O καπιταλισμός ίσως δεν νοιάζεται για τις γυναίκες, αλλά σίγουρα τις απελευθερώνει

0
326
Γυναίκα
Ο καπιταλισμός, με όλες τις ανέσεις που προσέφερε στις νοικοκυρές συνέβαλε στο να τους δώσει την ευκαιρία να αναζητήσουν καλύτερες εργασίες παρά την τότε εκτεταμένη κοινωνική αντίθεση σε αυτό.

Μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, για πρώτη φορά, οι γυναίκες μπορούσαν να κερδίσουν δικό τους εισόδημα και να υποστηρίξουν τους εαυτούς τους, κάτι που ήταν πρακτικά (και νομικά) δύσκολο στην παραδοσιακή κοινωνία. Αυτό σήμαινε, ότι το να ήταν μία γυναίκα ανύπαντρη, άρα και ανεξάρτητη, δεν ισοδυναμούσε με δεδομένη αποτυχία στη ζωή της

Capitalism Doesn’t Care about Women, but It Does Liberate Them
του B. K Marcus
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

 

Χρουστσόφ εναντίον Νίξον

«Η καπιταλιστική σας στάση απέναντι στις γυναίκες», δήλωσε ο σοβιετικός πρωθυπουργός, «δεν υπάρχει στον κομμουνισμό».

Ο Νικήτα Χρουστσόφ απευθυνόταν στον αντιπρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον κατά την εναρκτήρια ημέρα της Αμερικανικής Εθνικής Έκθεσης του 1959 στη Μόσχα. Ο Νίξον ήταν εκεί για να εκπροσωπήσει όχι μόνο την αμερικανική κυβέρνηση, αλλά και την General Mils, Whirlpool και General Electric – να εκπροσωπήσει, με άλλα λόγια, αυτό που οι δύο άντρες αντιλαμβάνονταν ως την ουσία του καπιταλισμού.

Τι προκάλεσε την επίπληξη του Χρουστσόφ;

«Στην Αμερική», είχε αναγγείλει ο Νίξον, ενώ οι εκπρόσωποι της έκθεσης επιδείκνυαν τις πιο σύγχρονες ανέσεις στην κουζίνα, «θέλουμε να διευκολύνουμε τη ζωή των γυναικών».

Σύμφωνα με τη Bee Wilson, η οποία αναφέρει την ιστορία των αποκαλούμενων «συζητήσεων για την κουζίνα», στο βιβλίο της «Consider the Fork», ο αρχι-κομμουνιστής «υπονοούσε ότι αντί να διευκολύνουν τη ζωή, τα μηχανήματα αυτά επιβεβαίωσαν μόνο την αμερικανική άποψη ότι ο ρόλος της γυναίκας ήταν να αποτελεί μία αιώνια νοικοκυρά».

«Και ίσως,» προσθέτει ο Wilson παρενθετικά, «να είχε εν μέρει δίκιο σ’ αυτό».

Η ανατολή συναντά την Δύση

Υπάρχει κάτι συναρπαστικό στην ιστορία των «συζητήσεων για την κουζίνα». Αντί για τις φιλοσοφικές αναζητήσεις της οικονομίας και της ηθικής, του αγώνα για εξουσία και της πολιτικής θεωρίας, έχουμε δυο άνδρες που ενσωματώνουν την Ανατολή και τη Δύση, τον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό στα μέσα του 20ού αιώνα. Στο «How Ice Cream Won the cold war» (Freeman, φθινόπωρο 2015), χρησιμοποίησα την εκδήλωση για να διερευνήσω τη σημασία της πολυτέλειας στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά υπάρχουν περισσότερα από ένα πράγματα που είναι πολύ παραπλανητικά σχετικά με τη χρήση αυτής της συζήτησης μεταξύ των δύο πολιτικών για να ενθυλακώσει τη σύγκρουση αυτών των δύο οικονομικών συστημάτων.

Πρώτον, αν και είναι σχετικά πρέπον να αφήσουμε τον Χρουστσόφ να εκπροσωπήσει τον κομμουνισμό, κάτι δεν πάει καλά στο να επιτρέψουμε τον Νίξον να αντιπροσωπεύσει την ελεύθερη αγορά.

Ο Νίξον δεν ήταν ποτέ υπέρ του καπιταλισμού. Ήταν αντικομμουνιστής. Έχτισε τη φήμη του με το να εξαρθρώνει κομμουνιστικούς πυρήνες μέσα στην κυβέρνηση. Όταν αργότερα κατέλαβε την πρώτη θέση στο Λευκό Οίκο, ο Νίξον αύξησε την κυβερνητική ρύθμιση της βιομηχανίας, εξαφάνισε το τελευταίο ψήγμα του χρυσού κανόνα και επέβαλε ελέγχους των μισθών και των τιμών σε μια ήδη προβληματική οικονομία. Στην εξωτερική πολιτική του, ο πρόεδρος Νίξον υποστήριξε μικρούς δικτάτορες σε ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίοι δεν ήταν καθόλου φιλικοί προς την ελεύθερη αγορά. Αρκούσε που αντιτάσσονταν επίσης στην «ερυθρά απειλή» που είχε αναφέρει ο Χρουστσόφ.

Το σύστημα το οποίο ο Νίξον υποστήριζε καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας είχε περισσότερα κοινά στοιχεία με τον κορπορατισμό του Μουσολίνι και όχι με το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμιθ.

Ποιος αντιπροσωπεύει την ελεύθερη αγορά;

Αλλά υπάρχει ένα πιο θεμελιώδες πρόβλημα. Ακόμα κι αν ο Νίξον ήταν ένας πραγματικός φιλελεύθερος, το οικονομικό σύστημα του ανταγωνιστικού εμπορίου δεν μπορεί να έχει έναν μόνο εκπρόσωπο. Ο κομμουνισμός είναι θεμελιωδώς συγκεντρωτικός, είτε διοικείται από μια μικρή κεντρική επιτροπή, είτε από έναν μόνο ηγέτη. Ο καπιταλισμός, αντιθέτως, είναι ριζικά αποκεντρωμένος. Καμία επιτροπή δεν μπορεί να καθοδηγήσει μια υγιή οικονομία. Κανένα άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Και όσο περισσότερο κάποιος προσπαθεί να το κάνει, τόσο λιγότερο το οικονομικό σύστημα μπορεί να χαρακτηριστεί ως καπιταλιστικό.

Όταν ο Νίξον είπε στον Χρουστσόφ ότι «θέλουμε να διευκολύνουμε τη ζωή των γυναικών», υπονοούσε ότι οι τελευταίες ανέσεις της κουζίνας ήταν αποτέλεσμα της καλοσύνης των επιτυχημένων επιχειρηματιών – ή χειρότερα, των πολιτικών – να κατευθύνουν τους πόρους της αγοράς προς έναν συγκεκριμένο κοινωνικό στόχο: περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τις Αμερικάνες νοικοκυρές. Και όταν ο Χρουστσόφ απάντησε κατηγορώντας τον καπιταλισμό για σεξιστική ατζέντα, έδειξε ότι είχε πέσει θύμα της ίδια πλάνης: της ιδέα ότι ο καπιταλισμός κατευθύνεται από τους καπιταλιστές.

Δεν έχει σημασία, αν οι επιχειρηματίες είναι καλοπροαίρετοι ή πατροπαράδοτοι, προοδευτικοί ή αντιδραστικοί. Σε μια ελεύθερη και ανταγωνιστική οικονομία, ο επιτυχημένος επιχειρηματίας μεγιστοποιεί τα κέρδη μέσω αμοιβαίως επωφελούς ανταλλαγής – προβλέποντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που οι πελάτες θα είναι πιο πρόθυμοι να πληρώσουν.

Ο οικονομολόγος John C. Goodman, γράφοντας σε διαφορετικό πλαίσιο:

«Η αγορά συνδυάζει μοναδικά τον αλτρουισμό και τον ατομικισμό. Πάρτε τον Bill Gates, τον άνθρωπο που πρωτοστάτησε στην επανάσταση των προσωπικών υπολογιστών. Ενδυναμώνοντας τους χρήστες υπολογιστών παντού, έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Και τώρα δωρίζει τον πλούτο του παντού. Ήταν κίνητρο από εγωισμό; Ή προσπαθούσε αλτρουιστικά να προκαλέσει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων; Η ομορφιά της αγοράς είναι ότι το κίνητρο του Gates δεν έχει σημασία. Παίρνετε σχεδόν το ίδιο αποτέλεσμα, όπως και να έχει».

 

Απελευθερώνοντας τις γυναίκες

Και όμως, ο Νίξον δεν είχε εντελώς άδικο. Ο καπιταλισμός έκανε τη ζωή ευκολότερη για τις γυναίκες. Διευκόλυνε τη ζωή και για τους άνδρες, αλλά όπως επεσήμανε ο ιστορικός Stephen Davies, «οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερο λόγο να είναι ευγνώμονες πέρα από τα κέρδη και την υλική ευημερία που μοιράζονται με τους άνδρες».

Αυτό ήταν αληθές ακόμη και πριν από την εμφάνιση της τεχνολογίας, που ο Νίξον παρουσίαζε στη Μόσχα. Μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, ο Davies γράφει, για πρώτη φορά, οι γυναίκες μπορούσαν να κερδίσουν το δικό τους εισόδημα και να υποστηρίξουν τους εαυτούς τους, κάτι που ήταν πρακτικά (και νομικά) δύσκολο στην παραδοσιακή κοινωνία. Αυτό σήμαινε ότι το να ήταν μία γυναίκα ανύπαντρη, άρα και ανεξάρτητη, δεν ισοδυναμούσε πλέον με δεδομένη αποτυχία στη ζωή της.

Για εκείνες που παντρεύονταν, συνεχίζει:

«Ο σύγχρονος καπιταλισμός παρήγαγε μια σειρά συσκευών και καινοτομιών που απελευθέρωσαν φυσικά τις γυναίκες από τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς της οικιακής εργασίας. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα, το σύγχρονο πλυντήριο απελευθερώνει τις γυναίκες από την ανάγκη να περάσουν μία ή δυο ολόκληρες μέρες κάθε εβδομάδα σε πλυσταριά. Άλλες οικιακές συσκευές είχαν παρόμοια αποτελέσματα».

 

Από τη σκοπιά μας στον 21ο αιώνα, μπορούμε να αμφισβητήσουμε την υπόθεση ότι το πλύσιμο ρούχων πρέπει να είναι εργασία των γυναικών, αλλά ο καπιταλισμός δεν δημιούργησε την κατανομή εργασίας με βάση το φύλο. Άρχισε τη διαδικασία εξάλειψης της.

Το έκανε πρώτα, καθιστώντας την εργασία λιγότερο επαχθή, μετά, κάνοντας την ανεξαρτησία μια πιο ρεαλιστική επιλογή και τέλος δημιουργώντας έναν κόσμο στον οποίο τα άτομα μπορούν να αντέξουν οικονομικά το να απορρίψουν το άγχος της παράδοσης και να προσπαθήσουν να πείσουν άλλους να συμμετάσχουν σε αυτή την απόρριψη. Αν ο φεμινισμός αφορά την απελευθέρωση των γυναικών από χιλιετίες καταπίεσης, τότε ο καπιταλισμός είναι ο αρωγός και όχι ο εχθρός του φεμινισμού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με τον Davies, σχεδόν όλες οι πρώτες φεμινίστριες:

«Ήταν παθιασμένα φιλελεύθερες και υποστηρικτές της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Γνώριζαν καλά τη σχέση ανάμεσα στην αυτονομία και την ελευθερία επιλογής που υποστήριζαν για τις γυναίκες και τους οικονομικούς μετασχηματισμούς που είχαν καταστήσει δυνατή την ελευθερία ως μια βιώσιμη επιλογή».

 

Λυπηθείτε την έρμη την νοικοκυρά

Ο Χρουστσόφ υπονοούσε ότι η σύγχρονη νοικοκυρά ήταν μια δημιουργία του καπιταλισμού. Και είχε δίκιο. Υπονοούσε περαιτέρω ότι η επικράτηση των νοικοκυριών της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική ήταν ένα στίγμα στο σύστημα της αγοράς και πολλές γυναίκες της Δύσης από τη δεκαετία του 1960 έτειναν να συμφωνούν με αυτό.

Η φήμη των νοικοκυρών δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει μετά από ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια μετά τις «συζητήσεις για την κουζίνα»: «Τhe Feminine Mystique» της Betty Friedan, στo οποίo η Friedan αναφέρθηκε στο «πρόβλημα που δεν έχει όνομα».

«Mε άλλα λόγια», γράφει η ελευθεριακή φεμινίστρια Wendy McElroy, η Friedan πίστευε ότι:

«Η οικιακή εργασία στέρησε από τις νοικοκυρές την ανθρωπιά και τις δυνατότητές τους, κάνοντάς τους να υποφέρουν τόσο σωματικά όσο και διανοητικά. Η Friedan χαρακτήρισε την τυπική οικογένεια του ’50 ως ένα «πολυτελές στρατόπεδο συγκέντρωσης». Όπως οι κρατούμενοι, έτσι και οι νοικοκυρές των προαστίων είχαν προσαρμοσθεί ψυχολογικά και έγιναν «εξαρτημένες, παθητικές, ανώριμες» και ζούσαν σε «χαμηλό ανθρώπινο επίπεδο»».

 

Αφότου το «Feminine Mystique» έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος του φεμινισμού του δεύτερου κύματος, η Friedan, που ήταν συνιδρυτής του Εθνικού Οργανισμό για τις Γυναίκες (NOW) το 1966, υπονόμευσε τον προηγούμενο πολιτικό ακτιβισμό: «ήταν από καιρό πολιτική ακτιβίστρια της κομμουνιστικής αριστεράς για δεκαετίες», σύμφωνα με την McElroy και πιθανότατα δεν θέλησε το κίνημα τότε γνωστό ως «απελευθέρωση των γυναικών» να συνδεθεί στη λαϊκή σκέψη με τον ριζοσπαστικό σοσιαλισμό. Αλλά αυτή η σχέση δεν ήταν αβάσιμη.

Αρκετά πια με την καπιταλιστική πατριαρχία!

Όπως επισημαίνουν οι Davies και McElroy, οι πιο ατομικιστικές παραδόσεις του φεμινισμού αγκάλιασαν τον καπιταλισμό. Και όμως, η κύρια δομή του σύγχρονου φεμινισμού έχει δανειστεί σημαντικά από τη σοσιαλιστική θεωρία.

Τον 19ο αιώνα η McElroy γράφει ότι:

«Οι δύο βασικές παραδόσεις του φεμινισμού που αμφισβήτησαν θεμελιωδώς το πολιτικό σύστημα ήταν ο σοσιαλιστικός φεμινισμός, από τον οποίο αντλείται ο σύγχρονος ριζοσπαστισμός του φεμινισμού, και ο ατομικιστικός φεμινισμός, ο οποίος μερικές φορές ονομάζεται ελευθεριακός φεμινισμός».

 

Η γλώσσα των δύο παραδόσεων μπορεί να φαίνεται παρόμοια, χρησιμοποιώντας τα ίδια λόγια και κατονομάζοντας τους ίδιους στόχους, αλλά οι βασικές έννοιες του φεμινισμού στον ατομικισμό – όπως η ισότητα, η δικαιοσύνη και η φινέτσα – έχουν μικρή σχέση με τις έννοιες που χρησιμοποιούνται από τους σοσιαλιστές καθώς οι ορισμοί συχνά συγκρούονται. Για παράδειγμα, η σοσιαλιστική προσέγγιση της δικαιοσύνης είναι προσανατολισμένη προς τα άκρα και ορίζεται από την άποψη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ισότητας.

Όταν ο Νίξον αναγνώρισε ότι οι ανέσεις της κουζίνας είχαν μεγαλύτερο άμεσο όφελος για τις γυναίκες από ότι για τους άνδρες, η διάκριση αυτή ήταν, από την σοσιαλιστική σκοπιά, όχι μόνο αποδοχή των διαφορών μεταξύ σύγχρονων Αμερικανών ανδρών και γυναικών. Ήταν μια αποδοχή της ανισότητας με τη σοσιαλιστική έννοια της αδικίας.

Αντίθετα, οι ελευθεριακοί φεμινιστές θεωρούν ότι δικαιοσύνη είναι η απουσία εξαναγκασμού. «Ό,τι είναι εθελοντικό είναι «δίκαιο »,συνοψίζει η McElroy ή, τουλάχιστον, πολύ κοντά στο δίκαιο. Στο βαθμό που οι γυναίκες έχουν βιώσιμες επιλογές εκτός από τα οικιακά, η επιλογή να μένουν στο σπίτι και να διαχειρίζονται το νοικοκυριό είναι προϊόν ελευθερίας και δικαιοσύνης.

Φέρνοντας την αλλαγή

Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας συνδυασμός νόμων και πολιτιστικά περιορισμένων επιλογών των γυναικών στη δεκαετία του 1950, ότι η επικράτηση των νοικοκυρών αντιπροσώπευε μια αδικία επειδή οφειλόταν στην έλλειψη πραγματικής ελευθερίας των γυναικών. Όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει στην περίπτωση του Νίξον, οι πολιτικοί της αμερικανικής κυβέρνησης δεν ήταν υπέρμαχοι της ατομικής ελευθερίας. Είχαν ένα ιδιαίτερο όραμα για το πώς πρέπει να λειτουργούν τα πράγματα και χρησιμοποίησαν την καταναγκαστική εξουσία του κράτους για να προσπαθήσουν να το κάνουν.

Αλλά ήταν ο καπιταλισμός που υπονόμευε το όραμά τους. Ο Νίξον εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις τελευταίες συσκευές που διευκολύνουν τη ζωή των Αμερικανών γυναικών, αλλά τα πλυντήρια πιάτων και τα φανταχτερά ψυγεία είχαν μία λιγότερο προφανή μακροπρόθεσμη επίδραση: με τη μείωση του όγκου της οικιακής εργασίας, άνοιξαν έναν κόσμο επιλογών που δεν έκανε τους άνδρες ιδιαίτερα ευτυχείς.

Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι μόνο η απουσία εργασίας. Είναι η ελευθερία να αναζητείται πιο αποδοτική δουλειά

«Είναι αδιαμφισβήτητα αληθές», γράφει η McElroy, «ότι το «Feminine Mystique» άγγιξε πολλές γυναίκες των οποίων η ζωή άλλαξε ως αποτέλεσμα της ανάγνωσης του βιβλίου. Για αυτές, το να είναι νοικοκυρές αποτελούσε μια άρνηση των δυνατοτήτων τους ως ανθρώπινων όντων και ανακάλυψαν το θάρρος να καταφέρουν να κάνουν μια διαφορετική επιλογή». Αλλά ανεξάρτητα από το αν οι γυναίκες το συνειδητοποίησαν ή όχι, ήταν ο πλούτος της οικονομίας της αγοράς που τις επέτρεψε να αντισταθούν στην παραδοσιοκρατία και να εξερευνήσουν άλλες επαγγελματικές σταδιοδρομίες, ακόμα και όταν μεγάλο μέρος την κοινωνίας δεν έχει συγχωρέσει ακόμα το γεγονός αυτό.

Ο καπιταλισμός, με άλλα λόγια, δεν είναι ταυτόσημος με τον δυτικό πολιτισμό. Με το να τους εξισώσουμε, αγνοούμε την συνεχή πάλη μεταξύ τους. Η αγορά υπονομεύει τις παραδόσεις δοκιμάζοντας την αξία τους έναντι πιο ρευστών κοινωνικών ρυθμίσεων. Αυτά τα έθιμα που εξαρτώνται από μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία θα χαθούν, επειδή, καθώς η οικονομία μεγαλώνει, οι κανόνες αλλάζουν.

Ο καπιταλισμός δεν είναι η αντίσταση σε τέτοιες αλλαγές. Είναι ο καταλύτης τους.

Κέρδος και πρόοδος

Η εποχή της νοικοκυράς των προαστίων σήμανε μια μετάβαση στη Δυτική ιστορία. Οι γυναίκες ήταν πάντα υπεύθυνες για τη διαχείριση των σπιτιών τους. Αυτό ίσχυε σε ολόκληρο τον κόσμο και σε όλα τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα. Η έλευση της σύγχρονης νοικοκυράς ήταν το αποτέλεσμα του μεγαλύτερου πλούτου και του ελεύθερου χρόνου, όπως και η αυξανόμενη ελευθερία των γυναικών να αποδεχθούν ή να απορρίπτουν το ρόλο της νοικοκυράς, πολύ πριν από τη δεκαετία του 1950.

Ο Χρουστσόφ απεικόνιζε τον Νίξον ως τον πολιτιστικό αντιδραστικό, «και ίσως», όπως σχολιάζει ο Ουίλσον, «είχε εν μέρει δίκιο».

Ίσως ο Αμερικανός πολιτικός να ήταν συγκαταβατικός προς τις γυναίκες. Επίσης συγκαταβατικοί ίσως ήταν και οι καπιταλιστές των οποίων τα προϊόντα παρουσιάζονταν στην έκθεση του Νίξον. Αλλά το οικονομικό σύστημα που παρήγαγε αυτά τα αγαθά λειτουργεί με ή χωρίς οπισθοδρομικές συμπεριφορές και μέχρι το 1959 είχε δημιουργήσει ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο πλούτου και ελευθερίας για όλους – ειδικά για τις γυναίκες.

Κοιτάζοντας πίσω, πάνω από μισό αιώνα αργότερα, και επιμένοντας στα ωραία σημεία εκείνου που τότε ονομαζόταν πρόοδος, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτό συνέβη και μόνο επειδή το εμπόριο και η αγορά συνεχίζουν να μας προσφέρουν – σε άνδρες και γυναίκες – όλο και περισσότερες επιλογές για προσωπική απελευθέρωση.

***

Διαβάστε περισσότερα: