι, μέσα στην πληθώρα επιλογών μπορούν να αισθάνονται κάλλιστα λιγότερο ελεύθεροι και να πελαγώνουν.

Τρίτο και τελευταίο, η αναδιανομή πλούτου θεωρεί δυνατή τη σύγκριση διαπροσωπικής ωφελιμότητας  (interpersonal comparison of utility). Δηλαδή, θεωρεί ότι κάθε λήπτης ενός επιδόματος θα χρησιμοποιήσει απαραίτητα τα χρήματα όπως φαντάζεται το κράτος. Ήτοι για να αυξήσει τις επιλογές του. Αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει όμως καθώς κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Άλλη χρήση για το χρήμα θα κάνει ο τάδε και άλλη ο δείνα. Κατά πάσα πιθανότητα θα κατασπαταληθούν πόροι οι οποίοι θα μπορούσαν να διοχετευθούν αλλού.

Οι κοινωνικά φιλελεύθερες πολιτικές καταλήγουν να μειώνουν την ελευθερία και δημιουργούν συγκρούσεις στην κοινωνία

Οι κοινωνικά φιλελεύθερες πολιτικές στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν ένα δίχτυ προστασίας για τους αδυνάτους, εν τέλει μειώνουν την ελευθερία τους αλλά και των άλλων. Ας δεχτούμε προς το παρόν ότι η πληθώρα επιλογών όντως σημαίνει και αύξηση της ελευθερίας. Πολλές από τις πολιτικές και τις κρατικές παρεμβάσεις όπως ο βασικός μισθός καταλήγουν να ζημιώνουν αυτούς, που υποτίθεται ότι θέλουν να προστατέψουν.

Κοινωνικά επιδόματα σε ευάλωτες ομάδες τείνουν να οδηγούν στην γκετοποίηση καθώς (σε συνδυασμό με άλλες παρεμβάσεις) μειώνουν τα κίνητρα για εργασία και ωθούν στον παρασιτισμό. Tα γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας φαίνεται να αντιμετωπίζουν και μεγάλα δημόσια χρέη και προβλήματα υπογεννητικότητας. Γενικά, το κοινωνικά φιλελεύθερο κράτος, φαίνεται να αποτελεί μία μηχανή ευρισκόμενη σε φαύλο κύκλο λειτουργίας. Μειώνει την οικονομική ελευθερία κάποιων, θεωρητικά μόνο αυξάνει τις επιλογές άλλων, αλλά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα τα οποία επιλύει με μεγαλύτερη φορολογία.

Ένα τελευταίο στοιχείο αποτελούν και οι νόμοι κατά των διακρίσεων. Οι νόμοι αυτοί ανάγουν τον αυτοπροσδιορισμό (ο οποίος είναι αρνητικό δικαίωμα) σε θετικό δικαίωμα. Για παράδειγμα, κάποιος πλέον δε δύναται να απορρίψει πελάτες από τις υπηρεσίες του λόγω σεξουαλικότητας, χρώματος κ.ο.κ. Αν και γενικά κανένας μας δεν θα ήθελε να συμβαίνει αυτό, τέτοιοι νόμοι δημιουργούν αξιώσεις από αυτές τις ομάδες που προστατεύουν προς όλους τους υπόλοιπους. Όπως είδαμε, τα θετικά δικαιώματα προκαλούν συγκρούσεις ανάμεσα στα άτομα μίας κοινωνίας παραβιάζοντας τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα και την αυτοδιάθεση τους. Καμία αποδοχή αυτών των ομάδων δε θα διευκολυνθεί όταν αυτή επιβάλλεται δια του κρατικού μονοπωλίου βίας.

Κλείνοντας, ενώ σε θεωρητικό πλαίσιο ο κοινωνικός φιλελευθερισμός έχει αγνές προθέσεις, δεν τα καταφέρνει τόσο καλά στην υλοποίηση. Ακόμα και αν δεχτούμε την ελευθερία όπως την ορίζει, τότε φαίνεται γενικά να αποτυγχάνει και εκεί.

Η ελευθερία κατά τον Λιμπερταριανισμό

Η ελευθερία κατά την φιλοσοφία του Λιμπερταριανισμού αφορά το σεβασμό των αρνητικών (ή φυσικών) δικαιωμάτων του ατόμου. Κανένας δεν επιτρέπεται να βάλει κατά της ζωής, της ιδιοκτησίας και της αυτοδιάθεσης του ατόμου. Τα θετικά δικαιώματα απορρίπτονται ως παράγωγα συμφωνιών μεταξύ των ανθρώπων και μόνο χωρίς την παρέμβαση κάποιας αρχής.

Πιο ειδικά κατά τον Λιμπερταριανισμό, μία Ελεύθερη Κοινωνία θα ήταν ιδανικά η κοινωνία εκείνη στην οποία μόνο η επιθετική βία είναι εγκληματική πράξη. Έγκλημα θα θεωρείται και η απειλή επιθετικής βίας. Συνεπώς, η επιθετική βία θα τιμωρείται από τον νόμο.

Στη Λιμπερταριανή φιλοσοφία υπάρχουν διάφορες απόψεις για το ρόλο του κράτους. Οι ελαχισταρχικοί (ή μιναρχικοί, minarchists) όπως ο Robert Nozick, υποστήριζαν την ύπαρξη ενός υπερ-ελάχιστου κράτους (ultra-minimal state) το οποίο θα προστάτευε τα άτομα από εξωτερικούς εχθρούς καθώς και από πράξεις βίαιης χειραγώγησης (coercion).

Ο Murray Rothbard παρατηρώντας ότι κανένα κράτος δεν έχει κίνητρο να παραμείνει «μικρό» και ότι το κράτος νομοτελειακά παραβιάζει τα αρνητικά δικαιώματα των ατόμων δια της φορολόγησης, θεώρησε ότι η ελεύθερη κοινωνία θα ήταν και φύσει μία αναρχική κοινωνία δομημένη μόνο στις εθελοντικές συναλλαγές των ατόμων υπό τον λιμπερταριανό νόμο (σεβασμός των αρνητικών δικαιωμάτων). Η θέση του Rothbard θα λέγαμε είναι η πιο ακραιφνής και συνεπής σε δεοντολογικό επίπεδο όσον αφορά την ελευθερία.

Ενστάσεις προς την λιμπερταριανή άποψη περί ελευθερίας

Θα λέγαμε ότι οι περισσότερες ενστάσεις κατά της λιμπερταριανής άποψης καλύφθηκαν παραπάνω με την αναφορά σε άλλες ιδεολογικές απόψεις περί ελευθερίας. Συνεπώς, δε θεωρούμε σκόπιμο να τις επαναλάβουμε καθώς τις απαντήσαμε παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά θα ασχοληθούμε με ενστάσεις που εμφανίζονται λόγω διαφορετικών ορισμών του όρου «εξαναγκασμό» (coercion) και «βία» ακόμα και μέσα στους ίδιους τους κόλπους της ιδεολογίας.

Hayek

Στο κολοσσιαίο του έργο «Το Σύνταγμα της ελευθερίας» o Ηayek αναγνωρίζει διάφορα επίπεδα «χειραγώγησης» ακόμα και σε εθελοντικές συναλλαγές ανάμεσα σε άτομα. Για παράδειγμα ένας εργοδότης, αναγνωρίζοντας την έλλειψη επιλογών για τον εργαζόμενο, τον αναγκάζει σε δυσμενείς συνθήκες εργασίας. Αυτό το λαμβάνει ως εξαναγκασμό.

Αν και είναι κατανοητή η νοητική αφετηρία του Hayek (θα λέγαμε ότι «κοινωνικο-φιλελευθερίζει» εδώ), δεν θεωρούμε ότι ο ορισμός του αντέχει στην κριτική. Πρώτον, ο εργάτης δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στην ιδιοκτησία του εργοδότη και μπορεί πάντα να αποχωρήσει. Δεύτερον, δεν υπάρχει σαφές όριο σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να τιμωρείται μια τέτοιου είδους χειραγώγηση. Θα μπορούσαμε να ποινικοποιήσουμε και τις ενδυματολογικές απαιτήσεις που απαιτούνται σε πάρτι καθώς «εξαναγκάζουν» τους καλεσμένους που δεν τις θέλουν ή δεν τις αντέχουν παρόλο που είναι ελεύθεροι απλά να μην παρευρεθούν. Επίσης, ο εργοδότης δεν είναι υπεύθυνος για την όποια κακοτυχία έχει πλήξει τον εργάτη, οπότε η αντιμετώπιση του από τον εργοδότη δεν συνιστά εξαναγκασμό.

Karl Popper

Αν και ο Καρλ Πόππερ δε φαίνεται να ετάχθη ευθέως εναντίον του λιμπερταριανισμού, το επιχείρημά του, ότι η άκρατη ελευθερία θα φέρει εν τέλει ανελευθερία, χρησιμοποιείται αρκετά συχνά από επικριτές του Λιμπερταριανισμού και του αναρχοκαπιταλισμού.

Η θέση αυτή είναι ένα μεγάλο strawman επιχείρημα (δηλαδή παρερμηνεύει τη θέση του αντιπάλου ώστε να την αποδομήσει ευκολότερα) καθώς άκρατη ελευθερία δεν υπάρχει πρακτικά. Ακόμα και δια της απουσίας κεντρικά ορισμένου νομικού πλαισίου από το κράτος, η χωρίς όρια ελευθερία είναι αδύνατο να υπάρξει καθώς οι επιδιώξεις των ατόμων συγκρούονται μεταξύ τους. Άρα προκύπτουν συμβιβασμοί και συνήθως οι εγκληματίες δε χαίρουν κοινωνικής αποδοχής ή τείνουν να πέφτουν θύματα αυτοάμυνας. Αγνοεί επίσης τις δυνάμεις εκείνες που δρουν σε περιβάλλον ελεύθερης αγοράς, οικονομικά μεγέθη, ανταγωνισμός κ.ο.κ.

Η ιδιοκτησία είναι κλοπή και συνιστά βίαιη επίθεση προς όλους

H άποψη αυτή οφείλει πολλά στον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν ο οποίος διατύπωσε το διάσημο «η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Το επιχείρημα σε πιο λεπτομερή διατύπωση ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα συνιστά κλοπή καθώς η γη αποτελεί κατά κάποιον τρόπο κοινή ιδιοκτησία. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι για κάθε απόκτηση ιδιοκτησίας υπονοείται και απαίτηση για τη συγκατάθεση όλων των ανθρώπων. Φανταστείτε όμως τις συνέπειες μίας τέτοιας κατάστασης. Θα έπρεπε για κάθε χρήση γης και φυσικού πόρου να ζητάμε την άδεια όλου του τοπικού και μη πληθυσμού. Έστω και μία αντίρρηση και οι προσπάθειές μας για χρήση του πόρου θα έπρεπε να απαγορευτούν. Δε θα καταφέρναμε να πραγματοποιήσουμε τίποτα!

Οι εξουσιαστικές σχέσεις καταστρατηγούν την ελευθερία

Αυτή η θέση αποτελεί επιχείρημα των παραδοσιακών αναρχικών εναντίων του λιμπερταριανισμού και του αναρχοκαπιταλισμού. Εφόσον είναι δεκτές οι εξουσιαστικές σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου τότε δεν υπάρχει ελευθερία. Ξεχνάνε όμως ότι εξουσιαστικές σχέσεις δημιουργούνται και οικειοθελώς. Ένας εργαζόμενος επιλέγει να εργαστεί υπό κάποιο αφεντικό και μπορεί πάντα να αποχωρήσει. Και τα δύο είναι πράξεις αυτοδιάθεσης η οποία είναι βασικό συστατικό της ελευθερίας.

Κλείνοντας

Θα λέγαμε σε αυτό το σημείο ο πιο αγνός και μη αντιφατικός ορισμός της ελευθερίας δίνεται από τη μεριά του Λιμπερταριανισμού. Με λίγα λόγια, η λιμπερταριανή άποψη θεωρεί ότι το άτομο, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τους γύρω του να τον αφήσουν ήσυχο. Είναι κατά βάση μία, αν μας επιτρέπεται ο όρος, «εθελοντιστική» ιδεολογία. Οποιαδήποτε πράξη του ατόμου η οποία είναι προϊόν αυτοδιάθεσης είναι θεμιτή. Αυτό με την προϋπόθεση πάντα να μην παραβιάζει τα αρνητικά δικαιώματα άλλων ατόμων.

Η Ελευθερία λοιπόν διέπει μία κοινωνία εθελοντικών συναλλαγών. Μία κοινωνία όπου η ζωή, η ιδιοκτησία και η αυτοδιάθεση είναι αναφαίρετα και πάγια δικαιώματα του ανθρώπου. Μία Ελεύθερη Κοινωνία.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: